Legislator Case Law & Legislation
363/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague Article 560 procedural error lacking specific facts or impact.

Case Number 363/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision confirming the plaintiff's property claim. The appellants alleged a procedural error under Article 560 of the Code of Civil Procedure but failed to specify the exact claim ignored, its legal presentation, or its impact on the trial. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for vagueness and the failure to cite 'facts' as required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118 no. 4, 560 no. 1, 570 no. 3, 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a procedural error under Article 560 must clearly state the specific claim ignored, its legal presentation, and its material impact on the trial, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
Article 560 procedural error vague appeal grounds facts not taken into account appellate review scope material impact on trial inadmissible appeal legal pleading requirements

Cited Legislation

AI generated
Articles 118 no. 4, 560 no. 1, 570 no. 3, 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 363 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 363/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Γ. του Ν., 2) Α. Γ. συζ. Ε. Γ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Μαραγκό, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Χ. και της Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, που ανακάλεσε την από 9-1-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, που με την απόφαση 91/2018 που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2020 μη οριστική, 153/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15-09-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα 37/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο (τακτική διαδικασία). Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, κατά της 153/2021 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή η διεκδικητική αγωγή κυριότητας του επίδικου ακινήτου που είχε ασκήσει η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη κατά των εναγομένων - αναιρεσειόντων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). I. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, προκειμένου για απόφαση του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΠολΔ, (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτόν αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Για το ορισμένο, επίσης, αυτού του λόγου της αναίρεσης, σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων, πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά από αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 404/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί, το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1710, 983, 1724 επ., 1769, 1193 επ., 1198, 199, 1041 επ., 1045, 1051 επ., 1094 ΑΚ (καθώς και των διατάξεων του ΒΡΔ οι οποίες δεν αναφέρονται) αφού δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης κυριότητας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν παρατίθενται, ούτε καν αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω διατάξεων, ούτε προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, το οποίο οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το δικάσαν δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Και κατά το σκέλος αυτός ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο σε δηλώσεις συμβαλλομένων και παρ' όλα αυτά δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες.

II. Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΠολΔ, (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν ή σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 109/2020). Ο τρίτος λόγος αναίρεσης περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης καθότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα αποδίδεται στο ως άνω Δικαστήριο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου και εντεύθεν της αποδοχής της αγωγής της, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι οι αναιρεσείοντες α) δεν προσδιορίζουν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εκ πλαγίου παραβιάσθηκαν β) δεν αποσαφηνίζουν αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καθόλου ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών, και γ) δεν αναφέρουν τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς), δηλ.

το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο της αγωγής της αναιρεσίβλητης στην ουσία, ακόμη δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, πληττομένης κατά τα λοιπά απαραδέκτως της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων από το Εφετείο.

III. Ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.8 ) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δεν και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.

Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης καταλογίζουν στο Εφετείο την προβλεπόμενη από το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, χωρίς όμως να καθορίζουν αφενός τον ισχυρισμό που, παρά το νόμο, έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το νόμιμο τρόπο που αυτός τυχόν προβλήθηκε και την επίδραση που ασκούσε στη δίκη.

Επομένως, ο λόγος αυτός ως προς τις άνω αιτιάσεις, είναι αόριστος και γι'αυτό απορριπτέος. Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα εκτιθέμενα, διηγηματικώς, ως πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης εκ του ανωτέρω άρθρου, δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκύψαντα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση αποδείξεων) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 148/2011).

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-09-2022 αίτηση αναίρεσης της 37/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ