Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of vague grounds and defendant's absence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal and the Katерina District Court. The appellants argued the lower court lacked legal basis due to insufficient reasoning regarding the defendant's conduct and reputation damage. The court rejected these claims as inadmissible because the appeal grounds were vague and failed to state the factual assumptions underlying the contested decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(5), 576(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if its grounds are vague and fail to state the factual assumptions of the contested decision, and proceedings continue in the appellant's absence if legally summoned.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 363 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 363/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Χ., 2) Γ. Λ. του Σ., χήρας Δ. Κ., κατοίκων ... 3) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 4) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου..., 5) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαφιλίππου, που ανακάλεσε την από 14/2/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2008 μη οριστική και 458/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 576/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/11/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμούς ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και αρχικό ορισμό δικασίμου, για τις 11-1-2021 και της με αριθμό πρωτοκ. ../21-1-2021 βεβαίωσης του γραμματέα του Αρείου Πάγου, για την αναβολή της συζήτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατά την τελευταία δικάσιμο, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, στον αναιρεσίβλητο.
Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο, ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και κλητεύθηκε νόμιμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001, 9/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάστηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ όταν ο διάδικος, που δικάστηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση, κατά το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης, για την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.
Τούτο, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980).
Ενόψει τούτου, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.
β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 318/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 51/2021, ΑΠ 1274/2019, ΑΠ 1241/2019, ΑΠ 1253/2018).
Στη προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς κρίση, η από 10-11-2017 (αριθμ. καταθ. ../10-11-2017) αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό 576/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, απορρίφθηκε η από 11-2-2015 έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της με αριθμό 458/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω της ερημοδικίας τους στην κατ' έφεση δίκη και κατά της (ενσωματωμένης σε αυτήν), με αριθμό 458/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.
Με την τελευταία απόφαση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί κατά ένα μέρος, την από 21-4-2006 αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την προσβολή της προσωπικότητάς του, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων, α) Δ. Κ., ο οποίος απεβίωσε μετά την άσκηση της έφεσης και πριν τη συζήτησή της και στη θέση του υπεισήλθαν ως κληρονόμοι του, ήδη αναιρεσείοντες και β) Α.
Κ., ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, να του καταβάλουν καθένας από αυτούς, για την άνω αιτία το ποσό των 6.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς, ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης, Ν. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης, με αριθμό 576/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες, με επιμέλεια του αντιδίκου τους - αναιρεσίβλητου, στις 26-9-2017, ενώ η αναίρεση ασκήθηκε στις 10-11-2017, ήτοι μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία, όσον αφορά τους πρώτο, δεύτερη, τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσειόντων, κατοίκους Κατερίνης, έληξε στις 11-10-2017 και επομένως, η άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη ως προς αυτούς, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης.
Όσον δε αφορά την τρίτη αναιρεσείουσα, κάτοικο εξωτερικού (Ιταλίας), για την οποία δεν είχε παρέλθει η εξηκονθήμερη προσθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, η τελευταία παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, με δήλωση που διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης, την οποία επανέλαβε στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ίδια, με αριθμό ...
ειδικό πληρεξούσιο, που συνέταξε ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στο Μιλάνο Ιταλίας. Από το πληρεξούσιο αυτό προκύπτει ότι η ως άνω ερημοδικαθείσα - τρίτη αναιρεσείουσα, χορήγησε στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης, Δημήτριο Παπαφιλίππου, που υπογράφει την ένδικη αίτηση αναίρεσης, την ειδική πληρεξουσιότητα να παραστεί και να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την 10-11-2017, όταν κατατέθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, υφίστατο έγκυρη σιωπηρή παραίτηση της ως άνω ερημοδικασθείσας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας - τρίτης αναιρεσείουσας από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η παραίτησή της δε αυτή κατέστησε την ως άνω απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη σε αναίρεση και ως προς αυτήν, από τον άνω χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης, με αριθμό 576/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή ως προς όλους τους αναιρεσείοντες (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το μέρος, όμως, που η κρινόμενη αίτηση στρέφεται κατά της, ενσωματωθείσας στην προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, με αριθμό 458/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).
Για την ίδρυση πάντως, του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 791/2015, ΑΠ 192/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους, πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία έχει ενσωματωθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την πλημμέλεια ότι, το τελευταίο δικαστήριο, έκρινε ως ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο, και παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, αφού θεώρησε ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας της αγωγής, που είχαν προβάλει ''νομότυπα'' στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Οι λόγοι, όμως, αυτοί, από τους αριθμούς 1 και 14 (και όχι 8, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ο τρόπος προβολής του ισχυρισμού αυτού, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (προφορικά στο ακροατήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ή με τις έγγραφες προτάσεις), ούτε το περιεχόμενο της αγωγής και οι σχετικές με αυτό παραδοχές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σφάλμα, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή όχι, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το δικαστήριο, θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε ορισμένη και δεν την απέρριψε.
Σε κάθε δε περίπτωση, η ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων αξιώνει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς του από τους εναγόμενους, με τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης του, είναι ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφό της, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα των ως άνω λόγων, εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις των άρθρων, 914, 932 ΑΚ και 229, 362 και 363 ΠΚ, που εφαρμόστηκαν και το δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα, ούτε σε διαφορετικά από αυτά για την κρίση του.
Και τούτο διότι, αναφέρονται στην αγωγή, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων (πρώτου αναιρεσείοντος και του ήδη αποβιώσαντος δεύτερου εναγομένου, στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι αναιρείοντες, κληρονόμοι του), σε βάρος του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, συνιστάμενη στην ψευδή καταμήνυσή του, με την υποβολή της αναφερόμενης μήνυσης σε βάρος του, για ψευδή καταμήνυση και στη συκοφαντική δυσφήμησή του, με τους διαλαμβανόμενους σ'αυτή, εν γνώσει των εναγομένων, ψευδείς ισχυρισμούς και την, εντεύθεν, προσβολή της προσωπικότητάς του.
Ειδικότερα, αναφέρονται στο ένδικο αγωγικό δικόγραφο, τα κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ψευδή πραγματικά περιστατικά, που οι εναγόμενοι επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της σε βάρος του μήνυσης, η γνώση τους περί της αναλήθειας αυτών (ισχυρισμών), η πρόθεσή τους να προκαλέσουν (διά της μήνυσης) την ποινική του δίωξη, καθώς την προσβολή της τιμής, της υπόληψης και εν γένει της προσωπικότητάς του, και ότι συνεπεία της προσβολής αυτής, προκλήθηκε, σ' αυτόν, ηθική βλάβη.
Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά, αυτεπαγγέλτως, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία επικαλείται στο δικόγραφο της αγωγής ο ενάγων, ως παραγωγικά του επίδικου δικαιώματος και με βάση αυτή την ιστορική της βάση και το αίτημα, προσδίδει τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, καταλήγοντας στην παραδοχή ως ορισμένης της αγωγής και όχι με βάση τις αποδείξεις και την αποδιδόμενη εσφαλμένη εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο ή τους περιεχόμενους στις προτάσεις ισχυρισμούς ή τη νομική έννοια που δίνει ο ενάγων, ώστε να μην ιδρύονται οι ως άνω λόγοι από τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι:
α) δεν στοιχειοθετείται διάδοση ή υποστήριξη ειδήσεων με την υποβολή και μόνο της μήνυσής τους στον αρμόδιο εισαγγελέα. β) Τα φερόμενα ως ψευδή περιστατικά αφορούν τεχνικά και επιστημονικά θέματα, τα οποία οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν, και πάντως έχουν κριθεί αληθινά με τα αναφερόμενα βουλεύματα και έγγραφα.
Και, γ) η εμφάνιση του αναιρεσίβλητου στις δικαστικές αίθουσες οφειλόταν σε δική του συμπεριφορά, καθώς αυτός είχε καταθέσει σε βάρος τους τουλάχιστον τρεις αγωγές και αδιευκρίνιστο αριθμό μηνύσεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 400 περ. 3 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή), κατά την οποία δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, προκύπτει ότι ως συμφέρον από τη δίκη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται αυτό που εξαρτάται από το αποτέλεσμα της δίκης και αποτελεί αναγκαία συνέπεια αυτής (ΑΠ 908/2017, ΑΠ 992/2012).
Από την πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 403 παρ. 2 και 4 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερόμενη περίπτωση και με απλή πιθανολόγηση, προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή η όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περίπτωσης συμφέροντος, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1469/2019, ΑΠ 1540/2008, ΑΠ 581/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2002, κατ' άρθρο 15 του ν. 2943/2001, (όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή), το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Στην έννοια των αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου εντάσσονται και οι κατ' άρθρο 400 περ. 3 ΚΠολΔ εξαιρετέοι μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, των οποίων τις καταθέσεις μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 1469/2019, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 731/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία έχει ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση, η πλημμέλεια, από τον αριθμ. 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, Ε.
Σ., γαμπρού του, που ήταν αντίδικος των αναιρεσειόντων σε σειρά δικών μεταξύ τους και ένας από αυτούς που είχαν καταθέσει μήνυση εναντίον τους και ως εκ τούτου προσδοκούσε άμεσο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η κρίση, περί του εάν το κληθέν να εξετασθεί ενώπιον του δικαστηρίου πρόσωπο είναι ή δεν είναι εξαιρετέος μάρτυρας, ως εξαρτών ή μη συμφέρον από τη δίκη, απόκειται στην κυριαρχική και αναιρετικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι ήταν εξαιρετέος ο ανωτέρω μάρτυρας και δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ένορκη κατάθεσή του, είναι μη νόμιμος. Και τούτο διότι, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (12-3-2014), ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 ν. 4335/2015, η οποία καθιέρωνε το επιτρεπτό της λήψης υπόψη από οποιοδήποτε ουσιαστικό δικαστήριο και αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως οι καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων, τις οποίες μπορούσε να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 669/2018).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ /2021, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).
Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, ήτοι:
Α. 1) το με αριθμό ... απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Κατερίνης που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων και κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο και β) τα με αριθμούς πρωτοκ. ... έγγραφα της ΥΔΟΜΜ Κατερίνης, από τα οποία προέκυπτε ότι δεν είχαν υποβληθεί αναληθή και ανακριβή στοιχεία κατά την έκδοση της αναφερόμενης οικοδομικής άδειας.
Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και ''όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα'', σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Από το άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του ''ευλόγου'' εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται αναγκαίως στο ''ανάλογο''. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αριθμούς 1 ή 19, αντίστοιχα) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 501/2021, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1203/2020, 213/2020, 1445/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 587/2020, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 530/2020).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 1082/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 665/2020).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1195/2020, 1154/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 530/2020, 38/2020, 125/2019).
Σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 530/2020, ΑΠ 183/2020).
Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 38/2020, 530/2020, 109/2020) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία έχει ενσωματωθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτιάσεις ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να επιδικάσει στον ενάγοντα, το ποσό των 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ, καθώς επίσης και την αρχή της αναλογικότητας.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, αφού παραθέτουν στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο το περιεχόμενο της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 ΑΚ και αυτής του άρθρου 25 του Συντάγματος που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, εν συνεχεία αναφέρουν αποσπασματικά μόνο, το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ύψος του ποσού που επιδίκασε, επικαλούμενοι ειδικότερα επί λέξει ότι: ''με το να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 12.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ....
παραβίασε κατά τον προσδιορισμό της, την αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον το ποσό αυτό είναι υψηλότερο των επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις''. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο ανωτέρω, από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία έχει ενσωματωθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το τελευταίο δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την επιδίκαση του προαναφερθέντος ποσού, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρ. 932 ΑΚ, για να ελεγχθεί, αν, με την επιδίκασή του, παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Τέλος, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν, στην προσβαλλόμενη απόφαση, (στην οποία έχει ενσωματωθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών της, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι από τις αιτιολογίες της:
α) Δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, ''με ποιον τρόπο εκδηλώθηκε η θεωρούμενη ως προσβλητική συμπεριφορά τους, δηλαδή η υποβολή της επίδικης από .... έγκλησής τους ... το περιεχόμενο της οποίας ήταν αληθες'', β) Ούτε αν η συμπεριφορά τους δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και την ακριβή και πρέπουσα παράθεση πραγματικών γεγονότων και ότι μολονότι τελούσαν σε επίγνωση της μη αναγκαιότητας, εν τούτοις χρησιμοποίησαν τον τρόπο αυτό για να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του αντιδίκου'', Και, επιπλέον γ) ότι με βάση τις αιτιολογίες της δεν στοιχειοθετείται η βλάβη στην τιμή και την υπόληψη του αντιδίκου τους, καθώς κανένα συκοφαντικό περιστατικό δεν ανέφεραν στην μήνυσή τους, στην οποία προέβησαν σε απλή παράθεση στοιχείων''.
Και ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του, για την κατ' ουσία παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, πέραν του ότι, με τα όσα, κατά τα λοιπά, αναφέρονται, για τη θεμελίωση του άνω λόγου, πλήττεται, στην πραγματικότητα, η ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα, όσον αφορά τον απολιπόμενο αναιρεσίβλητο, δεν επιδικάζονται, διότι αυτός λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2017 (αρ. καταθ…) αίτηση αναίρεσης της 576/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της, ενσωματωμένης σ'αυτή, με αριθμό 458/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ