363/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated363/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει, συνεπώς, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των 2ης & 3ης αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Έναντι δε της πρώτης αναιρεσίβλητης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Full text
Απόφαση 363 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Φ.Σ.
Αριθμός 363/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Φ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παυλάτο, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει το όνομα της τρίτης αναιρεσίβλητης από το εσφαλμένο "GERALI HELLAS Α.Α.Ε." στο ορθό "GENERALI HELLAS A.A.E." και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ληξουριώτη, που κατέθεσε προτάσεις, 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΝΤΛΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΚΙΝΗΣΕΩΣ Α.Ε." που εδρεύει στο Νέο Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Γιαννίτση και 3)ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENELI HELLAS A.A.E." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, την από 17/12/2007 ανακοίνωση δίκης της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, την από 22/2/2011 ανακοίνωση δίκης της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του της ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2011/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2957/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/12/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος και από τους τελευταίους εναντίον μόνο εκείνων απ' αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται μ' αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός, οπότε, έναντι αυτών, ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1015/2015, ΑΠ 1005/2012, ΑΠ 1521/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα -ενάγουσα (και έτερη, μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) άσκησε κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης -εναγομένης ΟΤΕ ΑΕ, την από 12-12-2006 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξ' εργατικού ατυχήματος, αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας τραυματισμού της από βλάβη με υπαιτιότητα της εναγομένης εργοδότριάς της, του ανελκυστήρα με τον οποίο κινείτο κατά τη διάρκεια της εργασίας της στο χώρο αυτής.
Η εναγομένη άσκησε την από 17-12-2007 ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση -αγωγή κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ΣΙΝΤΛΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, ως έχουσα αναλάβει τη συντήρηση των ανελκυστήρων, αιτούμενη να της καταβάλει ό,τι υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στην ενάγουσα. Η τελευταία άσκησε την από 22-2-2011 ανακοίνωση δίκης προς την τρίτη αναιρεσίβλητη GENERALI HELLAS ΑΕ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ και αυτή άσκησε προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ΣΙΝΤΛΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και κατά της ΟΤΕ ΑΕ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2011/2012 απόφασή του που εκδόθηκε αντιμωλία κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή (της ενάγουσας κατά της εναγομένης ΟΤΕ ΑΕ) και ισόποσα την παρεμπίπτουσα αγωγή (της ΟΤΕ ΑΕ κατά της ΣΙΝΤΛΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕ) και επί εφέσεων της ΟΤΕ ΑΕ και ΣΙΝΤΛΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και αντεφέσεως της ενάγουσας, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2957/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία γενομένων δεκτών των εφέσεων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή (ελλείψει υπαιτιότητας της ΟΤΕ ΑΕ) και την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Με την υπό κρίση από 4-12-2018 και με αριθ. κατάθεσης 11145/909/5-12-2018 αίτηση, η αναιρεσείουσα αιτείται την αναίρεση της Εφετειακής απόφασης προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης. Επομένως, η αναίρεση πλήττει το μέρος εκείνο μόνο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με το οποίο έγινε δεκτή η έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας και απορρίφθηκε η από 12-12-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας κατ' αυτής και δεν αφορά τις λοιπές αναιρεσίβλητες, οι οποίες δεν ήταν αντίδικες της αναιρεσείουσας στα δικαστήρια ουσίας.
Κατ' ακολουθία, η αίτηση, η οποία, κατά τα λοιπά, νομοτύπως ασκήθηκε (εμπρόθεσμη εντός της 2ετίας μη επικαλουμένης ή προκυπτούσης επιδόσεως της αναιρ/νης απόφασης -ΚΠολΔ 564 § 3), παραδεκτώς μεν στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης έναντι της οποίας η αναιρεσείουσα νικήθηκε, απαραδέκτως όμως στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων (2ης & 3ης), τις οποίες δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ' αυτήν πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Πρέπει, συνεπώς, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των 2ης & 3ης αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Έναντι δε της πρώτης αναιρεσίβλητης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, για το ορισμένο του από τον αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 2/2013, ΟλομΑΠ 20/2005).
Δεν αρκεί μόνο η αναφορά του κατά την άποψη του αναιρεσείοντος πραγματικού μέρους της υποθέσεως και του συμπεράσματος του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλομΑΠ 20/2005, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 1184/2015).
Η σαφής και πλήρης αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής είναι αναγκαία, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (ΚΠολΔ 578), τούτο δε συνάπτεται, σε σχέση λογικής ακολουθίας, προς τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο να είναι απαραίτητη, προκειμένου να ελεγχθεί αν η πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλομΑΠ 27/1998, ΟλομΑΠ 32/1996).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχείο του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1354/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους 1ο & 2ο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, κρίνοντας το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα της εναγομένης στο ένδικο ατύχημα, παραβίασε: α) (1ος λόγος αναίρεσης) τους κανόνες των άρθρων 288, 299, 662, 914, 922 ΑΚ και 1 ν. 551/1915 και β) (2ος λόγος αναίρεσης) τον κανόνα του άρθρου 330 ΑΚ ενώ με τον 6ο λόγο αναίρεσης αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 & 19), είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τί συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, ούτε και αναφέρονται, πλην ελαχίστων κατ' επιλογή, αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, με τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατά τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 25/2003, ΟλομΑΠ 3/1997, ΟλομΑΠ 11/1996). Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναφορικά με την ύπαρξη υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσίβλητης στο επίδικο εργατικό ατύχημα, τη βαρύτητα του τραυματισμού της και τη μετέπειτα βάναυση της προσωπικότητάς της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης αυτής. Ωστόσο οι ισχυρισμοί της αυτοί αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα, που δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνουν απλώς σε επίρρωση της απόδειξης του αγωγικού πραγματικού ισχυρισμού περί της υπαιτιότητας της εναγομένης, και κατά συνέπεια δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 2/2008, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ του αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη της, τα έγγραφα ιατρικών βεβαιώσεων και παραστατικών που νόμιμα μετ' επικλήσεως προσκόμισε, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την ένορκη βεβαίωση μάρτυρα που προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύεται ειδικώς ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της αποδεικνύονται "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου και τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων η υπ' αριθμ. 6091/2011 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζεται από τις ενάγουσες -εφεσίβλητες και νόμιμα λαμβάνεται υπόψη...".
Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα στην έλλειψη αποδείξεως υπαιτιότητας (των προστηθέντων υπαλλήλων) της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία συνήγαγε κατ' εκτίμηση των συνθηκών του ατυχήματος που αποδείχθηκαν και εκ τούτου να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα στον αναιρετήριο λόγο έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις (στο ακροατήριο και την 6091/2011 ένορκη βεβαίωση), τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς αυτό.
Επομένως και ο τέταρτος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (ΚΠολΔ 674 § 2), όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 4ο ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 9ο § 2 του ίδ.ν. ως εκ του χρόνου καταθέσεως της αγωγής, συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία. Εν όψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος (ΑΠ 969/2011, ΑΠ 109/2008).
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη εκάστης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες παραστάθηκαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, κατέθεσαν προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2018 και με αριθ. κατάθεσης 11145/909/5-12-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2957/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη εκάστης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ