363/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated363/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρινόμενη από 11-12-2015 (αρ. κατ. ...2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 100/2015 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 363 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 363/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χας Σ. Τ., θυγ. Α. Τ., 2) Χ. Τ. του Σ. και 3) Π. - Κ. Τ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Π. - Κ. Τ. του Σ. (3η των αναιρεσειόντων), η οποία εκπροσωπείτο νόμιμα από την ασκούσα επ’ αυτής τη γονική μέριμνα και επιμέλεια μητέρα της Α. χα Σ. Τ. (1η αναιρεσείουσα), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Γ. Α., το γένος Ι. Π., 2) Γ. Α. του Η., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ελληνικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2007 αγωγή των 1ης και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάστηκε με την από 16-8-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 8-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική παραδοχή του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, κατά το μέρος, που αφορά την αμετάκλητη ποινική απόφαση 390/2013 του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρίπολης και την απόρριψη του λόγου αυτού, κατά τις λοιπές αιτιάσεις, που αφορούν τα έγγραφα της προανάκρισης, καθώς επίσης την απόρριψη του 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας) και την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 100/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ’ άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ’ αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η 3η αναιρεσείουσα, Π. - Κ. Τ., της οποίας τη γονική μέριμνα κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, στις 31-12-2015, ασκούσε η μητέρα της, Α. χήρα Σ. Τ. (ήδη 1η αναιρεσείουσα) δήλωσε στο ακροατήριο ότι ενηλικιώθηκε το έτος 2017 και ότι συνεχίζει πλέον ατομικά τη δίκη στο όνομά της. Επομένως, η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης συνεχίζεται παραδεκτά από την 3η αναιρεσείουσα, ατομικά κατ’ άρθρ. 127 και 63 ΑΚ, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατ’ άρθρ. 286 ΚΠολΔ. Επίσης, παραδεκτά ο 2ος αναιρεσείων άσκησε ατομικά στο όνομά του την ένδικη από 11-12-2015 αίτηση αναίρεσης, διότι αυτός ενηλικιώθηκε στις 26-10-2015, δηλαδή πριν από την άσκηση της αναίρεσης με την κατάθεσή της (31-12-2015) και μετά από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 3-3-2015, καθόσον κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου είχε εκπροσωπηθεί από τη μητέρα του, ήδη 1η αναιρεσείουσα, που ασκούσε τη γονική του μέριμνα λόγω της ανηλικότητάς του (βλ. σελ. 3 προσβαλλόμενης απόφασης).
Η κρινόμενη από 11-12-2015 (αρ. κατ. ...2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 100/2015 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι’ αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, μεταξύ άλλων, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ’ αρ. 390/4-4-2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης, την οποία είχαν προσκομίσει ενώπιόν του, με νόμιμη επίκληση, ως σχετικό με αριθμό 11ε, με τις κατ’ έφεση προτάσεις τους, παραδεκτά, ως οψιγενές αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 529 ΚΠολΔ), διότι η ως άνω ποινική απόφαση είχε εκδοθεί μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης εκκαλουμένης απόφασης και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη με την υπ’ αρ. ΑΠ 942/2015 απόφαση του ΣΤ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία (ποινική απόφαση) ειδικότερα η 1η αναιρεσίβλητη, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του στενού συγγενούς τους και συνεπώς, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο όφειλε να την αξιολογήσει, εφόσον κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 16-10-2006 στο ... χιλιόμετρο του αυτοκινητόδρομου Αθηνών - Τρίπολης στο ρεύμα από Καλαμάτα προς Αθήνα (κόμβος Τρίπολης), τραυματίστηκε θανάσιμα ο στενός συγγενής των αναιρεσειόντων, Σ.
Τ., νόμιμος όσο ζούσε σύζυγος της 1ης και πατέρας των 2ου και 3ης των αναιρεσειόντων. Οι αναιρεσείοντες - συγγενείς άσκησαν την από 16-8-2007 (αρ. κατ. ...2007) αγωγή, με την οποία αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που συνεκδικάστηκε με την αντίθετη από 6-4-2007 (αρ. κατ. ...2007) αγωγή της 1ης και του 2ου αναιρεσιβλήτων (αλλά και άλλων προσώπων - επιβατών, που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη) και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 62/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της οικογένειας, με την παραδοχή ότι ο στενός συγγενής τους ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για το τροχαίο δυστύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 16-6-2009 (αρ. ...2009) έφεση της οικογένειας, που συνεκδικάστηκε με την από 18-6-2009 (αρ. κατ. ...2009) έφεση των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων και με έφεση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, το οποίο είχε υπεισέλθει στη θέση της ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε το όχημα του θύματος (η έφεση αυτή δεν αφορά την παρούσα δίκη).
Οι εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία τις δέχθηκε τυπικά και τις απέρριψε κατ’ ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη εκκαλουμένη απόφαση. Εξάλλου, το Εφετείο σύμφωνα με τις παραδοχές του κατά το ενδιαφέρον ζήτημα των συνθηκών του δυστυχήματος και της συμπεριφοράς των εμπλακέντων σ’ αυτό οδηγών, δηλαδή του στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων και της 1ης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 16.10.2006 και περί ώρα 16.20 η δεύτερη ενάγουσα της από 6.4.2007 αγωγής - εκκαλούσα της με στοιχείο Α’ έφεσης και εφεσίβλητη των με στοιχεία Β’ και Γ’ εφέσεων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου της - ενάγοντος της ίδιας αγωγής - εκκαλούντος της με στοιχείο Α’ έφεσης και εφεσίβλητου των με στοιχεία Β’ και Γ’ εφέσεων, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις τυχόν προς τους τρίτους προκαλούμενες ζημίες κατά την κυκλοφορία του στην εναγομένη της από 16.8.2007 αγωγής ασφαλιστική εταιρία - εφεσίβλητη της με στοιχείο Γ’ έφεσης και στο οποίο επέβαιναν οι τρίτη και τέταρτη ενάγουσες της ίδιας αγωγής και εκκαλούσες της με στοιχείο Α’ έφεσης και τα δύο ανήλικα τέκνα της (οδηγού), έβαινε στη Ν.Ε.Ο.
Αθηνών - Τρίπολης με κατεύθυνση προς Αθήνα και στο ... χ/ο αυτής. Η πιο πάνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται σε 120 χ/ω, στο ... χ/ο αυτής το ρεύμα πορείας προς Αθήνα έχει πλάτος 7,60 μέτρα, κατά μήκος αυτού υπάρχει αριστερά τσιμεντένιο τοιχίο και δεξιά ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 2,70 μέτρων, ως προς την κατεύθυνση προς Αθήνα υπάρχει ανοιχτή αριστερή στροφή, στο σημείο της αερογέφυρας της Τρίπολης, κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο επικρατούσε ψιλόβροχο εξαιτίας του οποίου η οδός ήταν ολισθηρή, υπήρχε πυκνή κυκλοφορία οχημάτων στην κατεύθυνση προς Αθήνα και η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν.
Η ενάγουσα οδηγός έβαινε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, διότι στη δεξιά λωρίδα κινούνταν κυρίως φορτηγά, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 80 χ/ω, η οποία ήταν ανάλογα προσαρμοσμένη στις συνθήκες που επικρατούσαν στην οδό και ειδικότερα το ψιλόβροχο, την πυκνή κυκλοφορία και την είσοδό της σε αριστερή, ως προς την πορεία της στροφή.
Κατά την ίδια στιγμή, ο Σ. Τ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας της από 16.8.2007 αγωγής - εκκαλούσας της με στοιχείο Γ’ έφεσης, πατέρας των δεύτερου και τρίτης, γιος των τέταρτου και πέμπτης, αδελφός της έκτης και γαμπρός από κόρη των έβδομου και όγδοης των εναγόντων της ίδιας αγωγής - εκκαλούντων της ίδιας έφεσης, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για τις προς τους τρίτους τυχόν προκαλούμενες ζημίες κατά την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας μετά την άσκηση της έφεσης και εκ του νόμου στη θέση αυτής υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" - εφεσίβλητο της με στοιχείο Α’ έφεσης και εκκαλούν της με στοιχείο Β’ έφεσης, έβαινε στην ίδια οδό με την ίδια κατεύθυνση πίσω από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η δεύτερη ενάγουσα της από 6.4.2007 αγωγής και στην ίδια με αυτήν λωρίδα κυκλοφορίας.
Ο πιο πάνω οδηγός έκανε χρήση των φώτων πορείας του με εναλλαγή της μεγάλης σκάλας, προκειμένου να επισημάνει στην εμπρός του κινούμενη οδηγό, την επιθυμία του να κινηθεί αυτή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έτσι ώστε αυτός να συνεχίσει να βαίνει στην αριστερή λωρίδα και να υπερβεί το εμπρός του κινούμενο αυτοκίνητο.
Πράγματι η ενάγουσα οδηγός, αφού πλέον είχε ελευθερωθεί η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έκανε χρήση των δεικτών αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματός της προκειμένου να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να κινηθεί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και κινήθηκε αντίστοιχα, προς τα δεξιά, έτσι ώστε να παραμείνει ελεύθερη η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να κινηθεί σ’ αυτήν το αυτοκίνητο που πλησίαζε.
Όμως ο οδηγός του πίσω κινούμενου αυτοκινήτου, έχοντας αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα, διένυσε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα την απόσταση που τον χώριζε από το εμπρός του κινούμενο αυτοκίνητο και επιχείρησε να το υπερβεί από δεξιά, την ίδια στιγμή που η ενάγουσα οδηγός είχε ήδη εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
Ο Σ. Τ. όταν αντιλήφθηκε την προς τα δεξιά κίνηση της οδηγού του εμπρός του κινούμενου αυτοκινήτου, λόγω της πολύ μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, της εγγύτητας των δύο οχημάτων και της ολισθηρότητας της οδού, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και επιχείρησε δεξιό ελιγμό προκειμένου να εισέλθει στη βοηθητική λωρίδα της οδού και να υπερβεί από δεξιά το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ενάγουσα.
Κατά την ενέργειά του αυτή, το εμπρός αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του χτύπησε το πίσω δεξιό μέρος του εμπρός του κινούμενου αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα, να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της η ενάγουσα οδηγός και το όχημά της, έχοντας χτυπηθεί πίσω δεξιά, να πάρει ώθηση προς εμπρός και αριστερά, στη συνέχεια να περιστραφεί στον άξονά του και αφού προσκρούσει στις προστατευτικές μπάρες της οδού δεξιά, στην οποία είχε προστεθεί μια επιπλέον λωρίδα κυκλοφορίας, να ακινητοποιηθεί μεταξύ της αρχικά δεξιάς λωρίδας και της επιπλέον λωρίδας, με την πρόσοψή του αριστερά στην κατεύθυνση προς Αθήνα.
Ταυτόχρονα ο Σ. Τ. έχασε ολοκληρωτικά τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο κινήθηκε με ταχύτητα προς τα δεξιά και αφού προσέκρουσε στις προστατευτικές μπάρες της οδού, έλαβε ώθηση προς αριστερά και έπεσε σε εκεί υπάρχουσα κολώνα φωτισμού της οδού την οποία κυριολεκτικά "αγκάλιασε" και λύγισε γύρω από αυτή με το πρόσωπό του κάθετα προς το ρεύμα πορείας προς Αθήνα.
Το στοιχείο της επέλευσης μικρής βλάβης στο εμπρός μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Σ. Τ. (σαν ξύσιμο κατά το παρκάρισμα) οφείλεται στο ότι και τα δύο οχήματα έβαιναν ομόρροπα και ότι κατά τη σύγκρουση το πίσω όχημα είχε κατεύθυνση προς τα δεξιά και χτύπησε υπό γωνία το εμπρός του κινούμενο, ακόμη, η μετά τη σύγκρουση κίνηση - ολίσθηση προς αριστερά του αυτοκινήτου που οδηγούσε η ενάγουσα της από 6.4.2007 αγωγής οφείλεται στο ότι δέχθηκε ώθηση στο πίσω δεξιό μέρος του και η περαιτέρω περιστροφή γύρω από τον άξονά του οφείλεται στο ότι αυτό κινήθηκε πλέον ανέλεγκτα σε ολισθηρό οδόστρωμα, επιπλέον, η προς τα δεξιά κίνηση - ολίσθηση του οχήματος του Σ.
Τ. οφείλεται στο ότι η φορά αυτού ήταν εξαρχής προς τα δεξιά, ενώ η πολύ μεγάλη ταχύτητα με την οποία αυτό έβαινε συνάγεται από το μέγεθος των υλικών βλαβών που υπέστη και το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του. Αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο Σ. Τ., οδηγός του πίσω κινούμενου αυτοκινήτου, ο οποίος, από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε έλεγχο στο αυτοκίνητό του, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαραίτητους ελιγμούς για την αποφυγή του κινδύνου, ούτε προσάρμοσε την ταχύτητά του στις συνθήκες της οδού και συγκεκριμένα την ολισθηρότητα λόγω της βροχόπτωσης, την πυκνή κυκλοφορία και την είσοδό του σε αριστερή στροφή, αλλά, κινούμενος με πολύ μεγάλη ταχύτητα προέβη σε υπέρβαση του εμπρός του κινούμενου οχήματος από δεξιά, παραβιάζοντας με την πιο πάνω αμελή οδηγική του συμπεριφορά, η οποία αιτιωδώς προκάλεσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 7 του Κ.Ο.Κ.".
Περαιτέρω από την υπ’ αρ. 390/4-4-2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το πρωτόδικο ποινικό Δικαστήριο δέχτηκε για το ζήτημα της υπαιτιότητας και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών τα ακόλουθα: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες επ’ ακροατηρίω καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, του προταθέντος από την πολιτικώς ενάγουσα μάρτυρα και του μάρτυρα υπεράσπισης, από όλα τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από την από 16-10-2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτή επισκοπηθέν σχεδιάγραμμα, από την υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../19-1-2007 Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας - Νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, από την από 24-10-2006 έκθεση αυτοψίας των ..., διορισθέντων με το υπ’ αριθμ. ... της 17-10-2006 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας Τρίπολης στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης, από την από 11-1-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ν.
Κ. και Ε. Β., διορισθέντων με το υπ’ αριθμ. ... /15-12-2009 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας Τρίπολης, στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης, από την από Ιανουάριος 2008, τεχνική έκθεση του Π. Μ., από την από Νοέμβριος 2010 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του ιδίου Π. Μ., από άπασες τις φωτογραφίες, καθώς και το απόσπασμα χάρτη που επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο, και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα:
Την 16η Οκτωβρίου 2006 η κατηγορουμένη, οδηγούσα το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκινείτο στην οδό ταχείας κυκλοφορίας Αθηνών - Τρίπολης με κατεύθυνση προς την Αθήνα και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ όπισθέν της και σε ικανή απόσταση εκινείτο, προς την αυτή κατεύθυνση και στην αυτή λωρίδα κυκλοφορίας, οδηγών το υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ο μεταποβιώσας σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας Σ. Τ.. Η κατηγορουμένη, κατά τον ανωτέρω χρόνο και περί ώρα 16:20, εκινείτο ήδη στο ... χιλιόμετρο της άνω οδού, εξακολουθούσα να ευρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κατά τεκμήριο κινούνται οχήματα που επιχειρούν υπέρβαση των προπορευόμενων στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας οχημάτων, χωρίς τη στιγμή εκείνη να επιχειρεί προσπέραση κάποιου προπορευόμενου οχήματος, οπότε ο προαναφερόμενος Σ.
Τ., κινούμενος όπισθέν της τής έκανε γνωστό με τα φώτα του ότι επιθυμεί να προσπεράσει το όχημά της. Η κατηγορουμένη, αντιληφθείσα το όπισθεν κινούμενο όχημά της, αρχικά αιφνιδιάστηκε και στη συνέχεια άναψε τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματός της (φλας) προς τα δεξιά, προκειμένου να εισέλθει στη δεξιά ως προς την κατεύθυνσή της λωρίδα κυκλοφορίας για να δυνηθεί το όπισθεν κινούμενο, οδηγούμενο από το Σ.
Τ., όχημα να την προσπεράσει. Πλην, όμως, εξακολούθησε να κινείται επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, παρά το γεγονός ότι στη δεξιά λωρίδα δεν εκινούντο οχήματα και μπορούσε να εισέλθει σ’ αυτή (δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας), δίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εντύπωση στους ακολουθούντες (μεταξύ των οποίων και ο άνω Σ.
Τ.) ότι, παρά το ότι τα "δεξιά φλας" του αυτοκινήτου της εξακολουθούσαν να λειτουργούν, δεν επρόκειτο να πραγματοποιήσει άμεσα την προς τα δεξιά κίνηση του αυτοκινήτου της για να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Κάτω από αυτές τις σκέψεις ο άνω Σ. Τ., που είχε ήδη προσεγγίσει, με το αυτοκίνητό του το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης, κινούμενος με ταχύτητα, το ακριβές ύψος της οποίας δεν προέκυψε, πάντως ήταν ανώτερη του επιτρεπόμενου στο σημείο αυτό της οδού ύψους των 120 χλμ/ώρα, επιχείρησε να την προσπεράσει από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
Τη στιγμή ακριβώς εκείνη η κατηγορουμένη απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός της, καθόσον κινήθηκε και η ίδια προς την ίδια κατεύθυνση, με συνέπεια ν’ αποκόψει την πορεία του ενεργούντος (Σ. Τ.) υπέρβαση εκ δεξιών του αυτοκινήτου της εγκαλούσης, ο οποίος επιχείρησε παρά ταύτα να διαφύγει εκμεταλλευόμενος το ασφάλτινο έρεισμα που υπήρχε στα δεξιά του.
Πλην όμως το γεγονός αυτό σε συνδυασμό και με το ότι είχε αναπτύξει μεγαλύτερη του κανονικού ταχύτητα, κατά τα προαναφερθέντα, τον εξανάγκασε να πραγματοποιήσει, την τελευταία στιγμή, αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά ώστε να αποφύγει το όχημα της κατηγορουμένης, χάνοντας όμως τον έλεγχο του δικού του οχήματος, καθώς το τελευταίο πλαγιολίσθησε και εν τέλει προσέκρουσε σε ευρισκόμενη, δεξιά της άνω οδού για τον κινούμενο προς Αθήνα, κολώνα φωτισμού με την αριστερή πλευρά του.
Από την επελθούσα ως άνω δε πρόσκρουση, ο τελευταίος (Σ. Τ.) υπέστη βαρείες κακώσεις θώρακα και κοιλίας, που επέφεραν αιτιακά το θάνατό του. Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά μέρος της ευθύνης στην επέλευση του προπεριγραφέντος συμβάντος φέρει οπωσδήποτε ο άνω αποβιώσας Σ. Τ. - σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας, ο οποίος, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2696/1999, εκινείτο καθ’ υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, βλέποντας δε την κίνηση της κατηγορουμένης να έχει ανάψει τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματός της θα έπρεπε, παρόλο που αυτή εφέρετο να καθυστερεί ή αναβάλει την κίνησή της αυτή, να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός στην κίνησή του, όπως επιβάλουν οι κανόνες του Κ.Ο.Κ. (άρθρα 12 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του ν. 2696/1999), αλλά και αυτοί της επιμελούς και συνετής οδήγησης και, οπωσδήποτε και εν όψει των όπως είχαν διαμορφωθεί περιστάσεων, να καταστήσει γνωστό με οποιοδήποτε τρόπο, με χρήση ηχητικού ή φωτεινού σήματος, την πρόθεσή του να ενεργήσει υπέρβασή του εκ δεξιών.
Μέρος όμως της ευθύνης αναλογεί και στην κατηγορουμένη, η οποία ενήργησε όλως αμελώς και κατά παράβαση των κανόνων της συνετής και επιμελούς οδήγησης και των συναφών κανόνων του Κ.Ο.Κ. και ιδία του άρθρου 12 παρ. 1 που επιβάλλει στον οδηγό να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός κατά την οδήγηση, καθώς και των άρθρων 21 και 23 αυτού, που επιβάλουν στον εκτελούντα ελιγμό και αλλαγή κατεύθυνσης οδηγό, να λαμβάνει πρόνοια, ώστε να μην υποβάλει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, συμπεριφορά την οποία, εν όψει του ότι οι εν γένει συνθήκες, από άποψης ορατότητας, κατάστασης της οδού, κίνησης τροχοφόρων σε αυτή και κατάστασης του οχήματός της ήταν καλές, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιάζουσες συνθήκες της κυκλοφορίας (κίνηση σε οδό ταχείας κυκλοφορίας), των χαρακτηριστικών της οδού (δύο λωρίδες κυκλοφορίες ανά κατεύθυνση) και των επικρατουσών καιρικών συνθηκών (ψιλόβροχο), ήταν απολύτως σε θέση αυτή να τηρήσει, πλην όμως, ένεκα της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς της, δεν επέδειξε και, συνεπώς, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σε αυτήν διά του κατηγορητηρίου αξιόποινης πράξης.
Κατά τη γνώμη ενός μέλους της σύνθεσης και συγκεκριμένα του εκ δεξιών συνέδρου Πλημμελειοδίκη, Α. Μ., υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την ενοχή της κατηγορουμένης για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε με απόλυτη βεβαιότητα, ότι η κατηγορουμένη επέδειξε αμέλεια ως προς την οδήγηση του οχήματός της, έστω και κατά ένα μικρό ποσοστό, ώστε η συμπεριφορά της να μπορούσε να οδηγήσει, με τον απαραίτητο αιτιώδη σύνδεσμο, στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος ή στη συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτό και κατά συνέπεια στον θάνατο του παθόντος, ούτε ότι αυτή θα μπορούσε να πράξει κάτι διαφορετικό, ώστε το ως άνω ατύχημα να αποφευχθεί.
Συνεπώς η κατηγορουμένη θα πρέπει να κηρυχτεί αθώα...". Κατόπιν τούτου το πρωτόδικο ποινικό Δικαστήριο κήρυξε την τότε κατηγορουμένη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη ένοχη, κατά πλειοψηφία, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και την καταδίκασε, επίσης, κατά πλειοψηφία, σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Ας σημειωθεί, ότι κατά της απόφασης αυτής η κατηγορουμένη άσκησε έφεση, που συζητήθηκε στις 23-6-2014, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πολιτικού Εφετείου, στις 2-4-2014, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επί της έφεσης της κατηγορουμένης εκδόθηκε η υπ’ αρ. 5...23-6-2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (επί πλημμελημάτων), που κήρυξε ομόφωνα ένοχη την κατηγορουμένη και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, που ανεστάλη επί τριετία.
Ακολούθως, η κατηγορουμένη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της τελεσίδικης ποινικής απόφασης, η οποία όμως απορρίφθηκε με την ΑΠ 942/2015 απόφαση του ΣΤ’ Ποινικού Τμήματος του δικαστηρίου τούτου και συνεπώς η 1η αναιρεσίβλητη έχει πλέον κριθεί αμετάκλητα ένοχη για το ανωτέρω αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
Εξάλλου, από τις από 1-4-2014 κατ’ έφεση προτάσεις των αναιρεσειόντων, που επιτρεπτά επίσης επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου την ανωτέρω πρωτόδικη ποινική απόφαση, ως σχετικό με αριθμό 11ε (βλ. σελ. 10 των προτάσεων), ως οψιγενές αποδεικτικό μέσο, διότι η πρωτόδικη ποινική απόφαση είχε εκδοθεί στις 4-4-2013, δηλαδή μετά τη δημοσίευση (30-4-2009) της εκκαλουμένης υπ’ αρ. 62/2009 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης.
Περαιτέρω, από την αντιπαραβολή, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης και της ως άνω πρωτόδικης ποινικής απόφασης (ήδη αμετάκλητης) προκύπτει ότι κατέληξαν σε εντελώς αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα ως προς τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος και ειδικότερα ως προς τη θέση των εμπλακέντων οχημάτων στο οδόστρωμα και ως προς τη συμπεριφορά των οδηγών, διότι η ποινική απόφαση αποδίδει υπαιτιότητα και στην 1η αναιρεσίβλητη, ανεξάρτητα από το τυχόν συντρέχον πταίσμα του συγγενούς των αναιρεσειόντων.
Όμως, παρά το γεγονός ότι η ως άνω ποινική απόφαση είχε προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσείοντες - εκκαλούντες ενώπιον του Εφετείου για την υποστήριξη της (ή και) συνυπαιτιότητας της 1ης αναιρεσίβλητης στην πρόκληση της σύγκρουσης και συνεπώς το περιεχόμενό της ήταν γνωστό στο Εφετείο και αφορούσε ζήτημα, που ήταν ουσιώδες για την έκβαση της δίκης και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας, ουδεμία μνεία κάνει στην παραπάνω ποινική απόφαση, την οποία, ούτε αντικρούει ως προς τις παραδοχές της, για την αμέλεια της τότε κατηγορουμένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, ούτε αναφέρει ειδικά, παρά το μείζον αποδεικτικό της ενδιαφέρον ως προς τα πραγματικά περιστατικά του τροχαίου δυστυχήματος, που αρνητικά αξιολόγησε και δέχτηκε ότι ο συγγενής των αναιρεσειόντων είναι αποκλειστικά υπαίτιος για τον τραυματισμό του.
Συνεπώς, παρά τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης, ότι έλαβε υπόψη της όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα οι διάδικοι, χωρίς να παραλειφθεί κανένα, περιλαμβανομένων σ’ αυτά και των δημοσίων εγγράφων της ποινικής προδικασίας, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες, αν λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε η ως άνω ποινική απόφαση μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα κατά το σχηματισμό του πορίσματός της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος.
Έτσι όμως η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα (πρβλ. ΑΠ ...2014, ΑΠ 667/2013, ΑΠ 1046/2006) και συνεπώς, ο 2ος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος αυτού, που αφορά τη μη λήψη υπόψη της ανωτέρω ποινικής απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Περαιτέρω, με τους 1ο και 2ο (κατά τις λοιπές αιτιάσεις του) αναιρετικούς λόγους εκ του άρθρου 559 αρ. 19 και αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ (εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών κανόνων δικαίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και για μη λήψη υπόψη εγγράφων της ποινικής προδικασίας και ειδικότερα της από 24-10-2006 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης των ..., τους οποίους είχε διορίσει η Τροχαία Τρίπολης και της από Ιανουαρίου 2008 έκθεσης του τεχνικού συμβούλου της οικογένειας, Π.
Μ.) πλήττεται επίσης το κεφάλαιο της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών. Επομένως, η αναιρετική εμβέλεια του δεκτού γενώμενου κατά τα ανωτέρω 2ου αναιρετικού λόγου, στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθιστά αλυσιτελή πλέον την εξέταση των ανωτέρω λοιπών αναιρετικών λόγων, εφόσον με αυτούς πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και επίσης, αμφότεροι οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι αποβλέπουν στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και έχουν καταθέσει προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 100/2015 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Διατάσσει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο, που αυτοί έχουν καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ