Legislator Case Law & Legislation
363/2017 AI generated

363/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 363/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

363/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των καλουσών-αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
rural land rights public domain property ownership right of common pasture agricultural zone violation of foreign territorial sovereignty
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 363 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 363/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων-αναιρεσειουσών: 1)Μ. συζ. Κ. Χ., το γένος Ν. Ρ., 2)Α. συζ. Ι. Ζ., το γένος Ν. Ρ., 3)Φ. Ρ. του Ν., κατοίκων ..., μοναδικών κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσείοντος Ν. Ρ. του Α., που απεβίωσε την 11-9-2011, 4)Θ. χας Ο. Ι., το γένος Ε. Σ., κατοίκου ..., 5)Β. συζ. Γ. Γ., το γένος Ο. Ι., κατοίκου ... και 6)Μ. Ι. του Ο., κατοίκου .... Οι 1η, 2η, 3η παραστάθηκαν δια, οι 4η, 5η, 6η μετά του πληρεξούσιου δικηγόρο τους Κωνσταντίνου Γκρινιαράκη.

Του καθού η κλήση-αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κοσκινά.

Ο πληρεξούσιος των καλούντων-αναιρεσειουσών δήλωσε ότι διορθώνει το πατρώνυμο του αναιρεσιβλήτου από το εσφαλμένο "Θ." στο ορθό "Θ.".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-1999 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49ΤΜ/2000 του ιδίου Δικαστηρίου, 65ΤΠ/2001, 40/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Σύρου, 29/2006 και 71/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 23-2-2010 αίτησή τους, που ματαιώθηκε κατόπιν βίαιης διακοπής και επανήλθε προς συζήτηση με την από 4-12-2014 κλήση των καλουσών - αναιρεσειουσών. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 16-11-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των καλουσών-αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, αυτοτελώς ή και με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 493/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 4-12-2014 κλήση αφενός των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειόντων και αφετέρου των Μ. συζ. Κ. Χ., Α. συζ. Ι. Ζ. και Φ. Ρ. του Ν., ως καθολικών διαδόχων του πρώτου αρχικώς αναιρεσείοντος, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε νομοτύπως στον αναιρεσίβλητο (βλ. .../10-11-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Νάξου Α.

Κ.), επισπεύδεται η συζήτηση της υπό κρίση από 2-3-2010 αίτησής τους για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 71/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου και γνωστοποιείται η συνέχιση της δίκης, εξ αιτίας της βιαίως διακοπείσας δίκης λόγω του επισυμβάντος στις 11-9-2011 θανάτου του πρώτου αναιρεσείοντος Ν. Ρ., από τις τρεις τελευταίες εξ αυτών-θυγατέρες του, με την ιδιότητα των εκ διαθήκης κληρονόμων του, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη από α) αντίγραφο της υπ’ αριθ.

…2011 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Κρυονερίου Αττικής, β) την περιεχομένη στο υπ’ αριθ. 553/2013 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 12-3-2008 ιδιόγραφη διαθήκη, γ) την υπ’ αριθ. 125/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ανωτέρω διαθήκη κηρύχθηκε κυρία, δ) το υπ’ αριθ. .../2013 πιστοποιητικό του γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης του αποβιώσαντος και ε) αντίγραφο της υπ’ αριθ. .../31-10-2013 πράξης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Μαυράκη, χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας αυτών ως κληρονόμων.

Ως εκ τούτου η βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται.

Η διάταξη του άρθρου 1 του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, ορίζει ότι "εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος οφείλουν οι ιδιοκτήτες των υπό τα αρθρ. 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματείαν... τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των.

Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει δώσει επισήμως την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτες, εις δε την δευτέραν αποπέμψει τας ελλείπουσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Εις την περίπτωσιν αυτήν όμως μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται.

Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται όλα τα δάση, περί των οποίων δεν παρουσιαστούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα εθνικά και θέλουν διατίθενται ως τοιαύτα". Οι διατάξεις των αρθρ. 1 και 2 του ιδίου διατάγματος αναφέρουν ως ιδιωτικά δάση: α) εκείνα για τα οποία "δι’ εγγράφων εκδιδομένων κατά τους νομίμους τύπους από τας αρμοδίας Τουρκικός Αρχάς αποδειχθούν ότι πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες", β) εκείνα τα οποία κείνται "εις ιδιωτικά χωρίς-τζεκλίκια, εντός των ακριβώς υποδειχθέντων ορίων...

και σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτών" και γ) εκείνα "περί της ιδιοκτησίας των οποίων εγείρουν αξιώσεις Δήμοι ή Μοναστήρια στηριζόμενας εις νομικά έγγραφα...". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται και στις Κυκλάδες (ΑΠ 1810/2009), συνάγεται ότι τα δάση: α) είναι ιδιωτικά αν, μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 3 του άνω διατάγματος αναγνωρίστηκαν ως τέτοια από το Υπουργείο Οικονομικών ή, σε αρνητική περίπτωση, από τα δικαστήρια, β) είναι δημόσια (αδιαφιλονίκητα εθνικά) αν δεν υποβλήθηκαν αρμοδίως και εμπροθέσμως οι απαιτούμενοι τίτλοι προς αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών, ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω τίτλοι, και γ) προσωρινώς διακατεχόμενα από ιδιώτες, δήμους-κοινότητες ή μοναστήρια, αν υποβλήθηκαν από αυτούς αρμοδίως και εμπροθέσμως οι εν λόγω τίτλοι, αλλά είτε δεν κρίθηκαν από το ως άνω Υπουργείο ακόμη, είτε κρίθηκαν μη νόμιμοι, άκυροι κ.λ.π.

και συνεπεία τούτου εκκρεμεί η διαφορά στα δικαστήρια, ή δεν έγινε προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια ούτε από το Δημόσιο, ούτε από τους ενδιαφερομένους. Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του προαναφερθέντος β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 1 του ν. ΑΧΝ’ /1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", όπως είχε τροποποιηθεί με το ν.

ΒΠΛΖ’ /1903 και το εκτελεστικό διάταγμα της 11.2/24.3.1889, "περί εκτελέσεως του περί διακρίσεως και οριοθεσίας δασών ν. ΑΧΝ’ που περιελήφθη ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικα" και που βασικά δεν απομακρύνεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1 και 3 του ν. 998/1979, προκύπτει, ότι δασική έκταση νοείται εκείνη που καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, στην έννοια δε του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσης ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.

Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη (ΑΠ 266/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τα επίδικα, πέντε ακίνητα, τα οποία είναι όμορα μεταξύ τους, συνολικού εμβαδού 1957,75 τ.μ., και χαρακτηρίζονται από τους ενάγοντες ως "οικόπεδα", αποτελούν τμήμα μείζονος δασικής εκτάσεως τριακοσίων περίπου στρεμμάτων, που βρίσκονται στη θέση "..." της νήσου ...

Κυκλάδων. Έχουν δε τα ως άνω επίδικα ακίνητα, όπως αυτά ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή, ως επίσης και η ευρύτερη συνεχόμενη τούτων περιοχή, έδαφος άγονο και πετρώδες, και είναι επικλινή, καλύπτονται δε εξ ολοκλήρου από δασική βλάστηση, η οποία αποτελείται από κέδρους, αγριοκυπάρισσα, σχοίνους και φρύγανα (βλ.

την από 15-11-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Π. Κ.), πολύ μεγάλης ηλικίας που χρονολογείται από αμνημονεύτων ετών, αφού γενεές γενεών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση. Η ανωτέρω βλάστηση, που υπάρχει στα επίδικα και στην συνεχόμενη τούτων περιοχή, προσδίδει σ’ αυτά το χαρακτήρα του δάσους, το οποίο υπήρχε κατά το χρόνο ισχύος του β.δ.

της 16-11-1836, αλλά και πολύ πριν της ισχύος του εν λόγω β.δ. Επί των επιδίκων, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, δεν υπάρχει κανένα ίχνος καλλιέργειας πρόσφατης ή παλαιάς, ούτε ίχνος ιδιωτικής εκμετάλλευσης, πεζούλας ή περίφραξης. Επίσης δεν έχουν κανένα ήμερο δένδρο. Τα επίδικα ακίνητα, τα οποία όπως προαναφέρθηκε αποτελούν τμήμα ευρύτερης δασικής εκτάσεως, επί Τουρκοκρατίας λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους τους, δεν υπαγόταν στην κατοχή κανενός, ούτε και άσκησε ποτέ κανείς ιδιώτης επ’ αυτών διακατοχικές πράξεις, και έτσι αυτά ως δασική έκταση υπαγόταν στην κατηγορία των νεκρών γαιών (Μεβάτ) του Οθωμανικού νόμου, δηλαδή ήταν δημόσιες γαίες (αρθρ. 6 και 102-105 του ανωτέρω νόμου).

Μετά την υπογραφή των ανωτέρω πρωτοκόλλων και την απελευθέρωση των Κυκλάδων τα επίδικα και όλη η ευρύτερη συνεχόμενη δασική έκταση, περιήλθαν ως αδέσποτα στο ελληνικό Δημόσιο "δικαίω πολέμου", κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, το οποίο έκτοτε τα νέμονταν και τα διαχειρίζονταν με διάνοια κυρίου, ως δημόσια περιουσία, δια της αρμόδιας δασικής Υπηρεσίας, η οποία τα επιτηρούσε.

Παρά ταύτα όμως, κατά το έτος 1955, η τότε κοινότητα Πάρου, ισχυριζόμενη ότι είναι κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία, δυνάμει του ...23-11-1955 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πάρου Ιωάννη Γράβαρη, που νόμιμα μεταγράφηκε, πώλησε και μεταβίβασε, την παραπάνω έκταση των τριακοσίων στρεμμάτων στον Θ.

Κ., στην οποίαν περιλαμβάνονται και τα πέντε επίδικα. Ακολούθως με το .../14-10-1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεράσιμου Ζάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Θ. Κ. ένα τμήμα της ως άνω εκτάσεως των τριακοσίων στρεμμάτων, το πώλησε στο Γ. Π., κατά ποσοστό 40% και στους Χ. Π. και Σ. Δ., κατά ποσοστό 30% στον καθένα.

Την έκταση αυτή οι αγοραστές διαίρεσαν σε 126 "οικόπεδα", όπως αυτά εμφαίνονται στο από του μηνός Ιουνίου 1967 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Ξ.. Στη συνέχεια αυτοί δυνάμει του ...6-9-1968 συμβολαίου του ιδίου πιο πάνω συμβολαιογράφου Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα πώλησαν και μεταβίβασαν στον Ν.

Ρ. (πρώτο ενάγοντα) και στον Ο. Ι., σύζυγο και πατέρα των λοιπών εναγουσών, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, τρία από τα πιο πάνω "οικόπεδα" και συγκεκριμένα τα με αριθ. ... του ανωτέρω τοπογραφικού διαγράμματος, εμβαδού 433, 356,25 και 356,25 τ.μ., αντίστοιχα. Στη συνέχεια με το .../10-9-1968 συμβόλαιο του ιδίου πιο πάνω συμβολαιογράφου Αθηνών, που νόμιμα μεταγράφηκε, οι προαναφερόμενοι τρεις αγοραστές πώλησαν και μεταβίβασαν στους ίδιους πιο πάνω Ν.

Ρ. και Ο. Ι., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δύο ακόμη από τα 126 "οικόπεδα" τα ... εμβαδού 356,25 και 456 τ.μ., αντίστοιχα. Τα πέντε αυτά "οικόπεδα" συνολικού εμβαδού 1.957,75 τ.μ., όπως άλλωστε και τα λοιπά 121, δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα, και για το λόγο αυτό δεν αξιοποιήθηκαν. Στις 22-9-1988 πέθανε ο Ο. Ι. χωρίς να αφήσει διαθήκη, και τα ως άνω ακίνητα που αγόρασε, περιήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονομιά, στην δεύτερη ενάγουσα σύζυγό του κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και στις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες θυγατέρες του κατά ποσοστό 3/8 στην καθεμία, την οποία αποδέχθηκαν και μετέγραψαν την σχετική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς.

Περαιτέρω όμως, δεν αποδείχθηκε ότι, στα επίδικα ακίνητα, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν δασική έκταση, άσκησαν οιανδήποτε διακατοχική πράξη οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, επί μία συνεχή τριακονταετία μέχρι την 11-9-1915 έτσι ώστε να καταστούν κύριοι αυτών, με έκτακτη χρησικτησία. Εξάλλου, στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι οι ενάγοντες δεν προβάλλουν με την αγωγή τους τέτοιο ισχυρισμό, ότι δηλαδή οι δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν διάνοια κυρίου τα επίδικα ακίνητα, επί μία συνεχή τριαντακονταετία μέχρι την 11-9-1915.

Αντιθέτως ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους άσκησαν διακατοχικές πράξεις επί των επιδίκων για το από το έτος 1955, και εντεύθεν χρονικό διάστημα.

Συνεπώς με την ως άνω προς αυτούς (ενάγοντες) μεταβίβαση δεν απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων επί των οποίων κατά το έτος 1979, αυθαιρέτως και παρανόμως διανοίχθηκε από κατοίκους της περιοχής δρόμος μήκους 57,50μ. και πλάτους περίπου έξι μέτρων, προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην παρακείμενη παραλία, διότι αυτοί απέκτησαν παρά μη κυρίων, λαμβανομένου υπόψη, ότι οι εν λόγω δικαιοπάροχοί τους, μετά το έτος 1915 δεν μπορούσαν να χρησιδεσπόσουν επ’ αυτών, ούτε και να γίνουν κύριοι με παράγωγο τρόπο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αρνητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της νομίμως προβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο ένστασης, ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν ανέκαθεν και κατά την ισχύ του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", δασική έκταση και ως εκ τούτου ανήκαν στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία είχε κρίνει αντίθετα.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών", ούτε καμία άλλη ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο κρίνοντας, όπως προεκτέθηκε, ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν καθώς αποδείχθηκε, ανέκαθεν και κατά τη δημοσίευση του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών", το χαρακτήρα της δασικής έκτασης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για τον χαρακτηρισμό του επιδίκου ως δασικής έκτασης και συνακόλουθα για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες και εφάρμοσε.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τ’ αντίθετα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ιδιότητα του επίδικου ακινήτου ως δασικής έκτασης, η σχετικά με τις οποίες κρίση του Δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Για τη ίδρυση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αρκεί η προσκομιδή του εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις στο Εφετείο.

Δεν συνιστά δε, κατ’ άρθρο 240 του αυτού Κώδικα, που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, νόμιμη επίκληση η ενσωμάτωση των προτάσεων των προηγούμενων συζητήσεων στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα (Ολ ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσιαστικώς αβάσιμο του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δασική έκταση κατά την ισχύ του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη:

α) Το ...26-11-1955 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου Ιωάννου Γράβαρη και το οικείο πιστοποιητικό μεταγραφής του, β) την μνημονευομένη στο πιο πάνω συμβόλαιο .../31- 3-1953 άδεια του Υπουργείου Γεωργίας για την εκποίηση της όλης εκτάσεως των 300 στρεμμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3250/1924, γ) την …29-10-1955 πράξη του Κοινοτικού Συμβουλίου ...

και την εγκρίνασα αυτήν .../11-11-1995 απόφαση της Νομαρχίας Κυκλάδων, περί εκποιήσεως της παραπάνω εκτάσεως, δ) το έγγραφο της Επιτροπής του άρθρου 23 του ν.δ. 2185/1952, "περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτροφών" και ε) την ...26-11-1955 βεβαίωση του Επαρχιακού Γεωπόνου Πάρου. Από την επισκόπηση, όμως, των από 4-2-2009 προτάσεων των αναιρεσειόντων που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι αυτοί δεν είχαν ειδικώς επικαλεσθεί τα παραπάνω έγγραφα, αλλά αρκέσθηκαν με τις προτάσεις αυτές, αφενός σε γενική παραπομπή στο περιεχόμενο των από 12-11-1999 εγγράφων προτάσεων τους που είχαν υποβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, στο οποίο είχε εισαχθεί αρχικά η αγωγή), με τις οποίες είχαν επικαλεσθεί τα έγγραφα αυτά, και αφετέρου σε ενσωμάτωση σε αυτές του κειμένου (όλων) των πρωτόδικων προτάσεών τους.

Από όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι δεν έγινε επίκληση των πιο πάνω εγγράφων ενώπιον του Εφετείου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και συνεπώς το Δικαστήριο εκείνο, μη λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα αυτά, δεν υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. β’ ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη γι’ αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 10 περ.

β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, ψέγουν το Εφετείο, διότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διαταχθεί απόδειξη γι’ αυτά, ήτοι διότι δέχθηκε: α) ότι, όχι μόνο η επίδικη λωρίδα, διαστάσεων κατά τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή τους 57 X 4,50 και επιφανείας 256,50 τ.μ., σε σχέση με την οποία και μόνον είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι να αποδείξουν ότι, ως δασική, ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ολόκληρα τα επίδικα ακίνητα, επιφανείας 1.957,75 τ.μ., ως δασικά, ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, για τα οποία δεν είχε διαταχθεί απόδειξη, β) ότι τα επίδικα ακίνητα, αλλά και η μείζων περιοχή των 300 στρεμμάτων, ήταν ήδη δασική κατά τον χρόνο ισχύος του β.δ/τος της 16-11-1836, αλλά και πολύ πριν την ισχύ του, ενώ δεν είχε ταχθεί τέτοιο θέμα απόδειξης, παρά μόνον για τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης και της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζήτησης της αγωγής (12-1-2001), γ) ότι, επί Τουρκοκρατίας, τα επίδικα και η ευρύτερη περιοχή, δεν υπήγοντο στην κατοχή κανενός, ούτε και άσκησε ποτέ κανείς ιδιώτης επ’ αυτών διακατοχικές πράξεις, ενώ δεν είχε ταχθεί τέτοιο θέμα απόδειξης και δ) ότι κατά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τον Τουρκικό ζυγό, τα επίδικα ακίνητα, αλλά και όλη η συνεχόμενη με αυτά περιοχή, ήσαν αδέσποτα και ως τέτοια είχαν περιέλθει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να έχει ταχθεί τέτοιο θέμα απόδειξης.

Όπως όμως προκύπτει από την 65/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την οποία ως διαδικαστικό έγγραφο της ίδιας δίκης επιτρεπτώς εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι η ως άνω επίδικη έκταση, εμβαδού 256,50 τ.μ.

ανήκει ως δασική στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, συνιστά νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1-3 του β.δ. 17/29-11-1836 και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση. Ειδικότερα εκείνος υποχρεώθηκε να αποδείξει ότι: "το περιγραφόμενο επίδικο ακίνητο, ήτοι μία εδαφική λωρίδα, μήκους 57 και πλάτους 4,5 μ.

περίπου, συνολικής εκτάσεως 256,50 τμ., που βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας-... αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, συνολικού εμβαδού 1.957.75τ.μ., το οποίο σύγκειται από πέντε (5) όμορα και συνενωμένα οικόπεδα, με αριθ. ..., ... του Ο. Τ. … και απεικονίζεται με τα στοιχεία ... στο από 28.7.1998 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Χ.

Μ. και το οποίο, (επίδικο), συνορεύει βορείως με ιδιωτικό δρόμο-οδό Δευτέρα, νοτίως με ιδιωτικό δρόμο-οδό Τρίτη, ανατολικά εν μέρει με τμήμα του υπ’ αριθ. 30 οικοπέδου, εν μέρει με υπόλοιπο τμήμα που αριθμ. … οικοπέδου και εν μέρει με υπόλοιπο τμήμα του υπ’ αριθ. … οικοπέδου, δυτικά εν μέρει με υπόλοιπο τμήμα του υπ’ αριθ. 30 οικοπέδου - εν μέρει δε με υπόλοιπο τμήμα του υπ’ αριθ.

… οικοπέδου, ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ως δασική έκταση, διότι καλύπτεται από δασική και λοιπή χορτολιβαδική βλάστηση, που μπορεί να αποδώσει δασικά προϊόντα (ξυλεία, καυσόξυλα κλπ.) και πάντως μπορεί να βοηθήσει στη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον και να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας.

Όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της ως άνω προδικαστικής απόφασης περιέχεται στο θέμα απόδειξης (εμμέσως πλην σαφώς) ο κρίσιμος ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου, ότι το επίδικο ακίνητο των 256,50 τ.μ αποτελούσε κατά το χρόνο ισχύος του προαναφερθέντος β.δ/τος του 1836 δασική έκταση. Η απόδειξη άλλωστε του γεγονότος αυτού, το οποίο ήταν στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμο, στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για απόρριψη της ένδικης αγωγής.

Η επιπλέον δε αναφορά από το Εφετείο, ότι και η μείζων έκταση των 1.957,75 τ.μ., (στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο), καθώς και η συνεχόμενη των 300 στρεμμάτων είναι δασική έγινε προς ενίσχυση της κρίσης του ότι και η επίδικη είναι δασική και δεν συνιστούν πράγματα υπό την προεκτεθείσα έννοια.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όσον αφορά τις υπό στοιχ. α’ και β’ αιτιάσεις είναι αβάσιμος. Όσον αφορά τις υπό στοιχ. γ’ και δ’ αιτιάσεις ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, είναι αλυσιτελής, αφού πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκφέρθηκε εκ περισσού, χωρίς να προταθεί σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, η οποία και δεν στηρίζει το διατακτικό της.

Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής λόγω του απόλυτου χαρακτήρα του δικαιώματος κυριότητας, ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι κύριος του πράγματος έγινε τρίτος (ΑΠ 1476/1999). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό-ένσταση του αναιρεσιβλήτου, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν (και κατά το χρόνο ισχύος του προαναφερόμενου β.δ. του 1836) δασική έκταση και ανήκε στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, τον οποίο και δέχθηκε κατ’ ουσίαν, μολονότι ο τελευταίος δεν ενομιμοποιείτο να τον προτείνει. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο αναιρεσίβλητος μπορούσε λόγω του απολύτου χαρακτήρα του δικαιώματος κυριότητας να προβάλει τον ως άνω, καταλυτικό της ένδικης αγωγής, ισχυρισμό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 εδ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι άφησε αδίκαστα αιτήματα της αγωγής τους και συγκεκριμένα δεν απεφάνθη επί των αιτημάτων τους να διαταχθεί ο αναιρεσίβλητος να παύσει κάθε διατάραξη της κυριότητας και της νομής επί των επίδικων ακινήτων και να διαταχθεί η αποβολή του από το επίδικο ακίνητο των 256,50 τ.μ που παρανόμως κατέλαβε και διάνοιξε δρόμο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τα εν λόγω αιτήματα απορρίφθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, κατ’ αποδοχή της ως άνω καταλυτικής αυτής ένστασης του αναιρεσιβλήτου.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν τους αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-2-2010 αίτηση των Ν. Ρ. του Α., Θ. χήρας Ο. Ι., Β. συζ. Γ. Γ. και Μ. Ι. του Ο. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 71/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ