Legislator Case Law & Legislation
363/2013 AI generated

363/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 363/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

363/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτή, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος της (αναιρεσίβλητης) κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, μη παραστάσεως στο ακροατήριο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 363 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 363/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ" (ΕΚΔΔΑ), που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Λιναρδάτου, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 15-10-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 501/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3955/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-11-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 1-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8011/6-4-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 10-11-2011 αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Αυτή, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος της (αναιρεσίβλητης) κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, μη παραστάσεως στο ακροατήριο.

Επομένως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για την ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Στο άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών‚ Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/ 1999 και μέχρι του ποσού των εκατό εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για την χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους. (...) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002".

Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 2470/ 1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Κατόπιν αυτού, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997. Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Έτσι, με την χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που, αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου απασχολούνταν υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, η ειδική αυτή παροχή απέκτησε τον χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει τον μισθό όλων, ανεξαιρέτως, των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες οι Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διάφορους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Για να μη γίνει χειρότερη, όμως, η μισθολογική θέση των υπαλλήλων, στους οποίους είχε χορηγηθεί η εν λόγω ειδική παροχή μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή, ορίστηκε με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".

Επακολούθησε ο Ν. 3336/2005, με το άρθρο 2 παρ. 3 του οποίου ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που την λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Με την παραπάνω παράγραφο του άρθρου 2 του ως άνω Ν. 3336/2005 καθορίζεται ότι δικαιούχοι της προσωπικής διαφοράς του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 είναι από 1-1-2005 όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν μέχρι 31-12-2003 τα ποσά του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, του άρθρου 49 του Ν. 2956/2001 (όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002) και του άρθρου 12 παρ. 4 του Ν. 3050/2002.

Η εν λόγω προσωπική διαφορά καταβάλλεται στους ανωτέρω, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, που την λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε απαραίτητη, προκειμένου να εξαλειφθούν φαινόμενα άνισης μεταχειρίσεως, που δημιουργήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003 μεταξύ υπαλλήλων των ίδιων Υπηρεσιών.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη είναι υπάλληλος του αναιρεσείοντος Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, που αποτελεί ΝΠΔΔ, εργαζόμενη σ' αυτό, δυνάμει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από της προσλήψεώς της, την 1-7-2006, και συνεχώς έκτοτε και ότι η μη χορήγηση σ' αυτήν της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 31-5-2007, συνιστά ευθεία παραβίαση τόσο της αρχής της ισότητας των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όσο και του δικαιώματός της, ως εργαζομένης, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, να λαμβάνει ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο κατέληξε, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται την ένδικη ειδική παροχή των 176 ευρώ για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 31-5-2007, επικυρώνοντας κατά τούτο, με απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση (501/2008 του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας), που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε επιδικάσει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, για την αιτία αυτή, το αναφερόμενο στην απόφαση χρηματικό ποσό.

Κρίνοντας έτσι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 (ήδη καταργηθέντος), 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είναι υπάλληλος του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. από την 1-7-2006, δηλαδή μετά την 1-1-2004 και ότι το επίδικο χρονικό διάστημα εκτείνεται από 1-7-2006 έως 31-5-2007, δηλαδή μετά την 1-1-2005 που έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, δεν απαίτησε, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, κατά το κρίσιμο, εν προκειμένω, χρονικό διάστημα (1-7-2006 έως 31-5-2007), ως προϋπόθεση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να λάβει, μετά την 1-1-2005, ως προσωπική διαφορά, την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το ότι στο προσωπικό (υπαλλήλους) της Κεντρικής Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος, όπου υπηρετεί και η αναιρεσίβλητη από την 1-7-2006 (με ειδικότητα ΤΕ - Τεχνικής Στήριξης Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων), χορηγείται, ως προσωπική διαφορά, το ποσό του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, προβάλλεται η παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του τέταρτου (και τελευταίου) λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 340 επόμ.

ΑΚ.

Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12-3-2012), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 8-5-2007 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, κατά τα προεκτεθέντα, υπ' αριθμ. 3955/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι, αν και εργάζεται στο εναγόμενο - αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 1-7-2006 και υπάγεται μισθολογικά στις ρυθμίσεις του Ν. 3205/2003, το εναγόμενο δεν της κατέβαλε την μηνιαία ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 31-5-2007, την οποία δικαιούται κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως και δυνάμει των κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθεισών Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, και η οποία παροχή, χορηγηθείσα χωρίς ειδικές προϋποθέσεις σε πλείστες κατηγορίες εργαζομένων στη Δημόσια Διοίκηση και στα Ν.Π.Δ.Δ., αποτελεί ουσιαστικά γενική προσαύξηση των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων αυτών.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.288 ευρώ, που αντιστοιχεί στην επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 31-5-2007, καθώς και στην αναλογία της παροχής αυτής στα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής, λόγω παραβιάσεως της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, άλλως, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη παράλειψη των οργάνων του εναγομένου να συμπεριλάβουν την επίδικη παροχή στην τακτική μισθοδοσία της, άλλως κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της και συνακόλουθα δεν είναι νόμιμη και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής, αφού τα αρμόδια όργανα του αναιρεσείοντος, που δεν συμπεριέλαβαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 στον μισθό της αναιρεσίβλητης κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 31-5-2007, δεν παρανόμησαν, ούτε συντρέχουν οι όροι του αδικαιολόγητου πλουτισμού, των άρθρων 904 επόμ.

ΑΚ, που απαιτούνται για την θεμελίωση της σχετικής, από τις διατάξεις των άρθρων αυτών, αξιώσεως της αναιρεσίβλητης. Σημειώνεται ότι στην εν λόγω αγωγή δεν γίνεται καθόλου αναφορά των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3336/2005, ώστε με βάση αυτές να δικαιούται την ένδικη αξίωση ως προσωπική διαφορά.

Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Καλλιθέας), με την υπ' αριθμ. 501/2008 απόφασή του, αν και η αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, δεν ήταν νόμιμη, όμως, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.

Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησε έφεση το εναγόμενο - αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή. Η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εναγομένου, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 176, 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3955/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 2-2-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 501/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας.

Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Απορρίπτει την αγωγή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος - εναγομένου, που ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ