363/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated363/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Full text
Απόφαση 363 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 363/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη, η οποία προηγουμένως ανακάλεσε την από 20.1.2012 δήλωσή της, για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. συζ. Μ. Ν., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ... και 2. Α. συζ. Α. Σ., το γένος Κ. Θ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ορφανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Φεβρουαρίου 1995 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3794/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 704/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουνίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 29 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, ιδιαίτερα, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, του επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προστασίας προς αποφυγή της ζημίας (ΑΠ 5/2001).
Αμέλεια δε υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συνναλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 708/2004, ΑΠ 1084/2008).
Τέλος, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συντέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στη αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με την ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς με τη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του.
Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.
Από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια (ΑΠ 926/2004).
Περαιτέρω, από το άρθρο 300 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στη περίπτωση ευθύνης προστήσασας τραπεζικής εταιρίας από υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά υπαλλήλου της, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που έχει προκληθεί σε κάποιο ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού να επιχειρήσει θετική πράξη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως, και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία του, και έτσι παρέλειψε αυτός την αποτροπή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 1737/2002).
Στην περίπτωση αυτή, πρώτα εξετάζεται, αν ο συνηθισμένος επιμελής άνθρωπος μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και δεύτερον, αν εκείνος που ζημιώθηκε, όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις ως άνω διατάξεις. Ετέρωθεν, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αγιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 704/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η Ε. Π. (αρχική ενάγουσα), ηλικίας κατά το χρόνο της αγωγής 76 ετών, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, μετά το θάνατο αυτής, ο οποίος επισυνέβη στις 19-10-1997, ως νόμιμη κληρονόμος της, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, η πρώτη ενάγουσα, Α.
Ν. (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), ζούσε, από το έτος 1979, μαζί με το σύζυγό της Κ. Π., στην .... Το ηλικιωμένο ζεύγος δεν είχε τέκνα, οι μόνοι δε πλησιέστεροι συγγενείς του, που φρόντιζαν γι' αυτό, ήταν οι ανιψιές τους, η Α. Σ. (δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη), ανιψιά του Κ. Π. και η παραπάνω (Α. Ν.), ανιψιά της Ε. Π..
Η τελευταία, δέκα περίπου έτη πριν του χρόνου θανάτου της, άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, καθώς έπασχε από διαβήτη και διαβητική αγγειοπάθεια του εγκεφάλου. Με την πάροδο των χρόνων η κατάσταση της υγείας της, επιδεινώνονταν, και ήδη από τα τέλη του έτους 1991 έπασχε πλέον από ανοϊκό σύνδρομο, που προκλήθηκε λόγω εγκεφαλικής αρτηριοσκλήρυνσης, συνεπεία του οποίου, δεν ήταν σε θέση να επιμελείται του εαυτού της αλλά και της περιουσίας της, καθώς, δεν μπορούσε να θέσει την υπογραφή της σε οποιοδήποτε έγγραφο ενσυνείδητα, χρήζουσας έτσι, της συμπαράστασης άλλου προσώπου.
Για το λόγο αυτό, με την με αριθμό 2667/10-2-1992 απόφαση του διευθυντού του ΙΚΑ του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, κρίθηκε ανίκανη, λόγω αναπηρίας και αυξήθηκε το ποσό της σύνταξής της κατά 50% για το χρονικό διάστημα από 18-12-1991 έως και 31-12-1993, και στη συνέχεια δυνάμει της με αριθμό 7567/11-4-1994 απόφασης του ως άνω διευθυντού, κρίθηκε και πάλι για τους ίδιους λόγους, ανάπηρη με ποσοστό αναπηρίας 80% για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως και 31-12-1996.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της εφέσεως με τον οποίο η δεύτερη εναγομένη-εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται ότι η Ε. Π. κατά το χρόνο συναλλαγής (24-3-1994) που αναφέρεται στη συνέχεια δεν ήταν ανίκανη να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω μάλιστα αποδείχθηκε ότι με τη με αριθμό 10778/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού κρίθηκε ότι η Ε.
Π. έπασχε από διαρκή πνευματική νόσο που απέκλειε τη χρήση του λογικού, ήτοι, από ανοϊκό σύνδρομο, διορίσθηκε ως προσωρινή διαχειρίστριά της, η ως άνω ανιψιά της, Α. Ν., η οποία στη συνέχεια, και μετά από την έκδοση της με αριθμό 17259/1995 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η παραπάνω Ε.
Π. τέθηκε σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης, διορίσθηκε επίτροπός της με την υπ' αριθ. 33840/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ακόμη, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το μήνα Αύγουστο με Σεπτέμβριο του έτους 1993, ο σύζυγος της Ε. Π., αποφάσισε, λόγω του ότι βρισκόταν και ο ίδιος σε προχωρημένη ηλικία και δεν μπορούσε να φροντίζει πλέον μόνος του τη σύζυγό του, να προσλάβει οικιακή βοηθό.
Έτσι προσέλαβε, την Ε. Τ., υπήκοο Βουλγαρίας, η οποία σε καθημερινή βάση, πήγαινε στην οικία του ηλικιωμένου ζεύγους και αφού παρείχε τις ανατειθεμένες σ' αυτή εργασίες, στη συνέχεια αποχωρούσε. Στις 17-1-1994, απεβίωσε ο Κ. Π.. Κατόπιν αυτού, οι ως άνω ανιψιές του ζεύγους, επειδή δεν μπορούσαν να αναλάβουν οι ίδιες αποκλειστικά την καθημερινή φροντίδα της θείας τους, καθώς η κατάσταση της υγείας της ήταν τέτοια που απαιτούσε τη συνεχή της επίβλεψη, συμφώνησαν με την Ε.
Τ., να διαμένει μόνιμα στην οικία αυτής (θείας τους), προκειμένου να την φροντίζει. Ανέθεσαν δε σε δικηγόρο Θεσσαλονίκης, η οποία είχε αναλάβει, να ρυθμίσει από του έτους 1991, την παραπάνω χορήγηση σύνταξης αναπηρίας της Ε. Π., και αργότερα τη θέση αυτής σε δικαστική απαγόρευση, όλη την εν γένει διαχείρηση των υποθέσεών της, μεταξύ των οποίων ήταν και η μηνιαία καταβολή της αμοιβής της Ε.
Τ.. Η τελευταία, ενώ ακόμη ζούσε ο Κ. Π., διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον πρώτο εναγόμενο (δεν είναι πλέον διάδικος). Λόγω δε του δεσμού τους αυτού, ο πρώτος εναγόμενος, επισκεπτόταν τακτικά την οικία του ηλικιωμένου ζεύγους. Οι επισκέψεις του έγιναν τακτικότερες μετά το θάνατο του Κ. Π.. Έτσι, ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως, ότι η Ε.
Π., λόγω της ασθένειάς της, στερούνταν της χρήσεως του λογικού. Η μόνιμη διαμονή της Ε. Τ. στην οικία της Ε. Π., της παρείχε τη δυνατότητα, λόγω του ότι μετά το θάνατο του Κ. Π. ήταν η μόνη που συμβίωνε με αυτήν, να γνωρίζει αλλά και να έχει άμεση πρόσβαση, πλην των άλλων, και στα έγγραφα που υπήρχαν εντός αυτής (οικίας).
Μεταξύ των εγγράφων αυτών, ήταν και ένα βιβλιάριο τραπεζικών συναλλαγών της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για το βιβλιάριο με αριθμό ... κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου, ο οποίος ανοίχτηκε, το έτος 1991 στο με αριθμό 441 υποκατάστημα που διατηρεί η ως άνω τράπεζα στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης.
Συνδικαιούχοι του λογαριασμού αυτού ήταν η Ε. Π., ο ήδη αποβιώσας σύζυγός της Κ. Π. και η δεύτερη ενάγουσα. Στο λογαριασμό αυτό υπήρχε κατατεθειμένο το συνολικό ποσό των 8.583.352 δραχμών. Για το γεγονός αυτό, δηλαδή για την ύπαρξη του εν λόγω βιβλιαρίου η Ε. Τ., πληροφόρησε τον πρώτο εναγόμενο. Την ημέρα που επήλθε ο θάνατος του Κ.
Π., η δεύτερη ενάγουσα μετά του συζύγου της, μετέβησαν στην οικία της Ε. Π., προκειμένου να λάβουν τα απαραίτητα έγγραφα που χρειάζονταν για τον ενταφιασμό του ως άνω θανόντος. Μεταξύ των εγγράφων αυτών, έψαξαν και όλη την οικία, για να βρουν τα βιβλιάρια καταθέσεων, μεταξύ των οποίων και το παραπάνω, για τα οποία γνώριζαν ότι ήταν συνδικαιούχος σ' αυτά και η δεύτερη ενάγουσα.
Τελικά βρήκαν μόνο ένα βιβλιάριο ταμιευτηρίου τραπέζης, με αναγραφόμενο ποσό κατάθεσης εκείνο των 300.000 δραχμών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος την 24-3-1994, αφού κατάφερε να περιέλθει στην κατοχή του το παραπάνω βιβλιάριο της Εμπορικής Τράπεζας, καθώς και το διαβατήριο της Ε. Π., αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είχε τη δυνατότητα να εισέρχεται στην οικία της τελευταίας, μετέφερε την Ε.
Π. στο παραπάνω υποκατάστημα της εναγομένης στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης. Μάλιστα, είπε στην Ε. Π., η οποία συνοδευόταν από την Ε. Τ. ότι θα τη μετέφερε στο νεκροταφείο, προκειμένου να επισκεφτούν τον τάφο του συζύγου της. Όταν έφθασαν στο εν λόγω τραπεζικό υποκατάστημα, εντός αυτού εισήλθε μαζί με την Ε. Π., μόνο ο πρώτος εναγόμενος, καθώς στο μέσο περίπου της διαδρομής προς την τράπεζα, η Ε.
Τ. εξήλθε από το όχημα και κατευθήνθηκε σε κάποιο ανθοπωλείο. Ο πρώτος εναγόμενος ήταν τακτικός πελάτης του υποκαταστήματος που διατηρούσε η δεύτερη εναγομένη στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, λόγω των συχνών τραπεζικών συναλλαγών στις οποίες προέβαινε, μια και διατηρούσε πρακτορείο του Ο.Π.Α.Π. Ο τελευταίος, μόλις εισήλθε στο υποκατάστημα, έχοντας στα χέρια του το ως άνω βιβλιάριο, καθώς και το διαβατήριο της Ε.
Π., κατευθήνθηκε σε ένα από τα τέσσερα ταμεία της ως άνω τράπεζας, στο οποίο χρέη ταμία εκτελούσε εκείνη την ημέρα η τρίτη εναγομένη (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη). Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος οδήγησε την Ε. Π. στην καρέκλα επισκεπτών του τότε υποδιευθυντή του ως άνω υποκαταστήματος Α. Χ., το οποίο βρισκόταν απέναντι περίπου από το ταμείο σε απόσταση, εάν ληφθεί υπόψη ο απαραίτητος χώρος που απαιτείται ως διάδρομος για την εξυπηρέτηση των πελατών της τράπεζας, το λιγότερο τεσσάρων μέτρων απ' αυτό.
Μόλις η Ε. Π. κάθισε στο παραπάνω γραφείο, ο πρώτος εναγόμενος επιδεικνύοντας το παραπάνω βιβλιάριο, καθώς και το διαβατήριο, στην τρίτη εναγομένη, της έδωσε την εντολή, απευθύνοντας σ' αυτήν την φράση "κλείσε το λογαριασμό", να προβεί σε ανάληψη όλου του έως την ημέρα εκείνη κατατεθειμένου ποσού, δηλαδή του συνολικού ποσού των 8.864.592 δραχμών (26.014,94 ευρώ), εκ του οποίου, το ποσό των 281.240 δραχμών ήταν οι έως την ημερομηνία αυτή, τόκοι καταθέσεως.
Ακολούθως, η τρίτη εναγομένη κάλεσε την Ε. Π. να προσέλθει στο ταμείο προς υπογραφή, πλην όμως μετά από προτροπή του παραπάνω υποδιευθυντού (Α. Χ.), το ένταλμα πληρωμής μεταφέρθηκε στο γραφείο του, όπου και εξακολούθησε να κάθεται η Ε. Π., προκειμένου να υπογράψει. Έτσι, αφού της υποδείχθηκε το σημείο, μη έχοντας συνείδηση των πραττομένων της και ως εκ τούτου ούτε δυνατότητα να υπογράψει ενσυνείδητα, έθεσε επ' αυτού, όπως φαίνεται από το προσκομιζόμενο ένταλμα, όχι μια συνήθη υπογραφή, έστω και ατόμου που δεν έχει τις στοιχειώδεις γραμματικές γνώσεις, αλλά μια "υπογραφή" που είχε τη μορφή ασυνάρτητων σχημάτων.
Στην συνέχεια, και μετά την ολοκλήρωση της τραπεζικής συναλλαγής, ο πρώτος εναγόμενος, αφού έλαβε σε μετρητά το ποσό των 1.500.000 δραχμών περίπου, το οποίο και παρακράτησε, στη συνέχεια κατέθεσε το υπόλοιπο ποσό σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό. Έτσι ιδιοποιήθηκε παράνομα ολόκληρο το παραπάνω ποσό καταθέσεως του κοινού λογαριασμού και προκάλεσε με αυτόν τον τρόπο ισόποση ζημία στις ενάγουσες.
Η πράξη αυτή του πρώτου εναγομένου, έγινε αντιληπτή από την εν διαστάσει σύζυγό του, η οποία, γνωρίζοντας τον ερωτικό δεσμό που διατηρούσε αυτός με την παραπάνω υπήκοο Βουλγαρίας Ε. Τ., την 1-4-1994, αποκρύπτοντας την ταυτότητά της, ενημέρωσε τηλεφωνικά το σύζυγο της δεύτερης ενάγουσας σχετικά με την ανάληψη των παραπάνω χρημάτων από τον πρώτο εναγόμενο.
Κατόπιν τούτου, η δεύτερη ενάγουσα με το σύζυγό της, μετέβησαν αμέσως στο υποκατάστημα Νεάπολης της δεύτερης εναγομένης, όπου και πράγματι διαπίστωσαν ότι ο παραπάνω λογαριασμός είχε μηδενισθεί. Μάλιστα, ο Α. Ι., που είχε την ιδιότητα του διευθυντή του υποκαταστήματος αυτού, συνέστησε στη δεύτερη ενάγουσα να λάβει δικαστική απόφαση, δυνάμει της οποίας να δεσμευτεί ο ως άνω λογαριασμός του πρώτου εναγομένου, ήτοι εκείνος στον οποίο είχε μεταφέρει και καταθέσει, το παραπάνω αναληφθέν ποσό του ως άνω κοινού λογαριασμού.
Πλην όμως η δεύτερη ενάγουσα δεν πρόλαβε να προβεί σε καμία ενέργεια, διότι, λίγες ημέρες μετά, και ειδικότερα την 5-4 με 6-4-1994, ο πρώτος εναγόμενος, ανέλαβε όλα τα χρήματα της κατάθεσής του. Σημειούται, ότι ο τελευταίος, με την υπ' αριθ. 4426/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών για την πράξη της απάτης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την πρόκληση αυτής της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγουσες (αναιρεσίβλητες) ευθύνεται και η τρίτη εναγομένη, η οποία ως υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσείουσας), δεν επέδειξε τη στοιχειώδη επιμέλεια κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας της. Και τούτο διότι, αυτή, αν και από τον τρόπο υπογραφής της Ε.
Π. ήταν εμφανέστατη η νοητική της κατάσταση, ωστόσο παρέλειψε να της απευθύνει το λόγο, προκειμένου να βεβαιωθεί για την κατάσταση της υγείας της, δηλαδή αν αυτή είχε τη δυνατότητα να προβεί σε οποιουδήποτε είδους τραπεζική συναλλαγή με δική της βούληση. Το γεγονός μάλιστα αυτό, ήτοι του ότι δεν ήρθε σε καμία λεκτική επαφή με την Ε.
Π., κατέθεσε και η ίδια στην από 5-5-1994 προανακριτική της μαρτυρική κατάθεση, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια της προανάκρισης που διεξήχθη, κατόπιν των από 5-4-1994 μηνύσεων που υπέβαλε η Α. Ν. κατά του πρώτου εναγομένου. Η τρίτη εναγομένη αρκέσθηκε μόνο στο γεγονός, ότι ο πρώτος εναγόμενος της επέδειξε το διαβατήριο της Ε.
Π., αλλά και ότι ήταν τακτικός πελάτης του εν λόγω τραπεζικού υποκαταστήματος. Εξάλλου, η τελευταία (τρίτη εναγομένη), δεν προέβη ούτε στο σωστό και ενδεδειγμένο έλεγχο ταυτοπροσωπίας, όπως η ίδια ισχυρίζεται, αφού, ουσιαστικά δεν ήρθε σε καμία επαφή με την ως άνω καταθέτη του εν λόγω λογαρισμού, καθώς, όπως προειπώθηκε, η Ε.
Π. καθ' όλη τη διάρκεια της τραπεζικής συναλλαγής, δεν σηκώθηκε καθόλου από τη θέση της. Η παράλειψη αυτή της τρίτης εναγομένης τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες, καθώς, αν δεν παρέλειπε να πράξει τα παραπάνω, δεν θα ολοκληρωνόταν η ανάληψη ολόκληρου του ως άνω ποσού του κοινού λογαριασμού, και έτσι δεν θα περιέρχονταν το ποσό αυτό στην κατοχή του πρώτου εναγομένου.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνεται αδικοπραξία σε βάρος των εναγουσών και εκ μέρους της τρίτης εναγομένης. Λόγω δε της υπάρξεως της σχέσεως προστήσεως μεταξύ της τελευταίας και της δεύτερης εναγομένης τράπεζας, ευθύνεται και η δεύτερη εναγομένη τράπεζα προς αποζημίωσή τους, παρά τα αντίθετα με τον τρίτο λόγο της εφέσεως υποστηριζόμενα.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε, ότι για την πρόκληση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγουσες, ευθύνεται και η δεύτερη εξ αυτών λόγω συντρέχοντος πταίσματός της. Και τούτο διότι, όπως προειπώθηκε, η νοητική κατάσταση της Ε. Π. ήταν εξωτερικά εμφανέστατη και συνεπώς δεν όφειλε αυτή να ενημερώσει την τράπεζα. Ακόμη όμως και αν η δεύτερη ενάγουσα φρόντιζε να ενημερώσει τη δεύτερη εναγομένη, το γεγονός αυτό δεν θα εμπόδιζε την ανάλληψη του ως άνω ποσού, καθώς δεν θα μπορούσε να δεσμευτεί ο παραπάνω κοινός λογαριασμός χωρίς δικαστική απόφαση.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της εφέσεως της δεύτερης εναγομένης εκκαλούσας, κατά τον οποίο για την πρόκληση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγουσες, ευθύνεται και η δεύτερη εξ αυτών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με βάση επομένως τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι εναγόμενοι οφείλουν να αποζημιώσουν τις ενάγουσες.
Τέλος η δεύτερη ενάγουσα εξαιτίας της σε βάρος της τελεσθείσης αδικοπραξίας από την παραπάνω υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο εκτιμώντας το είδος της προσβολής, το μέγεθος αυτής και των συνεπειών της, το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ως εύλογο ποσό για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας αυτής το ποσο των 300 ευρώ ...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε, εκτός των άλλων, και την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, και κατά το μέρος που επιδιώκετο με την ένδικη αγωγή η επιδίκαση στις αναιρεσίβλητες αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και εις βάρος της αναιρεσείουσας, εξαιτίας της αδικοπραξίας της προστηθείσης υπαλλήλου της.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, απορρίπτοντας τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη της προστηθείσης απ' αυτήν υπαλλήλου της κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που της είχε αναθέσει, και την συνεπεία τούτου υποχρέωση της τελευταίας (αναιρεσείουσας) προς αποζημίωση των εναγουσών για την ζημία την οποία υπέστησαν, ως εκ της σχέσης προστήσεως που την συνέδεε με την υπάλληλό της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330, 922, 932 ΑΚ.
Και τούτο διότι, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της ευθύνης από αδικοπραξία της προστηθείσης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, συνισταμένης στην αμελή και κατά παράβαση των άρθρων 281 και 288 ΑΚ συμπεριφορά που επέδειξε, και συγκεκριμένα, την παράλειψη αυτής να διαπιστώσει την ικανότητα της Ε.
Π. στην πραγματοποίηση οποιασδήποτε τραπεζικής συναλλαγής λόγω της νοητικής στέρησής της, ενώ χωρίς να έλθει σε καμιά επαφή με την ίδια και χωρίς διά στόματος αυτής να λάβει τη σχετική εντολή για την ανάληψη ενός τόσον μεγάλου ποσού, καθώς επίσης, χωρίς να προβεί σε υπογραφή του σχετικού εντάλματος ενώπιόν της, ούτε να την προβληματίσει η ασυνάρτητη υπογραφή που έθεσε σ' αυτό, η οποία καθιστούσε φανερή την νοητική στέρησή της, αρκέσθηκε στην επίδειξη του διαβατηρίου της από το άτομο που την συνόδευε και την εντολή που της έδωσε το τελευταίο, με συνέπεια να περιέλθει στην κατοχή του, ολόκληρο το κατατεθειμένο στον άνω λογαριασμό ποσόν, με ισόποση ζημία των εναγουσών, κατά παράβαση των νόμιμων υποχρεώσεων που επέβαλαν στη άνω τραπεζική υπάλληλο, η τραπεζική πρακτική και ο κανονισμός της τράπεζας, ως προς την εκπλήρωση των καθηκόντων της, μεταξύ των οποίων και ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας και του δείγματος της υπογραφής του καταθέτη του λογαριασμού, ο οποίος είχε ανοιχθεί στο εν λόγω υποκατάστημα της αναιρεσείουσας τράπεζας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό, αφενός μεν των άρθρων 914, 330, 922, 932 ΑΚ, αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη της προστηθείσης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτής και την συνεπεία τούτου υποχρέωση της τελευταίας (αναιρεσείουσας), από τη σχέση της πρόστησης, προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των εναγουσών, αφετέρου δε της διάταξης του άρθρου 300 του ίδιου Κώδικα, ως προς την ένσταση της αναιρεσείουσας, περί συντρέχοντος πταίσματος της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην επέλευση της ζημίας της, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια , πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προσδιορίζονται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 914 και 330 ΑΚ, της τελέσεως εκ μέρους της προστηθείσης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας αδικοπραξίας, συνισταμένη στη άνω αμελή συμπεριφορά της.
Ομοίως, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί μη συνδρομής πταίσματος της δεύτερης ενάγουσας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) στην επέλευση της ζημίας αυτών (εναγουσών), ένσταση την οποία παραδεκτώς προέβαλε η αναιρεσείουσα πρωτοδίκως και επανέφερε με την έφεσή της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Αρκούσαν δε προς τούτο οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η νοητική κατάσταση της Ε. Π. ήταν εξωτερικά εμφανέστατη και δεν επεβάλλετο ως εκ τούτου η οποιαδήποτε εκ μέρους της δεύτερης ενάγουσας ενημέρωση γι' αυτό της τράπεζας, ενώ και η οποιαδήποτε ενημέρωση της τράπεζας γι' αυτό, δεν θα εμπόδιζε την ανάληψη του ως άνω ποσού, ούτε και θα μπορούσε να δεσμευτεί ο κοινός λογαριασμός στον οποίο ήταν συνδικαιούχος, αφού δεν είχε τεθεί ακόμη υπό δικαστική απαγόρευση με δικαστική απόφαση, σε τρόπον ώστε από τις παραπάνω ενέργειες να μην μπορεί να αποτραπεί η ζημία των εναγουσών.
Επομένως, και οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, και συγκεκριμένα, την εκ μέρους της προστηθείσης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας τελεσθείσα αδικοπραξία και του μη συντρέχοντος πταίσματος της δεύτερης αναιρεσίβλητης στη επέλευση της ζημίας των εναγουσών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερομένων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-06-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 704/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ