363/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated363/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμιά περίπτωση και για καμιά αιτία".
Full text
Απόφαση 363 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 363/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εν Αθήναις εδρευούσης ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΚΑΡΑΒΕΛ Α.Ε", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζωητό.
Της αναιρεσιβλήτου: της εν Αθήναις εδρευούσης ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Νοεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4627/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6334/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2789/2000, όπως η παρ. 1 και το εδ. α της παρ. 2 αντικαταστάθηκαν με την παρ.6 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζονται τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με τους συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων τυχόν υπερβάλλον ποσόν πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31-12-1985, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως του δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι;
τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.
Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμιά περίπτωση και για καμιά αιτία".
Εξάλλου, στην παράγραφο 8 εδαφ.α', β' και γ' του ίδιου άρθρου, όπως το εδαφ. β' προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίσθηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη (εδ.
α). Σε όσες, όμως, από τις παραπάνω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31.12.2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τις τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον (εδ.
β'). Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής, εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία (εδ γ'). Παρά τη γενικότητα της διατυπώσεως τους, οι όμοιες ακριβώς διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 8, έχουν την έννοια ότι οι δανειολήπτες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτά καθ' υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1, κατά περίπτωση, ανώτερου ορίου (πολλαπλάσια του κεφαλαίου) και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλομένου κατά νόμο ποσού, αν αυτό δεν είχε μειωθεί κατ' εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1, όχι όμως και ότι καταργούνται απαιτήσεις δανειοληπτών, τις οποίες αυτοί θα είχαν και αν δεν είχε εισαχθεί καθόλου η ευνοϊκή γι' αυτούς ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000.
Τούτο προκύπτει αφενός από την συστηματική θέση των διατάξεων του τρίτου εδαφίου των παραγράφων 2 και 8, τα οποία εντάχθηκαν στην ειδική ευνοϊκή ρύθμιση του νόμου, αμέσως μετά την προβλέπουσα την πέραν του εκεί διαγραφομένου ορίου περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, και αφετέρου από τη νομοθετική σκοπιμότητα της όλης ρυθμίσεως, που αποβλέπει στην ευεργετική εισαγωγή ορίου στην επιβάρυνση των δανειοληπτών με κάθε είδους τόκους από νόμιμη αιτία, οι οποίοι μέχρι την εισαγωγή του νόμου είχαν επαυξήσει το χρέος τους, και όχι στην περιαγωγή αυτών (δανειοληπτών) σε δυσμενέστερη θέση, με την κατάργηση αξιώσεών τους προς αναζήτηση ποσών εισπραχθέντων από τα πιστωτικά ιδρύματα αδικαιολογήτως, ήτοι καθ' υπέρβαση των αρχήθεν, ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 οφειλομένων (ΑΠ 21/2011, ΑΠ 702/2009).
Εξετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερνηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εν προκειμένω, στην ένδικη από 12-11-2004 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι με την τότε επωνυμία της "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Κ. Α.Ε.", της οποίας ειδική διάδοχος κατέστη κατόπιν μεταβιβάσεως του συνόλου των μετοχών της, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ Α.Ε.", δυνάμει των υπ' αριθμ.
…/9-9-197, …/20-6-1973 και …/14-2-1974 συμβάσεων τοκοχρεολυτικών δανείων, που κατήρτισε στην Αθήνα με την ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", έλαβε από αυτήν τρία έντοκα τοκοχρεολυτικά δάνεια, ποσού 133.000.000 δραχμών, 77.000.000 δραχμών και 43.000.000 δραχμών, αντιστοίχως, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι αυτή (ενάγουσα) εισέπραξε ολόκληρο το ποσό του δανείου, αλλά την 11-9-1987, λόγω του ότι δεν είχε εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες δόσεις η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) κατήγγειλε τις συμβάσεις και έκλεισε τόσο τους λογαριασμούς χορηγήσεως, όσο και τους λογαριασμούς προσωρινής καθυστερήσεως, και με επιστολή της προς αυτήν της γνώρισε τα χρεωστικά κατάλοιπα, τα οποία η εναγομένη τα μετέφερε σε αντίστοιχους λογαριασμούς οριστικής καθυστερήσεως.
Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. …/24-4-1985 συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, η εναγομένη χορήγησε σ' αυτήν (ενάγουσα) πίστωση ποσού 40.000.000 δραχμών, η οποία, με τις από 14-5-1985 και 14-7-1986 ταυτάριθμες προς την αρχική συμβάσεις, αυξήθηκε κατά 35.000.000 δραχμές και 25.000.000 δραχμές, αντιστοίχως, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες της αρχικής συμβάσεως, στις δε ως άνω συμβάσεις, αρχική και αυξητικές, συνεβλήθη, ως εγγυητής, ο Ι.
Θ. και τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της πιστώσεως οι αντίστοιχοι ανοικτοί λογαριασμοί, των οποίων τα από 15-9-1986 χρεωστικά υπόλοιπα αναγνώρισε με τις από 30-9-1986 δύο επιστολές της προς την εναγομένη, η οποία τα μετέφερε σε άλλο λογαριασμό, που και αυτός τελικώς έκλεισε, λόγω μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων αυτής την 11-9-1987, το δε προκύψαν χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, ποσού δραχμών 127.151.778, η εναγομένη, με την από 11-9-1987 επιστολή της, γνώρισε σ' αυτήν.
Ότι μετά τη μεταβίβαση του 85% των μετοχών της προς την εταιρία με την επωνυμία "Δ. ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ Α.Ε.", εξόφλησε μέρος των απαιτήσεων προς την εναγομένη, την 3-12-1993, 14-12-1993, 17-3-1994 και 16-9-1994 και τελικά εξόφλησε ολοσχερώς τις υπόλοιπες συνολικές οφειλές της, καταβάλλοντας μετρητοίς έως την 2-9-2004, το συνολικό ποσό των 3.181.237.542 δραχμών.
Ότι ενώ είχαν συμφωνήσει στις άνω συμβάσεις τους, ότι θα υπολογιζόταν το ανώτατο όριο του τόκου υπερημερίας σύμφωνα με τις πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔΤΕ) και του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) που ίσχυαν κάθε φορά, η εναγομένη από την 1-9-1987, όταν έκλεισε τους λογαριασμούς και κατέστησε ληξιπρόθεσμα και απαιτητά όλα τα δάνεια έως το χρόνο που τα δάνεια εξοφλήθηκαν, δηλαδή έως την 2-9-1994 και έως την 3-12-1993, για την τρίτη των συμβάσεων, προέβαινε μονομερώς σε ανατοκισμό των τόκων ανά τρίμηνο, ενώ δεν είχε συμφωνηθεί κάτι τέτοιο μεταξύ τους, έπρεπε δε στην οφειλή αυτής (ενάγουσας) να υπολογίζει μόνο τόκους υπερημερίας, επί του κεφαλαίου.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 έως το χρόνο πλήρους εξοφλήσεως, ενώ έπρεπε αυτή (ενάγουσα) να καταβάλει στην εναγομένη συνολικά το ποσό των 1.252.682.107 δραχμών, κατέβαλε συνολικά προς αυτήν το ποσό των 3.213.058.090 δραχμών, ήτοι επί πλέον κατέβαλε 1.960.375.983 δραχμές ή 5.753.121 ευρώ, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, διότι καταβλήθηκε αχρεωστήτως, άλλως για αιτία παράνομη, άλλως επικουρικά, αν γίνει υπολογισμός στους άνω λογαριασμούς με τη διαφορά ότι εκτοκίζεται από την πρώτη ημέρα και όλοι οι τόκοι που είναι στους λογαριασμούς καθυστερήσεως, κατέβαλε στην εναγομένη για τις άνω τέσσερις-συμβάσεις - λογαριασμούς, συνολικά το ποσό των 3.213.058.090 δραχμών, ενώ έπρεπε να καταβάλει το ποσό των 1.904.664.521 δραχμών, δηλαδή κατέβαλε επί πλέον το ποσό των 1.308.393.569 δραχμών και έτσι κατέση αδικαιολόγητα πλουσιότερη η εναγομένη κατά το ως άνω ποσό.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό, και μετά τον παραδεκτό περιορισμό της αγωγής της, η αναιρεσείουσα ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει νονιμοτόκως το ποσό των 1.960.375.983 δραχμών (ήτοι 5.753.121 ευρώ), άλλως το ποσό των 1.308.393.569 δραχμών (ήτοι 3.839.756,35 ευρώ) κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την υπ' αριθμ. 4627/2005 απόφαση του, έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ακολούθως δε την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, αφού δέχθηκε ότι έχει και εν προκειμένω εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 εδαφ. 2 του Ν. 2789/2000, η οποία άρχισε να ισχύει από 11-2-2000, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α'21/11-2-2000, δηλαδή πριν από την άσκηση της αγωγής στις 19-11-2004, και ότι η διάταξη αυτή δεν είναι αντισυνταγματική, ούτε αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ακολούθως εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νόμω αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τη αγωγή ως μη νόμιμη κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 παρ. 8 εδαφ. β' (ορθό εδ. γ') του ν. 2789/2000 παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, καθόσον την εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το αναζητούμενο ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό είχε καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη τράπεζα από την δανειολήπτρια αναιρεσείουσα, λόγω μη νόμιμου ανατοκισμού, και επομένως καθ' υπέρβαση των αρχήθεν οφειλομένων και ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, ήτοι επρόκειτο για ποσό, το αδικαιολόγητο της καταβολής του οποίου δεν φέρεται ως προκύψαν από τον περιορισμό της απαιτήσεως της τράπεζας, σύμφωνα με τις ευνοϊκές για την καταβαλούσα ρυθμίσεις του ανωτέρω άρθρου.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως (υπ' αριθ. 1.2), από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον ως άνω βάσιμο λόγο της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6334/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ