363/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4783/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/4/2005 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated363/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 363 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 363/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αλεξάνδρα Φαλίδα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ...., 2. ..., 3. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4783/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/4/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αίτησης για αναίρεση της 4783/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
ΑΠ 8/2001). Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως-μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητες, οι οποίες απασχολούνται στην αναιρεσείουσα ως ιπτάμενες συνοδοί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν να τους καταβληθεί το επίδομα τέκνων του χρονικού διαστήματος από 1-1-1995 έως 1-11-2000 το οποίο η αναιρεσείουσα δεν τους κατέβαλε, διότι το επίδομα αυτό κατεβάλλετο στους συζύγους τους, οι οποίοι ήταν μισθωτοί, απασχολούμενοι και αυτοί στην αναιρεσείουσα.
Η τελευταία ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για λήψη του ενδίκου επιδόματος από τις αναιρεσίβλητες, την οποία ένσταση επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεως της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσίβλητων.
Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι: 1) οι αναιρεσίβλητες αδράνησαν να αξιώσουν το επίδομα επί πολλά έτη, η δε αναιρεσείουσα ευλόγως πίστευε ότι δεν θα ασκούσε τη σχετική αξίωσή τους, 2) μολονότι στην έγγραφη μηνιαία ανάλυση της μισθοδοσίας περιείχετο πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τις αναιρεσιβλήτους να εκφέρουν τυχόν διαφωνίες τους επί των κονδυλίων της μισθοδοσίας τους, οι αναιρεσίβλητες ουδέποτε διατύπωσαν τέτοια διαφωνία, 3) σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών και όσων αναμένεται βασίμως ότι θα ασκηθούν με τη λήψη του ένδικου επιδόματος τέκνων, θα επέλθει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημία στην αναιρεσείουσα, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγίανσης των Ν.2271/1994 και 2602/1998 με συνέπεια ότι η αναιρεσείουσα θα βρεθεί και πάλι προ του κινδύνου χρεωκοπίας.
Το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι η έλλειψη διαμαρτυρίας των αναιρεσιβλήτων για τη μη λήψη του επιδόματος δεν μπορεί να θεωρηθεί και ως οριστική αποδοχή τους για την μη καταβολή τους, ούτε μπορεί να στηρίξει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμά τους. Και, ότι, ούτε η οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας και, αληθής υποτιθεμένη, καθώς και η επιδείνωση αυτής από την ευδοκίμηση των αγωγών των αναιρεσιβλήτων και των άλλων συναδέλφων τους, καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός τους.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητες δικαιούνται αυτοτελώς το επίδομα τέκνων, έστω και αν οι σύζυγοί τους έλαβαν κατά το επίδικο διάστημα και εξακολουθούν να λαμβάνουν αυτό, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που είχε προτείνει, κατά τα ανωτέρω, η αναιρεσείουσα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητες ελάμβαναν τη μηνιαία μισδοδοσία τους, δεν διατύπωσαν ποτέ αντίρρηση, επιφύλαξη ή διαμαρτυρία για το γεγονός ότι δεν είχαν λάβει και το ένδικο επίδομα τέκνων, δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση ότι η παραπάνω συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων δεν έχει έννομη επιρροή ούτε θα μπορούσε να στηρίζει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι οι αναιρεσίβλητες δεν θα ασκήσουν το επίδικο δικαίωμα.
Επίσης, ενώ η πιθανή επιβάρυνση της αναιρεσείουσας από την καταβολή του επιδόματος τέκνων σε όλο το γυναικείο προσωπικό που δεν λαμβάνει το επίδομα αυτό, ανέρχεται σε σημαντικά ποσά, κρίνεται, παρά ταύτα, ότι αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εξ αιτίας αυτής ανατρέπεται ο προϋπολογισμός, τα προγράμματα εξυγίανσης και ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός της αναιρεσείουσας.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ.19 και 8 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σε κεκυρωμένα φωτοαντίγραφα των 6009/3-12-2001, 6011/3-12-2001 και 6010/3-12-2001 ενταλμάτων πληρωμής αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα σε εκτέλεση της 145/2001 πρωτόδικης απόφασης, η οποία επικυρώθηκε με την αναιρουμένη απόφαση, κατέβαλε σε κάθε μία αναιρεσίβλητη αντίστοιχα, το ποσό των 800.000 δραχμών. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, την οποία αίτηση υποβάλλει η αναιρεσείουσα παραδεκτά με τις προτάσεις της που υπέβαλε την παραμονή της συζητήσεως (11-12-2006), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες σε καταβολή των παραπάνω ποσών σε ευρώ με το νόμίμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4783/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Δέχεται την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρουμένης απόφασης.
Υποχρεώνει τις αναιρεσίβλητες να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, η κάθε μία, το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων σαράντα επτά ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (2.347,76) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ