363/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated363/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Full text
Απόφαση 363 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Χ., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Βερολίνο, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και Οικονομίας. Εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσιά του δικαστική αντιπρόσωπο Γαρυφαλιά Σιάνη, Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1508/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7016/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 4 Οκτωβρίου 2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αμελαδιώτη που κωλύεται να μετάσχει στη σημερινή σύνθεση, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 23/2004, 11/2003).
Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ- τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και την οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Το συμφέρον αυτό, πρωτίστως, εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δευτέρου κεφαλαίου του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλει, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, τον οφειλόμενο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ οι ιδιώτες, ως οφειλόμενες, καταβάλουν αυτόν και από τότε που έγινε εξώδικη όχληση ή την δήλη ημέρα καταβολή του χρέους, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν αντιβαίνει προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (πρβλ Ολ.ΑΠ 3/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, υπηρετώντας ως κλητήρας της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Βόννη (ήδη Βερολίνο) της Ομοσπονδίας Δημοκρατίας της Γερμανίας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 19-11-1999 μέχρι 31-12-2001 την προσαύξηση στεγάσεως επί του καταβαλλομένου σ'αυτόν επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ'αυτόν το ποσό των 16.200 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και όχι από τότε που γεννήθηκε το ως άνω χρέος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 90 παρ.3 του Ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ'αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της.
Κατά δε το άρθρο 91 εδ.α' του αυτού ως άνω Νόμου, επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, ή παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 90 παρ.1 του ανωτέρω Νόμου, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής, κατά δε το άρθρο 86 παρ.2 αυτού, η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπηρετών και των εργατών για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών και εξόδων τους, καθώς και των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής, που επαναλαμβάνεαι περιοδικά, είναι πέντε ετών και κατά το άρθορ 253 ΑΚ, η παραγραφή των αξιώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ, αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα.
Ενόψει των διατάξεων αυτών, ανακύπτει κατ'αρχήν το ζήτημα αν η παραγραφή των απαιτήσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες απολαβές και αποζημιώσεις, αρχίζει σύμφωνα με την διατύπωση του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995 "από της γενέσεώς της" ή αν έχει και επί των απαιτήσεων αυτών εφαρμογή η γενική ρύθμιση του άρθρου 91 εδ.α' για έναρξη της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Επίσης ανακύπτει το ζήτημα αν η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 παρ.3, που προβλέπει διετή παραγραφή των προαναφερομένων απαιτήσεων, σε αντίθεση με την πενταετή παραγραφή των όμοιων απαιτήσεων υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων ή την παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων (άρθρ. 86 Ν.2362/1995), αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Για το ζήτημα αυτό η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει αποφανθεί αρνητικά, σχετικά με την όμοια διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν.Δ. 496/1974 (ΑΠ 659/2003, 1449/2002 κ.α.), ενώ το αντίθετο δέχθηκε το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ.2 του Συντάγματος και του Ν.3038/2002, με την υπ'αριθμ. 1/2005 απόφασή του. Στην κρινόμενη περίπτωση με τους δύο πρώτους λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση αφενός των διατάξεων των άρθρων 90 παρ.3 και 91 του Ν.2362/1995, διότι δέχθηκε το Εφετείο ότι η παραγραφή των προαναφερομένων αξιώσεων του αναιρεσείοντος αρχίζει από το χρονικό σημείο που γεννήθηκαν και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και αφετέρου των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.3α του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και 4 παρ.1 του Συντάγματος, διότι το Δημόσιο επιφυλάσσει στον εαυτό του προνόμια, που δεν έχουν οι ιδιώτες και παραβιάζει την αρχή της ισότητας.
Κατόπιν αυτών δημιουργούνται τα ανωτέρω ζητήματα, που κρίνεται ότι είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, δοθέντος μάλιστα ότι η επίλυση του δευτέρου απ'αυτά μπορεί να οδηγήσει και στη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 90 παρ.3 και 91 του Ν. 2362/1995 ως αντισυνταγματικών. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να παραπεμφθούν στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2β ΚΠολΔ.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει όσα κρίθηκαν απορριπτέα.
Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης από 22-12-2003 αιτήσεως του Ι. Ζ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.7016/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ