Supreme Court dismisses appeal for lack of admissibility due to vague grounds regarding unproven facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and son against the Third Instance Court's decision accepting the will. The appellants argued the testator lacked capacity due to Alzheimer's, but the court found their grounds insufficient. The appeal was rejected because the specific claim that the lower court accepted unproven facts was not clearly articulated in the appeal petition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging that a court accepted facts without proof is inadmissible if the specific facts accepted and the lack of evidentiary basis are not clearly and specifically identified in the appeal petition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 362 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 362/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Π. Φ., το γένος Ι. και Γ. Α., κατοίκου ..., 2) Ι. Φ. του Π. και Μ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Ταρούση, και κατέθεσαν προτάσεις
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Φ. του Π. και Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Καντόλα, και κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2018 μη οριστική, 44/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2021 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-3-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 24-03-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 169/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε δεκτή η, από 30-07-2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 44/2019, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... με την οποία είχε απορριφθεί η από 02-10-2017 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και έκανε δεκτή αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Κατά την παρ. 1 του άρθρου 131 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του Ν. 2447/1996 "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (εδ.1)" Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν.
Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του, κατά τα παραπάνω ανικάνου, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δύναται να την προσβάλλει (ΑΠ 531/2018). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, ανίκανοι να συντ...ν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.
Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.
Σε αντίθεση, δηλαδή, με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, που προπαρατέθηκε, η οποία, ως ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, απαιτούσε, επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή, διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τί έπραττε συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή, όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή.
Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων (ΑΠ 360/2021, ΑΠ 913/2019).
Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ψυχώσεις, όπως π.χ. η διπολική διαταραχή, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικά ψυχοσύνδρομα, ανοϊκά σύνδρομα, όπως η νόσος Alzheimer, όταν από αυτά προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης.
Η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης (ΑΠ 558/2021, ΑΠ 237/2017). Η ανικανότητα κρίνεται κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή (ΑΠ 10/2023, ΑΠ 1552/2022, ΑΠ 558/2021, ΑΠ 405/2019).
Παρέπεται, ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 3 του ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεων του διαθέτη, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής αυτού που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (ΑΠ 110/2023, ΑΠ 10/2023, ΑΠ 1866/2022).
Διαθήκη που συντάσσεται από τέτοιο ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης πρόσωπο είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής μη γενομένη (άρθρα 1718, 180 ΑΚ), και καθένας, που έχει έννομο συμφέρον, και τέτοιο έχει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του διαθέτη, στον οποίο, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης, περιέρχεται η κληρονομιά του, μπορεί να ζητήσει με αγωγή να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη.
Η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, κατά τεκμήριο υφίσταται και, συνεπώς, αυτός, που επικαλείται το αντίθετο του τεκμηρίου βαρύνεται με την απόδειξή του (ΑΠ 120/2022, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 415/2019). Η καταχωρηθείσα στη δημόσια διαθήκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου για την ικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκη κατά το άρθρο 1719 εδ. 3 ΑΚ αποτελεί υποκειμενική κρίση και αντίληψη αυτού και μπορεί να ανατραπεί με απλή απόδειξη για το αντίθετο, χωρίς προσβολή της διαθήκης για πλαστότητα.
Έτσι, για το ως άνω γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει και διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος και να αναφέρει σχετικώς στη διαθήκη, αν δεν αποδεικνύεται ανταποδεικτικώς η αναλήθειά του, η ίδια η διαθήκη παρέχει πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ (ΑΠ 1337/2015, ΑΠ 385/2014, ΑΠ 964/2005). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).
Για να θεμελιωθεί ο λόγος πρέπει ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε να συγκροτεί τη μείζονα πρόταση του τελικού νομικού συλλογισμού (ΑΠ 831/2021, ΑΠ 577/2011, ΑΠ 1330/2001). Αν αναφέρεται ιστορικά ή διηγηματικά ή σε αιτιολογία πλεοναστική ή αν χρησιμοποιείται προς επίρρωση της ουσιαστικής επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, έστω και η ερμηνεία που του δίνεται είναι εσφαλμένη (ΑΠ 831/2021, ΑΠ 1642/2003, ΑΠ 1330/2001). [3] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 770/2022, ΑΠ 45/2019).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδ β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνον, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 536/2021, ΑΠ 45/2019).
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 551/2020).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1400/2022). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1034/2023).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).
ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 29-9-2016 απεβίωσε στην …….. ο Π. Φ. του Α. και Γ., κάτοικος εν ζωή ... του Δήμου ... - ... του Νομού ... (βλ. το υπ' αριθμ. 61/1/2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Δ.Ε. ... - ...
του Δήμου Κορινθίων). Ως αιτία θανάτου στην εν λόγω ληξιαρχική πράξη αναφέρεται η εισρόφηση - καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου του ως πλησιέστερους συγγενείς του τη σύζυγό του Μ. χα Π. Φ. το γένος Α., πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), και τα τέκνα του Α.
Φ., ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα (ήδη αναιρεσίβλητο), και Ι.Φ., δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) (...). Επίσης, ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου του την υπ' αριθμ. 48…/7-9-20…. Δημόσια Διαθήκη, συνταχθείσα ενώπιον της συμβ/φου ... Μ. Δ. Γ., με την παρουσία και των μαρτύρων Η.
Χ., Α. χας Π. Κ. το γένος Α. και Σ. συζ. Π. Δ. το γένος Σ., και δημοσιευθείσα με το υπ' αριθμ. 25/23-1-2017 Πρακτικό Δημοσίευση Δημόσιας Διαθήκης του Ειρηνοδικείου ... στον τόμο 1/17 και με αριθμό 25 των βιβλίων διαθηκών του ιδίου Ειρηνοδικείου, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τους εναγομένους και ήδη εφεσιβλήτους.
Συγκεκριμένα, με τη διαθήκη του αυτή ο ανωτέρω αποβιώσας όρισε τα εξής: "Με την παρούσα διαθήκη μου ορίζω και εγκαθιστώ κληρονόμους μου μετά τον θάνατό μου τη σύζυγό μου Μ. Φ. το γένος Ι. Α. και τον γιο μου Ι. Φ. και επιθυμώ να περιέλθουν σε αυτούς τα εξής: Στη σύζυγό μου Μ. Φ. αφήνω κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή: 1] το ιδανικό μερίδιο ένα δεύτερο (1/2) ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε οικόπεδο εκτάσεως μέτρων εξακοσίων πενήντα (650,00) περίπου με την εντός αυτού ισόγεια κατοικία εμβαδού μέτρων τετραγωνικών εκατό (100) περίπου που βρίσκεται στην παραλία Κάτω ...
και 2] ιδανικό μερίδιο ένα δεύτερο (1/2) ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε αγρό - αμπέλι εκτάσεως πέντε (5) στρεμμάτων περίπου που βρίσκεται στη θέση ... - ... της κτηματικής περιφέρειας …. .... Το ακίνητο αυτό είναι μισθωμένο στον γιό μου Ι.Φ. μέχρι το έτος 2019. Στον γιο μου Ι. Φ. αφήνω κατά πλήρη κυριότητα, κατοχή ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως πέντε (5) στρεμμάτων περίπου με τα εντός αυτού κτίσματα (εγκαταστάσεις πτηνοτροφείου), εμβαδού μέτρων τετραγωνικών χιλίων εννιακοσίων (1.900,00) τ.μ., του βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ...
Άνω .... Το γιο μου Α. Φ.υ τον έχω τακτοποιήσει με συμβόλαια εν ζωή και θέλω να αρκεστεί σ' αυτά. Αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία και θέλω να γίνει σεβαστή απ' όλους". Πιο συγκεκριμένα, με την ανωτέρω διαθήκη του ο αποβιώσας κατέλειπε στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη σύζυγό του το ιδανικό μερίδιο, ήτοι ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας επί οικοπέδου επιφάνειας 650 τ.μ.
με την εντός αυτού ευρισκόμενη ισόγεια κατοικία επιφάνειας 100 τ.μ., περίπου, που βρίσκεται στην παραλία Κάτω ..., και το ιδανικό μερίδιο, ήτοι ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας ενός αγρού, επιφάνειας 5.000 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στη θέση "... -..." της κτηματικής περιφέρειας Άνω ..., και στον δεύτερο εναγόμενο εφεσίβλητο υιό του την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου επιφάνειας περίπου 5.000 τ.μ.
μετά των εντός αυτού κτισμάτων (εγκαταστάσεις πτηνοτροφείου) επιφάνειας περίπου 1.900 τ.μ., που ευρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... Άνω .... Όσον αφορά στη δήλωση του αποβιώσαντος στην εν λόγω διαθήκη "το γιο μου Α. Φ. τον έχω τακτοποιήσει με συμβόλαια εν ζωή και θέλω να αρκεστεί σ' αυτά", που αφορά τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα υιό του, αποδείχθηκε ότι αυτός (αποβιώσας), δυνάμει του υπ' αριθμ. 5426/24-7-2015 συμβολαίου γονικής παροχής αστικών ακινήτων του συμβ/φου ...
Π. Κ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου, είχε μεταβιβάσει στον τελευταίο την κυριότητα των παρακάτω ακινήτων: 1)Το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε οικόπεδο με αριθμό ΚΑΕΚ 280140214037/0/0, μετά της παλαιάς ισόγειας οικίας του, ευρισκόμενο στον οικισμό Άνω ... στην ειδική θέση "Μέσα στον … ...", εκτάσεως 157 τ.μ. και 2) ένα οικόπεδο με ΚΑΕΚ 280140214003/0/0, ευρισκόμενο στην ίδια ως άνω ειδική θέση, εκτάσεως 724,17 τ.μ..
Περαιτέρω, ο αποβιώσας είχε γεννηθεί στις 10-6-1932 στον ….. ..., είχε ασχοληθεί με αγροτικές εργασίες και διατηρούσε επιχείρηση πτηνοτροφείου στον ….. .... Κατά το χρόνο σύνταξης της ανωτέρω επίδικης διαθήκης ήταν συνταξιούχος και διέμενε στον ….. ... με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη σύζυγό του και με τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο υιό του, ενώ ο ενάγων και ήδη εκκαλών υιός του διέμενε στη ....
Όπως αποδείχθηκε, από το έτος 2014 ο αποβιώσας είχε εμφανίσει συμπτώματα άνοιας, τα οποία με την πάροδο του χρόνου επιδεινώνονταν, και για το λόγο αυτό ξεκίνησε τις επισκέψεις του στην ψυχογηριατρική εταιρία "....." - Κέντρο Alzheimer - Κέντρο Ημέρας, προκειμένου να υποβάλλεται σε ιατρική παρακολούθηση. Ειδικότερα, στις 17-6-2014 επισκέφθηκε για πρώτη φορά ανωτέρω ψυχογηριατρική εταιρία, συνοδευόμενος από τον κουνιάδο του όπου εξετάσθηκε από την επαγγελματία υγείας Β.
Τ. και υποβλήθηκε σε εξέταση (tests) προκειμένου να διαπιστωθεί αν πάσχει από άνοια (MMSE = Mini Mental State Examimation). Από αυτήν την εξέταση διαπιστώθηκε ότι πάσχει από άνοια ήπιας μορφής και κρίθηκε αναγκαία η επαναξιολόγησή του μετά από τέσσερις μήνες με ιατρό και ψυχολόγο. Στις 30-9-2014 επισκέφθηκε για δεύτερη φορά την ίδια ψυχογηριατρική εταιρία, συνοδευόμενος από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη σύζυγό του, όπου υποβλήθηκε σε νέες εξετάσεις (tests) από την επαγγελματία υγείας Β.
Τ., από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι η άνοιά του έχει επιδεινωθεί και, συγκεκριμένα, ανήλθε στο "στάδιο 2". Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι στο πλαίσιο αυτής της εξέτασης, και, συγκεκριμένα, στο "τέστ ρολογιού" (clock drawing test), του ζητήθηκε να σχεδιάσει τους δείκτες του εικονογραφημένου ρολογιού ώστε να δείχνουν "11 και 10", πλην όμως ο αποβιώσας τους σχεδίασε σε λάθος τοποθέτηση, Επιπροσθέτως, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη σύζυγος του αποβιώσαντος, που τον συνόδευε κατά την εν λόγω επίσκεψή του στην ψυχογηριατρική εταιρία εξέθεσε στην προαναφερόμενη ιατρό για την κατάστασή του: "Παρατηρείται μια αδιαφορία / απάθεια- Επαναλαμβάνει τις ίδιες ερωτήσεις - Δεν συμμετέχει σε συζητήσεις όπως στο παρελθόν - Ξεχνάει πρόσφατες πληροφορίες".
Στις 30-6-2015 ο αποβιώσας επισκέφθηκε για τρίτη φορά την ίδια ψυχογηριατρική εταιρία, όπου υποβλήθηκε σε νέες εξετάσεις (tests) από την ψυχολόγο Ε. Ζ., από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι η άνοιά του έχει επιδεινωθεί και, συγκεκριμένα, έχει ανέλθει στο "στάδιο 4". Για το λόγο αυτό η ανωτέρω ψυχολόγος σημείωσε ως παρατηρήσεις για την κατάστασή του "Έλλειμα στην πρόσφατη μνήμη και βραδύτητα ως προς την κατανόηση" και "Σταδιακή έκπτωση της λειτουργικότητάς του εδώ και ένα έτος".
Επιπροσθέτως, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη σύζυγος του αποβιώσαντος, που τον συνόδευε κατά την εν λόγω επίσκεψή του στην ψυχογηριατρική εταιρία, εξέθεσε στην προαναφερόμενη ψυχολόγο για την κατάστασή του: "Αδιαφορία - απάθεια - επανάληψη ερωτήσεων - κοιμάται αρκετές ώρες ή είναι στο κρεβάτι πολλές ώρες - είναι αμέτοχος, πήγε στον γάμο του γιου μου και ήταν flat - πηγαίνει περιστασιακά στο πτηνοτροφείο και βοηθάει, δεν πολυσυμμετέχει σε συζητήσεις, έχει γίνει πιο σιωπηλός".
Στις 15-12-2015 ο αποβιώσας επισκέφθηκε για τέταρτη φορά την ίδια ψυχογηριατρική εταιρία, όπου υποβλήθηκε σε νέες εξετάσεις (tests) από την ψυχολόγο Ε. Ζ., από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι η άνοιά του έχει σταθεροποιηθεί στο "στάδιο 4". Πλην, όμως, η ψυχολόγος, εκτός από τη "σταθερή κατάσταση της μνήμης του", διέγνωσε για πρώτη φορά εικόνα άτυπης κατάθλιψης για τον αποβιώσταντα, με την παρατήρηση "έχει κλεισθεί στον εαυτό του", και γι' αυτό του συνέστησε ως φαρμακευτική αγωγή "έναρξη σιταλοπράμης 20 mg και αύξηση της δονεπιζήλης στα 10 mg".
Επιπροσθέτως, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη σύζυγος του αποβιώσαντος, που τον συνόδευε κατά την εν λόγω επίσκεψή του στην ψυχογηριατρική εταιρία, εξέθεσε στην προαναφερόμενη ψυχολόγο για την κατάστασή του: "Αδιαφορία ως προς τη συμμετοχή του σε συζητήσεις" [για όλα τα παραπάνω βλ. τις προσκομιζόμενες από 17-6-2014, 30-9-2014, 30-6-2015 και 15-12-2015 Εκθέσεις Εκτίμησης Ασθενούς της ψυχογηριατρικής εταιρίας "..." - Κέντρο Alzheimer - Κέντρο Ημέρας, οι οποίες, κατ' άρθρ. 390 ΚΠολΔ, εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο], Όλα, δε, τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την προσκομιζόμενη από 16-3-2017 ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου Ε.
Ν., η οποία παρακολούθησε τον αποβιώσαντα στο Κέντρο Ημέρας της προαναφερομένης ψυχογηριατρικής εταιρίας από τις 30-9-2014 μέχρι τις 29-6-2015. Η εν λόγω ιατρική γνωμάτευση, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 390 ΚΠολΔ), αναφέρει ότι ο αποβιώσας παρουσίαζε μικρή έκπτωση της πρόσφατης μνήμης και μέτριου βαθμού διαταραχή στις οπτικοχωρικές ικανότητες του, πλην όμως, η απάθεια και η αδιαφορία, που παρουσίαζε στην καθημερινότητά του, επιδεινωνόταν προοδευτικά, καθόσον δεν έδειχνε ενδιαφέρον για θέματα που στο παρελθόν τον απασχολούσαν, ήταν πιο αμέτοχος σε συζητήσεις και δεν συμμετείχε ενεργά στην επιχείρησή του.
Η ανωτέρω νευρολόγος με την ίδια ιατρική γνωμάτευσή της καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στους 9 μήνες, που ήταν υπό την ιατρική παρακολούθησή της ο αποβιώσας, παρατηρήθηκε στον τελευταίο μία φθίνουσα ικανότητα εκτέλεσης των επαγγελματικών, κοινωνικών και καθημερινών λειτουργιών, συμπτώματα που ήταν συμβατά με αρχόμενη ανοϊκή συνδρομή.
Το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτμώντας τις προαναφερόμενες Εκθέσεις Εκτίμησης Ασθενούς, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, άγεται στην δικανική πεποίθηση ότι ο αποβιώσας κατά το χρονικό διάστημα σύνταξης της ανωτέρω επίδικης διαθήκης, ήτοι στις 7-9-2015, έπασχε από άνοια σε τέτοιο βαθμό, η οποία τον καθιστούσε ανίκανο να έχει πλήρη συνείδηση των πράξεών του για να πραγματοποιεί δικαιοπραξίες, συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης διαθήκης.
Άλλωστε η επίδικη διαθήκη συντάχθηκε σε ημερομηνία μεταξύ της 30ης-6-2015, οπότε ο αποβιώσας κατά την τρίτη επίσκεψή του στην ανωτέρω ψυχογηριατρική εταιρία διαγνώστηκε με άνοια που έχει επιδεινωθεί στο στάδιο "4" και 15ης-12-2015, οπότε και ο αποβιώσας κατά την τέταρτη επίσκεψή του στην ίδια ψυχογηριατρική εταιρία διαγνώσθηκε με την ήδη επιβαρυμένη άνοιά του σταθεροποιημένη στο "στάδιο 4".
Άλλωστε, η εξέλιξη της άνοιας - νόσου Alzheimer στο "στάδιο 4" έχει ως συνέπεια ο ασθενής να εμφανίζει νοητική έκπτωση ιδίως στους τομείς της ελαττωμένης γνώσης πρόσφατων γεγονότων, της αδυναμίας συγκέντρωσης προς εκτέλεση μαθηματικών πράξεων, της μειωμένης ικανότητας μετακίνησης, της αδυναμίας διαχείρισης των οικονομικών του κλ.π., ενώ παραμένουν ελάχιστοι οι τομείς όπου δεν εμφανίζει νοητική έκπτωση, όπως της αναγνώρισης γνωστών προσώπων, της μετακίνησης σε γνωστές περιοχές κλπ. (...)".
Συνεπώς, κατά την 7η-9-2015 η νοητική έκπτωση του αποβιώσαντος βρισκόταν σε τέτοιο βαθμό, που καθιστούσε αδύνατη την εκ μέρους του συγκέντρωση για τη σύνταξη ενός εγγράφου που απαιτεί σύνθετες νοητικές λειτουργίες, όπως είναι η διαθήκη. Η δικανική πεποίθηση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ενισχύεται και από την από 26-11-2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16/2018 Ιατρική Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ.
Δ., Νευρολόγου - Ψυχιάτρου, διορισθέντος με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 108/2018 απόφαση, εκτιμώμενη ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 387 ΚΠολΔ), την από 27-9-2017 Έκθεση του Τεχνικού Συμβούλου Ν. Σ., Νευρολόγου, συνταχθείσα με επιμέλεια του ενάγοντας και ήδη εκκαλούντος, εκτιμώμενη ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 391 ΚΠολΔ), και την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα από 18-9-2017 νευρολογική γνωμοδότηση του Ι.
Μ., Νευρολόγου, εκτιμώμενη ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 390 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, η ανωτέρω από 26-11-2018 Ιατρική Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η άνοια τύπου Alzheimer αποτελούσε χρόνια διαταραχή μη αναστρέψιμη για τον αποβιώσαντα, που είχε ως αποτέλεσμα ο τελευταίος στις 7-9-2015 να βρίσκεται σε ανικανότητα δικαιοπραξίας λόγω σοβαρής διαταραχής των επιτελικών γνωστικών λειτουργιών του εγκεφάλου του και, κατ' επέκταση, να μην είναι ικανός με ελεύθερη λογική σκέψη και ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του να συντάξει διαθήκη κατά την εν λόγω ημερομηνία, δεδομένου ότι η σύνταξη διαθήκης απαιτεί να υφίστανται ανέπαφες ιδιαίτερες γνωστικές λειτουργίες, όπως η ικανότητα άμεσης εγχάραξης και ανάκλησης πληροφοριών από τη μνήμη, η αφαιρετική ικανότητα, η πλήρης χωροχρονική αντίληψη κλπ.
Επίσης, με την ανωτέρω από 27-9-2017 Έκθεση, ο Τεχνικός Σύμβουλος Ν.Σ., Νευρολόγος, εκτίμησε ότι ο αποβιώσας, λόγω της κατάστασης της υγείας του στις 7-9-2015, συνιστάμενη στην άνοια τύπου Alzheimer, είχε σαφή ελλείμματα ως προς την ικανότητά του ναφέρει εις πέρας μια τέτοιου τύπου δικαιοπραξία, όπως είναι η σύνταξη διαθήκης, καθόσον για τη συγγραφή της με ευθυκρισία και εγκυρότητα απαιτείται μια σειρά από νοητικές ικανότητες, όπως η ικανότητα γνώσης των συγγενών και άλλων προσώπων του περιβάλλοντος, η ικανότητα ακριβούς γνώσης της περιουσίας και της αξίας της κλπ.
Όμως, όπως εκτιμάται στην ίδια Έκθεση, ο αποβιώσας κατά την ανωτέρω ημερομηνία είχε απωλέσει τις περισσότερες από αυτές τις ικανότητες, καθόσον είχε μειωμένη ευαισθησία, ήταν σαφώς αμνησιακός και είχε σαφή ελλείμματα ως προς τη διαχείριση των οικονομικών ως προς συνθετικές, οργανωτικές και επιτελικές ικανότητες, και ως τις δραστηριότητες της καθημερινότητάς του, όπως δυσκολίες στη χρήση τηλεφώνου, στις μετακινήσεις του, στις αγορές του κλπ..
Επομένως, καταλήγει η ίδια Έκθεση, εφόσον ο αποβιώσας κατά την ανωτέρω ημερομηνία εμφάνιζε, λόγω άνοιας τύπου Alzheimer, ελλείμματα ως προς δραστηριότητες απλούστερες και νοητικά σαφώς λιγότερο απαιτητικές από τη σύνταξη διαθήκης, είχε σαφή ελλείμματα και περιορισμούς ως προς την ικανότητά του να φέρει εις πέρας τη σύνταξη διαθήκης.
Στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε και η ανωτέρω από 18-9-2017 νευρολογική γνωμοδότηση, με την οποία ο νευρολόγος Ι. Μ. εκτίμησε ότι οι γνωστικές λειτουργίες του αποβιώσαντος, όπως της αφαιρετικής ικανότητας, της κωδικοποίησης και επεξεργασίας λεκτικών πληροφοριών, της οπτικοχωρικής αντίληψης κλπ., ήταν πολύ σοβαρά διαταραγμένες από τον Ιούνιο μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2015, με αποτέλεσμα αυτός (αποβιώσας) να τελεί σε ανικανότητα να ανακαλέσει, να επεξεργασθεί, να αξιολογήσει, να διατυπώσει σύνθετες πληροφορίες και γενικά να εκτελέσει σύνθετες εργασίες.
Συνεπώς, καταλήγει η εν λόγω γνωμοδότηση, ο αποβιώσας, κατά το χρονικό σημείο διενέργειας της επίδικης διαθήκης (7-9-2015) παρουσίαζε σαφώς διαταραγμένο γνωσιακό υπόστρωμα, με αποτέλεσμα να περιορίζεται δραστικά η ελεύθερη βούληση και ικανότητά του να διενεργήσει τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία. Να σημειωθεί ότι οι προαναφερόμενες Εκθέσεις και γνωμοδότηση εκτίμησαν τα παραπάνω λαμβάνοντας υπόψη τους και το κείμενο της επίδικης διαθήκης, το οποίο περιέχει λεπτομερειακές πληροφορίες (π.χ.
ακριβείς τοποθεσίες των αναφερομένων σε αυτήν ακινήτων) και σύνθετες οικονομικές πράξεις (π.χ. ακριβείς εκτάσεις των αναφερομένων σε αυτήν ακινήτων, ποσοστό κυριότητας επ' αυτών που καταλείπεται σε καθέναν από τους εναγομένους και ήδη εφεσιβλήτους), των οποίων η αξιολόγηση και η διατύπωση απαιτεί την ύπαρξη ανέπαφων των προαναφερομένων διαγνωστικών λειτουργιών.
Πάντως, με την από 5-3-2019 Ιατρική Γνωμάτευση, εκτιμώμενη ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 391 ΚΠολΔ), ο Μ.Κ., νευρολόγος, διορισθείς ως τεχνικός σύμβουλος από τους εναγομένους και ήδη εφεσιβλήτους, εκτίμησε ότι ο αποβιώσας κατά την ημερομηνία σύνταξης της επίδικης διαθήκης (7-9-2015) δεν έπασχε από άνοια τύπου Alzheimer, αλλά από ήπια γνωστική έκπτωση (MCI) αδιευκρίνιστου υποτύπου.
Ότι η φαρμακευτική αγωγή που είχε λάβει, ήτοι η δονεπιζίλη, έστω σε χαμηλή δόση, λειτούργησε προστατευτικά για τις νοητικές λειτουργίες του και συνιστά επιχείρημα υπέρ της πνευματικής επάρκειάς του κατά την εν λόγω ημερομηνία. Ότι ο αποβιώσας "έπραξε σοφά με την επιλογή του χρόνου σύνταξης της διαθήκης του", καθόσον η χρονική στιγμή, κατά την οποία ένας ηλικιωμένος εμφανίζει ήπια γνωστική έκπτωση, είναι μακράν η καλύτερη στιγμή για τη συγγραφή της διαθήκης του, δεδομένου ότι αποτελεί το απώτατο σημείο της διαδρομής στη ζωή, κατά το οποίο ο άνθρωπος βρίσκεται σε διανοητική διαύγεια, ενώ δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτή η συγκυρία θα είναι εξίσου διαθέσιμη στο μέλλον.
Όμως, όσα παραπάνω διαλαμβάνονται στην από 5-3-2019 Ιατρική Γνωμάτευση αναιρούνται από το υπόλοιπο υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό και ιδίως από τις προαναφερόμενες από 26-11-2017 Εκθέσεις και από 18-9-2017 γνωμοδότηση, στις οποίες αναφέρεται με σαφήνεια ότι στις 7-9-2015 οι γνωστικές λειτουργίες του αποβιώσαντος ήταν σοβαρά διαταραγμένες, με αποτέλεσμα κατά την εν λόγω ημερομηνία αυτός (αποβιώσας) να μην έχει πλήρη συνείδηση των πράξεών του για την πραγματοποίηση μιας σύνθετης δικαιοπραξίας, όπως είναι η σύνταξη της επίδικης διαθήκης.
Άλλωστε, η από 5-3-2019 Ιατρική Γνωμάτευση αναφέρει ότι ο αποβιώσας έπασχε από "ήπια γνωστική έκπτωση αδιευκρίνιστου υπότυπου", χωρίς όμως να εξειδικεύει αυτή η γνωστική έκπτωση σε ποιους τομείς ειδικότερα προκαλούσε ανικανότητα και σε ποιους τομείς άφηνε ανάπαφες τις πνευματικές λειτουργίες. Επιπροσθέτως, στην ίδια Ιατρική Γνωμάτευση αναφέρονται τα εξής: "Είναι πολύ δύσκολο - αν όχι αδύνατο - να ισχυρισθεί κανείς ότι ο Π.Φ.
είχε νοητική επάρκεια (cometency) να μεταβιβάσει με γονική παροχή περιουσιακά στοιχεία στις 24/07/2015, αλλά την είχε απωλέσει κατά τη σύνταξη της διαθήκης δυόμισι μήνες αργότερα στις 07-09-2015. Δεν είναι αυτή η φυσική πορεία της νόσου (που δεν προκύπτει ότι είχε)". Όμως τα παραπάνω δεν κρίνονται πειστικά από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Καταρχήν αναιρούνται από τις προαναφερόμενες Εκτιμήσεις Ασθενούς της ψυχογηριατρικής εταιρίας "...", καθόσον, όπως προεκτέθηκε, κατά την επίσκεψη του αποβιώσαντος στην εν λόγω ψυχογηριατρική εταιρία στις 30-9-2014 διαπιστώθηκε ότι η άνοιά του βρίσκεται στο "στάδιο 2", ενώ κατά την επίσκεψή του στις 15-12-2015 διαπιστώθηκε ότι η άνοιά του είχε επιδεινωθεί και είχε ανέλθει στο "στάδιο 4".
Επομένως, από αυτές τις Εκθέσεις, εκτιμώμενες ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 390 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι κατά τη σύνταξη του προαναφερομένου υπ' αριθμ. 5426/24-7-2015 συμβολαίου γονικής παροχής αστικών ακινήτων, με το οποίο ο αποβιώσας είχε μεταβιβάσει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα την κυριότητα των ανωτέρω ακινήτων, αυτός (αποβιώσας) βρισκόταν σε κατάσταση ήπιας γνωστικής έκπτωσης, η οποία του επέτρεψε την πραγματοποίηση της εν λόγω δικαιοπραξίας.
Όμως στις 7-9-2015, ήτοι περίπου δύο μήνες μετά τη σύναψη του ανωτέρω συμβολαίου, το οποίο αποτελεί επαρκές χρονικό διάστημα για σημαντικές εξελίξεις στην κατάσταση της ανθρώπινης υγείας, η γνωστική έκπτωση του αποβιώσαντος είχε επιδεινωθεί και εξελιχθεί σε άνοια τύπου Alzheimer, με αποτέλεσμα η αντίληψή του να είναι σαφώς μειωμένη για να συντάξει διαθήκη κατά την εν λόγω ημερομηνία.
Το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του εκτιμά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), και, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι με την πάροδο του χρόνου, αλλά και με την αύξηση της ηλικίας, η άνοια συνεχώς επιδεινώνεται και καθίσταται μη αναστρέψιμη (βλ.
και το προσκομιζόμενο από τους εναγομένους και ήδη εφεσιβλήτους έγγραφο του ιατρού Σ.Γ.Π. "ΑΝΟΙΑ: Γενικά στοιχεία - Ορισμοί" που αναφέρει: "Η συχνότητα της άνοιας αυξάνεται με την ηλικία"). Εξάλλου, όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τους μάρτυρες του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος Κ.Ν., Α.Σ. και Δ.Α., που περιέχονται αντιστοίχως στις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 49532/25-1-2018, 44274/26-1-2018 και 1792/26-1-2018 ένορκες βεβαιώσεις.
Οι μάρτυρες αυτοί, οι οποίοι είναι οικογενειακοί φίλοι των διαδίκων, κατέθεσαν ότι ο αποβιώσας, παρόλο που μέχρι το έτος 2014 ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός, είχε ενδιαφέρον να συμμετάσχει σε συζητήσεις κλπ, από το εν λόγω έτος και εφεξής είχε χάσει το ενδαφέρον του να ξεκινάει συζητήσεις, δεν μπορούσε να θυμηθεί γεγονότα ακόμη κι από το πολύ πρόσφατο παρελθόν, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει πρόσωπα ακόμη κι από το κοντινό φιλικό περιβάλλον του, είχε γίνει σιωπηλός κλπ..
Χαρακτηριστική, δε, είναι η κατάθεση του μάρτυρα Κ. Ν., που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 49532/25-1-2018 ένορκη- βεβαίωση. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ότι την ημέρα γάμου του ενάγοντας και ήδη εκκαλούντος περί τα τέλη 2015 βρισκόταν μαζί με τον αποβιώσαντα και τους νεόνυμφους στο σπίτι των τελευταίων στην ....., όπου παρατήρησε ότι ο αποβιώσας καθόνταν διαρκώς στο μπαλκόνι αμίλητος, χωρίς να συμμετέχει σε καμία συζήτηση, και ήταν εμφανώς κουρασμένος και σε κατάσταση απάθειας και αδιαφορίας.
Ότι αφού ο αποβιώσας κοιμήθηκε 1-2 ώρες ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο αυτού (μάρτυρα) για την εκκλησία, με τον αποβιώσαντα στη θέση του συνοδηγού. Ότι στο χώρο της γαμήλιας δεξίωσης συναντήθηκε με τον αποβιώσαντα, ο οποίος τον ρώτησε: "Ν., είσαι και εσύ εδώ; Πότε ήρθες;", παρόλο που ήταν μαζί ολόκληρη εκείνη την ημέρα.
Πάντως, οι μάρτυρες των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων Ε.Κ., Σ. συζ. Ν.Δ. και Π. Δ., των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται αντιστοίχως στις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 93, 94 και 95/29-1-2018 ένορκες βεβαιώσεις, κατέθεσαν ότι ο αποβιώσας κατά τα έτη 2014, 2015 και 2016 είχε πνευματική διαύγεια, διατηρούσε πλήρως τα λογικά του, είχε αντίληψη του χώρου και του χρόνου, αναγνώριζε χωρίς δυσκολία πρόσωπα του συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντός του, συμμετείχε σε συζητήσεις κατά τις οποίες πάντα είχε τεκμηριωμένη άποψη για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα, βοηθούσε τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο υιό του στη δουλειά του στο πτηνοτροφείο κλ.π.
Χαρακτηριστική δε είναι η κατάθεση της μάρτυρος Σ. συζ. Ν. Δ., που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 94/29-1-2018 ένορκη βεβαίωση. Η μάρτυρας αυτή, που είχε παρασταθεί και ως μάρτυρας στο συμβολαιογραφείο της συμβ/φου Κ. Μ. Γ. κατά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης (...), κατέθεσε ότι ο αποβιώσας είχε "τρομερή διαύγεια πνεύματος" και της είχε κάνει εντύπωση που έκανε επισημάνσεις και διορθώσεις στην εν λόγω συμβολαιογράφο σχετικά με τις τοποθεσίες των ακινήτων που αναφέρονται στη διαθήκη.
Όμως, όσα παραπάνω κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων δεν κρίνονται πειστικά από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον αναιρούνται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό. Με βάση τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρ. 131 και 1719 αρ. 3 ΑΚ, καθόσον κατά το χρόνο της σύνταξής της, ήτοι στις 7-9-2015, ο προαναφερόμενος διαθέτης, λόγω της έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών του, που είχε εξελιχθεί σε άνοια τύπου Alzheimer, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς, και, επιπλέον, είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας.
Τούτο, δε, είχε ως συνέπεια ο διαθέτης κατά την ανωτέρω ημερομηνία να μην έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης και να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεών της (...). Πάντως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την προμνησθείσα από 2-10-2017 (υπ' αριθμ. κατάθ. 59/ΤΠ 59/19 - 10 - 2017) αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε τα εξής: "Κατά το χρόνο συντάξεως της προσβαλλόμενης διαθήκης την 7-9-2015 ο διαθέτης βρισκόταν σε αρχικό στάδιο άνοιας που δεν περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.
Τούτο δε διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης αυτός έπασχε από προχωρημένο στάδιο άνοιας που να αποκλείει στην ύπαρξη λογικής κρίσης. Η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με τη λειτουργία (ελευθερία σχηματισμού) της βούλησης του διαθέτη επιβεβαιώνεται και από το με αριθμό 4995/12-5-20….
συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο αποποίησης κληρονομίας της συμβολαιογράφου ... Μ. Γ., με το οποίο όρισε ως πληρεξούσιά του τη Γαρυφαλλιά Ψυμογεράκου για να αποποιηθεί ενώπιον της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου …….. την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά του Β.Φ. του Α., ενώ παράλληλα υπέγραψε και την από 29-5-2014 σύμβαση τροποποίησης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό σε χρεωλυτικό δάνειο, που συνήφθηκε μεταξύ αφενός του διαθέτη Π.
Φ. και του δεύτερου των εναγομένων ως οφειλετών της Τράπεζας Πειραιώς ως πιστούχου. Από τις ως άνω πράξεις προκύπτει και η πρόθεση του θανόντος να διαχειριστεί και να διευθετήσει την περιουσία του πριν το θάνατό του με δικαιοπραξίες εν ζωή και αιτία θανάτου, γεγονός που αποδεικνύει ότι η βούλησή του σχηματιζόταν ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται από την επικαλούμενη από τον ενάγοντα ασθένεια".
Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενη τα παραπάνω, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της ένδικης δημόσιας διαθήκης.
Ειδικότερα, το Εφετείο με βάση τις ως άνω παραδοχές έκρινε: 1) Ότι στις 29-9-2016 απεβίωσε στην Αθήνα ο γεννηθείς στις 10-6-1932 Π. Φ. του Α. και Γ., κάτοικος εν ζωή ... του Δήμου ... - ... του Νομού ..., με αιτία θανάτου εισρόφηση - καρδιοαναπνευστική ανακοπή, και κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγό του, πρώτη αναιρεσείουσα, και τα τέκνα του, δεύτερο αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο. 2) Ότι από το έτος 2014, ο αποβιώσας είχε εμφανίσει συμπτώματα άνοιας, στις 17-6-2014 διαπιστώθηκε ότι πάσχει από άνοια ήπιας μορφής, στις 30-9-2014 διαπιστώθηκε ότι η άνοιά του έχει επιδεινωθεί και, συγκεκριμένα, ανήλθε στο "στάδιο 2", στις 30-6-2015 διαπιστώθηκε ότι η άνοιά του έχει επιδεινωθεί και, συγκεκριμένα, έχει ανέλθει στο "στάδιο 4", με έλλειμμα στην πρόσφατη μνήμη και βραδύτητα ως προς την κατανόηση και σταδιακή έκπτωση της λειτουργικότητάς του εδώ και ένα έτος, και στις 15-12-2015 διαπιστώθηκε ότι η άνοιά του έχει σταθεροποιηθεί στο "στάδιο 4" με άτυπη κατάθλιψη, με φαρμακευτική αγωγή "έναρξη σιταλοπράμης 20 mg και αύξηση της δονεπιζήλης στα 10 mg". 3) Ότι η επίδικη δημόσια διαθήκη είναι άκυρη, καθόσον ο αποβιώσας, κατά το χρόνο σύνταξης της ανωτέρω επίδικης διαθήκης, ήτοι στις 7-9-2015, έπασχε από άνοια τύπου Alzheimer, η οποία α) τον καθιστούσε ανίκανο να έχει πλήρη συνείδηση των πράξεών του, με ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του, με λογικούς υπολογισμούς, για να συντάξει την επίδικη διαθήκη και, επιπλέον, β) του είχε μειώσει σημαντικά την ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, με συνέπεια ο παραπάνω διαθέτης, στις 07-09-2015, να μην έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης και να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεών της. [2] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της ένδικης, με αριθμ. 4830/7-09-2015, δημόσιας διαθήκης, δεν παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 131 παρ. 1, 1719 αρ. 3, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση με τα άρθρα 16 και 30 του ν. 2447/1996, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Επομένως, ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, είναι απαράδεκτες, λόγω αλυσιτέλειας, οι από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, με τον αυτό παραπάνω λόγο, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη για ευθεία παράβαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, επικαλούμενοι τις παραδοχές αυτής:
α) ότι ο διαθέτης στις 24-07-2015 είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, διέθετε δηλαδή διαύγεια πνεύματος, η οποία του επέτρεψε να συνάπτει εγκύρως κάθε είδους δικαιοπραξίες, μεταξύ των οποίων και η υπογραφή συμβολαίου, για σύσταση γονικής παροχής, με την οποία ο μετέπειτα αποβιώσας μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον αναιρεσίβλητο την κυριότητα των αναφερόμενων σ' αυτήν δύο ακινήτων, διότι είναι πλεοναστική, καθόσον δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης η εγκυρότητα ή ακυρότητα της καταρτισθείσας στις 24-07-2015 σύμβασης γονικής παροχής, και δεν στηρίζει αυτοτελώς το καταληκτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πόρισμα, διότι η διανοητική κατάσταση του διαθέτη σε προγενέστερο του επίδικου, στις 07-09-2015, χρόνου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη υπόθεση, β) ότι από 30-6-2015 μέχρι, τουλάχιστον, την 15-12-2015, η κατάσταση της υγείας του διαθέτη, παρουσίαζε σταθερότητα και ότι, συνεπώς, αυτή ήταν η ίδια, κατά την σύνταξη της επίμαχης διαθήκης (7-9-2015) με την πνευματική κατάσταση, στην οποία βρισκόταν κατά την 24-7-2015, οπότε και συντάχθηκε το, κατά τα άνω, συμβόλαιο γονικής παροχής, διότι αποτελεί επιχείρημα των αναιρεσειόντων που συνήγαγαν από την πλεοναστική και μη παράγουσα δεδικασμένο κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί ικανότητάς του, σε προγενέστερο χρόνο, για σύνταξη της σύμβασης μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, λόγω γονικής παροχής, γ) ότι κατά τον Μάιο του έτους 2016 ο διαθέτης ήταν σε θέση να συντάσσει εγκύρως δικαιοπραξίες, μεταξύ των οποίων και η παροχή ειδικού πληρεξουσίου, για αποποίηση, λόγω χρεών, της επαχθείσης κληρονομιάς τους αδελφού του διαθέτη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή εγκυρότητας του επικαλούμενου ειδικού πληρεξουσίου αποποίησης κληρονομίας, αλλά διαλαμβάνεται ότι έσφαλλε η εκκαλούμενη απόφαση κρίνοντας: 1) ότι στις, 07-09-2015, ο διαθέτης βρισκόταν σε αρχικό στάδιο άνοιας που δεν περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και 2) ότι η ελευθερία της κρίσης του διαθέτη επιβεβαιώνεται από τη σύνταξη του επικαλούμενου ειδικού πληρεξουσίου, και δ) σύμφωνα με τις ιατρικές εκθέσεις, ο διαθέτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, τον προγενέστερο και μετέπειτα, τουλάχιστον δε μέχρι την 15-12-2015, χρόνο παρουσίαζε απλά έλλειμμα στην πρόσφατη μνήμη και βραδύτητα, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στήριξε το καταληκτικό της συμπέρασμα στην επικαλούμενη παραδοχή, αλλά στην ανικανότητα του διαθέτη, στις 07-09-2015, να συντάξει διαθήκη, επειδή έπασχε από άνοια τύπου Alzheimer, η οποία α) τον καθιστούσε ανίκανο να έχει πλήρη συνείδηση των πράξεών του, με ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του, με λογικούς υπολογισμούς, για να συντάξει την επίδικη διαθήκη και, επιπλέον, β) του είχε μειώσει σημαντικά την ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, με συνέπεια ο παραπάνω διαθέτης, στις 07-09-2015, να μην έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης και να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεών της.
Περαιτέρω, οι αυτές παραπάνω αιτιάσεις (με στοιχείο α, β, γ, δ), με τις οποίες οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, με τον από τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, για ευθεία παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, επικαλούμενοι ότι ορθώς εφαρμοζόμενα τα διδάγματα της κοινής πείρας θα έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο ότι ο διαθέτης Π.
Φ., κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης είχε πλήρη πνευματική διαύγεια και ήταν, συνεπώς, σε θέση να συντάξει αυτήν, γνωρίζοντας απολύτως το τι ακριβώς έκανε, χωρίς στην εν λόγω ενέργεια να προβεί υπό την επήρεια ασθένειας, που επηρέαζε τη λειτουργικότητα της σκέψης και του νου του, είναι απαράδεκτος:
α) λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα διδάγματα κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο ουσίας ή που χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, β) διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορούν τη χρήση αυτών στην ερμηνεία των επικαλούμενων κανόνων δικαίου (131 παρ. 1 και 1719 αρ. 3 ΑΚ) ούτε την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης, και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, αλλά στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ο από τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, με εφαρμογή ανύπαρκτων διδαγμάτων κοινής πείρας, με τα οποία έκρινε ότι ο διαθέτης, ευρισκόμενος στο "στάδιο 4" της άνοιας έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, στις 24-07-2015, για κατάρτιση έγκυρης μεταβίβασης κυριότητας δύο ακινήτων στον αναιρεσίβλητο, και συνεπώς, και σύνταξης έγκυρης δημόσιας διαθήκης, και, μετά από 1,5 μήνα, από τότε που προέβη σε συνθετότερη της δημόσιας διαθήκης πράξη της γονικής παροχής, και, συγκεκριμένα, στις 07-09-2015, ενώ εξακολουθεί τα τελεί στο αυτό "στάδιο 4" της άνοιας, απώλεσε την ικανότητα αυτή, και ενώ δεν είχε ανέβει "στάδιο" άνοιας, ούτε από καμία διάγνωση, εξέταση ή κλινική του εικόνα προέκυπτε οποιαδήποτε διαφορά, στην κατάστασή του, είναι απαράδεκτος, λόγω αλυσιτέλειας, διότι κρίσιμος χρόνος ελέγχου της πνευματικής διαύγειας είναι η 07-09-2015 και όχι σε προγενέστερο χρόνο, για τον οποίο με πλεοναστική και μη δεσμευτική αιτιολογία ιστορικά και διηγηματικά διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν ικανός στις 24-07-2015 να καταρτίσει σύμβαση γονικής παροχής.
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για πλημμέλειες από πλεοναστική και διηγηματική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 65/2023, ΑΠ 831/2021).
[3] Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ότι, ο, γεννηθείς στις 10-06-1932, διαθέτης, Π. Φ. του Α., σύζυγος της πρώτης αναιρεσείουσας και πατέρας του δεύτερου αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου, κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης δημόσιας διαθήκης, στις 7-09-2015, έπασχε από άνοια τύπου Alzheimer, η οποία α) τον καθιστούσε ανίκανο να έχει πλήρη συνείδηση των πράξεών του, με ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του, με λογικούς υπολογισμούς, για να συντάξει την παραπάνω διαθήκη και, επιπλέον, και β) του είχε μειώσει σημαντικά την ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, με αποτέλεσμα, στις 07-09-2015, να μην έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης και να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεών της, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που δικαιολογούν την ακυρότητα της διαθήκης.
Επομένως, οι, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αυτή από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ειδικότερα:
Α. με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης: α) με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι στις 07-09-2015 ο διαθέτης Π. Φ., απώλεσε την ικανότητα να συντάξει την ένδικη δημόσια διαθήκη, λόγω άνοιας τύπου Alzheimer, μέσα στο διάστημα του 1,5 μήνα, από την 24-07-2015, οπότε ο διαθέτης κατάρτισε έγκυρη σύμβαση γονικής παροχής υπέρ του αναιρεσιβλήτου και άρα ήταν ικανός να συντάξει και δημόσια διαθήκη, και, τούτο, διότι κανείς από τους νευρολόγους, ψυχολόγους και μάρτυρες δεν είχε κληθεί να απαντήσει και ούτε από μόνος του κανείς από αυτούς είχε θεωρήσει ότι έπρεπε να απαντήσει ή απάντησε ή έστω υπαινικτικά τοποθετήθηκε ή ανέφερε έστω εμμέσως, το παραμικρό περί του ότι γιατί αυτός που στις 24-07-2015 ήταν ικανός να συντάξει γονική παροχή και δημόσια διαθήκη είχε στις 07-09-2015 απωλέσει την ικανότητα αυτή, έχοντας ουσιαστικά καταρρεύσει από άποψη γνωστικής λειτουργίας, β) με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι ενώ στις 24-07-2015, ο διαθέτης ήταν ικανός να συντάξει και δημόσια διαθήκη, στη συνέχεια δέχθηκε ότι στις 07-09-2015 δεν ήταν ικανός να συντάξει την ένδικη δημόσια διαθήκη, χωρίς στο μεταξύ να συμβεί κάτι το τόσο "τρομερό", ώστε μέσα στο παραπάνω πολύ μικρό χρονικό διάστημα ο διαθέτης να καταρρεύσει διανοητικά, Β.
με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, α) με ανεπαρκείς αιτιολογίες: 1) διότι το περιεχόμενο της διαθήκης δεν είναι παράλογο και μη ανταποκρινόμενο στο σύνηθες ανθρώπινο βίο, είναι λογικό ότι ο διαθέτης εγκαθιστά κληρονόμους τη νόμιμη σύζυγό του, και το ένα από τα δύο τέκνα τους, μη εγκαθιστώντας το άλλο τέκνο του (αναιρεσίβλητο) όχι διότι δεν επιθυμούσε να συμβάλλει στην οικονομική του αυτοτέλεια, αλλά γιατί είχε ήδη μεριμνήσει για την οικονομική του αυτοτέλεια, με την παροχή γονικής μέριμνας δύο αστικών ακινήτων, και ούτε η αξία των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων είναι υπέρτερη και αν ήταν θα επικαλούνταν την προστασία των διατάξεων του άρθρου 1825 επ.
ΑΚ, περί μεριδούχων, 2) διότι από μόνο το περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει ότι είχε πλήρη και καθαρή βούληση διότι πριν από 1,5 μήνα είχε μεριμνήσει, με τη συμβ/φική γονική μέριμνα, για την περιουσιακή αυτοτέλεια του αναιρεσιβλήτου, και 3) δεν διαλαμβάνονται περιστατικά τα οποία συντέλεσαν στην ραγδαία επιδείνωση της άνοιας του διαθέτη, και β) με αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο διαθέτης, στις 24-07-2015, όταν και συντάχθηκε το με αριθμ. 5426/24-07-2015 συμβόλαιο γονικής παροχής, με το οποίο ο μετέπειτα διαθέτης μεταβίβασε στον αναιρεσίβλητο - υιό του, την κυριότητα δύο ακινήτων βρισκόταν σε κατάσταση ήπιας γνωστικής έκπτωσης, η οποία του επέτρεπε την πραγματοποίηση της εν λόγω δικαιοπραξίας, στη συνέχεια δέχεται ότι 1,5 μήνα αργότερα, στις 07-09-2015 ο διαθέτης βρισκόταν σε τέτοια νοητική κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να συντάξει διαθήκη, χωρίς να επικαλείται τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, που επέφερε την, κατά τις παραδοχές, επιδείνωση της γνωστικής έκπτωσης του αποβιώσαντος και εξέλιξης σε άνοια τύπου Alzheimer, με αποτέλεσμα η αντίληψή του να είναι σαφώς μειωμένη για να συντάξει διαθήκη, διότι με την πάροδο του χρόνου, αλλά και με την αύξηση της ηλικίας, η άνοια συνεχώς επιδεινώνεται και καθίσταται μη αναστρέψιμη, είναι απαράδεκτοι, λόγω αλυσιτέλειας.
Και, τούτο, διότι: 1) στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και ειδικότερα, σε πλεοναστική αιτιολογία ικανότητας του μετέπειτα διαθέτη να συντάξει τη σύμβαση γονικής παροχής, αφού δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, ούτε αναγκαία προϋπόθεση της ένδικης δίκης, η ικανότητα ή μη αυτού, στις 24-07-2015, ήτοι δεν είναι διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου για την ανικανότητα αυτού, στις 07-09-2015, αλλά αναφέρεται ιστορικά και διηγηματικά, 2) η ικανότητα ή μη του διαθέτη σε προγενέστερο του κρίσιμου χρόνο, δεν ασκεί έννομη επιρροή για την εγκυρότητα ή μη της ένδικης διαθήκης, 3) αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτών, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1684/2022, ΑΠ 1554/2022).
Περαιτέρω, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες, και χωρίς να αναφέρει ποια είναι αυτά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στα οποία ουσιαστικά και μόνο στηρίχθηκε η παραδοχή αυτής ότι από την 24-07-2015, οπότε κατάρτισε έγκυρη σύμβαση γονικής παροχής, μέχρι την 07-09-2015, ήτοι μέσα 1,5 μήνα κατέστη ανίκανος πνευματικά ώστε να αδυνατεί να προβεί στην κατάρτιση της συγκεκριμένης απόδειξης, είναι απαράδεκτος, 1) διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις αναφέρονται στα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμεύουν για την κατά τα ανωτέρω εξακρίβωση της βασιμότητας των αποδεικτέων πραγματικών γεγονότων και 2) στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και ειδικότερα, σε πλεοναστική αιτιολογία, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, ούτε αναγκαία προϋπόθεση της ένδικης δίκης, ούτε στηρίζει αυτοτελώς την καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι δέχθηκε ακυρότητα, κατ' άρθρο 131 παρ. 1 και 1719 αρ. 3 ΑΚ, της ένδικης διαθήκης: Α. με ανεπαρκείς αιτιολογίες: 1) διότι το περιεχόμενο της διαθήκης δεν είναι παράλογο και μη ανταποκρινόμενο στο σύνηθες ανθρώπινο βίο, είναι λογικό ότι ο διαθέτης εγκαθιστά κληρονόμους τη νόμιμη σύζυγό του, και το ένα από τα δύο τέκνα τους, μη εγκαθιστώντας το άλλο τέκνο του (αναιρεσίβλητο) όχι διότι δεν επιθυμούσε να συμβάλλει στην οικονομική του αυτοτέλεια, αλλά γιατί είχε ήδη μεριμνήσει για την οικονομική του αυτοτέλεια, με την παροχή γονικής μέριμνας δύο αστικών ακινήτων, και ούτε η αξία των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων είναι υπέρτερη και αν ήταν θα επικαλούνταν την προστασία των διατάξεων του άρθρου 1825 επ.
ΑΚ, περί μεριδούχων, 2) διότι από μόνο το περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει ότι είχε πλήρη και καθαρή βούληση διότι πριν από 1,5 μήνα είχε μεριμνήσει, με τη συμβ/φική γονική μέριμνα, για την περιουσιακή αυτοτέλεια του αναιρεσιβλήτου, Β. με αντιφατικές αιτιολογίες: α) ενώ δέχεται ότι ο διαθέτης, στις 24-07-2015, όταν και συντάχθηκε το με αριθμ. 5426/24-07-2015 συμβόλαιο γονικής παροχής, με το οποίο, ο μετέπειτα διαθέτης, μεταβίβασε στον αναιρεσίβλητο - υιό του, την κυριότητα δύο ακινήτων βρισκόταν σε κατάσταση ήπιας γνωστικής έκπτωσης, η οποία του επέτρεπε την πραγματοποίηση της εν λόγω δικαιοπραξίας, στη συνέχεια δέχεται ότι 1,5 μήνα αργότερα, στις 07-09-2015, ο διαθέτης βρισκόταν σε τέτοια νοητική κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να συντάξει διαθήκη, χωρίς να επικαλείται κάποιο σπουδαίο λόγο που να επέφερε την κατά τις παραδοχές επιδείνωση της γνωστικής έκπτωσης του αποβιώσαντος και εξέλιξης σε άνοια τύπου Alzheimer, με αποτέλεσμα η αντίληψή του να είναι σαφώς μειωμένη για να συντάξει διαθήκη, διότι με την πάροδο του χρόνου, αλλά και με την αύξηση της ηλικίας, η άνοια συνεχώς επιδεινώνεται και καθίσταται μη αναστρέψιμη, είναι απαράδεκτοι, λόγω αλυσιτέλειας.
Και, τούτο, διότι αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για την υποστήριξη των αντίθετων απόψεών τους, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ υπό την επίφαση του ανωτέρω λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσία της υπόθεσης. [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 1597/2018).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1144/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες χωρίς να αναφέρει σ' αυτήν καθόλου αποδεικτικά μέσα. IV. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και, τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν λόγω της εξ αίματος συγγένειας:
πρώτου βαθμού της πρώτης αναιρεσείουσας με τον αναιρεσίβλητο και δευτέρου βαθμού του δεύτερου αναιρεσείοντος με τον αναιρεσίβλητο (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-03-2022 αίτηση αναίρεσης της 1) Μ. χας Π. Φ., και 2) Ι. Φ. του Π. κατά της με αριθμ. 169/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ