Legislator Case Law & Legislation
362/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce property division, ruling lower court correctly applied statutory presumptions of contribution.

Case Number 362/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court judgment regarding post-divorce property division. The appellant argued the lower court erred in rejecting her claim of a one-third statutory contribution to the deceased husband's wealth increase. The court found the First Instance Court's reasoning sufficient, noting the appellant failed to prove her services exceeded the legal obligation for family needs. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1400, 1389, 1390 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The statutory presumption of a one-third contribution to marital wealth increase applies unless proven otherwise, and family service obligations do not constitute additional contributory value.

Keywords

AI generated
marital property division statutory contribution presumption divorce asset allocation family service valuation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 paragraph 1 of the Civil Code
Article 1389 of the Civil Code
Article 1390 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 362 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 362/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα - Τζαβέλλα Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Β. του Π., χήρας Ι. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ευθυμίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραμπάτσα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 694/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 513/2019 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 12.07.2020 και με αριθμ. κατάθεσης 34/17.07.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 513/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και έκανε δεκτές, κατά τύπους και κατ' ουσίαν, αμφότερες τις ασκηθείσες από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις κατά της 694/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, επαναδικάζοντας την από 11.03.2015 (με αριθμό κατάθεσης 283/13.03.2015) αγωγή, δέχτηκε κατά ένα μέρος αυτήν υποχρεώνοντας τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 5.871,94 ευρώ, ως συμμετοχή της στα αποκτήματα, κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον αποβιώσαντα ήδη σύζυγό της και πατέρα του εναγομένου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ "Aν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή... Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες". Ο λόγος είναι προφανής, αφού στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου.

Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διάταξης, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1357/2015). Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 2120/2017).

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1566/2017, ΑΠ 1274/2007).

Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος (ΑΠ 804/2020, ΑΠ ...8/2017). Επίσης, ο εναγόμενος στη σχετική αγωγή του δικαιούχου συζύγου για αξίωση συμμετοχής του στα αποκτήματα του άλλου, μπορεί κατ' ένσταση, να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 2042/2013).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 138 του ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, αλλά όμως δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 437/2001, ΑΠ 1162/2000, ΑΠ 874/1996), ενώ την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας μπορεί να επικαλεσθεί αυτός που έκανε τη δήλωση ή οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, οι δανειστές του και, γενικά, κάθε τρίτος μη συμβαλλόμενος, όταν έχει έννομο συμφέρον, το οποίο μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και γενικά υπάρχει, όταν από την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη σχέση του και κίνδυνος για τα συμφέροντά του, είτε άμεσος, είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μέλλοντος περιστατικού, την αποτροπή του οποίου εξασφαλίζει η αιτούμενη αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 382/2009, ΑΠ 74/2006, ΑΠ 441/1962).

Εξάλλου, η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφεαυτής και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του ισχυρισμού περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας, αντιστοίχως δε και για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης, που την καταφάσκει, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήσαν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, σύμφωνα με την έννοιά της θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον (ΑΠ 614/2016, ΑΠ 1659/2006, ΑΠ 1169/2013).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πωλήσεως είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η δε έλλειψη και ενός από τα στοιχεία αυτά καθιστά άκυρη την πώληση. Το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος, πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η περί αυτού συμφωνία να είναι ειλικρινής και σπουδαία, διότι ναι μεν η μη καταβολή του δεν επηρεάζει το κύρος της συμβάσεως, αφού η ενοχή προς καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή κατ' άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, εάν όμως η συμφωνία που το αφορά έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, υπάρχει εικονικότης κατά την έννοια του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 2120/2017), ενώ είναι δυνατόν υπό την εικονική πώληση να καλύπτεται σύμβαση δωρεάς, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη (ΑΠ 500/2019).

Τέλος από τις διατάξεις του 562 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 119/2017, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014).

Εάν τα ανωτέρω δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και κατά συνέπεια απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 132/2016). Περαιτέρω, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ή ένστασης, ως προς την έκθεση σ` αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή ή ένσταση λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμου βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα που καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

Για να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμός του εναγομένου ή ενάγοντος, αντίστοιχα, πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου η εις βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με λόγο έφεσης του ενάγοντος προς απόκρουση ένστασης του εναγομένου, που κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με τις προτάσεις τους ως εφεσίβλητων προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου τους.

Για το παραδεκτό δε του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή ή ένσταση είναι αόριστη, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο (ΟλΑΠ 15/2000,ΑΠ 804/2020).

Τέλος,ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.ΑΠ 469/1984, 1044/1992), όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και γενικότερα οι ισχυρισμοί τους που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως(ΑΠ 2219/2014,ΑΠ 1542/2008), ενώ δεν ιδρύει το λόγο αυτό η έκθεση στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιστατικών εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού της(ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1851/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το πρώτο λόγο αναίρεσης ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, επικαλούμενη παραβίαση από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στο Εφετείο την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε, ως αόριστη, την ένσταση εικονικότητας, που προέβαλε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, συγκληρονόμος της, προς απόκρουση της αγωγής της αξίωσης συμμετοχής της στα αποκτήματα του αποβιώσαντος ήδη συζύγου της, και που αφορούσε την απόκτηση εκ μέρους του αποβιώσαντος συζύγου της,ενόσω ζούσε και κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με αγοραπωλησία από τους γονείς του του με αριθμ.

κυκλοφορίας ... αστικού λεωφορείου, προβάλλοντας ότι δεν διέλαβε για το ορισμένο αυτής το χρόνο κατάρτισης της επίδικης αγοραπωλησίας και με ποιον συμβληθέντα γονέα, αν συνομολογήθηκε για την πώληση αυτή τίμημα και αν καταβλήθηκε ή όχι τέτοιο, αν υπήρχε γνώση της εικονικότητας από το θανόντα σύζυγο καθώς και συμφωνία μεταξύ του ίδιου και του δωρητή γονέα κατά το χρόνο κατάρτισης ότι η σύμβαση πώλησης που συνήφθη δεν παράγει έννομες συνέπειες και αν υπήρχε πρόθεση εκ μέρους των συμβαλλομένων στην επίμαχη πώληση να ισχύσει αυτή ως δωρεά του προαναφερομένου λεωφορείου.

Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση (561 παρ.2 ΚΠολΔ) του περιεχομένου του αναιρετηρίου προκύπτει ότι δεν αναφέρεται σ' αυτό ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της εν λόγω ένστασης του αναιρεσιβλήτου είχαν προβληθεί στα δικαστήρια της ουσίας, αλλ'ούτε και καθορίζεται ο τρόπος που οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν νομίμως στο δευτεροβάθμιο.

Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, οι λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, και δη των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και της με αρ.

καταθ. 20.2018 έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης και των κοινών προτάσεών του ως εκκαλούντος και εφεσιβλήτου ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού σαφώς προκύπτει ότι αυτός εξέθετε ότι όλη η περιουσία που είχε αποκτήσει ο εκλιπών πατέρας του, Ι.

Λ. και σύζυγος εν ζωή της αναιρεσείουσας, ήταν δωρεά των γονέων του. Ότι μεταξύ των περιουσιακών του στοιχείων ήταν και το ποσοστό του 33% επί του ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... αστικού λεωφορείου, που είχε στο όνομά του ο πατέρας του, και το οποίο του είχε παραχωρήσει, δωρεάν, χωρίς κάποιο, οικονομικό αντάλλαγμα όταν συνταξιοδοτήθηκε το 1995 και ενώ εργαζόταν ήδη σε αυτό, και ότι η αξία του μερίσματος ανερχόταν σε 20.000 ευρώ ανά εκατοστό, δηλαδή 666.600 ευρώ, η επίμαχη δε σύμβαση πώλησης του λεωφορείου τούτου, για την οποία διατείνεται η αναιρεσείουσα, ήταν στην πραγματικότητα εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά.

Περαιτέρω, όμως, ισχυρίστηκε ότι, σε κάθε περίπτωση,το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο δεν υφίστατο κατά τον κρίσιμο χρόνο της αποτίμησης της τελικής περιουσίας του υπόχρεου και ήδη αποβιώσαντος συζύγου της αντιδίκου του, καθώς αυτό, ήδη από τις 15-7-2004, είχε αντικατασταθεί από τον κάτοχό του, ο οποίος με τους λοιπούς συγκυρίους, ήτοι τους Α.

Σ. και τον Α. Β. σε ποσοστά 33,33% και 33,33% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, προέβησαν στην αγορά του επίδικου αστικού λεωφορείου με αριθμ. κυκλοφ. ..., το οποίο περιλαμβάνεται στην αγωγή και του οποίου το ποσοστό των 30% εξ αδιαιρέτου απέκτησαν οι διάδικοι, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι, μετά την 18-4-2014 και την αποδοχή εκ μέρους τους της κληρονομίας του αποβιώσαντος, κατά ποσοστό 3/4 (άλλως75%) ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, και κατά ποσοστό 1/4(άλλως 25%) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αποτελεί δε αυτό απόκτημα γάμου, για το οποίο με την ένδικη αγωγή της η τελευταία αξιώνει, λόγω της επικαλούμενης συμβολής της στην κτήση του, κατά μεγαλύτερο ποσοστό και δη κατά το 75% επί του ανωτέρω ποσοστού 30% εξ αδιαιρέτου του δικαιούχου και ήδη αποβιώσαντος συζύγου της επί της αξίας του άνω λεωφορείου μετά της αδείας κυκλοφορίας και εκμετάλλευσης αυτού, και, μετ' αφαίρεση του κληρονομηθέντος μεριδίου του 22,5% του αναιρεσιβλήτου συγκληρονόμου της, να της μεταβιβάσει ο τελευταίος το 7,5% εξ αδιαιρέτου του μεριδίου του(1/3 Χ 22,5%) και, επικουρικά, το 5,63% εξ αδιαιρέτου του μεριδίου του(25% Χ 22,5%), άλλως και όλως, επικουρικώς, μετ'αποτίμηση σε χρήμα της αξίας του ανερχομένης στο ποσό των 360.000 ευρώ, το μερίδιό της επί του ποσού αυτού κατά το ποσοστό του 1/3 ή 33,33%, άλλως κατά το ποσοστό του 25%.

Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως ορισμένη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του ήδη αναιρεσίβλητου, ότι η κτήση από τον θανόντα υπόχρεο σύζυγο της αναιρεσείουσας του παλαιού με αριθμ. κυκλοφ. ... αστικού λεωφορείου, που αντικαταστάθηκε από το επίδικο με αριθμ. κυκλοφορίας ...

λεωφορείο, προήλθε από υποκρυπτόμενη, από εικονική σύμβαση πώλησης, δωρεά του πατέρα του προς αυτόν, δεν υπέπεσε στην κατά τα ανωτέρω αποδιδόμενη σ' αυτό πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, περί μη κήρυξης, παρά το νόμο, απαράδεκτον, αλλ' ούτε και στην εκ του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, περί μη λήψης υπόψη του, παρά το νόμο, πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν νομίμως και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως εκ τούτου, ο σχετικός προβαλλόμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του(ΑΠ 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση(ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής(ΑΠ ...3/2019).

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν(ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1280/2014).

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/2014, ΑΠ566/2014). Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου(ΑΠ 1550/2018).

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση(ΑΠ 492/2017,ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 438/2007), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής(ΑΠ 566/2014).

Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδαφ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 566/2014, ΑΠ 193/2010).

Επίσης, ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί κατ' ένσταση να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 2042/2013).

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε, δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ' επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεσθεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3 (ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1978/2014, ΑΠ 193/2010). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138, 180 και 513 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση σύμβασης πωλήσεως, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βουλήσεως του πωλητή και του αγοραστή ήταν εικονικές (υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις),η σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη λόγω της εικονικότητας, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη.

Δεν είναι δε ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου. Καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης συμβάσεως πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ` άλλο τρόπο.

Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της υπάρξεως συναλλακτικής προθέσεως των συμβαλλομένων μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πωλήσεως είναι ή δεν είναι εικονική από το γεγονός της καταβολής ή μη του τιμήματος (ΑΠ 304/2016,ΑΠ 1153/2011).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ο Ι. Λ., πατέρας του εναγομένου, ετέλεσαν νόμιμο γάμο, πρώτο για εκείνη και δεύτερο για τον τελευταίο, στις 5-7-1987.

Από το γάμο τους αυτό δεν απέκτησαν τέκνα, ωστόσο ο Ι. Λ. είχε αποκτήσει από τον πρώτο του γάμο με την Ι. Ρ. ένα τέκνο, τον εναγόμενο ως προεκτέθηκε, ο οποίος γεννήθηκε στις 31-3-1978. Ο τελευταίος, μετά τη διάσταση των γονέων του... διέμενε με την μητέρα του... Ο πατέρας του κατέβαλε ως διατροφή του το ποσό των 5.500 δρχ.

μηνιαίως... Η έγγαμη συμβίωση της ενάγουσας με τον Ι. Λ. διήρκεσε μέχρι την 18-12-2013, όταν και απεβίωσε τούτος... οπότε ο μεταξύ τους γάμος θεωρείται λυθείς... Κατά τον χρόνο του θανάτου, ο Ι. Λ. άφησε τους διαδίκους μοναδικούς κληρονόμους εξ αδιαθέτου, ήτοι την ενάγουσα σε ποσοστό 1/4 ή 25% και τον εναγόμενο σε ποσοστό 3/4 ή 75%, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία, δια της παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης.

Κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα ο Ι. Λ. απασχολούνταν ως έμπορος, συνεκμεταλλευόμενος με τη νύφη του (σύζυγο του αδελφού του), πρατήριο υγρών καυσίμων από το έτος 1985 επί της οδού ... στη ..., καθώς και σε δεύτερη απασχόληση, ως οδηγός σε αστικό λεωφορείο του πατρός του... Μετά το γάμο του με την ενάγουσα εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου πολυώροφης οικοδομής επί της ..., που τους παραχώρησαν οι γονείς του, στο ισόγειο της οποίας διέμεναν οι ίδιοι, στο δε πρώτο όροφο ο αδελφός του Ν.

Λ.... Περαιτέρω κατά τη διάρκεια του γάμου, μεταξύ Ιουλίου 1987 και Δεκεμβρίου 2013, η περιουσία του αποβιώσαντος συζύγου αυξήθηκε και κατά τα εξής περιουσιακά στοιχεία:Α)Στις 15-7-2004 ο Ι. Λ., από κοινού με τους συγκυρίους Α. Σ. και Α. Β., κατέστη λόγω αγοράς συγκύριος ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...

αστικού λεωφορείου δημοσίας χρήσεως, μάρκας MERCEDES CITARO.... Το μέρος του τιμήματος, που αναλογεί στο μερίδιο του αποβιώσαντος, ανήλθε στο ποσό των 77.872 ευρώ(233.640 ευρώ το συνολικό τίμημα Χ 33,33%), σύμφωνα με το από 15-7-2004 συμφωνητικό.Από την υπ' αριθμ. πρωτ. 4005/Φ8/23.10.2014 βεβαίωση του Αστικού ΚΤΕΛ ... αποδεικνύεται ότι για το τίμημα αγοράς του μεριδίου του λεωφορείου, οι τρεις αγοραστές επιδοτήθηκαν επί της ανερχομένης σε 198.000 ευρώ καθαρής αξίας του καινούργιου οχήματος, κατά 10% από την εταιρεία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΛΑΡΙΣΑΣ Α.Ε." και κατά 30% από το κράτος, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

Συγκεκριμένα ο αποθανών έλαβε, για το μέρος του τιμήματος που του αναλογούσε, συνολική επιδότηση ποσού 26.397,36 ευρώ και επιβαρύνθηκε κατά το υπόλοιπο ποσό των 51.474,64 ευρώ. Το καινούργιο αστικό λεωφορείο αντικατέστησε παλαιότερο του αυτού τύπου λεωφορείο με αριθμό κυκλοφορίας ... , επί του οποίου ο Ι. Λ. είχε αποκτήσει ποσοστό 33,33% με την από 10-5-1995 σύμβαση πώλησης από τον πατέρα του, Π.

Λ.. Στην πραγματικότητα, η σύμβαση εκείνη ήταν εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά, εν γνώσει των συναλλασσομένων, το μόνο ποσό δε που πράγματι κατέβαλε ο Ι. Λ. στον πατέρα του, ήταν 2.000.000 δραχμές ή 5.869,41 ευρώ, προερχόμενα όπως αποδείχθηκε αποκλειστικά από δικά του χρήματα και άνευ οιασδήποτε συμβολής της ενάγουσας.

Λίγο μετά την απόκτηση του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... λεωφορείου, ο Ι. Λ. μεταβίβασε στον Κ. Τ. ποσοστό 3,33% εκ του ανωτέρω οχήματος, αντί τιμήματος 35.000 ευρώ, δυνάμει του από 19-4-2005 συμφωνητικού. Από το βιβλίο μετοχών της ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΛΑΡΙΣΑΣ Α.Ε. αποδεικνύεται ότι το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας 30% που απέμεινε στον Ι.

Λ. κατά τη λύση του γάμου λόγω θανάτου και αποτελεί την τελική επαύξηση της περιουσίας του, αντιστοιχεί σε 30 μετοχές, των οποίων η αξία κατά τους κρίσιμους χρόνους γέννησης της αξίωσης(Δεκέμβριος 2013) και υπολογισμού αυτής(άσκηση της αγωγής και συζήτηση στο ακροατήριο),ανέρχεται στις 10.000 ευρώ ανά μετοχή...

και συνολικώς στο ποσό των ....000 ευρώ... Επειδή δε το δεύτερο αστικό, αντικατέστησε το πρώτο, που ήταν απόκτημα με δωρεά... δεν θα ληφθεί υπόψη η αξία του μαζί με τις μετοχές και την άδεια που διέθετε το πρώτο λεωφορείο ενταγμένο στο ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΛΑΡΙΣΑΣ Α.Ε., αλλά η αξία του ως γυμνό "σκάφος", στην οποία ανερχόταν το περιουσιακό αυτό στοιχείο που απέκτησε ο Ι.

Λ. το έτος 2005, καταβάλλοντας το ποσό των 51.474,64 ευρώ και μόνο, προερχόμενο από τα οικογενειακά έσοδα με βάση τα εκτιθέμενα παρακάτω. Η αξία του δε (του 1/3) κατά τους ανωτέρω κρίσιμους χρόνους κρίνεται ότι δεν υπερέβαινε το άνωθεν ποσό των 51.474,64 ευρώ... από την εκμετάλλευσή του ουδόλως επαυξήθηκε η περιουσία του υποχρέου συζύγου, παρά της ενάγουσας και μόνο, η οποία απέκτησε παραθαλάσσιο αγροτεμάχιο και ιχε αυτοκίνητο, ως θα εκτεθεί ειδικότερα κατωτέρω, οπότε τα εισοδήματα της ενάγουσας και του συζύγου της, συμπεριλαμβανομένων και των μερισμάτων που απέδιδε το ως άνω δημοσίας χρήσης όχημα, είτε δαπανήθηκαν για την κάλυψη προσωπικών αναγκών και απολαύσεων του ζευγαριού, είτε αποτέλεσαν προϊόν αποταμίευσης των οποίων γνώση μόνο η ενάγουσα μπορεί να έχει.

Επιπροσθέτως εφόσον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε οικονομικά στην απόκτηση των μετοχών, δεν δικαιούται να αιτείται συμμετοχή της επί της αξίας τους. Β)Στις 30-6-2005 ο αποθανών σύζυγος αγόρασε αντί τιμήματος 49.850,00 ευρώ, το υπ' αριθμ. ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ...

κυβισμού 1796 cc. Λόγω παλαιότητας και έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος για αυτοκίνητα τέτοιου κυβισμού, η αξία του αυτοκινήτου κατά τους ανωτέρω κρίσιμους χρόνους μειώθηκε στις 20.000 ευρώ. Άλλα αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία δεν περιελάμβανε η περιουσία του αποθανόντος συζύγου κατά τον χρόνο θανάτου...

Η αξία της τελικής περιουσία του υπόχρεου συζύγου ανήλθε στο συνολικό ποσό των 71.474,64 ευρώ. Από αυτή πρέπει, κατά παραδοχή ως μερικώς βάσιμης της ένστασης του εναγομένου, ο οποίος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας του άφησε χρέη ύψους άνω των 65.000 ευρώ, να αφαιρεθούν τα χρέη του αποβιώσαντος, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας του εναγομένου και μόνο...

διότι αυτά ελαττώνουν την τελική περιουσία κατά τον κρίσιμο χρόνο θανάτου του Ι. Λ.. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο θανάτου(18-12-2013), υπήρχαν οφειλές ποσού 11.931,42 ευρώ προς τον Ο.Α.Ε.Ε. από εισφορές των περιόδων Μαΐου-Νοεμβρίου 1995 και Μαΐου-Δεκεμβρίου 2013..., ποσού 19.248,01 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ.

για φόρο εισοδήματος οικονομικών ετών 2011,2012,2013 και για Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. οικονομικού έτους 2012...., ποσού 10.919,88 ευρώ προς την ... από χρεωστικά υπόλοιπα δύο πιστωτικών καρτών ... και ...... και ποσού 1.005,18 ευρώ προς την Εθνική Τράπεζα λόγω υπεραναλήψεων από τον υπ'αριθμ. ... τρεχούμενο λογαριασμό μισθοδοσίας τις οποίες λόγω θανάτου δεν πρόλαβε να καλύψει..., δηλαδή τα χρέη του υποχρέου συζύγου ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 43.104,49 ευρώ.

Επομένως, εφόσον συνομολογείται από τους διαδίκους ότι κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου ο θανών σύζυγος δεν διέθετε κινητή και ακίνητη περιουσία, η τελική περιουσία του, που ταυτίζεται με την αύξηση της περιουσίας στη διάρκεια του γάμου, χωρίς να συνυπολογίζεται το μέρος εκείνο που απέκτησε με χαριστική αιτία από τον πατέρα του, ανήλθε στο ποσό των(71.474,64 ευρώ- 32.328,37 ευρώ=)39.146,27 ευρώ.

Επομένως,το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού έκανε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 43.104,49 ευρώ(αντί του ορθού των 32.328,37 ευρώ) την ένσταση ύπαρξης παθητικού της περιουσίας που προέβαλε ο εναγόμενος και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο πρώτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας.

Έσφαλε επίσης που προσδιόρισε την αξία της περιουσίας στο ποσό των 320.00 ευρώ, αντί του ορθού προκύπτοντος από τις αποδείξεις ποσού των 71.474,64 ευρώ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος με τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρει την ένστασή του περί προέλευσης της περιουσίας του υποχρέου από δωρεές τρίτου, η οποία τυγχάνει βάσιμη κατά ένα μέρος.

Στη συνέχεια, σε σχέση με το ως άνω ποσό, πρέπει να εξετασθεί αν και σε ποια έκταση υπήρξε συμβολή της ενάγουσας στην καθαρή αύξηση της περιουσίας του συζύγου της. Αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα διέθετε δικά της εισοδήματα προερχόμενα από την εκμετάλλευση αγροτικών ακινήτων που είχαν περιέλθει σε αυτήν από κληρονομιά του πατέρα της, από την εκποίηση ορισμένων από αυτά τα ακίνητα και από την απασχόλησή της βάσει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στα εκδοτήρια του Αστικού ΚΤΕΛ ....

Ειδικότερα, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Α. Π., κατέστη, από την εξ αδιαθέτου επαχθείσα κληρονομιά του πατέρα της, συγκυρία των κατωτέρω ακινήτων:α)ποσοστού 9/256 εξ αδιαιρέτου επί των εξής ακινήτων στην κτηματική περιφέρεια Ψυχικού Νομού ...:1)..., 2)..., 3)..., 4)..., 5)..., 6)..., 7)..., 8)...,9)..., 10)..., και 11)...-β)ποσοστού 3/8 εξ αδιαιρέτου των εξής ακινήτων:1)..., 2)...,3)...,4)...Δυνάμει του από έτους 1989 αναδασμού του Αγροκτήματος "Ψυχικού" ......

εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας και μεταγράφηκε.... το υπ'αριθμ. ... παραχωρητήριο, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα απέκτησε κατά κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου γεωργικού κλήρου συνολικής έκταης 62.636 τ.μ., αποτελούμενου από το υπ'αριθμ. … τεμάχιο εμβαδού 20.458 τ.μ., το υπ'αριθμ. ... τεμάχιο εμβαδού 33.068 τ.μ. και το υπ' αριθμ. ...

τεμάχιο εμβαδού 9.110 τ.μ. Μετά την έκδοση και μεταγραφή του παραχωρητηρίου καταρτίσθηκε με αυτοσύμβαση και στις 14.5.2003 μεταγράφηκε στα ως άνω βιβλία μεταγραφών... το υπ' αριθμ. ... οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Π., για την πώληση του 1/2 εξ αδιαρέτου ποσοστού συγκυριότητας επί του ως άνω υπ' αριθμ. ...

τεμαχίου..., εις εκτέλεσιν του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου πωλήσεως του αυτού συμβολαιογράφου, μεταξύ της ενάγουσας και της Ε. Κ.. Ως τίμημα ανεγράφη στο προσύμφωνο και στο οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο το ποσό των 4.960.000 δραχμών ή 14.556,13 ευρώ και αυτό ομολογεί στην αγωγή της η ενάγουσα ότι εισέπραξε. Όμως, το πραγματικό τίμημα ανήλθε στα 10.000.000 δραχμές ή 29.347 ευρώ, με βάση την κατάθεση του μάρτυρα..., προκαταβλήθηκε δε εξ ολοκλήρου κατά την υπογραφή του προσυμφώνου το 1995...

Επίσης, μεταγενέστερα, με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Α.... η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε άλλα κληρονομιαία ακίνητα... και έλαβε τίμημα 8.050,17 ευρώ... Εκτός από τα ανωτέρω τεμάχια του αναδασμού... αποδεικνύεται ότι το 2011 η ενάγουσα αγόρασε ποσοστό 33% εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου στη Λεπτοκαρυά Πιερίας και ότι η ενάγουσα είναι και μετά τον αναδασμό κυρία των εξής ακινήτων:1)..., 2)..., 3)...

και 4)... Από την εκμετάλλευση(καλλιέργεια ή εκμίσθωση) των αγροτεμαχίων ιδιοκτησίας της, η ενάγουσα λάμβανε εισοδήματα, τα οποία δήλωνε στις φορολογικές δηλώσεις μετά το 1995 και έστω και αν δεν πρόκειται περί αξιόλογων ποσών, προκύπτει ότι εξοικονομήθηκε και από αυτά δαπάνη του υποχρέου, ώστε να θεωρηθούν και συμβολή στην κατά τα έτη 2004 και 2005 αύξηση της περιουσίας εκείνου με την αγορά των δύο οχημάτων(αστικού λεωφορείου και επιβατικού αυτοκινήτου).

Μετά το 2002 η ενάγουσα άρχισε να απασχολείται ως εισπράκτορας στα εκδοτήρια εισιτηρίων της ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ... με συμβάσεις ορισμένου χρόνου... Περαιτέρω, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της, δια της αποφυγής μείωσης του ενεργητικού της περιουσίας εκείνου(εξοικονόμηση των μισθών που διαφορετικά θα κατέβαλλε σε τρίτα πρόσωπα), η ενάγουσα επικαλείται ότι μεταξύ των ετών 1988 (λίγο μετά την τέλεση του γάμου με τον Ι.

Λ.) και 1995 (παύση εργασιών της επιχείρησης πρατηρίου καυσίμων) εργάσθηκε με πλήρη απασχόληση ως υπάλληλος στο πρατήριο καυσίμων. Ωστόσο όπως αποδείχθηκε, εκτός από την ευκαιριακή παρουσία της ενάγουσας στην επιχείρηση, δεν υπήρξε σταθερή και πλήρης απασχόλησή της σ' αυτή, έτσι ώστε να συνάγεται με ενάργεια η συμβολή της στα κέρδη που απεκόμιζε ο σύζυγός της από τη δραστηριότητά του αυτή.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στο πρατήριο απασχολούνταν σταθερά και σε βάρδιες αρκετά πρόσωπα και συγκεκριμένα ο Ι. Λ., ο αδελφός του Ν. Λ., η σύζυγος του τελευταίου Σ. Λ. και ένας υπάλληλος που εκάστοτε απασχολούσαν, δηλαδή προσωπικό υπεραρκετό για την κάλυψη των αναγκών του πρατηρίου. Σε κάθε δε περίπτωση η από την ενάγουσα περιστασιακή αμισθί παροχή υπηρεσιών στο πρατήριο δεν συνδέεται με την επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου Ι.

Λ., διότι και από τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις και από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις ένορκες βεβαιώσεις αποδεικνύεται ότι το πρατήριο δεν ήταν ατομική επιχείρηση του Ι. Λ., αλλά το εκμεταλλευόταν η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ... της οποίας μέλη ήταν ο Ι. Λ. και η Σ. σύζυγος Ν. Λ., επειδή ο τελευταίος ήταν εν ενεργεία δημοτικός υπάλληλος και είχε κώλυμα συμμετοχής στην εταιρεία.

Εξάλλου, οι υπηρεσίες που προσέφερε στον κοινό συζυγικό οίκο η ενάγουσα, δεν υπερέβησαν σε καμία περίπτωση το μέτρο που αναλογεί στην υποχρέωση συνεισφοράς στις ανάγκες της οικογένειας, καθώς δεν υπήρχαν παιδιά του ζεύγους ώστε να απαιτείται εντατικοποίηση των προσπαθειών της ενάγουσας, η οποία σημειωτέον τους θερινούς μήνες απολάμβανε τις διακοπές της σε κάμπινγκ στην περιοχή της Λεπτοκαρυάς Πιερίας, σε τροχόσπιτο που αγόρασε γι' αυτήν ο σύζυγός της, αντί του ποσού των 2.000 ευρώ, οπότε κατά το διάστημα αυτό, όπως και οποτεδήποτε παρίστατο ανάγκη, τις σχετικές υπηρεσίες προσέφερε η πεθερά της, Β.

Λ., η οποία διέμενε στο ισόγειο της οικοδομής. Επομένως κατ'ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν προσέφερε την εργασία της η ενάγουσα στο πρατήριο υγρών καυσίμων, ούτε η προσφορά υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο υπερέβαινε το μέτρο ώστε να θεωρηθεί συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου, και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης της ενάγουσας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Εξάλλου, όταν το 1995 ο Ι. Λ. αποχώρησε από την εταιρεία εκμετάλλευσης του πρατηρίου, έλαβε, κατά την εκκαθάριση της μερίδας συμμετοχής του, ποσό 3.500.000 δραχμών ή 10.271,46 ευρώ. Από την παραβολή των ανωτέρω πηγών εισοδημάτων των συζύγων και των προσκομισθεισών φορολογικών δηλώσεων και εκκαθαρίσεων της φορολογίας εισοδήματος αυτών αποδεικνύεται ότι μεταξύ 1988 και 2013 ο υπόχρεος σύζυγος(αποθανών) και η ενάγουσα σύζυγος απέκτησαν εισοδήματα συνολικών ποσών 440.574,96 ευρώ και 81.209,73 ευρώ αντιστοίχως.

Στα ποσά αυτά συμπεριλαμβάνονται για μεν τον Ι. Λ. τα κάθε είδους εισοδήματα του από την εργασία του ως οδηγού αστικού λεωφορείου, ως μέλους της προσωπικής εταιρείας εκμετάλλευσης του πρατηρίου καυσίμων και ως συγκυρίου αστικού λεωφορείου και μετόχου του Αστικού ΚΤΕΛ ..., για δε την ενάγουσα τα εισοδήματά της από την απασχόληση στο Αστικό ΚΤΕΛ, από την εκμετάλλευση αγροτικών ακινήτων και από την εκποίηση ορισμένων από αυτά.

Επομένως η ενάγουσα είχε κατ' αρχήν την δυνατότητα να συμβάλει στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου της, με τα εισοδήματα από τα αγροτικά ακίνητά της(εκποίηση ορισμένων και εκμετάλλευση των λοιπών εξ αυτών)και από την απασχόλησή της στις αστικές συγκοινωνίες της ......Όμως, από τη σχετικώς σταθερή σχέση αναλογίας και την αντικειμενική σύγκριση των εισοδημάτων των δύο συζύγων βάσει φορολογικών δηλώσεων κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου τα εισοδήματα της ενάγουσας αναλογούν περίπου στο 20% των εισοδημάτων αμφοτέρων των συζύγων, προκύπτει ότι οπωσδήποτε η ενάγουσα συνέβαλε και πραγματικά στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου της, θέτοντας στη διάθεση εκείνου ένα μέρος και όχι βέβαια το σύνολο των ατομικών εισοδημάτων της.

Επομένως, είναι ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου(ένσταση)περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του πατέρα του, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο... Περαιτέρω... προέκυψε όσον αφορά ειδικότερα το κρίσιμο ζήτημα του ύψους της αιτιώδους συμβολής της ενάγουσας στην απόκτηση των δύο ως άνω οχημάτων (αστικού και ιχε αυτοκινήτου) ήταν πραγματικά ανάλογη των οικονομικών της δυνατοτήτων, ανερχόμενη σε ποσοστό 20% της αξίας τους...

δηλαδή υπολείπεται του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου συμβολής (1/3 ή 33,33%), στο οποίο στηρίζεται η αγωγή. Επομένως, προκύπτει, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου ως εν μέρει βάσιμης και κατ' ουσίαν, ότι η κάτω του τεκμηρίου, πραγματική και αιτιώδης συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, ανήλθε στο ποσό των 7.829,25 ευρώ(39.146,27 ευρώ Χ 20%).

Το ποσό αυτό υπόκειται σε περαιτέρω μείωση κατά 25% που αντιστοιχεί στην κληρονομική μερίδα της ενάγουσας, ως προς την οποία επέρχεται απόσβεση της απαίτησης λόγω σύγχυσης, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Τελικώς δε, η αξίωση της ενάγουσας λόγω συμμετοχής στα αποκτήματα, ανέρχεται στο ποσό των(7.829,25 ευρώ-25%=) 5.871,94 ευρώ, κατά το οποίο και μόνο είναι βάσιμη η αγωγή κατά την επικουρική βάση της.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι υπήρξε πραγματική συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου της, όσον αφορά το αστικό λεωφορείο και μόνο(και όχι και ως προς το ως άνω ιχε αυτοκίνητο)... όπως επίσης εσφαλμένα προσδιόρισε το ποσοστό συμβολής της ενάγουσας σε 11,7% επί της πραγματικής αύξησης της περιουσίας ποσού 276.895,51 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 32.396,77 ευρώ, και μετ' αφαίρεση ποσοστού 25% στο οποίο αντιστοιχεί η κληρονομική της μερίδα, στο ποσό των 24.297,57 ευρώ, αντί του ορθού ποσού των 5.871,94 ευρώ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμους τους συναφείς λόγους των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την έκταση της πραγματικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου της και ως προς τον προσδιορισμό του ποσοστού συμβολής της επί της πραγματικής αύξησης της περιουσίας του τελευταίου και δέχθηκε κατ' ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, και κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της ουσίας την αγωγή, έκανε δεκτή αυτή, κατά ένα μέρος, ως βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για τη συμμετοχή της στα αποκτήματα το ποσό των 5.871,94€ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389,1390 1400, 513 και 138 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεσών διατάξεων, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την συμβολή της αναιρεσείουσας σε ποσοστό που υπολείπεται του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου συμβολής (1/3 ή 33,33%) στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου θανόντος συζύγου της, στο οποίο στηρίζεται η ένδικη αγωγή της κατά του εξ αδιαθέτου κληρονόμου του, εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου.

Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επαύξησης της περιουσίας του αποβιώσαντος υποχρέου συζύγου της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου, η προσβαλλόμενη απόφαση, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσδιορίζει με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, αφενός μεν την αρχική κατά την τέλεση του γάμου, αφετέρου δε την τελική κατά τη λύση του γάμου, λόγω θανάτου του υποχρέου, περιουσία του τελευταίου, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, αναφέροντας συγκεκριμένα τα επί μέρους στοιχεία, που προσδιορίζουν την αξία αυτή.

Στην περιουσία αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και το επίδικο με αριθμ. κυκλοφ. ... αστικό λεωφορείο, το οποίο αντικατέστησε παλαιότερο(το με αριθμ. κυκλοφ. ...), που ήταν απόκτημα με δωρεά, αφού έκρινε ότι η από 10-5-1995 σύμβαση πώλησης του ποσοστού του 33,33% επί του οχήματος τούτου από τον πατέρα του αποβιώσαντος συζύγου της αναιρεσείουσας στον αποβιώσαντα σύζυγο, στην πραγματικότητα ήταν εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά, εν γνώσει των συναλλασσομένων, και ότι η καταβολή, ωστόσο, ενός ποσού 2.000.000 δραχμών ή 5.869,41 ευρώ του Ι.

Λ. στον πατέρα του έγινε αποκλειστικά με δικά του χρήματα, και χωρίς οποιαδήποτε συμβολή στην καταβολή του ποσού αυτού της αναιρεσείουσας. Δεν υφίσταται δε αντίφαση της ως άνω παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το δικαστήριο, κατά την έρευνα της υπάρξεως συναλλακτικής προθέσεως των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πωλήσεως είναι ή δεν είναι εικονική από το γεγονός της καταβολής ή μη του τιμήματος, στην προκειμένη δε περίπτωση το Εφετείο εκτίμησε, τελικά, κατά την ανέλεκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι η επίμαχη ως άνω σύμβαση πώλησης ήταν εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά, ανεξάρτητα από το γεγονός της καταβολής του προαναφερομένου ποσού του θανόντος συζύγου της αναιρεσείουσας προς τον πατέρα του, για το οποίο, σε κάθε περίπτωση δέχεται ότι το ποσό αυτό προερχόταν αποκλειστικά από χρήματα του υποχρέου και ουδεμία συμβολή είχε σ' αυτό η αναιρεσείουσα.

Επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι για την αξία του επίδικου ... αστικού λεωφορείου δεν θα λαμβάνονταν υπόψη η αξία του μαζί με τις μετοχές και την άδεια που διέθετε το παλαιό αντικατασταθέν λεωφορείο, που ήταν ενταγμένο στην ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΛΑΡΙΣΑΣ Α.Ε., αλλά η αξία του ως "γυμνό σκάφος", στην οποία ανερχόταν το περιουσιακό αυτό στοιχείο που απέκτησε ,ο Ι.

Λ. το έτος 2005, καταβάλλοντας το ποσό των 51.474,64 ευρώ, και ότι, επιπροσθέτως, εφόσον αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν συνέβαλε οικονομικά στην απόκτηση των μετοχών, δεν εδικαιούτο να αιτείται συμμετοχή της επί της αξίας τους.Περαιτέρω ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού της συμβολής ή μη, στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου θανόντος συζύγου, της ίδιας της αναιρεσείουσας, με επάρκεια και σαφήνεια καταλήγει στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η πραγματική συμβολή της στην απόκτηση της περιουσίας του συζύγου της, ήτοι των επίδικων δύο οχημάτων (του με αριθμ.

κυκλοφ. ... αστικού λεωφορείου και του με αριθμ. κυκλοφ. ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής ... κυβισμού 1796 cc, ήταν πραγματικά ανάλογη των οικονομικών της δυνατοτήτων, ανερχόμενη σε ποσοστό 20% της καθαρής αξίας αυτών, την οποία (αξία) είχε εκτιμήσει και προσδιορίσει στο συνολικό ποσό των 39.146,27 ευρώ, αφαιρουμένης, δηλαδή, από την αρχική τους αξία των 71.474,64 ευρώ[51.474,64 ευρώ για το καταβληθέν τίμημα αγοράς του επίδικου λεωφορείου από τα οικογενειακά έσοδα + 20.000 ευρώ για την (απομειωθείσα ήδη κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της)αξία του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου] του εκ ποσού 32.328,37 παθητικού της περιουσίας, υπολειπόταν δε του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου συμβολής(1/3 ή 33,33%), στο οποίο στηρίζεται η ένδικη αγωγή της, ανερχόμενη στο ποσό των 7.829,25 ευρώ (39.146,27 ευρώ Χ 20%), υποκειμένου και του ποσού τούτου σε περαιτέρω μείωση κατά 25% που αντιστοιχεί στη κληρονομική μερίδα της αναιρεσείουσας, ως προς την οποία επέρχεται απόσβεση της απαίτησης, λόγω σύγχυσης.

Για να καταλήξει δε στις παραπάνω κρίσεις της η προσβαλλόμενη απόφαση περί συμβολής της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του θανόντος συζύγου της, κατά ποσοστό 20%, δέχθηκε τη σχετικώς σταθερή σχέση αναλογίας και την αντικειμενική σύγκριση των εισοδημάτων των δύο συζύγων, όπως αυτά προέκυπταν και αναλυτικά προσδιόρισε, βάσει των φορολογικών τους δηλώσεων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.

Επίσης δέχθηκε ότι η επίδικη επιχείρηση του πρατηρίου υγρών καυσίμων δεν ήταν ατομική επιχείρηση του συζύγου της, αλλά το εκμεταλλευόταν η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ... της οποίας μέλη ήταν ο Ι. Λ. και η Σ. σύζυγος Ν. Λ., και σε αυτή απασχολούνταν σταθερά και σε βάρδιες αρκετά πρόσωπα και συγκεκριμένα ο Ι.

Λ., ο αδελφός του Ν. Λ., η σύζυγος του τελευταίου Σ. Λ. και ένας ακόμη υπάλληλος, η αναιρεσείουσα δε μεταξύ των ετών 1988 και 1995 που λειτούργησε το ως άνω πρατήριο, δεν παρείχε σ' αυτό σταθερή και πλήρη απασχόληση, αλλά η παρουσία της στην επιχείρηση ήταν ευκαιριακή, και ως τούτου, δεν μπορεί να συναχθεί ότι είχε συμβολή στα κέρδη που αποκόμιζε ο σύζυγός της από τη δραστηρότητά του αυτή.

Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι υπηρεσίες που προσέφερε στον κοινό συζυγικό οίκο η αναιρεσείουσα δεν υπερέβησαν σε καμία περίπτωση το μέτρο που αναλογεί στην υποχρέωση συνεισφοράς στις ανάγκες της οικογένειας, καθώς δεν υπήρχαν παιδιά του ζεύγους, ώστε να απαιτείται εντατικοποίηση των προσπαθειών αυτής(αναιρεσείουσας), η οποία τους θερινούς μήνες έκανε διακοπές σε κάμπινγκ στην περιοχή της Λεπτοκαρυάς Πιερίας, σε τροχόσπιτο που αγόρασε γι' αυτήν ο σύζυγός της, αντί του ποσού των 2.000 ευρώ, οπότε κατά το διάστημα αυτό, όπως και οποτεδήποτε παρίστατο ανάγκη, τις σχετικές υπηρεσίες προσέφερε η πεθερά της, Β.

Λ., η οποία διέμενε στο ισόγειο της οικοδομής. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων ειδικότερων αιτιολογιών, όπως παραδοχές για τη χρονική διάρκεια της απασχόλησής της στην επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων και της αποτίμησης αυτής σε χρήμα καθώς και της αναφοράς των υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο.

Ούτε εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, απαιτείτο να καθορισθούν οι οικογενειακές ανάγκες, το μέτρο της υποχρέωσης συνεισφοράς σ'αυτές των συζύγων και να αποτιμηθούν οι υπηρεσίες που παρείχε η αναιρεσείουσα για τη λειτουργία του κοινού οίκου, ώστε να κριθεί, εάν και σε ποιο εύρος αυτές επιβάλλονταν από την υποχρέωση συνεισφοράς της, δοθέντος ότι το Εφετείο δεν υπολόγισε αυτές ως συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του θανόντος υπόχρεου συζύγου της, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δεχόμενο ότι δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ μέτρο συνεισφοράς της για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας τους.

Συνεπώς, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με τη μη αποδοχή της εφαρμογής του τεκμηρίου του άρθρου 1400 παρ.1 εδ.β' ΑΚ, παρά την υποστηριζόμενη από την ίδια δήθεν απόδειξη του αγωγικού της ισχυρισμού του περί τεκμαρτής της συμβολής στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του αποβιώσαντος υπόχρεου συζύγου της, δοθέντος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη, δέχεται ότι η συμβολή της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια της κοινής συμβίωσης των διαδίκων, υπολειπόταν του ως άνω νομίμου μαχητού τεκμηρίου, καθώς και με την αποδοχή της εκ του άρθρου 1400 παρ.3 ΑΚ ένστασης από τον αναιρεσίβλητο για τον μη συνυπολογισμό στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων του παλαιού αντικατασταθέντος με αριθμ. κυκλοφορίας ... αστικού λεωφορείου, που ήταν απόκτημα με υποκρυπτόμενη από σύμβαση πώλησης δωρεά, και αφετέρου, εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω διατάξεων του ίδιου ως άνω άρθρου 1400 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 138 και 513 ίδιου Κώδικα, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.07.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 513/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ