362/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated362/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι 5η, 6ος, 7ος & 8η των αναιρεσιβλήτων, δηλ. οι ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "PEAR ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", Ι. Π., Λ. Π. και Α. Π., όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 362 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 362/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ-ΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ και ΑΚΙΝΗΤΑ Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μυλωνά, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ" "Τ.Ε.Ε.", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου υποκατάστατου της εδρεύουσας στα Μελίσσια Αττικής, υπό εκκαθάριση τελούσας ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε. - ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της, 2)νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ" "Τ.Ε.Ε.", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου υποκατάστατου της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Α.Ε.
ΜΕΛΕΤΩΝ & ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, 3)ετερόρρυθμης εταιρίας, τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε.-ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ", η οποία εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της, 4)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Α.Ε.
ΜΕΛΕΤΕΣ & ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5)της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "PEAR ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "PEAR design.construction.management.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε.", 6)Ι.
Π. του Λ., κατοίκου ..., 7)Λ. Π. του Ι., κατοίκου ομοίως ως άνω, και 8)Α. Π. του Ι., κατοίκου .... Το 1ο και 2ο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βλαχογιάννη, που κατέθεσε προτάσεις, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χασάπη, που κατέθεσε προτάσεις, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Μέγκλη, που κατέθεσε προτάσεις και η 5η, ο 6ος, ο 7ος και η 8η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/2014 (με αριθμό κατάθεσης 115384/303/2014) αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, την από 1/10/2014 (με αριθμό κατάθεσης 115393/304/2014) αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, την από 30/3/2015 (με αριθμό κατάθεσης 38233/128/2015) ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας και την από 30/3/2015 (με αριθμό κατάθεσης 38248/129/2015) ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με τις προφορικά ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη 3ης και 4ης αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5097/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 20/12/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την διατήρηση αναστολής της εκτέλεσης της 55/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 5097/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε χορηγηθεί με την 19/2019 απόφαση του δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, μέχρι έκδοσης απόφασης.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, δήλωσαν δε ότι η αναστολή έχει δοθεί υπό τον όρο παροχής από την αναιρεσείουσα εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης Τράπεζας ποσού εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000 ευρώ) και ότι η παράταση αναστολής δεν μπορεί να γίνει διότι πρέπει να κατατεθεί νέα εγγυητική επιστολή.
Επίσης ο καθένας ζήτησε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε για το ως άνω αίτημα επί της έδρας με τη συμμετοχή και της Γραμματέως, αποφάσισε και αμέσως, δια της Προέδρου αυτού, δημοσίευσε την απόφαση με αριθμό (πρακτικού) 27/2019. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό το αίτημα για αναστολή της εκτέλεσης της 55/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 5097/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έως την έκδοση απόφασης, υπό τον όρο ανανέωσης της εγγυητικής επιστολής με αριθμό 9002017911/12-3-2019 που κατατέθηκε στον Άρειο Πάγο σύμφωνα με την 19/2019 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος σε Συμβούλιο, εντός ενός μηνός από την ως άνω ημέρα της συζητήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 & 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι 5η, 6ος, 7ος & 8η των αναιρεσιβλήτων, δηλ. οι ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "PEAR ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", Ι. Π., Λ. Π. και Α. Π., όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου.
Ωστόσο, η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση δεν επικαλείται, ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους αυτούς, οι οποίοι, όπως προκύπτει εκ των αναφερομένων παρακάτω, δεν είναι αναγκαίοι ομόδικοι.
Επομένως, πρέπει κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 §§ 2 & 3 ΚΠολΔ να χωριστεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους, να προχωρήσει νομίμως μεταξύ των παρόντων διαδίκων.
Από το άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί για λόγους τυπικούς (όπως ως απαράδεκτη), τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση ως προς το σχετικό με την απόρριψη της εφέσεως κεφάλαιο (απαράδεκτο), καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης. Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (ΚΠολΔ 495 § 1). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566 § 2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον, όπως στην παρούσα περίπτωση, η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη (διαφορετική η περίπτωση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης), αρχίζει από την επίδοση, άλλως δημοσίευση, της απόφασης του εφετείου, αφότου αυτή (πρωτόδικη) γίνεται πλέον τελεσίδικη (ΑΠ 1672/2017, ΑΠ 1875/2014, ΑΠ 456/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 20-12-2018 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αρ. 5097/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κατά της υπ' αρ. 55/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5097/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 27-7-2016 (αρ.
κατ. 3341/2016) έφεση της εκκαλούσας -εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 55/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης νομίμως στρέφεται κατά της ως άνω 5097/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στη γραμματεία του οποίου κατατέθηκε, ως προς την απορριπτική της διάταξη (βλ.
τη με αρ. 995/28-12-2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου). Παράλληλα, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πρωτόδικης οριστικής υπ' αρ. 55/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει επίσης, ασκηθεί παραδεκτά, εφόσον η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ενώ η αίτηση αναίρεσης έχει κατατεθεί και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ.
την υπ' αρ. 188/28-12-2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου). Ακόμη, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα τόσο κατά της εφετειακής όσο και κατά της πρωτόδικης απόφασης, για αμφότερες τις οποίες, εκδοθείσες αντιμωλία, η προθεσμία αναίρεσης, μη επικαλουμένης ούτε προκυπτούσης επιδόσεως της εφετειακής απόφασης, αρχίζει, σύμφωνα με τα παραπάνω, από τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου (17-10-2018), οπότε και η πρωτόδικη γίνεται πλέον τελεσίδικη (ΚΠολΔ 564 § 3).
Ο ισχυρισμός (ένσταση) των 1ου, 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων στις προτάσεις τους, περί εκπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 55/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπολογιζομένης της προθεσμίας από την επομένη της εκπνοής της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως (28-6-2016), σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, η αίτηση, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Το 1ο αναιρεσίβλητο νπδδ ΤΕΕ ως εκ του νόμου υποκατάστατο της μελετητικής εταιρίας ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ Ν.Γ.Ο.Υ.Λ.Ι.Α.Σ. & ΣΥΝ ΕΕ (3η αναιρεσίβλητη) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 29-9-2014 (αρ.
καταθ. 303/2014) αγωγή κατά της αναιρεσείουσας ΕΠΕ ως εργοδότριας, αφορώσα αμοιβή της υποκαθισταμένης μελετητικής εταιρίας για την εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης και μελέτης παθητικής πυροπροστασίας επί κτιριακού έργου. Ακόμη, το 2ο αναιρεσίβλητο νπδδ ΤΕΕ άσκησε εναντίον της αναιρεσείουσας στο ίδιο Δικαστήριο, ομοίως, την από 1-10-2014 (αρ.
καταθ. 304/2014) αγωγή ως υποκατάστατο της εταιρίας Α.Π.Α.Ν.Τ.Α.Ζ.Η.Σ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕ ΜΕΛΕΤΩΝ & ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ (4η αναιρεσίβλητη) καταβολής της αμοιβής της για την εκπόνηση μελέτης ηλεκτρονικομηχανικών εγκαταστάσεων. Η αναιρεσείουσα για την πρώτη αγωγή άσκησε την από 30-3-2015 (αρ. καταθ. 128/2015) και για τη δεύτερη αγωγή την επίσης από 30-3-2015 (αρ.
καταθ. 129/2014) ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση κατά των 4ης ΟΕ, 5ου, 6ου και 7ης (ομόρρυθμων εταίρων) αναιρεσιβλήτων. Οι υποκαθιστάμενες από το ΤΕΕ εταιρίες (3η & 4η των αναιρεσιβλήτων) άσκησαν έκαστη προφορικά στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση των αγωγών και με τις προτάσεις τους πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του ΤΕΕ και κατά της αναιρεσείουσας - εναγομένης.
Ενώ, οι καθών οι ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις παραστάθηκαν στο ακροατήριο με προτάσεις, αλλά δεν άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές μηχανικών κλπ (ΚΠολΔ 677 επ.), τα ως άνω εισαγωγικά δικόγραφα και πρόσθετες παρεμβάσεις, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αρ. 55/2016 απόφασή του δέχθηκε τις αγωγές και τις πρόσθετες παρεμβάσεις και υποχρέωσε την εναγομένη-αναιρεσείουσα να καταβάλει στο ΤΕΕ με την ιδιότητα που παρίσταται τα αιτούμενα ποσά, απέρριψε τις προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση ως απαράδεκτες και δεν ασχολήθηκε με τις ανακοινώσεις δίκης, ως των συνεπειών των επερχομένων απευθείας εκ του νόμου (οι καθών δεν κατέστησαν διάδικοι).
Η αναιρεσείουσα-εναγομένη άσκησε εμπρόθεσμα την από 27-7-2016 (αρ. κατ. 3341/2016) έφεση την οποία έστρεψε μόνο κατά του ενάγοντος ΤΕΕ, η οποία με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αρ. 5097/2018 απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη γιατί δεν στράφηκε και κατά των προσθέτως παρεμβάντων, των οποίων η πρόσθετη παρέμβαση ήταν αυτοτελής και είχαν καταστεί αναγκαίοι ομόδικοι.
Κατά τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τη διαδικασία παροχής της έννομης προστασίας, σε αντίθεση με το λόγο του αρ. 1 με τον οποίο ελέγχονται οι παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνουν δηλ.
την κριθείσα έννομη συνέπεια. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ΒΔ 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει" όπως ισχύει, πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί ο μηχανικός (ή μελετητική εταιρία) υπέρ του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, στην κατά τις ως άνω διατάξεις δίκη μεταξύ του τελευταίου, ως υποκατάστατου του μηχανικού και του υπόχρεου για καταβολή της αμοιβής, καθώς η ισχύς της απόφασης εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, αφού μ' αυτήν κρίνεται υποχρεωτικά και για τους δύο μαζί το ζήτημα της οφειλόμενης αμοιβής από τον δεύτερο στον πρώτο.
Εξάλλου, από τα άρθρα 76 §§ 1 & 4, 82, 83 και 517 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έφεση, όταν ασκείται από τον αντίδικο του διαδίκου εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό αυτοτελής παρέμβαση, απαιτείται να απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, γιατί στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του παραπάνω άρθρου 83 ΚΠολΔ, οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία.
Έτσι η μη απεύθυνση της έφεσης και κατ' αυτού, ο οποίος θεωρείται πλέον αναγκαίος ομόδικος του εφεσίβλητου κύριου διαδίκου (υπέρ του οποίου η παρέμβαση), συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (ΟλομΑΠ 11/1992, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 91/2005).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 27-7-2016...έφεση της εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 55/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συνεκδίκασε...τις από 29-9-2014...και από 1-10-2014...αγωγές του εφεσίβλητου Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, τις οποίες αυτό άσκησε κατά της εκκαλούσας-εναγομένης ως εκ του νόμου υποκατάστατο των μελών του, εταιριών με τις επωνυμίες "Έργων Μελετητική ...
και Συν. EE" και "... και Συνεργάτες ΑΕ Μελετών και Πληροφορικής", για την καταβολή της αμοιβής τους. Με τις αγωγές αυτές συνεκδικάσθηκαν και οι κατά τα άρθρα 679 § 1 και 231 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης των αγωγών, προφορικά ασκηθείσες στο ακροατήριο και καταχωρισθείσες στα πρακτικά, πρόσθετες υπέρ του ενάγοντος (TEE) παρεμβάσεις, των ως άνω υποκαθισταμένων εταιριών.
Με την εκκαλουμένη απόφαση έγιναν δεκτές οι αγωγές και οι πρόσθετες παρεμβάσεις. Με τις ασκηθείσες πρόσθετες υπέρ του ενάγοντος, ήδη εφεσίβλητου, παρεμβάσεις (που είναι αυτοτελείς κατ' άρθρο 83 ΚΠολΔ), δημιουργήθηκε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ του τελευταίου και των ως άνω εταιριών που παρενέβησαν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Η κρινόμενη έφεση, όμως, δεν απευθύνθηκε και κατά των εταιριών αυτών, αλλά μόνον κατά του ενάγοντος υπερού η παρέμβαση, όπως σαφώς προκύπτει από το δικόγραφό της. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη (517 ΚΠολΔ)...". Και με το σκεπτικό αυτό απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη.
Με τον πρώτο (και μοναδικό) λόγο αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλόμενης εφετειακής απόφασης εκ των αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται αυτή κατά το κριθέν κεφάλαιο απορρίψεως της εφέσεώς της ως απαράδεκτης, ισχυριζόμενη ότι έσφαλε ευθέως, καθόσον εφαρμοστέες δεν είναι οι διατάξεις των άρθρων 76 § 1, 83 & 517 ΚΠολΔ που εφάρμοσε, αλλά αυτές των άρθρων 80 και 82 ΚΠολΔ περί απλής ομοδικίας, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, σύμφωνα με τις οποίες η έφεση ήταν παραδεκτή.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης κατά μεν το πρώτο σκέλος του εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ως άνω διατάξεις, κατά δε το δεύτερο σκέλος του από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης αναφέρθηκαν, ως αβάσιμος, διότι, προκειμένων αγωγών του ΤΕΕ ως υποκατάστατου των προσθέτων παρεμβάντων πρωτοδίκως μελετητικών εταιριών για καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής τους από την αναιρεσείουσα, κατά τις διατάξεις του ΒΔ 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει" όπως ισχύει, οι πρόσθετες αυτές παρεμβάσεις είναι αυτοτελείς (ΚΠολΔ 76 § 1, 83), διότι η ισχύς της απόφασης εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις των παρεμβαινόντων προς την αναιρεσείουσα, αφού με αυτή κρίνεται υποχρεωτικά και για τους δύο το ζήτημα της οφειλόμενης αμοιβής από τη δεύτερη σ' αυτούς και συνεπώς, δημιουργηθείσας σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ του ΤΕΕ και των παρεμβάντων εταιριών, εφόσον η έφεση δεν απευθύνθηκε και κατά των εταιριών αυτών είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 517 εδ.
β'). Επομένως ομοίως κρίνοντας το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, ορθά το δικονομικό νόμο εφάρμοσε και δεν έσφαλε και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης αυτού πρέπει να απορριφθεί.
Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμον ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το ΠΔ 696/1974, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με το ΠΔ 515/1989, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του ΝΔ της 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίων πόλεων" και του άρθρου μόνου του ΝΔ 2726/1953 (ΑΠ 82/2016, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 1146/2012) και ίσχυε κατά το χρόνο γέννησης των επίδικων αμοιβών (2009), αναφερόμενη ως "υποχρεωτικώς εφαρμοζόμενα κατώτατα όρια αποζημιώσεως".
Σημειώνεται ότι μετά την ισχύ του Ν. 3919/2011 (3-7-2011), οι από το ΠΔ 696/1974 καθοριζόμενες αμοιβές (υποχρεωτικώς εφαρμοζόμενα κατώτατα όρια αποζημιώσεως) αποτελούν εφεξής τις νόμιμες αμοιβές, οι οποίες, ισχύουν για την περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής για την εκπόνηση μελετών κλπ (μεταξύ εργοδότη και μηχανικού).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 4 & 5 του ΒΔ της 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου του Ν. 2726/1953, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ΠΔ 48/1994 και ακολούθως με το άρθρο 7 § 14 Ν. 3919/2011 και ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης των ένδικων εδώ αγωγών (δηλ.
κατά το χρόνο της υποκατάστασης, βλ. ΑΠ 340/2018), σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής ή τμηματικών πληρωμών έχει δικαίωμα εγέρσεως δικαστικής αγωγής εισπράξεως της οφειλόμενης αμοιβής ο δικαιούχος μηχανικός ή τα δικαιούχα γραφεία μελετητών με οποιαδήποτε εταιρική μορφή, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοπραξιών.
Το δικαίωμα αυτό έχει και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Αίτημα δε της αγωγής θα είναι η αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής ή η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στον μελετητή μηχανικό, εφαρμοζομένου τούτου αναλογικά και στην περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων. Όταν η αγωγή εγείρεται από έναν από τους πιο πάνω δικαιούχους, ανακοινώνεται υποχρεωτικά στον έτερο, ο οποίος έχει και δικαίωμα παρέμβασης, γινομένης της ανακοίνωσης με μόνη την κοινοποίηση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι την αμοιβή μηχανικού, συμφωνημένη ή νόμιμη, για την εκπόνηση μελέτης ή σχεδίων δικαιούται να επιδιώξει δικαστικά, εκτός από τον μηχανικό, και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το οποίο στη σχετική δίκη ενεργεί ως μη δικαιούχος διάδικος, υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού (ΑΠ 655/2010).
Το αίτημα όμως της αγωγής (σε αντίθεση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλ. πριν την τροπ. της § 4 του άρθρ. 2 του άνω ΒΔ, όπως αντικ. με το άρθρ. 1 ΠΔ 48/1994, με το άρθρ. 7 § 14 Ν. 3919/2011 με ημερομ. ισχύος 3-7-2011, κατά το οποίο αίτημα της καταψηφιστικής αγωγής ήταν η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο ΤΕΕ), είναι σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή η αγωγή ασκηθεί από τον δικαιούχο μηχανικό είτε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, η καταβολή του οφειλόμενου ποσού αμοιβής στον μηχανικό (ΑΠ 1561/2017).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κι έτσι ιδρύεται ο οικείος λόγος αναίρεσης είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν πρέπει να εφαρμοστεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων είναι και η αγωγή, το δε άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ίδ.κ.
Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο εφαρμοστέος κανόνας ουσιαστικού δικαίου για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 (και όχι 8 ή 9) του ΚΠολΔ (ΑΠ 1230/2017, ΑΠ 123/2015, ΑΠ 983/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των επίδικων αγωγών, οι επικαλούμενες αξιώσεις αμοιβής των υποκαθισταμένων από το ΤΕΕ μελετητικών εταιριών γεννήθηκαν το 2009, οι αγωγές ασκήθηκαν το έτος 2014 και αίτημα των αγωγών ήταν να υποχρεωθεί η εναγομένη για τη στο ιστορικό αιτία να καταβάλει στη μελετήτρια δικαιούχο εταιρία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... & ΣΥΝ ΕΕ" (α' αγωγή) και "... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕ ΜΕΛΕΤΩΝ & ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ" (β' αγωγή) την οφειλόμενη εις έκαστη αμοιβή. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε τις αγωγές νόμω βάσιμες, ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων του ΠΔ 696/1974 και του ΒΔ 30/31-5-1956, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 3919/2011, δεδομένου ότι οι σχετικές εκ των επικαλουμένων στις αγωγές συμβάσεων έργου αξιώσεις, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτές, γεννήθηκαν πριν την ισχύ του νόμου αυτού και περαιτέρω και ως ουσία βάσιμες και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στο ενάγον (ΤΕΕ), αναφορικά με την πρώτη αγωγή το ποσό των 88.167,88 ευρώ, και αναφορικά με τη δεύτερη αγωγή το ποσό των 89.311,21 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς και το ποσό του αντιστοιχούντος ΦΠΑ επί του ως άνω κεφαλαίου, με το ποσοστό που κατά νόμον θα ισχύει κατά το χρόνο εξόφλησης, οπότε και θα εκδοθούν τα σχετικά παραστατικά (ΔΑΠΥ).
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974, για τον προσδιορισμό της νόμιμης αμοιβής, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 3919/2011, και δεν έσφαλε, δεδομένου ότι οι σχετικές εκ των επίδικων συμβάσεων έργου αξιώσεις, γεννήθηκαν πριν την ισχύ του νόμου αυτού και συγκεκριμένα το έτος 2009, ενώ η ισχύς του νόμου (ν. 3919/2011) κατά το άρθρο 10 § 2 αυτού αρχίζει τέσσερις μήνες από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ (ΦΕΚ Α' 32/2-3-2011) ήτοι από 3-7-2011 και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης κατά της 55/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όσον αφορά όμως τον τρόπο καταβολής της αμοιβής των υποκαθισταμένων από το ΤΕΕ μελετητικών εταιριών, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του ΒΔ 30/31-5-1956, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 3919/2011, υποχρεώνοντας ούτω εσφαλμένα στο διατακτικό του την εναγομένη -αναιρεσείουσα να καταβάλει στο ενάγων -αναιρεσείων ΤΕΕ τα επιδικασθέντα στις υποκαθιστάμενες από το ΤΕΕ μελετητικές εταιρίες χρηματικά ποσά (κατ' εσφαλμένη ούτω εκτίμηση των δικογράφων των αγωγών, των οποίων η διατύπωση του αιτήματος ήταν ορθή), αντί του ορθού να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσείουσα να καταβάλει τα ποσά αυτά, όχι στο ΤΕΕ, αλλά στις υποκαθιστάμενες από αυτό μελετητικές εταιρίες.
Και τούτο διότι ο χρόνος υποκατάστασης είναι ο χρόνος άσκησης των αγωγών, ασκήθηκαν δε μετά την ισχύ του Ν. 3919/2011 (το έτος 2014), και σύμφωνα με το άρθρο 7 § 14 του νόμου αυτού που αντικατέστησε (από 3-7-2011) το τρίτο εδάφιο της § 4 του άρθρου 2 του άνω ΒΔ, "αίτημα της αγωγής θα είναι η αναγνώριση υποχρεώσεως καταβολής ή η καταβολή του οφειλόμενου στο μελετητή μηχανικό".
Επομένως, κατά το σκέλος του αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά της 55/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι εκ των αρ. 8 & 9, όπως επικουρικά προβάλλεται στον ίδιο λόγο αναίρεσης) πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και στην ουσία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 591 § 1, 670, 677 και 681 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο κατάθεσης των ένδικων αγωγών (δηλ.
πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 4ο Ν. 4335/2015), σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 237 § 1 β' ίδ.κ., προκύπτει, ότι στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, οι διάδικοι μέχρι το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο προσκομίζουν όλα τα αποδεικτικά των ισχυρισμών τους μέσα. Για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, που δικάζει υπόθεση κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία, αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη ισχυρισμών, που έχουν προταθεί, πρέπει να γίνει επίκληση και προσκομιδή αυτών, το αργότερο μέχρι το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο, εκτός αν πρόκειται για έγγραφο, που προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμού (αντενστάσεως), που προτάθηκε για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση, οπότε είναι επιτρεπτή η προσκομιδή του μετά τη συζήτηση μέσα στην προθεσμία της προσθήκης αντικρούσεως.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντος αποδεικτικού μέσου για απόδειξη αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού, χωρίς αυτό να προσκομιστεί μέχρι το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως (παραδεκτώς) (ΑΠ 1961/2014, ΑΠ 1936/2007, ΑΠ 1877/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο αναιρετήριο λόγο βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για πλημμέλεια εκ του αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ότι δεν έλαβε υπόψη της τα σχετικά με αρ. 15 & 16 έγγραφα που προσκόμισε, με την αιτιολογία (επί λέξει στην προσβαλλόμενη απόφαση:) "τα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη διότι μολονότι τα επικαλέστηκε στις επί του ακροατηρίου νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, δεν προσκομίστηκαν νόμιμα, ήτοι μέχρι το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, όπως συνάγεται από το γεγονός (δεδομένου ότι δεν υπάρχει σχετική βεβαίωση της Γραμματέα της έδρας περί του χρόνου προσκομιδής τους) ότι αμφότερα τα ως άνω προσκομιζόμενα σε φωτοαντίγραφα έγγραφα, φέρουν επικύρωση αυτών ως ακριβών φωτοτυπικών αντιγράφων, από το Δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Μυλωνά, στις 12-6-2015 ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της συζήτησης", ενώ αυτή τα προσκόμισε και εξ αυτών αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός της περί αβασιμότητας των αγωγών του ΤΕΕ σε βάρος της, καθότι δεν δικαιούτο την αιτούμενη αμοιβή, λόγω μη παράδοσης της επίδικης μελέτης από έκαστη υποκαθιστάμενη εταιρία.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε καθόλου υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου μάρτυρός της.
Σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφόσον το Δικαστήριο δέχεται ανέλεγκτα ότι τα επίμαχα έγγραφα δεν προσκομίστηκαν νόμιμα, ήτοι μέχρι το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο και (όπως προκύπτει από όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στο λόγο αυτό αναίρεσης) πρόκειται για έγγραφα ανταποδεικτικά των εκ του άρθρου 681 ΑΚ αγωγών (αρνείται ότι οι επίδικες μελέτες παραδόθηκαν στην εναγομένη) και όχι προς απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, που τείνει δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε ενώπιον του ακροατηρίου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Το Δικαστήριο δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τα έγγραφα αυτά, εφόσον δεν προσκομίστηκαν νόμιμα, ούτε και κατ' εφαρμογή του εδ. α' της § 1 του άρθρου 671 ΚΠολΔ κατά το οποίο "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", όπως κατ' επικουρική κατάφαση ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε έγγραφα άκυρα ή μη κατ' αποδεικτικό τρόπο συντεταγμένα, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν μνημονεύεται ειδικώς ότι έλαβε υπόψη και "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου". Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Πρωτοδικείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ότι εκπονήθηκαν οι επίδικες μελέτες και οι μελετητικές εταιρίες δικαιούνται τη νόμιμη αμοιβή τους από την αναιρεσείουσα, έλαβε υπόψη του και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο αυτού, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία σχετικά με την κατάθεση αυτή.
Στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση της αναιρεσείουσας ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας του εν λόγω αποδεικτικού μέσου και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους της προσέγγιση, που εκτιμά διαφορετικά το αποδεικτικό αυτό μέσο, το οποίο θεωρεί μείζονος σπουδαιότητας, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο λόγος αυτός (δεύτερος) της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης.
Η νομιμοποίηση του διαδίκου όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας (ΟλομΑΠ 18/2005, ΑΠ 1595/2014) και ερευνάται, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1595/2014, 1016/2005), η εσφαλμένη δε κρίση για τη συνδρομή ή μη της προϋποθέσεως αυτής ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 18/2005, ΑΠ 138/2015).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία κατά τον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Προφανές επομένως είναι ότι για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναιρέσεως προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 82/2016, ΑΠ 1038/2010). Περαιτέρω, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 § 2 ΚΠολΔ.
Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, πρέπει αυτός να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους.
Τέλος, ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 24/1992).
Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν συνιστούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 571/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης εκ των αρ. 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εφάρμοσε το άρθρο 68 ΚΠολΔ και εδέχθη, ότι αυτή ήταν υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης της σύμβασης έργου και υπόχρεη προς καταβολή της εργολαβικής αμοιβής κατά το ουσιαστικό δίκαιο και δη κατ' άρθρα 681, 694 ΑΚ, ώστε να υφίσταται δικαίωμα παροχής ένδικης προστασίας εναντίον της, ενώ δεν συνέτρεχαν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 68 ΚΠολΔ, διότι η ίδια δεν ήταν υποκείμενο της επίδικης σύμβασης έργου και υπόχρεη προς καταβολή της εργολαβικής αμοιβής και άρα δεν υφίστατο δικαίωμα παροχής ένδικης προστασίας κατ' αυτής, άλλως κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ δέχθηκε τα ανωτέρω, αν και η ίδια επέμεινε με τις προτάσεις και τους ισχυρισμούς της ότι δεν είχε συνάψει τέτοια σύμβαση έργου, αλλά είχε συμβληθεί τρίτη εταιρία, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις που προσκόμισε, τις οποίες αναπτύσσει.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα σφάλματα και ελλείψεις συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 & 19 ΚΠολΔ. Εξ ετέρου, ο λόγος αυτός δεν διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και δεν εξειδικεύει το σφάλμα του δικαστηρίου, ώστε να δύναται να κριθεί αν υπήρξε ή μη κακή ερμηνεία ή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ούτε εξειδικεύει ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ελλειπών και αντιφατικών αιτιολογιών για το λόγο ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι οι επίδικες μελέτες υποβλήθηκαν στην Πολεοδομία στις 14-4-2009, δεν δέχεται ότι αυτές συνοδεύονταν, όπως απαιτείται από το άρθρο 104 § 2 του ΠΔ 696/1974, και με τα παραστατικά εξόφλησης της νόμιμης αμοιβής των μηχανικών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, προκειμένου το Δικαστήριο να ερευνήσει αν υπήρξε εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταβολή της συμφωνηθείσας ή της νόμιμης αμοιβής θα έπρεπε να είχε υποβληθεί από αυτή στον πρώτο βαθμό παραδεκτά και νόμιμα ένσταση εξόφλησης, γεγονός που δεν επικαλείται. Το ότι στο ως άνω ΠΔ προβλέπεται η κατάθεση της αμοιβής πριν την υποβολή της συνταχθείσας μελέτης προς έγκριση δεν σημαίνει άνευ άλλου και απόδειξη καταβολής της.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο -αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποίαν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 2/2008, ΑΠ 572/2018, ΑΠ 15/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο ουσίας παραμόρφωσε το κείμενο του από 10-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού έργου μεταξύ της εταιρίας "ΘΕΑ ΘΗΣΕΙΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΑΕ" ως εργοδότης αφενός και της εταιρίας "Α.& ... & ΣΙΑ ΟΕ" ως Διευθυντής -Διαχειριστής του έργου αφετέρου, το οποίο προσκόμισε νομότυπα, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο γι' αυτή, ήτοι ότι η αναιρεσείουσα ενέθεσε την εκπόνηση των επίδικων μελετών προς τις υποκαθιστάμενες από το ΤΕΕ εταιρίες δια του Λ.
Π. που ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό αυτής (αναιρεσείουσας). Ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά την παραδοχή του ότι αντισυμβαλλόμενη -εργοδότρια των επίδικων συμβάσεων έργου με αντικείμενο την εκπόνηση μελετών κτιριακού έργου, ήταν η αναιρεσείουσα και όχι στη λανθασμένη ανάγνωση του επικαλούμενου εγγράφου.
Το Πρωτοδικείο εκτιμώντας το έγγραφο αυτό, ως αποδεικτικό μέσο, προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή στην αποδεικτική αξιολόγησή του και στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Η νομική αοριστία της αγωγής η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το επιτρεπτό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο, για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη (ΑΠ 373/2008, 259/2008).
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο Δικαστήριο ουσίας, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι δε, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, το περιεχόμενό του, επιπλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 1631/2009).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 591 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο κατάθεσης και συζήτησης των ένδικων αγωγών δηλ. πριν την κατάργησή τους με το άρθ. 4ο Ν. 4335/2015, σύμφωνα με το άρθ. 9ο § 2 του ίδ.ν.), "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών", ενώ κατά το εδ.
β' του ίδιου άρθρου "αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α) .... β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 679 § 1, 115 § 3 & 256 § 1δ' ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως γενόμενο κατά τη συζήτηση, σημειώνεται στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι (ΟλομΑΠ 2/2005, ΑΠ 585/2011, ΑΠ 409/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αρ. 14 & 8 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα έκρινε τις ένδικες αγωγές ορισμένες, ενώ στις προτάσεις της είχε προβάλλει ισχυρισμό αοριστίας.
Ωστόσο, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός της αυτός είχε νόμιμα προταθεί πρωτοδίκως, δια δηλώσεως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση των αγωγών και καταγραφής στα πρακτικά και επιπλέον, δεν καθορίζεται το περιεχόμενο των αγωγών. Επομένως ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος κατ' άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη η αίτηση αναίρεσης (δηλ. κατά το σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά της 55/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, μόνο κατά τις διατάξεις αυτής που υποχρεώνουν την εναγομένη να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά στο ενάγον ΤΕΕ, υποχρεούμενη να καταβάλει αυτά, τα μεν 88.167,88 € (συν νόμ.
τόκους & ΦΠΑ) στην υποκαθιστάμενη μελετήτρια δικαιούχο ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... & ΣΥΝ. Ε.Ε.", τα δε 89.311,21 € (συν νόμ. τόκους & ΦΠΑ) στην υποκαθιστάμενη μελετήτρια δικαιούχο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Α.Ε. ΜΕΛΕΤΩΝ & ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ", απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 εδ. α' & β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 42/2005, ΟλομΑΠ 41/2002, ΟλομΑΠ 25/2001, ΑΠ 836/2019).
Στην κρινόμενη περίπτωση, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Πρωτοδικείο, μετά την κατά τα άνω εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο Δικαστήριο είναι η ως άνω επαναδιατύπωση του διατακτικού. Μετά ταύτα, πρέπει να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης με βάση το περιεχόμενο και την έκταση της αναιρετικής απόφασης και συνακόλουθα να γίνουν δεκτές οι υπό κρίση αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες και να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρία να καταβάλει, στην πρώτη αγωγή, στην υποκαθιστάμενη από το ενάγον ΤΕΕ μελετήτρια δικαιούχο ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... & ΣΥΝ.
Ε.Ε." το επιδικασθέν ποσό των 88.167,88 € (συν νόμ. τόκους & ΦΠΑ) και στη δεύτερη αγωγή, στην υποκαθιστάμενη από το ενάγον ΤΕΕ μελετήτρια δικαιούχο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Α.Ε. ΜΕΛΕΤΩΝ & ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ" το επιδικασθέν ποσό των 89.311,21 € (συν νόμ. τόκους & ΦΠΑ). Η περί δικαστικών εξόδων διάταξη της κατά τα ανωτέρω εν μέρει αναιρούμενης απόφασης δεν θίγεται (ΟλομΑΠ 9/2002), αφού το αναιρούμενο μέρος είναι τυπικό και δεν τελεί σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, ώστε να είναι επιβεβλημένη η συναναίρεση και της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 1527/2018).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, στην πληρωμή για την αναιρετική δίκη των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, ενόψει του ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν προκάλεσαν με τη στάση τους την άσκηση της αίτησης, με τις δε αγωγές του το ΤΕΕ ζητούσε την επιδίκαση των αιτούμενων ποσών στις υποκαθιστάμενες από αυτό εταιρίες (ΚΠολΔ 176, 177, 183, 191 § 2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους απολιπόμενους 5η, 6ο, 7ο & 8η των αναιρεσιβλήτων, ήτοι ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "PEAR ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", Ιωάννη Παπανικολάου, Λ. Π. και Αρχοντία Παπανικολάου.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς.
Δέχεται εν μέρει την από 20-12-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 55/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Απορρίπτει την αίτηση αυτή για αναίρεση της υπ' αρ. 5097/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αρ. 55/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό της παρούσας διατάξεις που υποχρεώνουν την εναγομένη να καταβάλει στο ενάγον ΤΕΕ τα επιδικασθέντα ποσά.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη στην με αριθ. εκθ. καταθ. 115384/303/14-10-2014 αγωγή, να καταβάλει το σύνολο των επιδικασθέντων ποσών, στην υποκαθιστάμενη από το ενάγον μελετήτρια δικαιούχο ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... & ΣΥΝ. Ε.Ε.".
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη στην με αριθ. εκθ. καταθ. 115393/304/14-10-2014 αγωγή, να καταβάλει το σύνολο των επιδικασθέντων ποσών, στην υποκαθιστάμενη από το ενάγον μελετήτρια δικαιούχο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Α.Ε. ΜΕΛΕΤΩΝ & ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ".
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ