Supreme Court partially allows appeal in labor dispute, rejecting delay damages claim while upholding university's appeal against employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially annulled the single-instance court's decision in a labor dispute between the University of Thrace and four employees. The court found the employees' claim for delay damages legally unfounded because the first-instance judgment's reasoning was insufficient to support a different outcome, whereas the university's appeal was deemed substantively valid. Consequently, the court rejected the delay damages claim but upheld the university's successful appeal against the third employee regarding a separate claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 535 and 536 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the substantive validity of appeals when the first-instance judgment's reasoning is insufficient to justify a different outcome, allowing the annulment of the contested decision if the appeal is substantively valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 362 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 362/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης", που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λευκή Κιοσσέ - Παυλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Χ. Σ. του Β., κατοίκου ..., 3) Β. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Α. Γ., κατοίκου ... 5) Ε. Γ., κατοίκου ..., 6)Σ. Γ., κατοίκου ... 7) Β. Β., κατοίκου .... Των τεσσάρων τελευταίων (4ου, 5ου, 6ου και 7ης) ως νόμιμων κληρονόμων της αποβιωσάσης Δ. Κ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2011 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης, 3ης αναιρεσιβλήτων και της Δ. Κ., δικαιοπαρόχου των 4ου, 5ου, 6ου και 7ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την από 27/9/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27.9.2017 και με αριθ. κατάθεσης 56/27.9.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 223/31.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: α) δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την από 24.6.2013 και με αριθ.
κατάθ. 76/5.7.2013 έφεση των 1ης, 2ης και 4ης των εκκαλουσών - 1ης, 2ης και 4ης των εναγουσών - [ήδη 1ης και 3ης αναιρεσίβλητων, καθώς και 4ου έως και 7ης των αναιρεσίβλητων, που συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι της αποβιώσασας πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης 2ης των αρχικά εναγουσών - εκκαλουσών], στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε ως προς τις άνω πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των ως άνω εναγουσών - εκκαλουσών Γ.
Π., Κ. Δ. και Β. Τ. την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 104/15.5.2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, κατά το μέρος που είχε απορρίψει την από 21.6.2011 και υπ' αριθ. κατάθ. …8/6.7.2011 αγωγή αυτών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης" ως απαράδεκτη ως προς το αίτημα καταβολής αποδοχών υπερημερίας της περιόδου από 1.1.2009 έως 31.5.2011, δίκασε κατά το κεφάλαιο αυτό την αγωγή και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
οφείλει σε αυτές ως αποδοχές υπερημερίας της περιόδου από 1.1.2009 έως 31.5.2011 τα συνολικά ποσά των (43.881,46), (44.691,96) και (42.455,96) ευρώ αντίστοιχα, μετ' αφαίρεση των αμοιβών που αυτές είχαν λάβει δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, με το νόμιμο τόκο ύψους 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με την ίδια ωσαύτως απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή όλων των εκκαλουσών - εναγουσών για καταβολή αποδοχών υπερημερίας της περιόδου από 1.1.2004 έως 31.12.2008, με το σκεπτικό ότι οι σχετικές αξιώσεις είχαν υποπέσει στην προβλεπόμενη για τα Ν.Π.Δ.Δ.
από το άρθρο 48 παρ.3 του Ν.Δ/τος 496/1974 διετή παραγραφή. Επίσης με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική από αδικοπραξία κατά το άρθρο 106 του ΕισΝΑΚ βάση αυτής ήταν απορριπτέα για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και απέρριψε τον (τέταρτο) λόγο έφεσης των εκκαλουσών - εναγουσών, με τον οποίο αυτές παραπονούνταν για την απόρριψη της άνω επικουρικής βάσης της αγωγής αυτών ως νομικά αβάσιμης, αφού προηγουμένως αντικατέστησε κατ' άρθ. 534 του ΚΠολΔ τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης, ως εσφαλμένες, οι οποίες όμως κατέληγαν σε ορθό διατακτικό, β) απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την ως άνω από 24.6.2013 και με αρ.
κατάθ. ….6/5.7.2013 έφεση της 3ης εκκαλούσας - 3ης ενάγουσας - και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης Σ. Χ. και γ) απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την αντίθετη από 25.11.2013 και με αριθ. κατάθ. …0/26.6.2013 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. που στρεφόταν κατά της τρίτης των εναγουσών [ήδη δεύτερης των αναιρεσίβλητων] Σ.
Χ.. Τέλος καταδίκασε το εφεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας των πρώτης, δεύτερης και τέταρτης των εκκαλουσών - εναγουσών, τα οποία όρισε στο ποσό των 5.800 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης" ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), παραδεκτώς δε αυτή στρέφεται κατά των τέταρτου έως και έβδομης των αναιρεσίβλητων, ως κληρονόμων της αποβιώσασας την 22.4.2017, πριν την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεύτερης των εναγουσών - εκκαλουσών Δ.
Κ. του Ε., οι οποίοι με τις προτάσεις των ρητώς συνομολογούν την ιδιότητά τους αυτή και συνακόλουθα την κατά το άρθρο 558 του ΚΠολΔ παθητική τους νομιμοποίηση. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. α του ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο κατά την αγωγή χρόνο (1.1.2004 έως 31.5.2011), με την οποία ορίζεται ότι αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη, για λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος δικαιούται να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλον χρόνο, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 349 και 350 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σε αυτόν (μισθωτό).
Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη να καταβάλει τον μισθό, υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας αυτού να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχείρησης και εκμετάλλευσής του.
Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανώτερη βία. Ανώτερη βία υπάρχει, όταν η ενέργεια του υποχρέου εμποδίζεται από τυχηρό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί, με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ενώ "τυχηρό" είναι το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υποχρέου και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αλλά μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εργοδότη, ώστε να μην επέλθει η αδυναμία παροχής της εργασίας (ΟλΑΠ 1340/1979, ΑΠ 1587/2009, ΑΠ 677/1974).
Κατά συνέπεια η τυχόν άρνηση ή η καθυστέρηση του εποπτεύοντος κατά την κείμενη νομοθεσία δημόσιου φορέα, όπως είναι οι υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησης, να προβεί στη σύσταση προσωποπαγών οργανικών θέσεων του εποπτευόμενου από αυτόν φορέα, όπως είναι τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, για την ένταξη σε αυτές προσωπικού, που απασχολείτο στον εποπτευόμενο φορέα με διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου και για το οποίο κρίθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ότι συνδεόταν με αυτό με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν αίρει την υπερημερία του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, ως εργοδότη, και συνακόλουθα την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στο εν λόγω προσωπικό τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας, αφού το γεγονός αυτό ανάγεται στη σφαίρα των συνθηκών λειτουργίας του και στους γενικότερους κινδύνους της πορείας αυτού, τελείως δε διάφορο είναι το ζήτημα του υπολογισμού του ύψους αυτών.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου, των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48), που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, με τις οποίες ορίσθηκαν οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου ή έργου ήδη απασχολουμένου στους δημόσιους φορείς προσωπικού σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορίζεται ότι: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του (παρ. 1).
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004 (παρ. 2).
Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3). Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4).
Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α).
Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης (παρ. 5)". Και ναι μεν η ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 - 5 του Ν. 3320/2005 αναφέρεται στο προσωπικό του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, που ήδη συνδεόταν με τους φορείς αυτούς με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση και συνιστούσαν στην ουσία συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, και καθορίζει τις συνέπειες της διαπίστωσης της τελευταίας αυτής σχέσης, ωστόσο, οι διατάξεις αυτές πρέπει να τύχουν ανάλογης εφαρμογής και στο προσωπικό που απασχολήθηκε με ανάλογες σχέσεις σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η ύπαρξη σύμβασης αορίστου χρόνου αναγνωρίστηκε είτε με δικαστική απόφαση, είτε με την προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο διοικητική διαδικασία (ΟλΑΠ 16/2017).
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι απασχοληθέντες (μεταξύ άλλων) σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα (άρθ. 16 παρ. 5 εδ. α του Συντάγματος) με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με διαδοχικές συμβάσεις έργου, που αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είτε σύμφωνα με τη διοικητική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, είτε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής τους, είτε σε συνιστώμενες κατά τους ορισμούς της παρ. 2 του ως άνω άρθρου οργανικές θέσεις, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ ρητά προβλέπεται ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Από τις αυτές διατάξεις, και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.
α' και β' του Ν. 3320/2005, προκύπτει περαιτέρω, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη των Πηνελόπης Ζωντανού, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Νικολάου Πιπιλίγκα, Εισηγητή, Αντιγόνης Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγιτών, ότι για τους ως άνω απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο ως άνω Π.Δ/μα 164/2004, και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.
Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.
Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ, και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίσθηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη κατά τα άνω διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του Ανώτατου Συμβούλιου Επιλογής Προσωπικού), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας κλπ) που δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.
Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004 ή εφόσον με δικαστική απόφαση κρίθηκε τελεσιδίκως ότι η συνδέουσα τους πιο πάνω απασχοληθέντες με τον οικείο δημόσιο φορέα φέρει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάσσονται από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη από 21.6.2011 και με αριθ. κατάθ. …8/6.7.2011 αγωγή οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες [οι τέταρτος έως και έβδομη εξ αυτών ως κληρονόμοι της αρχικώς δεύτερης ενάγουσας] ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν στις 1.5.2000, 31.8.2000, 22.8.2000 και 1.2.2001 αντίστοιχα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Ν.Π.Δ.Δ) με συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα οι τρεις πρώτες παρείχαν καθήκοντα γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Η/Υ και η τέταρτη παρείχε καθήκοντα γραμματειακής υποστήριξης στο πλαίσιο του προγράμματος "Δημιουργία Τμήματος Αγροτικής Ανάπτυξης του Δ.Π.
Θράκης". Ότι από την πρόσληψή αυτών και μέχρι τις 31.3.2008, 31.12.2007, 31.3.2011 και 31.12.2004 αντίστοιχα, οπότε το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, αυτές απασχολήθηκαν σε αυτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, προσφέροντας όμως στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ότι με την από 6.10.2003 αγωγή τους οι τρεις πρώτες και με την 12.1.2004 αγωγή της η τέταρτη (επί συνόλου είκοσι συνολικά εργαζομένων) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης ζήτησαν ν' αναγνωρισθεί ότι η καθεμία από αυτές συνδέονταν με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το τελευταίο ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, με απειλή χρηματικής ποινής.
Ότι επί των ως άνω αγωγών εκδόθηκαν αντιστοίχως οι υπ' αριθ. 1/2005 και 21/2005 οριστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με τις οποίες αναγνωρίσθηκε ότι οι παραπάνω ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεώθηκε το τελευταίο ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες τους υπό το καθεστώς αυτό, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 89 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης.
Ότι κατά των αποφάσεων αυτών το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ άσκησε αντίστοιχες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 706/2005 και 469/2006 αποφάσεις του Εφετείου Θράκης που απέρριψαν αυτές. Ότι κατά της πρώτης από τις αποφάσεις αυτές (706/2005) το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ.88/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ η ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.
κατά της δεύτερης (469/2006) απόφασης ουδέποτε συζητήθηκε, διότι ήταν απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θράκης επιδόθηκε στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. στις 8.2.2007 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε από αυτό στις 12.4.2007. Ότι επί πλέον το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. μετά διαδοχικές προσκλήσεις του αρμοδίου συμβουλίου του Αρείου Πάγου υποχρεώθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ. 7/2011 απόφασής του ως άνω Συμβουλίου, να καταβάλει στις τρεις πρώτες ενάγουσες το ποσό των 3.000 ευρώ στη καθεμία, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωσή του στις ως άνω δικαστικές αποφάσεις που τις αφορούσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3068/2002.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. οφείλει να τους καταβάλει τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών υπερημερίας που δικαιούνται, τις οποίες υπολόγισαν με βάση τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 για το ενιαίο μισθολόγιο του απασχολουμένου στο Δημόσιο, ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ προσωπικού, [οι ρυθμίσεις του οποίου επεκτάθηκαν με την υπ' αριθ.
οικ 2/7093/022/2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση όλων των συναρμόδιων Υπουργών (ΦΕΚ Β 215) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του νόμου αυτού και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό] και των ποσών που έλαβαν ως αμοιβές δυνάμει των διαδοχικών συμβάσεων έργου και για τη χρονική περίοδο από 1.1.2004 έως 31.5.2011, συνολικού ύψους (115.078,42), (99.371,12), (81.703,62) και (115.280,33) ευρώ αντιστοίχως.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης με την υπ' αριθ. 104/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς τις πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των αναγουσών λόγω παρέλευσης της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση της σχετικής αξίωσης, με το σκεπτικό ότι από 31.3.2008, 31.12.2007 και 31.12.2004, οπότε το εναγόμενο έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες των πρώτης, δεύτερης και τέταρτης των εναγουσών και συνακόλουθα εκδήλωσε την πρόθεσή του να καταγγείλει τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου.
Αντιθέτως δέχθηκε κατά ένα μέρος ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή της τρίτης ενάγουσας Σ. Χ. που είχε απασχοληθεί στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. μέχρι την 31.3.2011 και επιδίκασε με αναγνωριστική διάταξη διαφορές αποδοχών από 1.1.2009 έως 31.5.2011 ύψους 28.019,18 ευρώ με βάση τις σχετικές ρυθμίσεις του ενιαίου μισθολογίου (Ν. 3205/2003).
Επίσης με την ίδια απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών για το πριν την 1.1.2009 χρονικό διάστημα είχαν υποπέσει στην από το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974 προβλεπόμενη για τα Ν.Π.Δ.Δ. διετή παραγραφή. Τέλος το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική από αδικοπραξία βάση της αγωγής.
Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις και συγκεκριμένα από όλες τις ενάγουσες ασκήθηκε η από 24.6.2013 (αρ. κατ. 76/5.7.2013) έφεση αυτών, με την οποία αυτές παραπονούνταν για τη μερική κατά τα άνω απόρριψη της αγωγής της τρίτης ενάγουσας και την ολική απόρριψη της αγωγής των λοιπών εναγουσών, ενώ από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
ασκήθηκε κατά της τρίτης ενάγουσας η από 25.6.2013 (αρ. κατ. 70/26.6.2013) έφεση αυτού, με την οποία αυτό παραπονείτο για τη μερική παραδοχή της αγωγής ως κατ' ουσία βάσιμης ως προς τη διάδικο αυτή. Επί των ως άνω αντιθέτων εφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 223/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά μερική παραδοχή της από 24.6.2013 έφεσης της πρώτης, δεύτερης και τέταρτης των εναγουσών και ειδικότερα του πρώτου λόγου αυτής, αφού δέχθηκε ότι δεν υπήρξε εκ μέρους του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (σιωπηρά) καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγουσών, όπως είχε η σχέση αυτών με το εναγόμενο χαρακτηρισθεί με τις πιο πάνω τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, αλλά απλώς άρνηση αυτού ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες των εναγουσών υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με συνέπεια η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 να μην ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στις ως άνω ενάγουσες ως διαφορές μεταξύ των αποδοχών υπερημερίας που αυτές δικαιούνταν και των ποσών που έλαβαν και για τη χρονική περίοδο από 1.1.2009 έως 31.5.2011 τα χρηματικά ποσά των (43.881,46), (44.691,96) και (42.455,96) ευρώ αντίστοιχα.
Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την από 25.6. 2013 αντίθετη έφεση του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. που στρεφόταν κατά της τρίτης ενάγουσας ως αβάσιμη κατ' ουσία, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το άρθρο 534 του ΚΠολΔ ως προς την διάδικο αυτή, κρίνοντας αυτές εσφαλμένες, πλην όμως καταλήγουσες στο ορθό διατακτικό της για την ίδια αιτία επιδίκασης στην τρίτη ενάγουσα του συνολικού ποσό των 28.019,18 ευρώ για διαφορές αποδοχών.
Προκειμένου δε να υπολογίζει τις εν λόγω διαφορές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του ως οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας των εναγουσών τις αποδοχές που καθορίζονται από το Ν. 3205/2003 με βάση τα έτη προϋπηρεσίας των εναγουσών για την κατάταξη αυτών σε μισθολογικά κλιμάκια και τα προβλεπόμενα από τις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου επιδόματα, απ' όπου αφαίρεσε τις αμοιβές που αυτές έλαβαν στο πλαίσιο των διαδοχικών συμβάσεων έργου, δυνάμει των οποίων αυτές απασχολούνταν, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Με τις με αριθμούς 2203/2004 και 277/2015 αποφάσεις του Β 1 Πολιτικού Τμήματος, το ακυρωτικό δικαστήριο της χώρας, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, δέχθηκε ότι από αυτές συνάγεται ότι ως προς τους κατατασσόμενους στο Δημόσιο, νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα κλπ σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τη ρητή ρύθμιση του άρθρου 1 παρ.4 εδ.
β του Ν. 3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 15 παρ.1 του Ν. 3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξη τους στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια), ο χρόνος των συμβάσεων έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξη τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ με σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις που ορίζουν τη σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κ.λ.π.
τόσο του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β' 462, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του νόμου αυτού), όσο και του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (με την ΚΥΑ οικ 2/7093/022/2004, ΦΕΚ Β' 215, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του νόμου αυτού).
Κατά τις προαναφερόμενες αποφάσεις, την άποψη των οποίων υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο, δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετη ερμηνεία από τη διάταξη του εδαφίου α' της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3320/2005, που ορίζει ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους, καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στη γένεση της αξίωσης των κατατασσομένων ως άνω για την απόληψη των αντίστοιχων αποδοχών, λόγω ακριβώς της κατάταξης τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται, δηλαδή, για άλλη αξίωση θεμελιούμενη σε διαφορετική νομική βάση (βλ.
και την αντίθετη με αριθμό 942/2015 απόφαση του ΑΠ, σύμφωνα με την οποία για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 του πδ 164/2004 και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας κλπ), εκτός από τη λήψη των αποδοχών της θέσης στην οποία εντάχθηκαν - ΑΠ 460/2014, ΑΠ 1040/2011- και η οποία παρέπεμψε το θέμα στην Ολομέλεια του ΑΠ)".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ως άνω κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, σύμφωνα με την οποία, εφόσον οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες συνδέονταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Ν.Π.Δ.Δ).
με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως οι διαδοχικές συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας αυτών είχαν ήδη αναγνωρισθεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, όφειλαν να προβούν στις προβλεπόμενες από το άρθρο 1 του Ν. 3320/2005 ενέργειες για να επιτύχουν την κατάταξή τους σε οργανική θέση, έστω προσωποπαγή, ώστε να επέλθει έκτοτε η έναρξη της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να τους καταβάλει τις αποδοχές της θέσης στην οποία θα κατατάσσονταν και σε περίπτωση άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών τους να καταβάλει σε αυτές τις εν λόγω αποδοχές, ως αποδοχές υπερημερίας και συνακόλουθα να υφίσταται εφεξής εκ μέρους τους αξίωση για την επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που έλαβαν και των υπέρτερων που θα ελάμβαναν με την εξομοίωσή τους με τους μόνιμους υπαλλήλους της τελευταίας (προϋπόθεση την οποία άλλωστε δεν επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους).
Για το χρόνο όμως πριν την κατάταξη των εναγουσών σε (προσωποπαγείς) οργανικές θέσεις, οι οποίες τελικώς συστήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση με το άρθρο 39 παρ. 32 του Ν. 4186/2013, οι οφειλόμενες σε αυτές αποδοχές υπερημερίας, μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της σχέσης αυτών, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, θα υπολογισθούν με βάση τις λαμβανόμενες από αυτές αποδοχές (αμοιβές) βάσει των συμβάσεων έργου με τις οποίες αυτές απασχολούνταν και για χρονικό διάστημα όμως και πέραν της λήξης των εν λόγω συμβάσεων έργου, πλέον των αναλογούντων στις αποδοχές αυτές επιδομάτων εορτών και αδείας (τα οποία αυτές δεν λάμβαναν λόγω της φύσης των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων μίσθωσης έργου) και υπό την προϋπόθεση ότι οι αμοιβές αυτές ανέρχονταν τουλάχιστον στο ύψος που προέβλεπαν οι εκάστοτε ισχύουσες εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1, 10 και 19 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο προκύπτει, ότι οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας για τους εργαζομένους όλης της χώρας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ (ΑΠ 967/2013), άλλως με βάση τους όρους των εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όπως αυτές ίσχυσαν κατά τους επίδικους χρόνους.
Για τις σχετικές αξιώσεις η ένδικη αγωγή δεν διαλαμβάνει όμως σχετική βάση. Συνακόλουθα τούτων, είναι βάσιμα τα όσα υποστηρίζει σχετικά το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή κατά το άρθρο 1 του Ν. 3320/2005 το αναιρεσείον δεν οφείλει ως αποδοχές υπερημερίας τις αποδοχές που αντιστοιχούν σε οργανικές θέσεις των εναγουσών με βάσει τις ρυθμίσεις για το ενιαίο μισθολόγιο για το διάστημα πριν την κατάταξη των εναγουσών σε συσταθείσες οργανικές θέσεις, η οποία (σύσταση) έλαβε χώρα το πρώτον με το άρθρο 39 παρ.32 του Ν. 4186/2013 και συνεπώς δεν καταλαμβάνει τον επίδικο χρόνο.
Αντιθέτως δεν είναι βάσιμος ο λόγος αυτός κατά το μέρος με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δέχθηκε την συνδρομή υπερημερίας αυτού, καθότι η σύσταση οργανικών θέσεων για την κατάταξη των εναγουσών ανήκε στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Παιδείας, με συνέπεια να μην το βαρύνει ουδεμία υπαιτιότητα για την μη κατάταξη των εναγουσών σε οργανικές θέσεις και κατά συνέπεια να μην έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας.
Τέλος ο ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων με τις από 30.11.2018 προτάσεις αυτών περί απαραδέκτου του ανωτέρω λόγου αναίρεσης κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, επειδή τα όσα το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον άνω αναιρετικό λόγο ουδέποτε προβλήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, είναι αβάσιμος.
Και διότι τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ αναφέρεται σε "ισχυρισμούς" και όχι σε νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στη περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 133/2018, ΑΠ 318/2017, ΑΠ 2212/2013, ΑΠ 435/1994), οι δε επικαλούμενες στον αναιρετικό αυτό λόγο αιτιάσεις περί μη εφαρμογής των ρυθμίσεων του ενιαίου μισθολογίου για το χρόνο πριν την κατάταξη των εναγουσών σε υφιστάμενες ή συνιστώμενες οργανικές θέσεις αφορούν τη νομική βασιμότητα της αγωγής και συνεπώς ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας κατ' εφαρμογή της αρχής jura novit curia, ανεξαρτήτως δηλαδή της ενώπιον του προβολής σχετικών ισχυρισμών εκ μέρους των διαδίκων, με συνέπεια το από το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ απαράδεκτο να μην ευρίσκει έδαφος εφαρμογής.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου και συγκεκριμένα του Αρεοπαγίτη Θεοδώρου Τζανάκη ο ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ειδικότερα ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα ... (κωδ.
ΕΕΔ .... επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι: α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. (βλ.
ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, σε σχέση με την παραπάνω οδηγία πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 1999/70, αυτή αποσκοπεί στην "υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου [...], η οποία συνήφθη [...] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (...)". Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", προβλέπει στο σημείο της 1 τα εξής:"Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος." Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, που τιτλοφορείται "Ορισμοί", προβλέπει τα εξής: "Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας: 1.
ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος. 2.
ως "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων [...]". Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".
Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ .απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, ..., σκέψη 24, βλ.
Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις ... ). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.Απόφαση της 22.10.2010, συν.
υποθέσεις ...). Yπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α' , της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις".
Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010..., σκέψη 47• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, ..., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, ..., μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34).
Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, ..., EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010..., σκέψη 48• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, ..., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, ..., μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35).
Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ. υπ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, ..., EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010..., σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, ..., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, ..., μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36).
Ενόψει της ρήτρας 4 της ως άνω Οδηγίας, απαγορεύεται η διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου, ιδιωτικού και δημοσίου, και στο πεδίο των αμοιβών, παροχών και δικαιωμάτων. Οποιαδήποτε διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου στο πεδίο των αμοιβών, παροχών και δικαιωμάτων συνδεόμενη με το γεγονός ότι απασχολούνται με σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (πχ "εκ του νόμου χαρακτηρισμός της σχέσεως ως έργου", "ορισμένου χρόνου") ή με στοιχεία που βρίσκονται σε συνάρτηση, δηλαδή που είναι σύμφυτα, προς το γεγονός αυτό (πχ διαφορετική διαδικασία πρόσληψης, διαφορετικές συνθήκες υπηρεσιακής εξέλιξης, έλλειψη "μονιμότητας", διαφορετικές συνθήκες λύσης της εργασιακής σχέσης κλπ) αντίκειται ευθέως στη ρήτρα 4 της συμφωνίας- πλαισίου (βλ.
Απόφαση ΔΕΚ της 17.05.1990 στην υπόθεση ..., Συλλ. 1990. Σ. Ι-1889,Απόφαση ΔΕΚ της 30ης Μαρτίου 2000 στην υπόθεση C-236 /1998, .., Συλλ 2000, σ. Ι-2189 σκέψη 43, Απόφαση ΔΕΚ της 6ης Απριλίου 2000 στην υπόθεση C-226/1998 , .., Συλλ 2000, σ Ι-2447 σκέψη 31, Απόφαση ΔΕΚ της 26 Ιουνίου 2001 στην υπόθεση C-381/1999, .., Συλλ 2001 σ. I 4961, Aπόφαση ΔΕΚ της 27ης Μαΐου 2004 στην υπόθεση C-285/02, ..., Συλλ 2004 σ.
Ι-5861, Απόφαση ΔΕΚ της 14 Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση Στην υπόθεση C-596/14, Νόμος). Περαιτέρω, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης", ορίζει στο σημείο της 1: "Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ". Η ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο Διατάξεις εφαρμογής "1.
Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. 2. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει άλλες ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις και ιδιαίτερα τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών. 3.
Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία...." Συνεπώς, από τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο προκύπτει ότι η θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής δεν μπορεί να αποτελεί για τα κράτη μέλη έγκυρη αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που παρεχόταν προηγουμένως στην εσωτερική έννομη τάξη στον τομέα που καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία.
Η λέξη "εφαρμογή", που χρησιμοποιείται χωρίς άλλη διευκρίνιση στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας- πλαίσιο, δεν μπορεί να αφορά μόνο την αρχική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70 και, ιδίως, του παραρτήματός της που περιέχει τη συμφωνία-πλαίσιο, αλλά πρέπει να καλύπτει κάθε εθνικό μέτρο που αποσκοπεί στο να εγγυηθεί τη δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκομένου από την οδηγία σκοπού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων τα οποία, μετά την κυρίως ειπείν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, συμπληρώνουν ή τροποποιούν τους ήδη θεσπισθέντες εθνικούς κανόνες (βλ.
ΔΕΚ 0144/2004 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αυτής ορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με αναφορά γενικώς στους "εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος".
Επιπλέον, ο ορισμός της έννοιας των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου", κατά τη συμφωνία-πλαίσιο, όπως διατυπώνεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας αυτής, καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεώς τους στο εσωτερικό δίκαιο [αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α.
κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 56• της 13ης Μαρτίου 2014, ... C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 38• της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψεις 28 και 29, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 ... ]. Όσον αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, υπενθυμίζεται ότι με τη ρήτρα αυτή επιδιώκεται η επίτευξη ενός από τους σκοπούς της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, και συγκεκριμένα η δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη διαδοχική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων, προβλέποντας τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α.
κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 63? της 23ης Απριλίου 2009, Α. κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 73? της 26ης Ιανουαρίου 2012, K., C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 25• της 13ης Μαρτίου 2014, ... C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 41• της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 54, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C- 63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 72, βλ.
επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 ....Πράγματι, όπως τούτο προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α.
κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 62• της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C- 362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 55, και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 73, βλ. Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. κατά S. M. S. (C. M. ) Συνεπώς, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενός, τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται σε αυτήν, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα.
Τα τρία συνολικώς μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ' , της εν λόγω ρήτρας αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και τον αριθμό των ανανεώσεών τους (βλ μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Α.
κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 74? της 26ης Ιανουαρίου 2012, K., C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 26• της 13ης Μαρτίου 2014, ... C- 190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 42, της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C- 407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 56, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C- 61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 74, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 ....
Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως, εφόσον έχουν την ευχέρεια είτε να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ' , της ρήτρας αυτής είτε, ακόμη, να αρκεστούν σε υφιστάμενα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων και/ή κατηγοριών εργαζομένων (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.
κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C- 22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 75, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 .... Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.
κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 60, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C- 63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 .... Επιπλέον, όταν το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία παρά ταύτα διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, απόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.
κ.λπ., C- 362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 77, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 .. κατά ... (C. M. ) Καίτοι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση της Ένωσης, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τέτοιων κανόνων εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών αυτών, εντούτοις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.
κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C- 63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 78). Επομένως, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.
κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 ....Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο της Ευρωπαικής Ενωσης (ΔΕΕ) να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο αποκλειστικά του αιτούντος δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία πρέπει να εξετάζουν εάν οι διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως ανταποκρίνονται στις επιταγές της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.
κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C- 63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 81).
Συνεπώς, στο αιτούν (εθνικό) δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή και, εν ανάγκη, την επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.
κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, ... κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 82). Περαιτέρω, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Eπιτροπή) αποτελούν παράγωγο Kοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).
Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δεκτικούς απ` ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του, τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους.
Εξάλλου, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Kοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου.
Εξάλλου, θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας [βλ. Δ.Ε.Κ. .. 80/86, ...
BV(1987) ECR 3969, (1989) 2 18, 88/1986 Ε.Δ.Κ.Α. 1988, 562, 14/1983, ... (1984) 1891, (1986) 2 430, βλ. επίσης Υποθέσεις C74/95 και 129/95 (1996) I-6609, (1997) 1 C 300). Εξάλλου, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 ΕλΔ 39, 793, Α.Π. 1330/2000 ΕλΔ 43, 387), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Δ.Ε.Κ. 6/64 ...
II, 2, Δ.Ε.Κ. 34/73 ... 88, 4, Δ.Ε.Κ. 106/77 ... 413, 7, Δ.Ε.Κ. 118/75 ... 549, 5, Δ.Ε.Κ. 40/69 ... 586, 2 ). Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι όταν μια Οδηγία μεταφέρεται καθυστερημένα στο εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέλους και οι σχετικές προβλέψεις της οδηγίας δεν έχουν άμεση εφαρμογή, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύσουν το εσωτερικό δίκαιο, όσο είναι δυνατόν, καθ' ο χρόνο η προθεσμία της μεταφοράς έχει παρέλθει, υπό την σκοπιά της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας της Οδηγίας, με την πρόθεση να επιτευχθούν τα αποτελέσματα που σκοπεύει η Οδηγία, ευνοώντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων, οι οποίοι είναι περισσότερο σύμφωνοι με τον σκοπό, προκειμένου να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΔΕΚ C- 212/04/47-2006).
Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, αφού για την εφαρμογή της αρκεί και μία μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία.
Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου.
Έτσι, και κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών - μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της Συνθ./Ε.Κ.
και 28 του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες.
Τέλος, και κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής, και οι γι' αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών και των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, πλην για κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ' επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου.
Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος).
Εξάλλου, από την απόφαση του ΔΕΚ της 23-4-2009, που επελήφθη των υποθέσεων 378/07, C-379/07 και C-380/07 με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τις οποίες υπέβαλε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η δυνατότητα που προβλέπεται, στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 σχετικά με τη μετατροπή, στον δημόσιο τομέα, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όταν η σύμβαση καλύπτει στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, μπορεί να συμβάλλει σε τέτοια αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Αν το εν λόγω δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη έχει το αποτέλεσμα αυτό, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου, β) ότι αφού σκοπός της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου είναι να επιβληθεί στα κράτη μέλη η υποχρέωση να διασφαλίσουν, στην εσωτερική έννομη τάξη, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η θέσπιση της εθνικής ρύθμισης για τη μεταφορά της συμφωνίας δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την αποτελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας 5, σημείο 1, γ) ότι, αφού η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εναπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 48 της απόφασης, αποκλειστικά και μόνο στα εθνικά δικαστήρια, τα εν λόγω δικαστήρια έχουν επίσης την υποχρέωση να εξακριβώνουν κατά πόσον οι παραπάνω τροποποιήσεις που επέφερε το προεδρικό διάταγμα 164/2004 στο προϊσχύον εθνικό δίκαιο, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας των εργαζομένων που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την εξακρίβωση δε αυτή οφείλουν να συγκρίνουν τον βαθμό προστασίας που παρέχει καθεμία από τις εθνικές αυτές διατάξεις, δ) ότι το ΔΕΚ έχει δεχτεί ότι μια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου.
Συγκεκριμένα, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, αφού, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε στις περισσότερες περιπτώσεις άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξης των 20 εργάσιμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του.
Το ΔΕΚ έχει δεχτεί επίσης ότι η ρύθμιση, η οποία αναγνωρίζει ως "διαδοχικές" μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών μηνών, δεν είναι, καθαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική. Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ε) ότι κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και της σχετικής οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή.
Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των κρατών μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος.
Από τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα: α) ότι η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους (βλ.
ανωτέρω απόφαση ΔΕΚ, ιδίως παρ. 84 - 88), β) ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων.
Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βοιωτικών σχέσεων που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις. Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Kατ' ακολουθία, ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η πρόσληψη του εργαζόμενου έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006 και ΑΠ 816/ 2011).
Τέλος, θα πρέπει σε σχέση με το άρθρο 8 του Ν.2112/1920 να αναφερθούν επίσης τα ακόλουθα : Στο σήμερα ισχύον δίκαιο το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 έχει υπεροχή έναντι του δικαίου των π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 και για ένα ακόμη λόγο. Την υπεροχή του ορίζει ρητά η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, που παραμένει σε ισχύ μετά την τροποποίησή του με τα π.δ. 180 και 164/2004, "το διάταγμα αυτό δεν θίγει ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους γενικώς ρυθμίσεις ή ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με αναπηρίες".
Επομένως υπερισχύει η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 81/2003 όπως ισχύει σήμερα. Το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 δεν γνωρίζει εξαιρέσεις, ούτε θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς για την αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Για τις εργασιακές σχέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 η υπερίσχυση της ευνοϊκότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 προκύπτει από την, ομοίου περιεχομένου προς την του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 π.δ. 164/2004: "Το παρόν διάταγμα δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους εν γένει, καθώς και για τους εργαζομένους με αναπηρίες".
Υπερισχύει, επομένως, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, για όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 164/2004, που θεσπίζουν εξαιρέσεις και θέτουν χρονικές και άλλες προϋποθέσεις για την προστασία των εργαζομένων. Οι δύο επιφυλάξεις υπέρ των ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους ρυθμίσεων βρίσκονται σε αρμονία και με την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης που καθιερώνει το άρθρο 137 παρ. 5 Συνθ.Ε.Ε. ("οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου (κοινοτικών Οδηγιών) δεν εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών - μελών διατήρηση ή θέσπιση αυστηρότερων προστατευτικών μέτρων τα οποία συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη") και επιβεβαιώνει το άρθρο 8 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70.
Στο βαθμό, τέλος, που τα π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 χειροτερεύουν - υποβαθμίζουν την προστασία που παρέχει στους εργαζομένους η Οδηγία 1999/70 παραβιάζεται η απαγόρευση χειροτέρευσης, που περιέχεται στο άρθρο 8 παρ. 3 της Οδηγίας. Τέλος, κατά την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθ.1 ν. 3320/2005 (θέματα Προσωπικού Δημόσιου Τομέα, οικονομικά, ΟΤΑ κλπ) ορίζεται ότι: "§1.
Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο όρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του.
§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.
§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
§5. Για τους κατατασσομένους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για την μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως προς τους κατατασσομένους στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του όρθ.11 ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με την ρητή ρύθμιση του άρθ.1§4 εδ-β' ν.3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθ.15§1 ν. 3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια) ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως, δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (πρβλ.
ΑΠ. 460/2014 ΑΠ 298/2015), λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις, που ορίζουν την σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κλπ., τόσο του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β' 462, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του όρθ.24 του νόμου αυτού), όσο και του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (με την ΚΥΑ οικ.2/7093/0022/2014, ΦΕΚ Β' 215, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.21 ως άνω νόμου).
Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί από την διάταξη του εδ. α' της §4 ταυ ως άνω άρθ. 1 του ν. 3320/2005 που ορίζει ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στην γένεση της αξίωσης των κατατασσομένων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλ.
για άλλη αξίωση θεμελιουμένη σε διαφορετική νομική βάση (ΑΠ 85/2016, ΑΠ 20/2016, ΑΠ 21/2016, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 277/2015 Νόμος). Η πρόβλεψη ότι "ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως, δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης" και η ως δοθείσα ερμηνεία της διατάξεως του εδ.
α της παρ.4 του Ν. 3320/2005 είναι συμβατή και με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας πλαισίου, που προσαρτήθηκε στην ως άνω Οδηγία 1999/70/ΕΚ, που μεταφέρθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με το ΠΔ 164/2004. Η ερμηνεία ότι " τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται οι εργαζόμενοι αυτοί από την ημερομηνία έκδοσης κατάταξης" προσκρούει ευθέως στην ρήτρα 4 της παραπάνω Οδηγίας, που απαγορεύει τις δυσμενείς διακρίσεις.
Επομένως ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει ότι δεν είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξη των αναιρεσίβλητων σε οργανικές θέσεις κατ' εφαρμογή του εδ.
α της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 δεν είναι βάσιμος, διότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις έργου είχαν προσλάβει αναδρομικά ήδη από την πρόσληψη αυτών ενιαία το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, όπως κρίθηκε με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις και συνακόλουθα αυτές δικαιούνται των αποδοχών που προβλέπουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3205/2003, οι οποίες έχουν επεκταθεί και στο απασχολούμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό, σύμφωνα με την ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 στο πλαίσιο της ρήτρας 4 της παραπάνω Οδηγίας (που απαγορεύει την δυσμενή διάκριση), όπως ειδικότερα αυτή ερμηνεύθηκε και της οποίας οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν του Εθνικού Δικαίου, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.
Η παράλειψη προσφυγής κατά την διοικητική διαδικασία του ΠΔ 164/2004 δεν στερεί σ' αυτόν το δικαίωμα να προσφύγει στη δικαστική διαδικασία και ουδόλως συνεπάγεται ότι με τη δικαστική αναγνώριση παρέχεται σ' αυτόν λιγότερη έννομη προστασία για την διεκδίκηση μισθολογικών αξιώσεων. Η παραδοχή περί παροχής ελάσσονος έννομης προστασίας σε περίπτωση προσφυγής μόνο στη δικαστική οδό παραβιάζει ευθέως την ρήτρα 4 της παραπάνω Οδηγίας.
Σημειώνεται με βάση και όσα ήδη εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας μειοψηφίας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογητικός της διάκρισης λόγος ο χαρακτηρισμός αυτός καθ' εαυτόν της σχέσης ως ορισμένου χρόνου, ούτε και ο "εκ του νόμου" ειδικότερος χαρακτηρισμός της ενδεχομένως ως σύμβασης "μίσθωσης έργου" κ.λπ., ενώ υποκρύπτεται εξαρτημένη εργασία, αφού κάτι τέτοιo θα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
Κατά την ίδια έννοια, δεν μπορούν κατ' αρχήν να θεωρηθούν ως δικαιολογητικά της διάκρισης στοιχεία που είναι σύμφυτα με τη σύναψη τέτοιας σχέσης π.χ. η κατά κανόνα διαφορετική διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, οι διαφορετικές συνθήκες εξέλιξης η έλλειψη "μονιμότητας" αλλά μόνο η εργασία καθ' εαυτήν, η φύση των καθηκόντων, οι συνθήκες παροχής της εργασίας, η αξία της κ.λπ.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο χρόνος και ο τρόπος / διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων δεν αποτελούν λόγο απόκλισής ούτε καν από τη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισή των εργαζομένων. Ακόμη, δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο διάκρισης η μικρή διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου ή η περιστασιακή απασχόληση του εργαζομένου έστω και με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας μίας ημέρας (Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, ...).
Σημειώνεται ότι οι χρηματοοικονομικοί λόγοι αν και ενδέχεται να αποτελούν το έρεισμα των επιλογών κοινωνικής πολιτικής ενός κράτους -μέλους και να επηρεάζουν τη φύση ή την έκταση των μέτρων κοινωνικής προστασίας που επιθυμεί να θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν συνιστούν πάντως από μόνοι τους σκοπό κοινωνικής πολιτικής που μπορεί να δικαιολογήσει διακρίσεις (βλ.
Απόφαση ΔΕΚ της 22 Νοεμβρίου 2005 στην υπόθεση M., Συλλ. 2005 σ. Ι-9981). Τονίζεται επίσης ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λόγος διάκρισης η αρχή εξοικονόμησης προσωπικού, καθώς ανάγεται σε δημοσιονομικούς λόγους οι οποίοι δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογητικό λόγο για διακρίσεις (βλ. Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, οπ, βλ επίσης απόφαση ΔΕΚ της 10ης Μαρτίου 2005 στην υπόθεση C-196/02, Συλλ 2005 σ Ι-1789).
Κατ' ακολουθία αυτών, έπρεπε κατά την γνώμη της μειοψηφίας να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Συνεπώς κατά μερική παραδοχή του περί τούτου πρώτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 1 παρ.4 του Ν. 3320/2005, του οποίου δεν εφάρμοσε το εδάφιο α αν και αυτό ήταν εφαρμοστέο στην κρινόμενη περίπτωση, πρέπει κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος (μόνο) που αφορά την επιδίκαση στις ενάγουσες μισθολογικών διαφορών ως αποδοχών υπερημερίας του διαστήματος από 1.1.2009 έως 31.5.2011, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για την καταδίκη με την προσβαλλόμενη απόφαση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
στην δικαστική δαπάνη. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε, α) μετά την παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του πρώτου λόγου της από 24 Ιουνίου 2013 και με αριθ.
κατάθ. 76/2013 έφεσης της πρώτης, δεύτερης και τέταρτης των αρχικά εναγουσών - εκκαλουσών ως ουσιαστικά βάσιμου και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμό 104/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης κατά το μέρος που η τελευταία είχε απορρίψει την από 21 Ιουνίου 2011 και με αριθ. κατάθ. …8/2011 αγωγή των ως άνω εναγουσών - εφεσιβλήτων ως απαράδεκτη, λόγω παρόδου της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας για την άσκησή της, το οποίο δεν διαλαμβάνεται στα όρια που διαγράφονται με την παρούσα αναιρετική κρίση, πρέπει, διακρατουμένης της υπόθεσης, να ερευνηθεί κατ' άρθ. 535 παρ.1 και 536 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ και στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης η αγωγή αυτών [κατά το μέρος που με αυτή διώκεται η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για το διάστημα από 1.1.2009 έως 31.5.2011] και να απορριφθεί αυτή και χωρίς ειδικό παράπονο, ως νομικά αβάσιμη, μη αρκούσης της αντικατάστασης της απορριπτικής αιτιολογίας της πρωτοβάθμιας απόφασης, καθότι άγει σε διαφορετικό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό, β) να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 25.6.2013 αντίθετη έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.
κατά της τρίτης των εναγουσών, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 104/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το μέρος που είχε δεχθεί την από 21 Ιουνίου 2011 και με αριθ. κατάθ. 108/2011 αγωγή της ως άνω διαδίκου και είχε επιδικάσει σε αυτήν το ποσό των 28.019,18 ευρώ, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό και, στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ν' απορριφθεί κατά το μέρος αυτό η αγωγή αυτής και χωρίς ειδικό παράπονο, ως νομικά αβάσιμη.
Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων τόσο για την παρούσα δίκη, όσο και για τον πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, ενόψει των αντιθέτων επί του κρίσιμου νομικού ζητήματος αποφάσεων του Αρείου Πάγου, πριν την επίλυση του σχετικού ζητήματος με την με αριθ. 16/2017 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου (άρθ. 179 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 223/31.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης α) κατά το μέρος που επιδίκασε στις πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των εναγουσών τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά κατά μερική παραδοχή της αγωγής αυτών και β) κατά το μέρος που απέρριψε την από 25.6.2014 και με αριθ. 70/2013 έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης" που στρεφόταν κατά της τρίτης ενάγουσας.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται ως κατ' ουσία βάσιμη την από 25.6.2013 και με αριθ. 70/2013 έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.
Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 104/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, κατά το μέρος που επιδίκασε στην τρίτη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη Σ. Χ. το διαλαμβανόμενο εκεί ποσό.
Δικάζει την από 21 Ιουνίου 2011 και με αριθμό κατάθεσης ..8/2011 αγωγή της ως άνω ενάγουσας κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή αυτής κατά το μέρος αυτό.
Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος που αφορά την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών ως αποδοχών υπερημερίας του διαστήματος από 1.1.2009 έως 31.5.2011 ως προς τις πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των εναγουσών.
Δικάζει την από 21 Ιουνίου 2011 και με αριθμό κατάθεσης 108/2011 αγωγή αυτών κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τη παρούσα δίκη, ως και τα δικαστικά έξοδα αυτών για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ