Legislator Case Law & Legislation
362/2018 AI generated

362/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 362/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

362/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 11-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Αλεξάνδρας Κακκαβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 7-4-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6019/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
excessive speed illegal overtaking manoeuvre aggravated drunk driving traffic violation extreme speeding offence driving whilst disqualified
AI generated
1459/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
235/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
60/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
1574/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
1043/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 362 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 362/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-11-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Ν., 2) Α. Σ. του Ν., κατοίκων ..., 3) Μ. συζ. Α. Δ. και 4) Ν. Δ. του Α., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σιάρκο και οι 3η και 4ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλαφογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2009 αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 30-5-2009 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 9-9-2009 αγωγή του Λ. Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και την από 20-11-2009 αγωγή των 3ης και 4ου των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4639/2010 μη οριστική και 672/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6019/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-4-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 11-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Αλεξάνδρας Κακκαβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 7-4-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6019/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η ατάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 686/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες.... κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων... Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει... κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του αυτού νόμου "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες ... τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: ...Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας.

Η πινακίδα αυτή, που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει". Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 4 του ως άνω νόμου "1. Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. 4.

Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτές τις εφέσεις α) του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου και β) των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση των τρίτης και τέταρτου τούτων κατά της 672/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτές αγωγές των αναιρεσιβλήτων κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ...., της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπεισήλθε το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο, και αντίθετη αγωγή του, μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, Λ.

Α., κατά των τρίτης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων και της, επίσης μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, ασφαλιστικής τους εταιρείας, με την επωνυμία .... Με την αναιρεσιβαλλομένη κρίθηκε, ότι συνυπαίτιοι, κατά ποσοστό 50% έκαστος, του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος είναι και οι δύο εμπλακέντες σ’ αυτό οδηγοί, ήτοι ο ως άνω Λ.

Α. και ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη, έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές και αναγνωρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους, τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά. Ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συμπεριφοράς εκάστου των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα και στην επέλευση αυτού το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "Στις 25-12-2007 και περί ώρα 05.05’ ο ενάγων - εναγόμενος Ν.

Δ., ετών 23, οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας Μ. Δ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές σε τρίτους από τη λειτουργία του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και εκινείτο στην διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 10,30 μέτρων, οδό ..., στην Περιοχή ...

με κατεύθυνση από Αγ. Παρασκευή προς Αθήνα. Στο αυτοκίνητο αυτό επέβαιναν οι ενάγουσες Μ. Σ., η οποία καθόταν στο πίσω αριστερά κάθισμα ακριβώς πίσω από τη θέση τον οδηγού και η Α. Σ. που καθόταν στο πίσω δεξιά κάθισμα. Περί ώρα 05.05 έφθασε στη συμβολή της οδού αυτής με την οδό ... και μείωσε σημαντικά την ταχύτητα του αυτοκινήτου του πριν από την είσοδό του σε αυτή για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα πορείας αυτής από Αθήνα προς ..., καθόσον υπήρχε στην πορεία του η ρυθμιστική πινακίδα Ρ2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας - STOP).

Σκοπός του ήταν να διασχίσει κάθετα το προς Σταυρό ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού (...) και με ελιγμό προς τα αριστερά να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής και να κατευθυνθεί προς το .... Η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και διαχωρίζεται κατά μήκος με νησίδα ασφαλείας που διακόπτεται στη συμβολή αυτής με την οδό ....

Η οδός αυτή (...) είναι ευθεία και η ορατότητα δεν περιορίζεται, το όριο δε ταχύτητας σε αυτή ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32. Κατά τον ίδιο χρόνο ο εναγόμενος και ενάγων Λ. Α., ετών 26, οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές που προκαλούσε σε τρίτους από τη λειτουργία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε εκ του νόμου το ν.π.ι.δ.

με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", και κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα στην αριστερή (εσωτερική) λωρίδα κυκλοφορίας του από Αθήνα προς ... ρεύματος πορείας της οδού ..., έφθασε σε απόσταση 80 μέτρων από την ως άνω διασταύρωση, την οποία σκόπευε να διασχίσει και να συνεχίσει την πορεία του κατευθείαν εμπρός.

Στην ως άνω οδό, όπως έχει αναφερθεί, υπήρχε η ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-32, με την οποία η μέγιστη ταχύτητα όλων των οχημάτων περιοριζόταν στα 50 χιλιόμετρα την ώρα. Ως προς τις συνθήκες που επικρατούσαν ο καιρός ήταν καλός και η άσφαλτος στεγνή. Ήταν όμως νύκτα και η ορατότητα ήταν περιορισμένη, καθόσον επικρατούσε σκοτάδι και ο τεχνητός φωτισμός που υπήρχε ήταν ανεπαρκής.

Ενόψει των ως άνω δυσμενών συνθηκών και οι δύο οδηγοί έπρεπε να καταβάλουν κατά την οδήγηση των οχημάτων τους την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, σύμφωνα με τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και λογική. Κατ’ αρχήν προτεραιότητα είχε ο κινούμενος επί της οδού ... οδηγός του με αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου οδηγός (Λ. Α.). Παράλληλα όμως προς την προτεραιότητα αυτή, υπάρχει υποχρέωση και των δύο οδηγών να έχουν τον πλήρη έλεγχο του οχήματός τους ώστε να μπορούν σε κάθε στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς και επιπλέον να ρυθμίζουν την ταχύτητά τους ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν, ιδιαίτερα δε επιβάλλεται να μειώνουν την ταχύτητά τους σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, πλησίον των οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες και κατά τις νυχτερινές ώρες και άσχετα προς την προτεραιότητα του οχήματος να καταβάλουν την εντελώς ιδιαίτερη προσοχή για να μη προκαλέσουν κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας με ανάλογη ρύθμιση της ταχύτητάς τους ώστε να μπορούν αν χρειασθεί να διακόψουν την πορεία του οχήματός τους και να αποφύγουν τον κίνδυνο που συνήθως δημιουργείται σε τέτοιου είδους διασταυρώσεις (άρθρ. 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 παρ. 1 ΚΟΚ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ν. Δ., όταν έφθασε στη διασταύρωση της οδού Στ. ... με την οδό ..., μείωσε σημαντικά την ταχύτητα του οχήματός του. Ενώ όμως είχε υποχρέωση να σταματήσει πριν από την πινακίδα STOP, που υπήρχε πριν από τη διασταύρωση, και να ελέγξει επισταμένα την κίνηση των οχημάτων στο προς Σταυρό ρεύμα πορείας της οδού ..., δεν έπραξε τούτο αλλά εισήλθε στην εν λόγω οδό με μικρή ταχύτητα και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το άνω ρεύμα πορείας αυτής.

Αν ήταν πιο προσεκτικός και συμμορφωνόταν προς τις σχετικές διατάξεις του Κ.Ο.Κ (άρθρ. 26 παρ. 1, 4 και 4 παρ. 3), θα αντιλαμβανόταν ότι το κινούμενο με πολύ μεγάλη ταχύτητα στο ως άνω ρεύμα πορείας αυτοκίνητο του Λ. Α., πλησίαζε στη διασταύρωση και θα ανέμενε τη διέλευσή του. Από την πλευρά του ο εν λόγω οδηγός είχε αναπτύξει πολύ μεγάλη, για τις συνθήκες που επικρατούσαν, ταχύτητα και παρά την ύπαρξη της ως άνω ρυθμιστικής πινακίδας.

Συγκεκριμένα εκινείτο με την υπερβολική ταχύτητα των 120 χιλιομέτρων ανά ώρα, με την οποία επιχείρησε να περάσει την ως άνω διασταύρωση. Όταν έφθασε σε απόσταση 80 μέτρων από αυτή, αντιλήφθηκε το οδηγούμενο από τον Ν. Δ. αυτοκίνητο να κινείται κάθετα προς τον άξονα της οδού και να παρεμβάλλεται στην πορεία του.

Για να αποφύγει τη σύγκρουση τροχοπέδησε απότομα, μετά την πάροδο του αναγκαίου χρόνου αντίδρασης αυτού, από απόσταση 30 μέτρων (βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης μήκους 30 μέτρων προερχόμενα από τροχούς του αυτοκινήτου του). Λόγω όμως της πολύ μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του ούτε να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά και να κινηθεί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας που ακολουθούσε, καθόσον το άλλο αυτοκίνητο, συνεχίζοντας την πορεία του, είχε διασχίσει κάθετα το μεγαλύτερο τμήμα του εν λόγω ρεύματος πορείας και είχε αρχίσει να εισέρχεται στο διάκενο της διαχωριστικής νησίδας της οδού ....

Έτσι το αυτοκίνητό του έπεσε με μεγάλη σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του και ιδίως το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, στο πίσω τμήμα της αριστερής πλευράς του άλλου αυτοκινήτου. Η σύγκρουση ήταν πολύ δυνατή και είχε ως αποτέλεσμα, το μεν οδηγούμενο από τον Ν. Δ. αυτοκίνητο να εκτιναχθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού και να ακινητοποιηθεί κατά ένα μέρος επί του πεζοδρομίου και κατά ένα μέρος επί του οδοστρώματος αυτού σε απόσταση 30 μ.

από το σημείο της σύγκρουσης, ενώ το οδηγούμενο από τον Λ. Α. αυτοκίνητο, συνεχίζοντας την ανεξέλεγκτη πορεία του επί της διαχωριστικής νησίδας και επί του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, ακινητοποιήθηκε επ’ αυτού σε απόσταση 40 μ. περίπου από το σημείο της σύγκρουσης. Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης τα δύο αυτοκίνητα υπέστησαν εκτεταμένες φθορές και βλάβες, ενώ οι επιβαίνουσες στο υπ’ αριθ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, οι οποίες δε φορούσαν ζώνες ασφαλείας, εκτινάχθηκαν από αυτό και βρέθηκαν από τους υπαλλήλους της Τροχαίας Αγίας Παρασκευής, που έφθασαν στον τόπο του ατυχήματος 15 λεπτά της ώρας μετά την ένδικη σύγκρουση, η μεν Α. Σ. επί του οδοστρώματος του προς Σταυρό ρεύματος πορείας της παραπάνω οδού, η δε Μ.

Σ. επί ιδιωτικού χώρου καταστήματος στα δεξιά του αντίθετου (προς Αθήνα) ρεύματος πορείας της οδού αυτής, σε απόσταση 30 μ. και 40 μ. περίπου από το σημείο της σύγκρουσης αντίστοιχα. Οι εν λόγω επιβάτισσες τραυματίστηκαν βαριά, ενώ ελαφρά τραυματίσθηκαν οι δύο οδηγοί. Η εν λόγω σύγκρουση και οι ζημιογόνες συνέπειές της οφείλονται στη συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών των ως άνω οχημάτων, οι οποίοι δεν επέδειξαν την εντελώς ιδιαίτερη προσοχή που όφειλαν (άρθρ. 12 παρ. 1 ΚΟΚ, 330 ΑΚ) και μπορούσαν να επιδείξουν, όπως θα έπραττε οποιοσδήποτε άλλος μετρίως συνετός οδηγός κάτω από παρόμοιες με αυτούς συνθήκες, ανέρχεται δε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του καθενός οδηγού σε ποσοστό 50%.

Ειδικότερα ο οδηγός του υπ’ αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ν. Δ., οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητο και προσεγγίζοντας την προαναφερόμενη διασταύρωση, δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει. Έτσι αν και μείωσε στο ελάχιστο την ταχύτητα όταν έφθασε στη διασταύρωση, δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του, όπως ήταν υποχρεωμένος πριν από την πινακίδα STOP, που υπήρχε στην πορεία του και δεν ήλεγξε επισταμένα την κίνηση των οχημάτων στο προς Σταυρό ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ....

Αν ήταν πιό προσεκτικός και τηρούσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΟΚ θα είχε αντιληφθεί το κινούμενο με μεγάλη ταχύτητα στο ρεύμα αυτό ως άνω αυτοκίνητο δεδομένου ότι η οδός είναι ευθεία και είχε ορατότητα σε απόσταση τουλάχιστον 250 μέτρων και θα ανέμενε τη διέλευσή του. Με τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις ο οδηγός αυτός συνέβαλε κατά το ως άνω ποσοστό στην επέλευση της σύγκρουσης και των ζημιογόνων αποτελεσμάτων της.

Από το άλλο μέρος ο οδηγός του υπ’ αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Λ. Α., οδηγώντας χωρίς την επιβαλλόμενη σύνεση και προσοχή, είχε αναπτύξει την υπερβολική ταχύτητα των 120 χ/ω τουλάχιστον, όπως προκύπτει από τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του, τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και τα ως άνω αποτελέσματά της, μολονότι οι συνθήκες που επικρατούσαν (νύχτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό, κατοικημένη περιοχή, περιορισμένη ορατότητα) δεν το επέτρεπαν, ενώ με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 το ανώτατο όριο ταχύτητας οριζόταν σε 50 χλμ, το οποίο, ενόψει και των ως άνω δυσμενών συνθηκών, όφειλε να τηρήσει.

Με τη συμπεριφορά του αυτή ο εν λόγω οδηγός συνέβαλε κατά ποσοστό 50% στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης. Εξάλλου αποδείχτηκε ότι στο αίμα του ενάγοντος-εναγομένου Ν. Δ., που λήφθηκε αμέσως μετά το ατύχημα, ανιχνεύθηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 36% (σχετ. η υπ’ αριθ. .../6-2-2008 έκθεση εξετάσεως αίματος της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας).

Ωστόσο, η πιο πάνω ποσότητα του οινοπνεύματος είναι κάτω από το όριο των 0,50 γραμμ/λίτρο αίματος, το οποίο, όταν υπερβαίνει ο ελεγχόμενος οδηγός, θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος.

Συνεπώς ο ως άνω οδηγός δεν οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθ’ όσον και από άλλα συμπτώματα αυτού, δεν προέκυψε ότι τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι δεν ήταν ικανός για οδήγηση. Άλλωστε η πιο πάνω κατανάλωση οινοπνεύματος δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε, έστω και στον ελάχιστο βαθμό, την ικανότητα του ως άνω οδηγού περί την οδήγηση τη στιγμή της σύγκρουσης.

Επομένως κατά το παραπάνω ποσοστό (50%) πρέπει να γίνουν δεκτές οι ενστάσεις συνυπαιτιότητας που νόμιμα προέβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι των από 20-11-2009 και από 9-9-2009 αγωγών και επαναφέρουν νόμιμα στο παρόν Δικαστήριο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι οι δύο οδηγοί είναι συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 75% ο Ν.

Δ. και κατά 25% ο Λ. Α., έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα κατά ένα μέρος υποστηρίζουν οι ενάγοντες-εναγόμενοι Μ. Δ. και Ν. Δ. με την αντέφεσή τους. Αντίθετα όσα υποστηρίζουν με την κρινόμενη έφεση ο ενάγων-εναγόμενος Λ. Α. και το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο ότι ο οδηγός του υπ’ αριθ. ... IXΕ αυτοκινήτου είναι αποκλειστικά υπαίτιος, αλλιώς συνυπαίτιος κατά ποσοστό 95% είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς όλα τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την υπαιτιότητα των δύο εμπλεκόμενων οδηγών για το ένδικο ατύχημα, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξαν οι ανωτέρω εμπλεκόμενοι στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Ήτοι, για τον Ν. Δ. αναφέρει με σαφήνεια ότι δεν κατέβαλε την ιδιαίτερη προσοχή, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει κατά την οδήγηση, αφού ναι μεν δεν διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε πριν από την πινακίδα με ένδειξη STOP, που υπήρχε στην πορεία του, στη διασταύρωση της οδού όπου εκινείτο με την οδό ..., πλην όμως μείωσε σημαντικά την ταχύτητα του οχήματός του και εισήλθε σε αυτήν με μικρή ταχύτητα, χωρίς να ελέγξει επισταμένως την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού αυτής προς Σταυρό, με συνέπεια να μην αντιληφθεί το κινούμενο σ’ αυτό με μεγάλη ταχύτητα υπ’ αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο θα είχε αντιληφθεί αν ήταν πιο προσεκτικός, δοθέντος ότι είχε ορατότητα τουλάχιστον 250 μέτρων επί της οδού, που είναι ευθεία. Ως προς δε τον Λ. Α. παρατίθεται ότι οδηγούσε χωρίς την απαιτούμενη σύνεση και προσοχή και είχε αναπτύξει ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπομένης, ήτοι με 120 χ/ω με ανώτερο επιτρεπόμενο όριο 50 χ/ω, εξ αιτίας δε αυτής δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό ή να ακινητοποιήσει το όχημά του με την τροχοπέδηση που ενήργησε, αν και αντιλήφθηκε την κίνηση του οδηγούμενου από τον Ν.

Δ. αυτοκινήτου από 80 μέτρα. Στη συνέχεια, ανέλεγκτα αναιρετικά, καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας κάθε οδηγού σε 50%. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης έως ότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή έως ότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του Κ.Πολ.Δ.

που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ανωτέρω σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπου και εκκρεμεί.

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. β’ του π.δ/τος 237/1986, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. γ’ του άρθρου 4 του ν. 4092/2012, που ορίζει την αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο, "Στις περιπτώσεις του εδαφίου γ’ της προηγούμενης παραγράφου το συνολικό ποσόν για την αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α) για αποζημίωση ύψους έως 4.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 90% αυτής, β) για αποζημίωση ύψους από 4.001 έως 10.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 87,5% αυτής, με κατώτατο όριο 3.600 ευρώ, γ) για αποζημίωση ύψους από 10.001 έως 30.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 85% αυτής, με κατώτατο όριο 8.750 ευρώ, δ) για αποζημίωση ύψους από 30.001 έως 60.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 80% αυτής, με κατώτατο όριο 25.000 ευρώ, ε) για αποζημίωση ύψους από 60.001 έως 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 70% αυτής, με κατώτατο όριο 48.000 ευρώ, στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ".

Με το εδ. δ’ της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι "Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους, με αναγνωριστικές και καταψηφιστικές διατάξεις, τα εξής ποσά: 1) στην Α.

Σ.: το ποσό των 38.103,75 ευρώ, ως αποζημίωσή της, και το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 2) στη Μ. Σ.: το ποσό των 34.097,34 ευρώ, ως αποζημίωσή της, και το ποσό των 35.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 3) στη Μ. Δ. το ποσό των 3.850 ευρώ, ως αποζημίωσή της, και το ποσό των 300 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και 4) στον Ν.

Δ. το ποσό των 800 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο που ισχύει για τους ιδιώτες οφειλέτες από την επίδοση κάθε αγωγής. Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης διατείνεται, ότι ενώπιον του Εφετείου είχε προτείνει παραδεκτώς τον περιορισμό της ευθύνης του σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 4092/2012, ισχυριζόμενο ότι πρέπει να γίνει ποσοστιαία μείωση της αξίωσης καθενός των αναιρεσιβλήτων κατά τις διαβαθμίσεις που ορίζει η διάταξη αυτή, με ανώτατο όριο τα 100.000 ευρώ συνολικά για όλους τους αναιρεσιβλήτους και για όλες τις αξιώσεις τους.

Το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση, ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι η ως άνω διάταξη είναι αντίθετη προς τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Το ζήτημα αυτό, αφού χαρακτηρίσθηκε γενικότερου ενδιαφέροντος, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1780/2017 απόφαση του Δ’ πολιτικού τμήματος αυτού που ήταν γνωστή, όταν έγινε η διάσκεψη για την επίδικη υπόθεση (12-1-2018).

Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, εύλογα, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα πρόταση. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει: Α) Να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και Β) Να αναβληθεί η έκδοση απόφασης επί του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον δεύτερο λόγο της υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης ... αίτησης για αναίρεση της 6019/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Αναβάλλει την έκδοση απόφασης επί του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για το άνω ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ’ αυτή, με την 1780/2017 απόφαση του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ