Legislator Case Law & Legislation
362/2017 AI generated

362/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 362/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

362/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς το άρθρ. 229 ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλόγως (άρθρ. 68 § 2 ΑΚ) και επί εμφανισθέντος ως εκπροσώπου νομικού προσώπου, συνάγεται ότι το κύρος σύμβασης που καταρτίσθηκε με φυσικό πρόσωπο, που δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης της ανώνυμης εταιρείας εξαρτάται από την έγκριση αυτής.

Keywords

AI generated
reduction of premiums reduction of salary right to price reduction reduction of supplementary benefits reduced VAT rate capital reduction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 362 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 362/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, διόρισε δε στο ακροατήριο και ως πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Γεώργιο Ιατρού.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Λυκούδη.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε ν’ αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.

Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αντιδίκου του.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4333/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 535/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 12-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 2ου λόγου της αίτησης αναίρεσης της υπ’ αριθμ. 535/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του 3ου επικουρικού, κατά το Γ’ σκέλος, αναιρετικού λόγου εκ του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης (1ου εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 14, 3ου εκ του άρθρου 559 αρ. 8, κατά το α’ σκέλος αυτού και εκ του άρθρου 559 αρ. 19 κατά το β’ σκέλος αυτού, 4ου εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 11γ’ , 5ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 6ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ.

Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 150/2015).

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται δε μόνο σε δικονομικές πλημμέλειες, όπως είναι και η απαράδεκτη υποβολή νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (Ολ.ΑΠ 2/2005), ενώ οι ουσιαστικές ακυρότητες ελέγχονται με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου (Ολ.ΑΠ 2/2001).

Για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση, όταν δε το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που είχε προταθεί κατά τρόπο απαράδεκτο, θεμελιώνονται παράλληλα οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, απαράδεκτος είναι και ο ισχυρισμός, που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο εφετείο, χωρίς να συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των άρθρων 527 παρ. 1, 2 και 3 και 269 παρ. 2 εδ. α, β, γ και δ ΚΠολΔ. Ο διάδικος που προβάλλει με καθυστέρηση αυτοτελή ισχυρισμό για πρώτη φορά στο εφετείο πρέπει να επικαλείται τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, η δε απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτόν, πρέπει να βεβαιώνει το παραδεκτό της καθυστερημένης προβολής του ισχυρισμού και να δέχεται, ότι συντρέχει μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις, που δικαιολογούν την καθυστερημένη προβολή του.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 234/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 647, 649, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, 115 παρ. 3, 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ , 237 παρ. 1, 3, 269 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 2 αυτού.

Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ’ έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής (ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως), αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 1043/2010, πρβλ επίσης, ΑΠ127/2016, ΑΠ 84/2015, ΑΠ 243/2015).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρ. 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 § 1 ΑΚ, 5 § 1 και 44 του π.δ. 34/1995 συνάγεται ότι η σύμβαση εμπορικής μισθώσεως, η διάρκεια της οποίας έχει συμφωνηθεί για χρόνο βραχύτερο του προβλεπομένου στο εν λόγω π.δ., μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία, η οποία υπάρχει και όταν πριν από την παρέλευση του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει με σκοπό τη λύση της μισθώσεως, για την απόδειξη δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο βεβαίας χρονολογίας.

Κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας, η οποία μπορεί να είναι και σιωπηρή, ενέχει η εκούσια παράδοση από το μισθωτή των κλειδιών του μισθίου στον εκμισθωτή και η εκ μέρους του παραλαβή τους, χωρίς καμία επιφύλαξη (ΑΠ 182/2002) ή και με επιφύλαξη, που δεν ενέχει εναντίωση στην πρόωρη λύση της μισθώσεως, αλλά έχει την έννοια διατηρήσεως εκ μέρους του εκμισθωτή αξίωσης για τα οφειλόμενα μισθώματα ή ως προς την κατάσταση του μισθίου (ΑΠ 998/2006).

Ο ισχυρισμός, επομένως, ότι η μίσθωση λύθηκε με νεότερη συμφωνία αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή μισθωμάτων μεταγενεστέρων της συμφωνίας (ΑΠ 495/01, ΑΠ 1086/01). Με τον 1° λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται για τις πλημμέλειες εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι Α) το Εφετείο με την υπ’ αρ. 535/2015 (προσβαλλόμενη) απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8, διότι έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν νόμιμα και ειδικότερα, τον αυτοτελή ισχυρισμό -ένσταση της αναιρεσίβλητης ΕΛΤΑ ΑΕ, σύμφωνα με τον οποίο η επίδικη μίσθωση δεν λύθηκε με την από 16-12-2013 καταγγελία της ΕΛΤΑ ΑΕ, αλλά με νεότερη συμφωνία (αντισυμφωνία), που καταρτίσθηκε με την παράδοση και τη δήθεν εκ μέρους του αναιρεσείοντα ανεπιφύλακτη παραλαβή του μισθίου, καθόσον ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός, αν και δεν προτάθηκε προφορικά και δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης -πρωτόδικης υπ’ αρ. 4333/2014 απόφασης, ούτε επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο κατ’ άρθρ. 240 ΚΠολΔ, εντούτοις το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό - ένσταση ως ουσιαστικά βάσιμο και απέρριψε τους 1° και 2° σχετικούς λόγους της έφεσης του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, Β) ότι επίσης το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό -ένσταση κατά τα ανωτέρω, κατά παράβαση των άρθρων 647 παρ. 1, 591 παρ. 1, 262, 238 σε συνδ. 256 περ.

δ’ ΚΠολΔ, τους αριθμούς των οποίων σημειωτέον δεν αναφέρει ο αναιρεσείων, πλην αναλυτικά εκθέτει το περιεχόμενό τους και Γ) ότι επικουρικά, αν υποτεθεί, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον 1° λόγο της έφεσης, δηλαδή πράγμα, που ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, υπέπεσε και εκ του λόγου αυτού στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναίρεσης εφετειακής απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 19-5-2014 (αρ. κατ. .../2014) αγωγή ο ήδη αναιρεσείων ζητούσε, μεταξύ άλλων ποσών, να υποχρεωθεί η εναγομένη μισθώτρια ΕΛΤΑ ΑΕ να του καταβάλει, με την ιδιότητά του ως εκμισθωτή, το συνολικό ποσό των 2.400 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2014, λόγω ακυρότητας της από 16-12-2013 εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης από την μισθώτρια ΕΛΤΑ ΑΕ.

Η μισθώτρια ΕΛΤΑ ΑΕ ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η καταγγελία ήταν ισχυρή και ότι στις 17-3-2014 πραγματοποιήθηκε ανεπιφύλακτα η παράδοση και παραλαβή των κλειδιών του μισθίου ακινήτου από τον ενάγοντα - εκμισθωτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως και το Εφετείο, έκριναν ότι η επίδικη μίσθωση δεν λύθηκε με την ανωτέρω καταγγελία, ελλείψει νόμιμης εκπροσώπησης της ΕΛΤΑ ΑΕ, αλλά με νεότερη σύμβαση (αντισυμφωνία), που καταρτίστηκε με την παράδοση του μισθίου από τον Διευθυντή του Υποκαταστήματος της ΕΛΤΑ ΑΕ, στο οποίο στεγαζόταν το μίσθιο και την ανεπιφύλακτη παραλαβή του από τον αναιρεσείοντα - εκμισθωτή.

Ο ισχυρισμός αυτός περί αντισυμφωνίας, που εμπεριεχόταν στις πρωτόδικες, αλλά και στις κατ’ έφεση προτάσεις της ΕΛΤΑ ΑΕ, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, αποτελούσε ένσταση της εναγομένης μισθώτριας, καταλυτική της αγωγής του εκμισθωτή, για την καταβολή των δύο μισθωμάτων, ποσού 2.400 ευρώ, ως μεταγενεστέρων της αντισυμφωνίας και, ως ένσταση (επειδή στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων), έπρεπε να προταθεί προφορικά, κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη δικάσιμο της 29-9-2014 και επί πλέον να καταχωρηθεί στα πρακτικά.

Ο ισχυρισμός αυτός - ένσταση εμπεριέχεται στις με ίδια ημερομηνία (29-9-2014) προτάσεις της ΕΛΤΑ ΑΕ ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς όμως να καταχωρηθεί και στα πρακτικά. Ας σημειωθεί επίσης, ότι η αναιρεσίβλητη ΕΛΤΑ ΑΕ περιέγραφε τα περιστατικά, χωρίς όμως να χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό της ως ένσταση.

Επομένως, καταρχήν η ένσταση αυτή απαράδεκτα προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξάλλου, δέχθηκε τον ισχυρισμό για αντισυμφωνία και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο αναιρεσείων με την έφεσή του επανέφερε τον ισχυρισμό του για τη μη κατάρτιση αντισυμφωνίας, ενώ επίσης πρότεινε παραδεκτά την ένσταση απαραδέκτου για την προβολή της ένστασης εκ μέρους της εναγομένης - εφεσίβλητης ΕΛΤΑ ΑΕ.

Εξάλλου, η ένσταση αυτή εμπεριεχόταν και πάλι στις προτάσεις της ΕΛΤΑ ΑΕ ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατ’ άρθρ. 527 ΚΠολΔ, ως εφεσίβλητης - εναγομένης, προς αντίκρουση της έφεσης. Τον ισχυρισμό - ένσταση δέχθηκε κατ’ ουσίαν το Εφετείο και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Επομένως, εφόσον η εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη μπορούσε κατ’ άρθρ. 527 παρ. 1 ΚΠολΔ να προτείνει ενώπιον του εφετείου και ισχυρισμό, που είχε προταθεί απαράδεκτα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς αντίκρουση της έφεσης, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του την ένσταση αντισυμφωνίας και έκρινε ως αβάσιμη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ούτε δεν κήρυξε παρά το νόμο δικονομικό απαράδεκτο.

Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Απορριπτέος κρίνεται και ο 1ος αναιρετικός λόγος, κατά το επικουρικό γ’ σκέλος αυτού, διότι το Εφετείο ερεύνησε τον 1° λόγο της έφεσης (πράγμα) περί της απαράδεκτης πρότασης της ένστασης αντισυμφωνίας και αφού εκτίμησε τον ως άνω λόγο της έφεσης, τον απέρριψε κατ’ ουσίαν και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος στο σύνολό του.

Περαιτέρω, ουσιαστική προϋπόθεση για την εφαρμογή της περί αμέσου αντιπροσωπεύσεως διάταξης του άρθρου 211 ΑΚ είναι, μεταξύ των άλλων, και η ύπαρξη της προς αντιπροσώπευση εξουσίας του αντιπροσώπου να προβεί στη δήλωση επ’ ονόματι τρίτου προσώπου (του αντιπροσωπευομένου), η δε δήλωση να γίνεται επ’ ονόματι του τελευταίου ή να συνάγεται από τις περιστάσεις, ότι έγινε στο όνομά του (αρχή του εμφανούς της αντιπροσώπευσης).

Η προς αντιπροσώπευση εξουσία παρέχεται δια της πληρεξουσιότητος, η οποία, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231 παρ. 1 και 361 ΑΚ αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτον (τον πληρεξούσιο) της εξουσίας αντιπροσώπευσής του.

Η δικαιοπραξία αυτή είναι, κατά κανόνα, άτυπη. Υποβάλλεται όμως, κατ’ εξαίρεση, σε έγγραφο συστατικό τύπο, είτε διότι για την συγκεκριμένη πληρεξουσιότητα το απαιτεί ο νόμος, είτε διότι η δικαιοπραξία στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα είναι τυπική, οπότε τον για την δικαιοπραξία αυτή επιβαλλόμενο τύπο πρέπει, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, να περιβληθεί και η πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 217 περ.

β’ ΑΚ (ΑΠ 1150/2014, ΑΠ 1305/2009). Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 παρ. 1 και 3 του Κωδ. Ν. 2190/1920, η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το διοικητικό συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη, που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την εκπλήρωση του σκοπού της.

Η οργανική αυτή εκπροσώπηση της εταιρείας μπορεί ν’ ανατεθεί ολικά ή μερικά σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους, είτε απευθείας με διάταξη του καταστατικού, είτε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, αν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό.

Τα πρόσωπα αυτά, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τρίτοι, είναι όργανα της εταιρείας με αντιπροσωπευτική εξουσία παράλληλη προς εκείνη του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούν ως υποκατάστατα αυτού, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό (ΟλΑΠ 1096/1976, ΑΠ 451/2003, ΑΠ 1193/2001, ΑΠ 1215/2000, ΑΠ 169/2000).

Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις ΑΚ 65, 67, 68 και 70, που αναφέρονται στην οργανική εκπροσώπηση των νομικών προσώπων γενικά, δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το υποκατάστατο αυτό όργανο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Επιπλέον, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του π.δ. 409/1986 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1 και αντικαταστάθηκε η παράγραφος του άρθρου 22 του Κωδ.Ν. 2190/1920, προκειμένου να προσαρμοσθεί η ελληνική νομοθεσία στις διατάξεις του άρθρου 9 της Πρώτης Οδηγίας 68/151/ΕΟΚ. Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (άρθρο 22 παρ. 1 εδ.

β’ Κωδ.Ν. 2190/1920), ορίζεται ότι πράξεις του διοικητικού συμβουλίου, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν αποδειχθεί, ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει και δεν συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρείας ή τις τροποποιήσεις του.

Με τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές (άρθρο 22 παρ. 2 Κωδ.Ν. 2190/1920) ορίζεται ότι περιορισμοί της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου, από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης, δεν αντιτάσσονται στους καλόπιστους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, κατ’ απόκλιση της γενικής για τα νομικά πρόσωπα ρύθμισης των ΑΚ 68 και 70, αλλά και των όσων ισχύουν για τις πράξεις του αντιπροσώπου σύμφωνα με τις ΑΚ 211, 229 και 231 επ., στις οποίες παραπέμπει η ΑΚ 68 παρ. 2, καθιερώνεται ως κανόνας, ότι η ανώνυμη εταιρεία δεσμεύεται απέναντι στους τρίτους από τις πράξεις των οργανικών εκπροσώπων της και επομένως και εκείνων που ορίσθηκαν ως υποκατάστατα όργανα αυτής, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του Κωδ.Ν. 2190/1920, έστω και αν οι πράξεις αυτές υπερβαίνουν τα όρια που θέτει ο εταιρικός σκοπός ή παραβιάζουν τους περιορισμούς, που τίθενται από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης και κατά μείζονα λόγο του διοικητικού συμβουλίου, στην περίπτωση του υποκατάστατου οργάνου (ΑΠ 1353/1997, πρβλ.

επίσης ΑΠ 603/2013). H υποκατάσταση αυτή του Δ.Σ. από μέλος του ή από τρίτο πρόσωπο διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής (άρθρ. 216 επ. και 713 επ. ΑΚ), καθόσον ο πληρεξούσιος και ο αντιπρόσωπος δεν αποτελούν όργανα εκφράζοντα την βούληση του νομικού προσώπου, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποί του πράξεις, που αποφασίσθηκαν από το Δ.Σ.

ή υποκατάστατα αυτού όργανα. Σε κάθε περίπτωση η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των ως άνω οργάνων δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά αρκεί να προκύπτει απ’ αυτήν βούληση του Δ.Σ. ή των προαναφερομένων οργάνων, ώστε να εκπροσωπηθεί γενικά η εταιρεία και δη κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας από άλλο πρόσωπο (ΑΠ 704/2010, 1191/2009).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς το άρθρ. 229 ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλόγως (άρθρ. 68 § 2 ΑΚ) και επί εμφανισθέντος ως εκπροσώπου νομικού προσώπου, συνάγεται ότι το κύρος σύμβασης που καταρτίσθηκε με φυσικό πρόσωπο, που δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης της ανώνυμης εταιρείας εξαρτάται από την έγκριση αυτής.

Η έγκριση, αναγομένη στον χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο (άρθρ. 238, 239 ΑΚ) και μπορεί να παρασχεθεί, εφόσον για την σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, με τρόπο, όμως, που υποδηλώνει σαφώς και αναντίρρητα την βούληση της εταιρείας.

Η ανωτέρω έγκριση παρέχεται από το Δ.Σ., που εκπροσωπεί την εταιρεία δρώντας συλλογικά, ή από το πρόσωπο που την εκπροσωπεί σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη του καταστατικού (ΑΠ 603/2013, ΑΠ 474/2006, 1659/2005). Δηλαδή, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία κάποιος καταρτίζει μια σύμβαση ως αντιπρόσωπος άλλου χωρίς πληρεξουσιότητα, η σύμβαση αυτή δεν έχει, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 229 Α.Κ., υποχρεωτική ισχύ για τον αντιπροσωπευόμενο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι η σύμβαση είναι άκυρη, απλώς το κύρος και η δεσμευτικότητά της έναντι του αντιπροσωπευομένου εξαρτώνται από την έγκρισή του και συνεπώς μέχρι της εγκρίσεως ή της αποκρούσεως (αποποιήσεως) εκ μέρους του αντιπροσωπευομένου, αυτή είναι ατελής και μετέωρη, με την έννοια ότι προσωρινώς δεν παράγει αποτελέσματα (ΑΠ 12/2006, ΑΠ 1462/1998, ΑΠ 454/ 1990).

Άλλη περίπτωση παύσης της μετέωρης αυτής κατάστασης είναι η πάροδος της εύλογης προθεσμίας την οποία έχει δικαίωμα κατά το άρθρο 229 παρ. 2 ΑΚ να τάξει ο αντισυμβαλλόμενος στον αντιπροσωπευόμενο για να εγκρίνει τη σύμβαση, είτε τέλος με την κατ’ άρθρο 230 ΑΚ "υπαναχώρηση" του αντισυμβαλλομένου, δηλαδή με την ανάκληση της δικής του δικαιοπρακτικής δήλωσης, όσο ο αντιπροσωπευόμενος δεν εγκρίνει τη σύμβαση.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 150/2015). Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 101/2005, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 140/2010).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την ευθεία παραβίαση Α) της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 22 Ν. 2190/1920, σύμφωνα με την οποία η οργανική εκπροσώπηση της ΑΕ μπορεί να ανατεθεί σε μέλη του ΔΣ, διευθυντές ή τρίτους, είτε απευθείας από το καταστατικό, είτε με απόφαση ΔΣ, αν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό, B) της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 231 ΑΚ.

Με τον αυτό ως άνω 2ο λόγο αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 231 ΑΚ αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 211 παρ. 1, 216, 229, 231-232, 233 παρ. 2 του ΑΚ και άρθρ. 22 του Ν. 2190/1920, με αντιφατικές αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 αρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) δέχθηκε τα εξής: "...Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ βλ.

ΑΠ 48/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 11-10-1999 σύμβασης μίσθωσης που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και του ενάγοντος, η πρώτη μίσθωσε από τον δεύτερο ένα ακίνητο (κατάστημα) που βρίσκεται στον Πειραιά και επί της οδού ... το οποίο αποτελείται από ισόγεια αίθουσα εμβαδού 124.90, τ.μ., πατάρι 48,70 τ.μ., συνολικής επιφάνειας 164,90 τ.μ.

προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η πρώτη για Ταχυδρομικό Κατάστημα Συναλλαγής με το κοινό, αντί μηνιαίου μισθώματος 600.000 δραχμών. Η μίσθωση αυτή ορίσθηκε για εννέα έτη, αρχής γενομένης από την παράδοση και παραλαβή του ακινήτου που έγινε στις 3-11-1999. Η ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης έληξε στις 2 Νοεμβρίου 2011 οπότε ανανεώθηκε στις 14-06-2010 με νέα συμφωνία.

Έτσι, με το από 14-06-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο ενάγων εκμίσθωσε στην εναγομένη το ίδιο ως άνω ισόγειο κατάστημα έναντι συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος 1.700 ευρώ καταβλητέο στο τέλος κάθε μισθωτικού μήνα και η διάρκεια της μίσθωσης, σύμφωνα με σχετικό όρο του ως άνω συμφωνητικού, ορίστηκε για δώδεκα (12) έτη αρχής γενομένης από την 1 Ιουνίου 2010.

Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4081/2012 όπως προαναφέρθηκε, μειώθηκε αυτοδικαίως και αναγκαστικά το μηνιαίο μίσθωμα στην επίδικη μίσθωση κατά τα οριζόμενα στην άνω διάταξη ποσοστά (η εναγομένη είναι επιχείρηση που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αφού βασικός μέτοχος κατά 90% είναι το Δημόσιο) και έτσι το μηνιαίο μίσθωμα από 1-10-2012 ανήλθε στο ποσό των 1.495 ευρώ, ήτοι μειωμένο κατά 205 ευρώ το οποίο (μίσθωμα) διατηρήθηκε μέχρι τις 31-7-2013 οπότε με νεώτερη συμφωνία των διαδίκων μειώθηκε ακόμη περισσότερο ανερχόμενο πλέον στο ποσό των 1,200 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και της αναφερόμενης ως άνω αναγκαστικής μείωσης) για το εφεξής χρονικό διάστημα.

Ως εκ τούτου η εναγομένη για το διάστημα από 1-10-2012 μέχρι 31-7-2013 καλώς κατέβαλε μειωμένο μίσθωμα σύμφωνα με το ανωτέρω ποσό, ενώ για το διάστημα από 1-1-2012 έως 1-10-2012 το μίσθωμα καταβαλλόταν κανονικά από την εναγομένη χωρίς μείωση, καθόσον ο ως άνω νόμος επέφερε την αυτοδίκαιη και αναγκαστική κατά τα ανωτέρω μείωση από τον Οκτώβριο του έτους 2012 και εφεξής.

Επομένως το ανωτέρω αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του ενάγοντος που αποτελούν και σχετικούς λόγους έφεσης πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Στη συνέχεια από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η εναγομένη στις 18-12-2013 κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 16-12-2013 εξώδικη καταγγελία της ένδικης σύμβασης μίσθωσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 και κατέβαλε σ’ αυτόν την ορισθείσα από το νόμο αποζημίωση. Την ως άνω δε καταγγελία υπέγραψε ο Περιφερειακός Διευθυντής Πειραιά και Αιγαίου Β.

Μ. ο οποίος δυνάμει της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../6-12-2013 απόφασης του Διευθυντή - Προέδρου της εναγομένης Κ. Μ., είχε εξουσιοδοτηθεί να υπογράφει εξώδικες καταγγελίες μισθώσεων της εναγομένης. Πλην όμως δεν υπάρχει (ούτε γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζεται) σχετική απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης για την επίδικη εξώδικη καταγγελία, αφού αυτό είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για να αποφασίσει για το θέμα αυτό, βάσει του άρθρου 24 παρ. 2 περ.

κ’ του Καταστατικού της (ΦΕΚ ΑΕ & ΕΠΕ 8545/2006). Και ναι μεν ο ως άνω Διευθυντής (Δ/νων Σύμβουλος) - Πρόεδρος της εναγομένης εκπροσωπεί αυτήν πλην όμως δεν ορίζεται απευθείας εκ του ως άνω καταστατικού ως θεσμικό όργανο αρμόδιο να αποφασίζει για τέτοιου είδους θέματα όπως η εν λόγω καταγγελία της επίδικης μίσθωσης και για τον ίδιο επίσης, λόγο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εναγομένη δια της υπ’ αριθμ. .../21-3-2014 απόφασης του ως άνω Προέδρου και Δ/ντος Συμβούλου της με την οποία (απόφαση) ανεστάλη η λειτουργία του στεγαζόμενου στο μίσθιο καταστήματος, ενέκρινε εκ των υστέρων και από της εγκρίσεως, ισχυροποίησε την καταγγελία που έκανε ο ως άνω Περιφερειακός Διευθυντής, ενεργών έστω και χωρίς εξουσιοδότηση, αφού ο εν λόγω Πρόεδρος - Δ/νων Σύμβουλος δεν είχε από το καταστατικό τέτοια θεσμική δικαιοδοσία για να αποφασίσει σχετικά.

Επομένως η ανωτέρω καταγγελία είναι άκυρη ως γενομένη από όργανο της εναγομένης που δεν είχε τη σχετική δικαιοδοσία και, ως μη εγκριθείσα έστω εκ των υστέρων από το Δ.Σ. της εναγομένης, μη επιφέρουσα ως τέτοια, αποτελέσματα και δη τη λύση της εν λόγω σύμβασης μίσθωσης. Πλην όμως, με το από 17-3-2014 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής μισθίου, δια του οποίου ο Δ/ντης του υποκαταστήματος που στεγαζόταν στο μίσθιο Α.

Α., παρέδωσε στον ενάγοντα τα κλειδιά του μισθίου, ο δε τελευταίος παρέλαβε αυτά ανεπιφύλακτα και συμφώνησαν στη λύση της μίσθωσης, αυτή λύθηκε και τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση, η λύση της σύμβασης έγινε με νεώτερη συμφωνία (σύμβαση), αφενός του ενάγοντος, αφετέρου του Δ/ντη του υποκαταστήματος, ο οποίος αν και ενεργούσε χωρίς νόμιμη πληρεξουσιότητα της εναγομένης και χωρίς να προκύπτει εκ των υστέρων έγκριση αυτής, εκτέλεσε ο ίδιος την σύμβαση αυτή και παρέδωσε το μίσθιο στον ενάγοντα ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, λυθείσης έτσι της μίσθωσης (άρθρ. 231 παρ. 1 ΑΚ).

Ο ισχυρισμός δε του ενάγοντος ότι η παράδοση και παραλαβή των κλειδιών του μισθίου έλαβε χώρα όχι στις 17-3-2014 αλλά στις 18-3-2014 (προσκομίζει δε και το σχετικό πρωτόκολλο στο οποίο αναγράφεται διορθωμένη η ημερομηνία από 17-3-2014 σε 18-3-2014, γεγονός που δεν αντίκρουσε η εναγομένη) δεν ασκεί εν προκειμένω κάποια έννομη συνέπεια δεδομένου ότι κατά την ημερομηνία παράδοσης και παραλαβής του μισθίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού πρωτοκόλλου (είτε από αυτό με ημερομηνία 17-3-2014 είτε από αυτό με ημερομηνία 18-3-2014) αυτός (ενάγων) δεν προέβαλε καμία αντίρρηση αλλά παρέλαβε τα κλειδιά από την εναγομένη και έλαβε και την αποζημίωση, ως προαναφέρθηκε, λόγω της λύσης της μίσθωσης.

Ως εκ τούτου η εναγομένη δεν οφείλει μισθώματα μηνών Μαρτίου, Απριλίου 2014 και εφεξής, αφού από το Μάρτιο του 2014 λύθηκε η σύμβαση μίσθωσης κατά τον ανωτέρω τρόπο και μετά από αυτά το αιτούμενο αγωγικό κεφάλαιο πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, ομοίως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι έφεσης που υποστηρίζουν το αντίθετο πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 231 ΑΚ και 22 του Ν. 2190/1920, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, όπως και τις γενικές περί αντιπροσώπευσης και πληρεξουσιότητας διατάξεις των άρθρ. 211 παρ. 1, 216, 229, 231-233 ΑΚ, τις οποίες επίσης δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι ο Διευθυντής του υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης ΕΛΤΑ ΑΕ, στο οποίο στεγαζόταν το μίσθιο ακίνητο, κατάρτισε ο ίδιος (κατ’ άρθρ. 231 ΑΚ) νεότερη συμφωνία - αντισυμφωνία με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν αντέλεξε προς αυτήν, με βάση την οποία λύθηκε η Σύμβαση μίσθωσης και του παρέδωσε τα κλειδιά του μισθίου και ότι ο αναιρεσείων τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα και προς τούτο συντάχθηκε το από 17-3-2014 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, με συνέπεια να λυθεί εγκύρως η μίσθωση, με την έγκυρη αντισυμφωνία.

Οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της εφετειακής απόφασης ήταν αρκετές για να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρ. 231 ΑΚ σε συνδ. 43 του ΠΔ 34/1995, ενώ επίσης δεν δημιουργούνται αμφιβολίες από τις πιο πάνω σαφείς αιτιολογίες, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε κατ’ ουσίαν το Εφετείο, στους εφαρμοστέους ως άνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου και επομένως δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συνακόλουθα, ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω και πέραν των όσων έχουν εκτεθεί στον 1ο αναιρετικό λόγο, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ, στην περίπτωση που το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα-αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, υπό την προαναφερθείσα έννοια, μεταξύ των οποίων και οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους διατυπώνονται παράπονα του εκκαλούντος σχετικά με την παραδοχή ή την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της αγωγής, ένστασης κ.λπ., δεν θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα, αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 226/2014, πρβλ.

επίσης ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 152/2015, ΑΠ15/2014).

Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά, ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 2096/2009, ΑΠ 1479/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 3ο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι: Α) το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, αν και με τον 2° λόγο της έφεσής του είχε ισχυριστεί ότι κατά την παραλαβή του μισθίου στις 18-3-2014 (και όχι στις 17-3-2014) διατύπωσε επιφύλαξη, με το υπ’ αρ. ...18-3-2014 έγγραφο, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα και στο πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και με το από 14-1-2014 προγενέστερο έγγραφο, σε απάντηση της άκυρης καταγγελίας, ζητώντας από την ΕΛΤΑ ΑΕ να συμμορφώνεται με τους όρους της Σύμβασης μίσθωσης και ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στον τραπεζικό του λογαριασμό, στον οποίο δεν μπορούσε να διατυπώσει επιφύλαξη, εντούτοις το Εφετείο αγνόησε τον ανωτέρω ισχυρισμό-πράγμα, που είναι ουσιώδης για την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης αντισυμφωνίας και δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο και λύθηκε η μίσθωση, Β) ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρ. 189 και 192 ΑΚ (αντισυμφωνία με πρόταση λύσης της μίσθωσης από τον μισθωτή και ανεπιφύλακτη παραλαβή του μισθίου από τον εκμισθωτή), διότι περιέλαβε ενδοιαστικές αιτιολογίες κρίνοντας ότι "η παράδοση και παραλαβή των κλειδιών, είτε στις 17-3-2014, είτε στις 18-3-2014, δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι ο ενάγων παρέλαβε χωρίς αντίρρηση τα κλειδιά και έλαβε την αποζημίωση λόγω της λύσης της Σύμβασης μίσθωσης", Γ) ότι άλλως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν υποτεθεί ότι το Εφετείο έκρινε τον ισχυρισμό περί επιφύλαξης του αναιρεσείοντα και τον απέρριψε ουσία, διότι, αν και αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη το με αρ. ...18-3-2014 έγγραφο και την από 14-1-2014 επιστολή του αναιρεσείοντα, που είναι ουσιώδη έγγραφα και τα είχε προσκομίσει νόμιμα στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρ. 240 ΚΠολΔ) και κατέληξε σε πόρισμα αντίθετο προς το γεγονός της ρητής εκ μέρους του διατύπωσης επιφύλαξης, χωρίς ουδεμία μνεία στα ανωτέρω έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι στις 17-3-2014 λύθηκε η Σύμβαση μίσθωσης με αντισυμφωνία, συντάχθηκε το πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής και ο αναιρεσείων παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα κλειδιά, που του παρέδωσε ο Διευθυντής του υποκαταστήματος, στο οποίο στεγαζόταν το μίσθιο. Επομένως, το Εφετείο ερεύνησε και εκτίμησε τον ισχυρισμό-πράγμα του αναιρεσείοντα, ότι δηλαδή δεν παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο, που συνιστούσε τον 2° λόγο της έφεσής του και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη του και ερεύνησε τον ανωτέρω ισχυρισμό, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του αριθμού 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Επίσης, ο 3ος αναιρετικός λόγος, κατά το Β’ σκέλος του (ενδοιαστική αιτιολογία) κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρ. 559 αρ. 19 πλήττεται στην πραγματικότητα η μη υποκείμενη, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το Δικαστήριο - εφετείο, των αποδείξεων και των συναφών επιχειρημάτων του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 76/2013).

Περαιτέρω και όσον αφορά το Γ’ σκέλος του 3ου αναιρετικού λόγου, από την επιτρεπτή επισκόπηση των από 24-3-2015 προτάσεων του αναιρεσείοντα, ως εκκαλούντα στο Εφετείο, προκύπτει, ότι αυτός είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα τα ανωτέρω δύο έγγραφα, με αριθμό σχετικών 14 και 15 αντίστοιχα και αυτολεξεί τα περιέγραφε ως εξής: 1) το από ...18-3-2014 έγγραφο με το οποίο διατηρούσε επιφύλαξη παντός δικαιώματός του εκ της παραδόσεως του μισθίου και των κλειδιών του και 2) την από 14-1-2014 επιστολή, που απέστειλε στην έδρα της διοίκησης της ΕΛΤΑ ΑΕ με κοινοποίηση στην Περιφερειακή Διεύθυνση Πειραιά, σε απάντηση της από 16-12-2013 εξώδικης καταγγελίας, με την οποία επιστολή δήλωνε, ότι η καταγγελία είναι άκυρη και ζητούσε από τη μισθώτρια να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τους όρους της Σύμβασης.

Ας σημειωθεί, ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, καθόσον, όπως προεκτέθηκε σε προηγούμενη νομική σκέψη, για το κύρος της αντισυμφωνίας λύσης της μίσθωσης προϋπόθεση είναι η χωρίς επιφύλαξη από τον εκμισθωτή - αναιρεσείοντα παραλαβή των κλειδιών του μισθίου. Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο βεβαιώνει, ότι για το σχηματισμό της κρίσης του, περί του ότι έγινε η ανεπιφύλακτη παραλαβή των κλειδιών του μισθίου από τον εκμισθωτή - αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα που προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση οι διάδικοι.

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του και το σύνολο των αιτιολογιών της, προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την ανεπιφύλακτη παραλαβή και τα ανωτέρω δύο έγγραφα, δοθέντος ότι το Εφετείο, ως μη δεσμευόμενο από τα όσα αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, μπορούσε να καταλήξει σε αντίθετο πόρισμα και αρκούσε η αναφορά στην απόφαση, ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε καμιά αντίρρηση, αλλά ότι παρέλαβε τα κλειδιά και έλαβε την αποζημίωση.

Ενόψει όλων αυτών, ως προς τα ανωτέρω δύο έγγραφα, δεν στοιχειοθετείται ο ερευνώμενος από την διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, επικουρικός 3ος αναιρετικός λόγος, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 (κατά το 1° σκέλος), με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα Α) την ένσταση εξόφλησης της ΕΛΤΑ ΑΕ ως προς την διαφορά των 205 ευρώ, μεταξύ του συμφωνημένου μισθώματος των 1.700 ευρώ και αυτού, που η ΕΛΤΑ ΑΕ κατέβαλε από 1-1-2012 έως 30-9-2012, ύψους 1.495 ευρώ και Β) ότι δεν δέχθηκε πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και ειδικότερα τη δικαστική ομολογία της ΕΛΤΑ ΑΕ για το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της καταβολής των 1.495 ευρώ για το παραπάνω διάστημα.

Επίσης, κατά το 2° σκέλος του ανωτέρω 4ου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη της τη δικαστική ομολογία της ΕΛΤΑ ΑΕ για το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, ισχυρισμούς που είχε προτείνει και στο Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 562 αρ. 2).

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ΕΛΤΑ ΑΕ, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ. σελ. 1β αυτών), όσο και στο Εφετείο (βλ. σελ. 7 αυτών) συνάγεται, ότι αυτή ως εναγομένη - εφεσίβλητη αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή και ισχυρίστηκε, ότι με το από 14-6-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό (2° στη σειρά) αποφασίσθηκε η αναμίσθωση του μισθίου ακινήτου για χρονικό διάστημα 12 ετών, με μηνιαίο συμβατικό μίσθωμα 1.700 ευρώ, το οποίο αυτή κατέβαλε κανονικά έως και 1-10-2012, οπότε ίσχυσε το άρθρο 2 του Ν. 4081/2012 "περιστολή δημοσίων δαπανών" και ότι έκτοτε (1-10-2012) μειώθηκε αναγκαστικά σε 1.495 ευρώ μηνιαία και όχι δηλ.

ότι από 1-1-2012 κατέβαλε μειωμένο μίσθωμα, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Ο ανωτέρω αρνητικός ισχυρισμός της ΕΛΤΑ ΑΕ δεν συνιστά "πράγμα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και επομένως ο παραπάνω 4ος λόγος αναίρεσης κατά το 1ο σκέλος του είναι αβάσιμος, αλλά ούτε συνάγεται από αυτόν δικαστική ομολογία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά αποτελεί ειδική αμφισβήτηση της αγωγής.

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ούτε η πλημμέλεια εκ του άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ και συνακόλουθα ο 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και κατά το 2ο σκέλος αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4081/2012 "περιστολή δημοσίων δαπανών...." ορίζεται ότι: "1. Τα μισθώματα, τα οποία κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α’ 247), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α’ 141) και συμπληρώθηκε με την παρ. 1α του άρθρου 50 του ν. 3943/2011 (Α’ 66), για τη μίσθωση ακινήτων, στα οποία στεγάζονται οι υπηρεσίες τους, όπως τα μισθώματα αυτά αναπροσαρμόσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), μειώνονται, από 1.10.2012, σύμφωνα με την ακόλουθη προοδευτική κλίμακα:

α)..., β) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος από τα χίλια και 0,01 (1.000,01) ευρώ έως τα δύο χιλιάδες (2.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%)...". Περαιτέρω κατά το άρθρο 1Β του Ν. 2362/1995, στον οποίο παραπέμπει και η προηγούμενη διάταξη ορίζεται ότι... Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1.

Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει την Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314). Επίσης κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2867/2000 ορίζεται ότι: 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛ.ΤΑ.) και οι θυγατρικές εταιρείες αυτών (Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανώνυμος Εταιρεία και Ταχυμεταφορές ΕΛ.ΤΑ.

Α.Ε.) παύουν να υπάγονται στις διατάξεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στο δημόσιο τομέα.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 Κεφάλαιο Α του Ν. 3429/2005 "ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ και ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ - ΔΕΚΟ" ορίζονται τα εξής: 1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2.

Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου...

Επίσης, κατά την παράγραφο 5 ορίζεται ότι το Κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται: α) στις ανώνυμες εταιρείες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο), εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής...

ενώ, κατά την παράγραφο 6 του ως άνω άρθρου 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 6. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων αναλόγως, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (εκτός των δημοσίων επιχειρήσεων) χρηματοδοτούμενα από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ("Οργανισμοί"), καθώς και δημόσιες επιχειρήσεις που έχουν εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου αυτού.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 που ανήκει στο Κεφάλαιο Β του ως άνω Ν. 3429/2005 ορίζεται ότι: Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι ανώνυμες εταιρείες της παρ. 5 του άρθρου 1. Οι εταιρείες αυτές ευρίσκονται εκτός του, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Τέλος, κατά το άρθρο 19 του Ν. 3429/2005 "κατάργηση εξαιρέσεων επέκταση πεδίου εφαρμογής" όπως ισχύει μετά την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 1 του Ν. 3899/2010 (μεταγενέστερος νόμος) ορίζεται ότι: "Στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α’ του νόμου αυτού, υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1Β του ν. 2362/ 1995 (ΦΕΚ 247 Α’ ) με εξαίρεση το Ταμείο του ν. 3864/2010 (ΦΕΚ 119 Α’ ) και τις εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους".

Περαιτέρω τα ΕΛΤΑ που ιδρύθηκαν με το ΝΔ 496/1970 (ΦΕΚ Α’ 73) ως ΝΠΙΔ αποτελούν δημόσια επιχείρηση λειτουργούσα κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς ταυτοχρόνως να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της ως εταιρείας, που ασκεί δραστηριότητες κοινής ωφέλειας, σχετικές με την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας.

Και ναι μεν τα ΕΛΤΑ ΑΕ είχαν μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία και βρίσκονταν βάσει των διατάξεων των άρ. 14 παρ. 1 Ν. 2867/2000 και 15 Ν. 3429/2005 εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα και ο κύριος σκοπός τους συνίσταται στην παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΑΠ 1506/2012, ΑΠ 1099/2009, ΔΕΦ442/ 2012), πλην όμως η κρατική εποπτεία εξακολουθούσε να ασκείται επί της λειτουργίας και των δραστηριοτήτων τους και συνεπώς, υπό την ισχύ των ανωτέρω διατάξεων εξακολουθούσαν να φέρουν τον χαρακτήρα εποπτευόμενου από το Κράτος οργανισμού, του οποίου οι υπό σύναψη συμβάσεις υπάγονται στον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας, που διενεργεί το Ελεγκτικό Συνέδριο και ως εποπτευόμενος οργανισμός του Δημοσίου εξομοιώνεται με το Δημόσιο, υπό ευρεία ερμηνεία για τη συμβατική δραστηριότητα του Δημόσιου τομέα (βλ.

πράξη Ελεγκτικού Συνεδρίου 129/2007). Εξάλλου, μετά την κατάργηση των εξαιρέσεων και την επέκταση στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/ 2005, που αφορά τους φορείς του δημόσιου τομέα, με το άρθρο 19 αυτού, μετά τη μεταγενέστερη της ανωτέρω νομοθεσίας, τροποποίηση αυτού με το άρθρ. 1 περ. α Ν. 3899/2010, συνάγεται, κατ’ αντιδιαστολή, ότι τα ΕΛΤΑ ΑΕ, που ναι μεν κατά το άρθρο 15 του Κεφαλαίου Β του Ν. 3429/2005 είχαν εξαιρεθεί από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, πλέον με το άρθρ. 1 του Ν. 3899/2010 ως ΝΠΙΔ, στο οποίο το Δημόσιο, ως πλειοψηφών μέτοχος ασκεί διοίκηση και διαχείριση υπάγεται πλέον στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005 και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό, που αυτός πρόβαλε στο Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο τα ΕΛΤΑ ΑΕ δεν ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δεν έχει επ’ αυτών εφαρμογή ο Ν. 4081/2012 και ότι, έτσι, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 4081/2012, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται στους φορείς του Δημόσιου τομέα, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1Β παρ. 1 του Ν. 2362/1995 και δέχθηκε εσφαλμένα, ότι επειδή στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΛΤΑ ΑΕ μετέχει το Δημόσιο εφαρμόζονται σ’ αυτήν οι διατάξεις του κεφαλαίου Β άρθρο 15 του Ν. 3429/2005 ως επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ τα ΕΛΤΑ ΑΕ (όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων) έχουν εξαιρεθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2867/2000.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ΕΛΤΑ ΑΕ ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σελίδες 5 και 8), τις οποίες δεν αντικρούει ειδικά ο αναιρεσείων, συνάγεται ότι η αναιρεσίβλητη ΕΛΤΑ ΑΕ αποδέχεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. 2 του καταστατικού της, που συντάχθηκε το έτος 2006 (ΦΕΚ τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ 8545/2006), διέπεται από το κεφάλαιο Β του Ν. 3429/2005 (δηλαδή εταιρεία εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα) σύμφωνα με το ισχύον τότε νομοθετικό καθεστώς, ότι στο μετοχικό της κεφάλαιο το Δημόσιο κατέχει ποσοστό 90% και ότι το Δημόσιο ασκεί τη διοίκηση και τη διαχείρισή της, με τον ορισμό αφενός μεν της διοίκησής της και αφετέρου τον έλεγχό της από το εποπτεύον Υπουργείο Μεταφορών Υποδομών και Δικτύων.

Συνεπώς, με την κατάργηση των εξαιρέσεων του άρθρ. 19 Ν. 3429/2005 από το Ν. 3899/2010 η ΕΛΤΑ ΑΕ εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ως ανώνυμη εταιρεία του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Ας επισημανθεί επίσης, ότι και ο αναιρεσείων στις προτάσεις του χαρακτηρίζει τα ΕΛΤΑ ΑΕ ως "ΚΡΑΤΙΚΑ ΕΛΤΑ".

Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (βλ. σελ. 8α αυτής) προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα ΕΛΤΑ ΑΕ είναι επιχείρηση, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αφού βασικός μέτοχος κατά ποσοστό 90% είναι το Δημόσιο και ακολούθως δέχθηκε, ότι η επίδικη Σύμβαση μίσθωσης διέπεται από το άρθρ. 2 του Ν. 4081/2012 για κλιμακωτές μειώσεις του μισθώματος, που οφείλει να καταβάλει το Δημόσιο και οι φορείς του Δημόσιου τομέα και συνεπώς και η ΕΛΤΑ ΑΕ. Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες στη μείζονα πρόταση αυτού, ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρ. 2 Ν. 4081/2012 και κατέληξε σε ορθό διατακτικό. Συνακόλουθα, πρέπει, να απορριφθεί, κατ’ άρθρ. 578 ΚΠολΔ, ο 5ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο όμως στηρίζει ορθό διατακτικό, χωρίς συγχρόνως να υπάρχει έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αιτιολογία της για την αποτροπή δεδικασμένου.

Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το 1ο σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου) με την αιτίαση ότι το άρθρο 2 του Ν. 4081/2012 αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 17 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα ανθρώπου - ΕΣΔΑ, που έχει κυρωθεί με το Ν.Δ. 53/1974, διότι δεν δικαιολογείται η προνομιακή μεταχείριση μιας τέτοιας επιχείρησης σε σχέση με τους ιδιώτες μισθωτές και ότι συνεπώς το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους ανωτέρω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου.

Επίσης κατά το 2ο σκέλος του ίδιου ως άνω 6ου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό που είχε προβάλλει με την αγωγή και την έφεση, σύμφωνα με τον οποίο δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη μείωση του μισθώματος από 1-10-2012 από το ποσό των 1.700 ευρώ στο ποσό των 1.495 ευρώ, δηλαδή μείωση 205 ευρώ μηνιαία.

Για το ανωτέρω νομικό ζήτημα λεκτέα τα εξής: Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και παραλλάσσει η ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή ή ευμενή διάκριση, σε άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη διαφέρουσα αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, τα δικαστήρια επιλύουν τη διαφορά παρακάμπτοντας την, ως αντισυνταγματική κριθείσα από αυτά διάταξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου, όπως επιβάλλεται από αυτήν.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, ή να μην εφαρμόσουν την ευμενή, πλήττουσα την αρχή της ισότητας, διάταξη, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Εξάλλου, κατά την ελληνική συνταγματική τάξη, η ελευθερία των συμβάσεων, που βρίσκει την θεμελίωση και δικαιολόγησή της στην αυτονομία και αυτοδέσμευση του ατόμου και η οποία αποτελεί αυτονόητη συνέπεια και μερικότερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας, καλύπτεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και του άρθρου 106 παρ. 2 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία.

Οι συνταγματικές εγγυήσεις της συμβατικής ελευθερίας καλύπτουν τόσο την ελευθερία συνάψεως (ή μη) μιας συμβάσεως και επιλογής του αντισυμβαλλομένου, όσο και την ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της, δηλαδή του καθορισμού των όρων, της διάρκειας του τύπου κ.λπ. Τον δεσμευτικό χαρακτήρα της συμβάσεως, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να αναιρέσει ούτε ο νομοθέτης, καθόσον η αρχή "pacta sunt servanda" ισχύει και έναντι του κράτους και πρέπει να είναι σεβαστή και από τον νομοθέτη.

Και ναι μεν κατά την άσκηση της οικονομικής του πολιτικής, ο κοινός νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια να τροποποιεί την νομοθεσία που ρυθμίζει υφιστάμενες περιουσιακές σχέσεις ενοχικού χαρακτήρα ή να τροποποιεί την ενέργεια των σχέσεων αυτών, έστω και αν έτσι προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα των συμβαλλομένων, πλην όμως μία τέτοια νομοθετική μεταβολή, για να είναι συνταγματικώς ανεκτή, θα πρέπει να έχει τον χαρακτήρα της γενικότητας, να μην αντίκειται δηλαδή στην αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, να είναι εύλογη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο με αυτή σκοπό, να μην αντιστρατεύεται εμφανώς την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων στην σταθερότητα των εννόμων σχέσεων τους και, πάντως, να ανταποκρίνεται σε αποχρώντες λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, που ανάγονται σε προστατευόμενες από το Σύνταγμα αξίες και επιβάλλουν επιτακτικώς την σχετική μεταβολή, όπως συμβαίνει, ιδίως, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συμβατική ελευθερία προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή ασκείται προς βλάβη της Εθνικής Οικονομίας (βλ.

σχετ. ΑΠ Ολ. 4/1998, ΑΠ Ολ. 2/1995). Αντίθετη εκδοχή, δηλαδή ότι η μεταγενέστερη -περιοριστική της δικαιοπρακτικής ελευθερίας - επέμβαση του κοινού νομοθέτη είναι κατά κανόνα επιτρεπτή, θα οδηγούσε σε αναίρεση του συστήματος της ελεύθερης οικονομίας, που αποτελεί θεμελιακό στοιχείο του κρατούντος καθεστώτος, δεδομένου μάλιστα ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ανήκει στον λεγόμενο "σκληρό πυρήνα" του, μη υποκείμενη σε αναθεώρηση (άρθρο 110 παρ. 1Σ).

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης "Περί προασπίσεως των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών κανόνων του εσωτερικού δικαίου (βλ άρθρο 28 παρ. 1Σ), ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Από τη διάταξη αυτή, όπως το εννοιολογικό της περιεχόμενο έχει αποσαφηνισθεί από την (παγία) νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (υποθέσεις ... S.A. κατά Βελγίου, Α332, 1995, P. V. D. κατά Ιρλανδίας, Α222, 1992, Ελληνικά Διυλιστήρια ... και Σ. Α. κατά Ελλάδας, 22/1993/417/9.12. 1994 Δ 26, 229), προκύπτει ότι στην έννοια της (προστατευόμενης συναφώς) περιουσίας εμπίπτουν όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα ανεξαιρέτως τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα", δηλαδή η προστατευτική εμβέλεια της εν λόγω ρυθμίσεως εκτείνεται και στα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα σε απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον - έως την προσφυγή στο δικαστήριο - δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς (ΑΠ Ολ. 40/1998).

Ανεξάρτητα έτσι από το αν ως ιδιοκτησία - κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος - νοούνται ή όχι και τα ενοχικά δικαιώματα, η ρύθμιση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής έννομης τάξεως και είναι - στο πλαίσιο του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος - δεσμευτική για τον Έλληνα νομοθέτη, ο οποίος δεν μπορεί να στερήσει κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο από ενοχικά περιουσιακά του δικαιώματα παρά μόνο εφόσον α) υπάρχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος, οι οποίοι, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας, έχουν προτεραιότητα έναντι του ιδιωτικού συμφέροντος του δικαιούχου και β) προβλέπεται η πλήρης αποζημίωση του θιγέντος προσώπου.

Όταν οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν, η στέρηση του ατόμου από κεκτημένο ενοχικό δικαίωμα παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, που επιφυλάσσει στους κανόνες των επικυρωμένων διεθνών συμβάσεων αυξημένη έναντι του νόμου τυπική ισχύ. Ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα είναι αναμφιβόλως και το δικαίωμα του εκμισθωτή στο συμφωνηθέν μίσθωμα του ακινήτου.

Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων που διέπουν τις συμβάσεις μίσθωσης για τη στέγαση των δημοσίων υπηρεσιών, οι οποίες δεν έχουν τον χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων, καθόσον με αυτές δεν θεσπίζεται, όσον αφορά στη σύναψη και εκτέλεση τους, εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς που εξασφαλίζει στο Δημόσιο, ως μισθωτή, υπερέχουσα θέση (ΣτΕ 2177/2009), λαμβανόμενου υπόψη και του επιδιωκόμενου, με την κατάρτιση της σύμβασης, δημόσιου σκοπού, που είναι η απρόσκοπτη λειτουργία της στεγαζόμενης δημόσιας υπηρεσίας, καθόλο το χρόνο της μίσθωσης, δεν προκύπτει δυνατότητα τροποποίησης αυτής, εφόσον κάτι τέτοιο, αφενός θα αντέβαινε στους όρους της σχετικής διακήρυξης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης μίσθωσης και λόγω του κανονιστικού της χαρακτήρα δεσμεύει τόσο το Δημόσιο όσο και τον μειοδότη - εκμισθωτή (ΝΣΚ 40/2011), ενώ αφετέρου θα συνεπαγόταν αλλοίωση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, αναλόγως της εκάστοτε διαμορφούμενης βούλησης των συμβαλλομένων μερών, κατά παράβαση των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων που ρυθμίζουν τις συμβατικές σχέσεις.

Η ως άνω όμως αρχή φαίνεται ότι κάμπτεται εν μέρει με τις νεότερες διατάξεις του άρθρου 21 ν. 4002/2011, οι οποίες ενόψει των απρόβλεπτων και εκτάκτων συνθηκών, που ανέκυψαν εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, που ξέσπασε από το έτος 2009, αποσκοπούν στην προσαρμογή των υπό του Δημοσίου καταβαλλομένων μισθωμάτων κατά το λόγο της μείωσης της μισθωτικής αξίας των ακινήτων.

Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή επιχειρείται ο εξορθολογισμός, η αναγωγή δηλαδή στο προσήκον μέτρο, των μισθωμάτων που καταβάλει το Δημόσιο και οι φορείς του Δημόσιου τομέα για μισθώσεις ακινήτων, που έχουν συναφθεί πριν από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2010, ώστε να ανταποκρίνονται στη μισθωτική αξία των ακινήτων και να μην καθίσταται η εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης υπέρμετρα δυσμενής μονομερώς σε βάρος του Δημοσίου.

Προκειμένου δε να αποφευχθεί η προσφυγή του δημοσίου και των φορέων του στη δικαιοσύνη με σκοπό την μείωση των μισθωμάτων, θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο, το οποίο δύναται να αμφισβητηθεί στα δικαστήρια και από τις δύο πλευρές. Η ρύθμιση αφορά όλα εν γένει τα καταβαλλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο μισθώματα και θεσπίζει τεκμήριο μείωσης των μισθωτικών αξιών στην αγορά ακινήτων, με βάση το οποίο τα μισθώματα που καταβάλει το δημόσιο, μειώνονται από τη δημοσίευση του νόμου, κατά ποσοστό 20%, το οποίο υπολογίζεται στο ύψος των μισθωμάτων της χρήσης Ιουλίου 2010, παράλληλα δε απαγορεύεται, μέχρι τις 30-06-2013, οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους.

Σε περίπτωση δε που τα μισθώματα αυτά έχουν αναπροσαρμοστεί (αυξηθεί) μετά την 01-07-2010, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα. Από τη διατύπωση της διάταξης, τη γενικότητά της και τους λόγους θέσπισής της, προκύπτει ότι πρόκειται περί εξαιρετικού δικαίου, που εντάσσεται στην κατάσταση ανάγκης που βιώνει η ελληνική οικονομία και η οποία έχει αναγνωρισθεί όλως προσφάτως με την απόφαση 668/2012 της ολομέλειας του ΣτΕ, καταλαμβάνει δε όλες τις συμβάσεις μίσθωσης που έχει συνάψει το νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και όλοι οι φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως των ειδικών συνθηκών και όρων που τις διέπουν, με μοναδική εξαίρεση στην περίπτωση μισθώσεων στις οποίες οι εκμισθωτές είχαν οικειοθελώς συμφωνήσει και προβεί σε μείωση του μισθώματος πριν την ισχύ του νόμου, ο οποίος εκ τούτου καταλαμβάνει τις περιπτώσεις μισθώσεων στις οποίες οι εκμισθωτές δεν συναινούν οικειοθελώς στην μείωση.

Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διάταξης προκύπτει, άλλωστε, από την περιορισμένη χρονική της ισχύ και αποσκοπεί στην προσαρμογή των ισχυόντων συμβατικών όρων στις νέες συνθήκες, για λόγους προστασίας επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή, της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας του Κράτους με την περικοπή των δημοσιονομικών εξόδων του (οι συγκεκριμένες διατάξεις είναι άλλωστε ενταγμένες σε νομοθέτημα που περιέχει διατάξεις για τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας).

Εξάλλου επακολούθησε ο Ν. 4081/27-9-2012, σύμφωνα με το άρθρο 2 του οποίου "1. Τα μισθώματα, τα οποία κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/ 1995 (Α’ 247), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/ 2010 (Α’ 141), και συμπληρώθηκε με την παρ. 1α του άρθρου 50 του ν. 3943/2011 (Α’ 66), για τη μίσθωση ακινήτων στα οποία στεγάζονται οι υπηρεσίες τους, όπως τα μισθώματα αυτά αναπροσαρμόσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), μειώνονται, από 1.10.2012, σύμφωνα με την ακόλουθη προοδευτική κλίμακα:

α) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος έως τα χίλια (1.000,00) ευρώ κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%). β) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος από τα χίλια και 0,01 (1.000,01) ευρώ έως τα δύο χιλιάδες (2.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%). γ) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος από τα δύο χιλιάδες και 0,01 (2.000,01) ευρώ έως τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).

δ) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος, που υπερβαίνει τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%). 2. Η μείωση του μισθώματος που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν εφαρμόζεται στις μισθώσεις, στις οποίες οι εκμισθωτές, μετά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 4002/2011, έχουν συμφωνήσει με το Ελληνικό Δημόσιο ή τους φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτοί καθορίζονται ανωτέρω, στη μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος τουλάχιστον κατά τα προβλεπόμενα στην ως άνω, παράγραφο ποσοστά.

Αν έχει συμφωνηθεί μείωση κατώτερη από αυτή, που αναλογεί με βάση τα οριζόμενα στην ανωτέρω παράγραφο, τότε το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα μειώνεται από 1.10.2012, στο ύψος που προκύπτει από την εφαρμογή των ποσοστών αυτών. 3. Όταν το ετήσιο μίσθωμα, το οποίο προκύπτει μετά την εφαρμογή των προβλεπομένων στην πρώτη παράγραφο, είναι κατώτερο του μισθώματος, το οποίο διαμορφώνεται από την εφαρμογή συντελεστή απόδοσης τέσσερα και ογδόντα εκατοστά τοις εκατό (4,80%) επί της αξίας, που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 41 και 41α του ν. 1249/1982 (Α’ 43), δικαιούται ο εκμισθωτής με αίτησή του που υποβάλλεται στην αρμόδια για την καταβολή του μισθώματος υπηρεσία και στην οποία επισυνάπτεται φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας του μισθίου ακινήτου θεωρημένο από την αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του εκμισθωτή Δ.Ο.Υ., να ζητήσει τον περιορισμό της μείωσης του μισθώματος, όπως προσδιορίζεται ανωτέρω, ή τη μηδενική του μείωση, όταν το μίσθωμα, πριν από οποιαδήποτε μείωση, είναι ίσο ή κατώτερο αυτού.

Η υπηρεσία που είναι αρμόδια για την καταβολή του μισθώματος ενημερώνει εγγράφως σχετικά την αρχή που είναι αρμόδια για τη σύναψη της μισθωτικής συμβάσεως. 4. Τα αναπροσαρμοσμένα ως άνω μισθώματα δεν επιτρέπεται να αυξηθούν πριν την 1.1.2015".

Σύμφωνα με τα παραπάνω, από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 2 Ν. 4081/2012, που έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και περιορισμένη χρονική ισχύ, προκύπτει ότι, ως εξαιρετικό δίκαιο, καταλαμβάνει όλες τις συμβάσεις μίσθωσης, που έχει συνάψει το Δημόσιο και όλοι οι φορείς του ευρύτερου Δημόσιου τομέα και αποσκοπεί στην προσαρμογή των ισχυόντων συμβατικών όρων στις νέες εξαιρετικές και απρόβλεπτες συνθήκες, στις οποίες έχει περιέλθει η χώρα λόγω της οξύτατης οικονομικής κρίσης προς εξυπηρέτηση του σκοπού, δημοσίου συμφέροντος, για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και τάξης με τη λήψη των άνω εξαιρετικών μέτρων, που θα συμβάλλουν στην περιστολή των δημοσίων δαπανών.

Το εν λόγω μέτρο είναι συναφές με το αντικείμενο της σύμβασης, καθώς μειώνοντας το καταβαλλόμενο μίσθωμα εξοικονομούνται ακριβώς από τη μείωση αυτοί δημόσιοι πόροι. Κατά συνέπεια η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 4081/2012, ως εξαιρετικό μέτρο, ενόψει της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η Χώρα και του σκοπού που εξυπηρετεί, κρίνεται συνταγματική, διότι αποσκοπεί στην άρση επιβλαβών συνεπειών για το δημόσιο συμφέρον, ώστε να μην καθίσταται η εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης υπέρμετρα δυσμενής μονομερώς σε βάρος του Δημοσίου (ενόψει των δυσμενών συνεπειών) και ως εκ τούτου συνάδει με την συνταγματικά κατοχυρωμένη Αρχή της Αναλογικότητας.

Συνακόλουθα, η ανωτέρω διάταξη δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρ. 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, και στο άρθρο 1 της ΕΣΔΑ και ο αντίθετος 6ος λόγος της αίτησης αναίρεσης (κατά το α’ σκέλος του) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το β’ σκέλος του εκ του άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό-πράγμα του αναιρεσείοντα, τον οποίο αυτός είχε προτείνει παραδεκτά στο Δικαστήριο ουσίας, με τον οποίο ειδικότερα στήριξε την αγωγή του και επανέφερε νόμιμα (άρθρ. 240 ΚΠολΔ) στο εφετείο, με τον 5° λόγο της έφεσής του, ότι δηλαδή δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη μείωση του μισθώματος από 1.700 ευρώ σε 1.495 ευρώ από 1-10-2012 (ισχύς Ν. 4081/2012) και, ακολούθως, το εφετείο τον απέρριψε κατ’ ουσίαν, με την αιτιολογία, ότι η μείωση από 1-10-2012 ήταν αυτοδίκαιη και αναγκαστική (ΑΠ 1004/2015, ΑΠ909/2014, ΑΠ 854/ 2012).

Συνακόλουθα ο 6ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος στο σύνολό του. Συμπερασματικά, κατόπιν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.

ε’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που έχει καταθέσει προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, μειωμένη όμως λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρ. 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2015 (αρ. κατ. ...2015) αίτηση αναίρεσης της υπ’ αρ. 535/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ