Legislator Case Law & Legislation
362/2016 AI generated

362/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 362/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 362 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

362/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 362 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
debt capital fund management company repatriation of capital capital withdrawal tax negotiable instrument trading account
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 362 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 362/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "...", το οποίο εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Α., κατοίκου ..., 2) Χ. Α., κατοίκου ..., 3) Μ. Β., κατοίκου ..., 4) Χ. Β., κατοίκου ..., 5) Α. Β., 6) Γ. Β., 7) Ι. Β., 8) Σ. Β., κατοίκων ..., 9) Ε. Γ., κατοίκου ..., 10) Μ. Δ., κατοίκου ..., 11) Ι. Ζ., κατοίκου ..., 12) Μ. Κ., κατοίκου ..., 13) Α. Κ., 14) Κ. Κ., κατοίκων ..., 15) Μ. Κ., κατοίκου ..., 16) Ν. Μ., κατοίκου ..., 17) Κ. Μ., κατοίκου ..., 18) Κ. Μ., κατοίκου ..., 19) Ν. Μ., κατοίκου ..., 20) Α. Μ., κατοίκου ..., 21) Ι. Ν., κατοίκου ..., 22) Α. Π., 23) Ε. Π., κατοίκων ..., 24) Γ. Π., κατοίκου ..., 25) Χ. Π., κατοίκου ..., 26) Λ. Π., 27) Χ. Π., κατοίκων ..., 28) Ι. Π., κατοίκου ..., 29) Μ. Ρ. - Κ., κατοίκου ..., 30) Μ. Σ., κατοίκου ..., 31) Α. Σ., 32) Α. Σ., κατοίκων ..., 33) Β. Τ., κατοίκου ..., 34) Ε. Τ., κατοίκου ..., 35) Κ. Φ., κατοίκου ..., 36)Ε. Χ., κατοίκου ... και 37) Ά. Χ., κατοίκου .... Οι 1η και 4η εκ των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Σουριαδάκι.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1275/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 3487/2009 μη οριστική και 3640/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 12-11-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 6-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση ως απαράδεκτη ως προς τις 1η και 4η των αναιρεσιβλήτων, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτης (Μ. Α.) και τέταρτης (Χ. Β.) των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τα άρθρα 556 και 577 ΚΠολΔ, εφόσον ως προς αυτές η αγωγή είχε απορριφθεί με την 1275/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ’ αυτής εφέσεως του αναιρεσείοντος. Αντιθέτως, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή ως προς τους λοιπούς και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο ως άνω λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ. ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, με την Οδηγία 22/1993 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η οποία εκδόθηκε την 10-5-1993, ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή, η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1. Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ. δικαιώματα προαιρέσεως, ..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι), γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι), δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους". Στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου ορίζονται ως κινητές αξίες: "α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται". Στη συνέχεια το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Σκοπός της οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Το σκοπό αυτόν εξυπηρετεί στην Ελλάδα το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών". Ειδικότερα, με το άρθρο 61 ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό ΝΠΙΔ με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά τη λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθρων 61-78 του ως άνω ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις. Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (i) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθ. 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ. η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β, (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθ. 1 §§ 2-4). (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτεια του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθ. 2 § 1 εδ. α’ ). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4 όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά τη γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση. Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθ. 2 § 2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθ. 2 § 4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 2 εδ. β’ και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθ. 6). (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθ. 8). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, δηλαδή πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (ι)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ. 4 Οδηγίας, 2 § 6γ ν. 2396/1996). Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται τη δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ, επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντίστοιχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2 § 1α ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης, β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε Ε.Π.Ε.Υ. (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθ. 1 § 4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι. Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης. Θεωρείται, δηλαδή με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης, όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της ανάκλησης. (ii) Σύμφωνα με το ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθ. 63 του ως άνω νόμου σκοπός του "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτόν της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών. Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθ. 65 § 1 περ. ε’ του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθ. 13 § 1 ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης Ε.Π.Ε.Υ. και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 4α του ν. 1806/1988. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 2 του ως άνω ν. 2533/1997. Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό, (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α., (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α., (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)ι, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.)". Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθ. 2 § 1 α (i) η " λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ. δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων", (2) κατά το άρθρο 2 § 1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i). Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεση τους", ενώ κατά το άρθ. 2 § 6γ του ίδιου ως άνω ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του Συνεγγυητικού και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1 § 12 ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθ. 2 § 1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλαδή τα χρήματα, και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων. Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 1 § 12 του ν. 2533/1997 παρέχει (κατ’ αρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους). Επομένως, κατ’ ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και τη διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν όμως με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά τον χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, οπότε και δημιουργείται η υποχρέωση του Συνεγγυητικού προς αποζημίωση. Αντιθέτως και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του Συνεγγυητικού προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας Ε.Π.Ε.Υ.) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, τη διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει και την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία. Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στην σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση, έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ Ολομ. 11/2013).

Περαιτέρω, το REPOS, που αποτελεί σε συντομία απόδοση του αγγλικού όρου Repurchase agreement, και μεταφράζεται ως συμφωνία πώλησης και επαναγοράς τίτλων, αποτελεί χρηματοπιστωτικό μέσο που εντάσσεται στην υποκατηγορία αυτών που αποκαλούνται "μέσα χρηματαγοράς", σε αντιδιαστολή με τα "μέσα κεφαλαιαγοράς". Χαρακτηριστικά των REPOS είναι: α) η βραχυπρόθεσμη διάρκεια της επενδύσεως [από μία (1) ημέρα (overnight repos) έως ένα (1) έτος], β)ο μικρός κίνδυνος, που συνίσταται στην ενδεχόμενη αδυναμία του πωλητή να επαναγοράσει τον τίτλο, και γ) η σχετικά εύκολη ρευστοποίηση του τίτλου. Και ναι μεν εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών τα REPOS θεωρούνται στις αγορές ως άμεσα υποκατάστατα του χρήματος και χρησιμοποιούνται ως μέσα πληρωμών, ωστόσο συνιστούν τίτλο της χρηματαγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 (α) του ν. 2396/1996, και κατά συνέπεια καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 1 § 12 ν. 2533/1997, για την οποία, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων, ανακύπτει ευθύνη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου προς αποζημίωση του επενδυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο πέμπτος ενάγων (Β. Α.) συμβλήθηκε με την εταιρεία (ενν. την εταιρεία με την επωνυμία "...", εφεξής ...) δυνάμει των από 22-5-2001 και 31-12-2001 συμβάσεων παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και κατέθεσε σ’ αυτήν το συνολικό ποσόν των 308.143,80 ευρώ ... με την εντολή να το επενδύσει σε τίτλους της χρηματαγοράς ... και σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα ... Ειδικότερα, στα βιβλία της εταιρείας εμφανίζονται: α) καταβολή ποσού 50.000.000 δρχ. (146.735,14 ευρώ) στην συνεργαζόμενη χρηματιστηριακή εταιρεία "..." στις 4-7-2001, το οποίο μεταφέρεται αυθημερόν σε λογαριασμό της εταιρείας. Το ποσόν αυτό φέρεται να εισέπραξε ο ενάγων στις 10-7-2001 με ... επιταγή της ... με ημερομηνία εκδόσεως 10-7-2001 εις διαταγήν του, ποσού 50.005.901 δρχ. β) καταβολή ποσού 20.000.000 δρχ. (58.694,06 ευρώ) στην ίδια ως άνω συνεργαζόμενη εταιρεία στις 24-7-2001, το οποίο μεταφέρθηκε στις 10-8-2001 σε λογαριασμό της εταιρείας. Το ποσό αυτό φέρεται να εισέπραξε ο ενάγων στις 17-8-2001 με ... δίγραμμη επιταγή της ... με ημερομηνία εκδόσεως 17-8-2001 εις διαταγήν του, ποσού 58.801,53 ευρώ. γ) καταβολή ποσού 35.000.000 δρχ. (102.714,60 ευρώ) σε λογαριασμό της εταιρείας στις 3-12-2001, το οποίο φέρεται να εισέπραξε ο ενάγων στις 27-12-2001 με ... δίγραμμη επιταγή της ... με ημερομηνία εκδόσεως 27-12-2001 εις διαταγήν του, ποσού 102.899,94 ευρώ. Έκτοτε ουδεμία άλλη εγγραφή έχει γίνει. Επίσης ανευρέθη στο φάκελο του η από 4-12-2001 επιστολή της εταιρείας στην οποία το κεφάλαιο του στην ελληνική αγορά εμφανίζεται μηδενικό. Από τα στοιχεία της εταιρείας προκύπτει η επένδυση κεφαλαίων του σε repos μέχρι 27-12-2001, οπότε και φέρεται να ανέλαβε το ποσόν των 102.899,94 ευρώ. Όμως στο από 2-8-2002 έγγραφο που εξέδωσε και του κοινοποίησε η εταιρεία, η αξία του χαρτοφυλακίου του εμφανίζεται ότι ανέρχεται στις 31-7-2002, ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο από τη φερόμενη είσπραξη των ανωτέρω επιταγών, στο ποσόν των 241.526,80 ευρώ. Ο εν λόγω ενάγων, ο οποίος αρνείται ότι εισέπραξε τις παραπάνω επιταγές, έχει υποβάλει κατά των μελών του Δ.Σ. της εταιρείας μήνυση για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απάτη. Ενόψει αυτών το δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων πράγματι δεν εισέπραξε τις επιταγές αυτές και ότι η απαίτηση του, αφαιρουμένου του ποσού των 51.355 ευρώ, που συνομολογεί ότι εισέπραξε από την εταιρεία, ανέρχεται στο ποσόν των 256.788,74 ευρώ ... για το οποίο και επαληθεύτηκε η απαίτηση του από τον επόπτη εκκαθάρισης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο εν λόγω ενάγων και ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος έχει απαίτηση κατά της εταιρείας ... ίσου ποσού και δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό υπερβαίνει αυτό των 30.000 ευρώ, έπρεπε η αγωγή κατά του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου να γίνει δεκτή ως προς αυτόν για το ποσόν αυτό, και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 (α) του ν. 2396/1996 και 1 § 12 ν. 2533/1997, ως προς τις προϋποθέσεις για την ευθύνη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου έναντι των πελατών - εντολέων χρηματιστηριακής εταιρείας, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις περί χρηματοπιστωτικών μέσων διατάξεις, δέχθηκε ότι η επένδυση κεφαλαίων σε repos, στην οποία είχε προβεί ο πέμπτος ενάγων και ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος, συνιστά επενδυτική υπηρεσία για την οποία ανακύπτει ευθύνη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 63, 65, 66 παρ. 1, 3 και 5, 68 παρ. 6 ν. 2533/1997, 4α ν. 1806/1988, που ίσχυε κατά το χρόνο των ένδικων συναλλαγών, καθώς και το άρθρο 2 παρ. 1 α (i) ν. 2396/1996, σε κάθε δε περίπτωση διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες ως προς κρίσιμα και ουσιώδη στοιχεία για τον καταλογισμό της ευθύνης του προς αποζημίωση των αναιρεσίβλητων. Ειδικότερα, το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε ως βάση υπολογισμού της απαιτήσεως έναντι του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου το κεφάλαιο σε χρήμα που είχε καταθέσει ο κάθε αναιρεσίβλητος κατά την έναρξη της συνεργασίας του με την εταιρεία ..., ωσάν να έκρινε ότι δεν υπήρξε άλλη συναλλαγή μέχρι την ανάκληση της αδείας της, ενώ ταυτόχρονα δέχθηκε ότι στις πλείστες των περιπτώσεων επενδύθηκαν τα κεφάλαια αυτά στα παραπάνω χρηματοπιστωτικά μέσα, χωρίς να προσδιορίσει ποιο ήταν το επενδυτικό αποτέλεσμα των συναλλαγών αυτών, που ήταν και το κρίσιμο για τη βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν διενεργήθηκαν τέτοιες πράξεις, χωρίς να αναφέρει για ποιους από τους αναιρεσίβλητους έγιναν πράγματι συναλλαγές και τι αντικείμενο είχαν. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Οι ενάγοντες ... συνήψαν μαζί της (ενν. την εταιρεία ...) ... συμβάσεις "παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου" με πανομοιότυπο περιεχόμενο ... Στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών οι ενάγοντες κατέθεσαν ... χρηματικά κεφάλαια ... με τη σαφή εντολή να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. Ια (L) του ν. 2396/1996, και κυρίως σε παράγωγα στο Χρηματιστήριο Παραγώγων Αθηνών. ... Από τον Ιούλιο 2002 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ... διαπίστωσε ότι η εταιρεία δεν πληρούσε τις ... προϋποθέσεις λειτουργίας ... γεγονός που οδήγησε κατ’ αρχήν στη λήψη ... απόφασης ... με την οποία κινήθηκε η διαδικασία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ... στη συνέχεια στη λήψη ... απόφασης ... δυνάμει της οποίας η λειτουργία της εταιρείας ανεστάλη προσωρινά, και εν τέλει στη λήψη της υπ’ αριθμ. .../21-1-2003 απόφασης του Δ.Σ. της Επιτροπής, δυνάμει της οποίας ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της εταιρείας και ορίσθηκε επόπτης εκκαθάρισης. ... Δυνάμει ... αποφάσεως του Νομάρχη Αττικής ... ανακλήθηκε η ... απόφαση χορήγησης άδειας σύστασης ... της εταιρείας, η οποία τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση ... Το στάδιο της επαλήθευσης των αναγγελθεισών απαιτήσεων ... περατώθηκε με την υποβολή εκ μέρους του επόπτη εκκαθάρισης ... αναφοράς - γνωστοποίησης, με την οποία διαπιστώνει την παντελή οικονομική αδυναμία της εταιρείας να ικανοποιήσει τις νόμιμα αναγγελθείσες απαιτήσεις των επενδυτών ως προς τις παρασχεθείσες εκ μέρους της επενδυτικές υπηρεσίες, σημειώνοντας ειδικότερα: α) για τους υπ’ αριθμ. ... ... βρέθηκαν στοιχεία στην εταιρεία σχετικά με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους, β) για τους υπ’ αριθμ. ... ... δεν βρέθηκαν στοιχεία στην εταιρεία, μολονότι αυτοί προσκομίζουν συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου με την εταιρεία και αποδείξεις καταβολής ποσών προς αυτήν, και γ) για τους υπ’ αριθμ. ... ... οι κωδικοί τους στην εταιρεία φέρονται ως μη ενεργοί. ... Το εναγόμενο ... αρνήθηκε να αποζημιώσει τους ενάγοντες, ισχυριζόμενο α) για την πρώτη ως άνω κατηγορία αυτών ότι οι αξιώσεις τους δεν απορρέουν από καλυπτόμενες κατ’ άρθρο 1 παρ. 12 ν. 2533/1997 επενδυτικές υπηρεσίες, β) για τη δεύτερη ως άνω κατηγορία αυτών ότι οι αξιώσεις τους δεν προκύπτουν από καταχωρημένες στα βιβλία της εταιρείας εγγραφές και γ) για την τρίτη κατηγορία ότι οι αξιώσεις τους εγείρουν βάσιμες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των προσκομισθέντων στοιχείων". Στη συνέχεια το Εφετείο, ερευνώντας τη βασιμότητα των απαιτήσεων των επενδυτών της κάθε κατηγορίας, δέχθηκε: α) ως προς την πρώτη, ότι καθένας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων αυτής της κατηγορίας κατά την έναρξη της συνεργασίας του με την εταιρεία ... κατέθετε κάποιο χρηματικό ποσόν, το οποίο και αναφέρει ιδιαιτέρως για τον καθένα, ενίοτε δε και χρεόγραφα, με την εντολή να επενδυθούν αυτά σε τίτλους της Κεφαλαιαγοράς και σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, ακολούθως δε παραθέτει την κίνηση του χαρτοφυλακίου του με βάση το ηλεκτρονικό αρχείο της εταιρείας, που είναι ενημερωμένο μέχρι και την 20-12-2002, και το ποσόν της απαιτήσεως εκάστου, μετά τη διενέργεια των σχετικών συναλλαγών και όπως επαληθεύτηκε από τον επόπτη εκκαθάρισης, β) ως προς τη δεύτερη, ότι καθένας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων αυτής της κατηγορίας κατάρτισε με την εταιρεία ... σύμβαση όμοιου περιεχομένου με αυτές των εναγόντων της πρώτης κατηγορίας και κατέθεσαν σ’ αυτήν χρηματικά κεφάλαια με τη σαφή εντολή να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Και ναι μεν δεν υπάρχουν σχετικές εγγραφές στα βιβλία της εταιρείας, πλην όμως το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις τους αποδεικνύονται από ενημερωτικές επιστολές της ως άνω εταιρείας προς αυτούς, στις οποίες έχουν επισυναφθεί βεβαιώσεις συναλλαγής και πινακίδια εντολών, και ότι από τα έγγραφα αυτά εμφαίνεται η διάρθρωση, η κίνηση και η αξία του χαρτοφυλακίου τους και το ποσόν της απαιτήσεως εκάστου, όπως επαληθεύτηκε από τον επόπτη εκκαθάρισης, κατά κανόνα μέχρι 30-11-2002 ή και ενωρίτερα, ανάλογα με το χρόνο αποστολής της τελευταίας ενημερωτικής επιστολής. Και γ) ως προς την τρίτη, ότι καθένας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων αυτής της κατηγορίας, πλην της πρώτης και τετάρτης, για τις οποίες η αναίρεση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, είναι απαράδεκτη, και του πέμπτου, για τον οποίο έγινε αναφορά κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατάρτισε με την εταιρεία ... σύμβαση όμοιου περιεχομένου με αυτές των εναγόντων της πρώτης κατηγορίας και κατέθεσαν σ’ αυτήν χρηματικά κεφάλαια με τη σαφή εντολή να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Και ναι μεν κατά τον επόπτη εκκαθαρίσεως οι εν λόγω ενάγοντες φέρονται ως μη ενεργοί πελάτες, πλην όμως το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις τους αποδεικνύονται από έγγραφα της εταιρείας προς αυτούς με ημερομηνία 4-12-2002, ενώ για την 29η αναιρεσίβλητη δέχεται, ότι παρά τη σαφή εντολή της για τη διενέργεια των ανωτέρω επενδυτικών συναλλαγών, η εταιρεία ... παρέλειψε να τις διενεργήσει, γι’ αυτό και δεν της απέστειλε σχετικό ενημερωτικό σημείωμα για την πορεία της επένδυσης και την αξία του χαρτοφυλακίου της, ούτε και άνοιξε σχετικό κωδικό στο όνομα ψις, εξακολούθησε δε να κατέχει το σχετικό ποσόν και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι συγκεκριμένοι ενάγοντες και των τριών κατηγοριών δικαιούνται αποζημίωση από το εναγόμενο Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, λαμβάνοντας δε υπόψη το υπόλοιπο του χαρτοφυλακίου τους και το τιθέμενο στο νόμο όριο ευθύνης του εναγομένου, επιδίκασε για όσους μεν είχαν υπόλοιπο που υπερέβαινε το όριο των 30.000 ευρώ το ποσόν αυτό, για όσους δε είχαν μικρότερο υπόλοιπο το ποσόν του υπολοίπου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της ευθύνης του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου έναντι των αναιρεσιβλήτων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών να αναφέρονται όλες οι επιμέρους συναλλαγές και το αποτέλεσμα αυτών. Εξάλλου, επί εσφαλμένης προϋποθέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε ως βάση υπολογισμού των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων το κεφάλαιο σε χρήμα που είχε καταθέσει ο καθένας τους κατά την έναρξη της συνεργασίας του με την εταιρεία ..., εφόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται το αποτέλεσμα των επενδυτικών συναλλαγών, όπου έλαβαν χώρα, με βάση είτε τα στοιχεία της ίδιας της εταιρείας, είτε αυτά που προσκόμισαν στον επόπτη εκκαθαρίσεως οι ίδιοι οι επενδυτές, έχοντας δε ως βάση υπολογισμού το υπόλοιπο του χαρτοφυλακίου τους καθόρισε την ευθύνη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου έναντι ενός εκάστου. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκείς, άλλως ελλιπείς αιτιολογίες ως προς κρίσιμα και ουσιώδη στοιχεία για τον υπολογισμό της ευθύνης του προς αποζημίωση, και ειδικότερα δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ποιο ήταν το ύφος της απαιτήσεως ενός εκάστου ενάγοντος κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 21-1-2003, οπότε και ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εταιρείας ... και ελέγχεται αν υφίσταται απαίτηση και ποιου ύψους του κάθε επενδυτή κατά της εταιρείας, ώστε να ελεγχθεί αν υφίσταται ευθύνη και ποιου ύψους του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου προς αποζημίωση του. Από τις παραδοχές που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτές εκτέθηκαν κατά την έρευνα του προηγούμενου λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τους επενδυτές της πρώτης κατηγορίας την κίνηση του χαρτοφυλακίου ενός εκάστου και το ύψος του υπολοίπου με βάση το ηλεκτρονικό αρχείο της εταιρείας, που είναι ενημερωμένο μέχρι και την 20-12-2002, ως προς τους επενδυτές της δεύτερης κατηγορίας την κίνηση και την αξία του χαρτοφυλακίου τους και το ποσόν της απαιτήσεως εκάστου, όπως επαληθεύτηκε από τον επόπτη εκκαθάρισης, κατά κανόνα μέχρι 30-11-2002 ή και ενωρίτερα, ανάλογα με το χρόνο αποστολής της τελευταίας ενημερωτικής επιστολής εκ μέρους της εταιρείας, και ως προς τους επενδυτές της τρίτης κατηγορίας την αξία του χαρτοφυλακίου τους από τα έγγραφα της εταιρείας προς αυτούς με ημερομηνία 4-12-2002, ενόψει δε του ότι δεν υπήρξε άλλη μεταβολή μέχρι και την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας ... στις 21-1-2003, αφού άλλωστε και το αναιρεσείον, που είχε όλα τα στοιχεία στη διάθεση του από τον εκκαθαριστή της εταιρείας, δεν επικαλέσθηκε οτιδήποτε σχετικό, δεν ήταν αναγκαίο να επαναλάβει το Εφετείο ότι οι απαιτήσεις αυτές των εναγόντων έναντι της εταιρείας ... εξακολουθούσαν να υφίστανται μέχρι την ως άνω ημερομηνία, χωρίς εξ αυτού να υφίστανται ελλιπείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό. Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 4α ν. 1806/1988, που ίσχυε κατά το χρόνο των ένδικων συναλλαγών, με το να δεχθεί ότι εσφαλμένα ο επόπτης εκκαθάρισης, χωρίς να επικαλείται σπουδαίο λόγο, αφαίρεσε από τις απαιτήσεις των εναγόντων το ποσοστό του κεφαλαίου τους που είχαν συμβατικώς αποδεχθεί να απολέσουν, ανεξάρτητα του ότι στην εν λόγω διάταξη δεν προβλέπεται αμφισβήτηση των απαιτήσεων, όπως αυτές επαληθεύθηκαν από τον Επόπτη Εκκαθάρισης, λόγω δε της εσφαλμένης αυτής ερμηνείας το Εφετείο προσαύξησε το ποσόν της απαιτήσεως εκάστου ενάγοντος, με αποτέλεσμα να προσαυξηθεί και η αποζημίωση που δικαιούνται από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, ενώ αυτή ουδέποτε είναι μεγαλύτερη της απαιτήσεως που έχει ο επενδυτής έναντι της εταιρείας. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον οι διατάξεις του ως άνω άρθρου αφορούν στις ρυθμίσεις για την εκκαθάριση ανώνυμων χρηματιστηριακών εταιρειών (Α.Χ.Ε.) και εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) και τις αρμοδιότητες του εκκαθαριστή και του επόπτη εκκαθαρίσεως, χωρίς να περιλαμβάνεται σ’ αυτές ρύθμιση για την ισχύ ή μη συμβατικών όρων των επενδυτικών συμβάσεων. Κατά συνέπεια με το να υπολογίσει το Εφετείο το υπόλοιπο του χαρτοφυλακίου ενός εκάστου των αναιρεσίβλητων, χωρίς να αφαιρέσει, όπως είχε πράξει ο επόπτης εκκαθαρίσεως, το ποσό της μέγιστης αποδεκτής αξίας του, δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ο σχετικός συμβατικός όρος είχε την έννοια ότι ο επενδυτής αποδέχεται τη δυνατότητα μείωσης του κεφαλαίου του κατά το αντίστοιχο ποσοστό μόνο λόγω διακύμανσης των τιμών κατά τη διάρκεια των επενδυτικών κινήσεων της εταιρείας για λογαριασμό του και όχι για άλλο λόγο, έστω και αν αφορά στην ίδια την εταιρεία. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος, γιατί από καμιά διάταξη που αφορά στη ρύθμιση για την εκκαθάριση Α.Χ.Ε. και Ε.Π.Ε.Υ. και τις αρμοδιότητες του εκκαθαριστή και του επόπτη εκκαθαρίσεως, δεν αποκλείεται το αρμόδιο δικαστήριο να ελέγξει τη ορθότητα της επαληθεύσεως των απαιτήσεων των επενδυτών, στην οποία έχει προβεί ο επόπτης εκκαθαρίσεως.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 63, 65, 66 παρ. 1, 3 και 5, 68 παρ. 6 ν. 2533/1997, 4α ν. 1806/1988, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2651/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 43 ν. 3371/2005 και ίσχυε κατά το χρόνο των ένδικων συναλλαγών, του άρθρου 2 παρ. Ια (ι) ν. 2396/1996, καθώς και την Οδηγία 97/9/ΕΚ, τις οποίες ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, με το να δεχθεί ότι μόνες προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της ευθύνης του Συνεγγυητικού είναι η οριστική ή η μη αναστρέψιμη αδυναμία της Ε.Π.Ε.Υ. να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από την παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών σύμφωνα με το ν. 2533/1997, ενώ κατά το αληθές νόημα αυτών απαιτείται επιπλέον και η ύπαρξη θετικού καταλοίπου, που πρέπει να αποδεικνύεται από τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας, προϋπόθεση που δεν ερεύνησε η προσβαλλομένη, δεχόμενη ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων ήσαν τα αρχικά κεφάλαια που κατέθεσαν στην εν λόγω εταιρεία, χωρίς μνεία του αποτελέσματος διαχειρίσεως. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν αναφέρεται σε ποια από τις ανωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις εδράζεται η αποδιδόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου, όπως αυτές εκτενώς αναφέρθηκαν παραπάνω, κατά πρώτον τα κεφάλαια των εναγόντων κατατέθηκαν στην Ε.Π.Ε.Υ. με την επωνυμία ... με την εντολή να επενδυθούν στα χρηματοπιστωτικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 2 ν. 2396/1996, κατά δεύτερον υπήρξε οριστική αδυναμία της ως άνω εταιρείας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, γεγονός που οδήγησε στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, και κατά τρίτον από το ηλεκτρονικό αρχείο της εταιρείας ή από στοιχεία της εταιρείας, που παραδεκτώς προσκόμισαν στον επόπτη εκκαθαρίσεως οι ίδιοι οι επενδυτές, προέκυπτε το επενδυτικό αποτέλεσμα των συναλλαγών αυτών και το θετικό κατάλοιπο για τον καθένα τους, ανεξάρτητα του ότι η ύπαρξη θετικού καταλοίπου στο λογαριασμό του εντολέα επενδυτή κατά το χρόνο ανακλήσεως της άδειας συστάσεως της Ε.Π.Ε.Υ. δεν τίθεται ως προϋπόθεση για τη γένεση της ευθύνης του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου προς αποζημίωση των επενδυτών (ΑΠ 981/2014).

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 2, 7, 10-14,16-31 ν. 2599/1997 (ενν. 2533/1997), τις οποίες ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, με το να δεχθεί ότι η εταιρεία ... ήταν αυτή που διαχειριζόταν τα χαρτοφυλάκια των εναγόντων και ότι έναντι αυτής υφίσταντο οι απαιτήσεις τους για την απόδοση της αξίας του χαρτοφυλακίου τους, ενώ θα έπρεπε να είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμη. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι, εφόσον η εταιρεία αυτή δεν ήταν μέλος του Χρηματιστηρίου Αθηνών και διεκπεραίωνε τις εντολές τους για αγορά και πώληση παραγώγων χρηματιστηριακών προϊόντων στο Χρηματιστήριο Παραγώγων Αθηνών συνεργαζόμενη με άλλες εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που ήσαν μέλη του Χρηματιστηρίου, είχε δε αναθέσει στην ... την εκκαθάριση των σχετικών συναλλαγών, από την οποία οι αναιρεσίβλητοι είχαν τη δυνατότητα άμεσης γνώσεως του ύψους του χαρτοφυλακίου τους σε καθημερινή βάση, πέραν του ότι η επένδυση σε παράγωγα από τη φύση της ενέχει πολύ υψηλό κίνδυνο απώλειας του χαρτοφυλακίου, οι αναιρεσίβλητοι θα έπρεπε να αξιώσουν τα τυχόν εναπομείναντα κεφάλαια τους από την εκκαθαρίστρια Τράπεζα και όχι από την εταιρεία ..., και ότι σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο θα έπρεπε να προσδιορίσει για ποιους από τους αναίρεσιβλήτους έγιναν συναλλαγές και ποια τα παράγωγα που αγοράσθηκαν ή πωλήθηκαν και το τίμημα αυτών, καθώς και ποιες από τις συναλλαγές αυτές ήσαν κερδοφόρες ή ζημιογόνες. Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του ως προς αμφότερα τα μέρη του, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Ειδικότερα, ουδόλως προσδιορίζεται, για ποιο λόγο οι παραδοχές αυτές του Εφετείου συνεπάγονται έλλειψη ευθύνης της εταιρείας .... Σε κάθε περίπτωση όμως, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου, οι αναιρεσίβλητοι είχαν καταρτίσει συμβάσεις με την εταιρεία ... με την εντολή να επενδυθούν τα κεφάλαια που της κατέθεσαν σε τίτλους της Κεφαλαιαγοράς και σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, και υπήρχε συμβατικός όρος ότι οι συναλλαγές αυτές θα διενεργούνται κυρίως μέσω επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) και ότι ο πελάτης παρέχει στην εταιρεία την εντολή και εξουσιοδότηση να διενεργεί ως αντιπρόσωπος του κάθε πράξη που κρίνεται σκόπιμη, επωφελής ή αναγκαία, αντιπροσωπεύοντας τον έναντι οιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου για την κατάρτιση των δικαιοπραξιών, μόνο έναντι αυτής υφίσταντο οι απαιτήσεις τους για την απόδοση της αξίας του χαρτοφυλακίου τους και ουδεμία αξίωση είχαν κατά της εκκαθαρίστριας Τράπεζας, ούτε δε το γεγονός ότι είχαν τη δυνατότητα να έχουν καθημερινή και άμεση γνώση του ύψους του χαρτοφυλακίου τους επηρέαζε την αξίωση τους για την καταβολή του καταλοίπου κατά της ως άνω εταιρείας, και συνακόλουθα κατά του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου μέχρι του ύψους της ευθύνης του, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της. Εξάλλου, και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη επαρκών αιτιολογιών είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου συναλλαγές με αντικείμενο παράγωγα χρηματιστηριακά προϊόντα έγιναν για όλους τους αναιρεσιβλήτους, πλην της 29ης τούτων, για την οποία έγινε δεκτό ότι η εταιρεία, παρά τη σαφή εντολή της για τη διενέργεια επενδυτικών συναλλαγών, παρέλειψε να τις διενεργήσει, ενώ περαιτέρω δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει στην απόφαση του παραδοχές για το σύνολο των συναλλαγών, και συγκεκριμένα ποια ήταν τα παράγωγα που αγοράσθηκαν ή πωλήθηκαν και το τίμημα αυτών, καθώς και ποιες από τις συναλλαγές αυτές ήσαν κερδοφόρες ή ζημιογόνες, αλλά ήταν αρκετή η καταγραφή του καταλοίπου του χαρτοφυλακίου ενός εκάστου κατά το χρόνο ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 63, 65, 66 παρ. 1, 3 και 5, 68 παρ. 6 ν. 2533/1997, 4α ν. 1806/1988, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2651/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 43 ν. 3371/2005, του άρθρου 2 παρ. 1α (ι) ν. 2396/1996, καθώς και την Οδηγία 97/9/ΕΚ, τις οποίες ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, με το να δεχθεί ότι οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου των αναιρεσιβλήτων της δεύτερης κατηγορίας αποδεικνύονται από ενημερωτικές επιστολές που είχε εκδώσει η εταιρεία, στις οποίες επισυνάπτονται βεβαιώσεις συναλλαγής και πινακίδια εντολών, ενώ κατά το αληθές νόημα των ως άνω διατάξεων η σχετική εντολή για τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως θα έπρεπε να έχει καταχωρισθεί από την επενδυτική επιχείρηση σε διπλότυπο βιβλιάριο εντολών για τις εντός κύκλου συναλλαγές και σε τριπλότυπο για τις εκτός κύκλου συναλλαγές, αφού τότε μόνο δικαιολογείται η καταβολή του αντικειμένου της συναλλαγής, οι δε αποζημιώσεις καταβάλλονται με βάση τα παραστατικά και άλλα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση της Α.Χ.Ε. ή άλλης Ε.Π.Ε.Υ. ή του Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων ή διαβιβάζονται από τον επόπτη εκκαθάρισης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 65 παρ. 7 του ν. 2533/1997, και εφόσον τέτοια στοιχεία δεν υπήρχαν, το Εφετείο θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή. Ωστόσο, αν η απόδειξη για την ύπαρξη των απαιτήσεων των επενδυτών κατά του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, προκειμένου να τους καταβληθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν αυτοί εξαιτίας της οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας της Ε.Π.Ε.Υ. προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της, περιορισθεί μόνο στις αναφερόμενες εγγραφές στα βιβλία της Ε.Π.Ε.Υ., αυτό μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό ορισμένων επενδυτών, που συγκεντρώνουν όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του νόμου, να αξιώσουν την πιο πάνω αποζημίωση για λόγους που δεν εξαρτώνται από τους ίδιους, αλλά εντάσσονται στη σφαίρα δράσεως της Ε.Π.Ε.Υ., η οποία παρέλειψε να ενεργήσει τις αναγκαίες εγγραφές στα βιβλία της για ορισμένους επενδυτές, των οποίων η ύπαρξη των απαιτήσεων εναντίον της προκύπτει από άλλα αξιόπιστα στοιχεία της Ε.Π.Ε.Υ. Διαφορετικά, με την αποκρουόμενη αυτή εκδοχή επιρρίπτονται στον επενδυτή οι συνέπειες από τις εσωτερικές πλημμέλειες της Ε.Π.Ε.Υ. κατά την τήρηση και ενημέρωση των βιβλίων της, τις οποίες εκείνος δεν γνώριζε, ούτε ήταν σε θέση να αποτρέψει. Άλλωστε, μια τέτοια εκδοχή αντιστρατεύεται το σκοπό της οδηγίας 97/9/ΕΚ, αφού αφήνει εκτός του προστατευτικού πεδίου εφαρμογής της απαιτήσεις επενδυτών, που απορρέουν από την παροχή εκ μέρους της Ε.Π.Ε.Υ. καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών. Η πιο πάνω ρύθμιση του ν. 2533/1997 σχετικά με την απόδειξη των απαιτήσεων των επενδυτών, η οποία δεν προβλέπεται στην εν λόγω Οδηγία, αλλά αποτελεί επιλογή του Έλληνα νομοθέτη, είναι ανεκτή στο βαθμό που δεν αντιστρατεύεται το σκοπό της Οδηγίας αυτής και δεν αναιρεί ούτε μειώνει την αποτελεσματικότητα της, και συνακόλουθα, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα και το σκοπό της εν λόγω Οδηγίας, πρέπει να νοηθεί ως εμπεριέχουσα στο εύρος της, εκτός από τα τηρούμενα κατά τις προβλέψεις των σχετικών ειδικών διατάξεων βιβλία και στοιχεία, και άλλα έγγραφα προερχόμενα από την Ε.Π.Ε.Υ. (ΑΠ 982/2014), και κατά συνέπεια με το να λάβει υπόψη το Εφετείο προς απόδειξη των απαιτήσεων των εναγόντων της δεύτερης κατηγορίας τις ενημερωτικές επιστολές που είχε εκδώσει η εταιρεία ..., στις οποίες επισυνάπτονται βεβαιώσεις συναλλαγής και πινακίδια εντολών, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Τέλος, με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκείς, άλλως ελλιπείς αιτιολογίες ως προς κρίσιμα και ουσιώδη στοιχεία για τον υπολογισμό της ευθύνης του προς αποζημίωση, και ειδικότερα: α) συνήγαγε την ύπαρξη εντολής προς διενέργεια συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων με μόνη την υπογραφή της σχετικής συμβάσεως μεταξύ της εταιρείας ... και ενός εκάστου των αναιρεσιβλήτων, β) δεν καθίσταται σαφές στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν ο νόμιμος λόγος αποζημιώσεως ενός εκάστου τούτων είναι η κατάθεση χρημάτων νια τη διενέργεια συναλλαγών ή η πλημμελής διαχείριση εκ μέρους της εταιρείας, και γ) αν ως βάση της αποζημιώσεως των αναιρεσβλήτων είναι η πλημμελής διαχείριση εκ μέρους της εταιρείας ..., εκδοχή την οποία αναφέρει η προσβαλλομένη ως λόγο μη απαλλαγής του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου από την ευθύνη του προς αποζημίωση των επενδυτών, ωστόσο δεν αναφέρονται στη συνέχεια, ποιες συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου ενός εκάστου τούτων, σε ποιο παράγωγο αφορούσε η κάθε συναλλαγή και τι ποσόν επενδύθηκε σε καθένα τούτων, ούτε ποια ήταν η αξία τους κατά το χρόνο ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της εταιρείας ..., ώστε να ελεγχθεί και να προσδιορισθεί επακριβώς το ύψος της αποδεκτής ή μη ζημίας ενός εκάστου των αναιρεσιβλήτων, ώστε να προσδιορισθεί στη συνέχεια το ύψος ευθύνης του (Συνεγγυητικού Κεφαλαίου). Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, εφόσον ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία ότι η σύμβαση που υπέγραψε καθένας από τους αναιρεσίβλητους με την εταιρεία ... περιείχε, πλην του όρου για τη διαχείριση του συνόλου των μετρητών και των χρηματοπιστωτικών μέσων που διέθετε ο κάθε επενδυτής, και τη ρητή εντολή προς την ως άνω εταιρεία να διενεργεί ως αντιπρόσωπος του κάθε πράξη, που κρίνεται από την εταιρεία σκόπιμη, επωφελής ή αναγκαία σε σχέση με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, συμπεριλαμβανομένων και πράξεων που συνδέονται με την εκτέλεση και περάτωση συναλλαγών στο πλαίσιο της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του, και επιπλέον για τον καθένα τούτων ανέφερε ιδιαιτέρως στη συνέχεια την κίνηση του χαρτοφυλακίου του, όπως αυτή προέκυπτε είτε από το ηλεκτρονικό αρχείο της εταιρείας, είτε από ενημερωτικές επιστολές της ίδιας της εταιρείας, είτε από στοιχεία που οι ίδιοι οι επενδυτές προσκόμισαν. Κατά συνέπεια ενόψει των παραδοχών αυτών ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον, ανεξαρτήτως των θέσεων που εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων κατά του εναγομένου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου ερείδονται στην εκ μέρους τους κατάθεση χρημάτων στην εταιρεία ... με τη σαφή εντολή προς διενέργεια συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων και την οριστική αδυναμία της τελευταίας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους, όπως αυτές προέκυπταν από το κατάλοιπο του χαρτοφυλακίου τους, γεγονός που οδήγησε τελικά στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και τη θέση της υπό εκκαθάριση. Τέλος, και ως προς το τρίτο σκέλος ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης Προϋποθέσεως, εφόσον το Εφετείο δεν θεμελίωσε την ευθύνη της εταιρείας ... στην πλημμελή διαχείριση, αλλά στην οριστική αδυναμία αυτής να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των επενδυτών, όπως αυτές προέκυπταν από το κατάλοιπο του χαρτοφυλακίου τους, και για το λόγο αυτό δεν ήταν αναγκαία η παράθεση όλων των λοιπών στοιχείων που επικαλείται το αναιρεσείον προς στήριξη του σχετικού λόγου.

Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών για αναίρεση της 3640/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσβλήτων, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ