Legislator Case Law & Legislation
362/2014 AI generated

362/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 362/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

362/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 18/1998). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 362 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 362/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 767/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3626/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .../11-09-2013 έκθεση επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-01-2014), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο Κ. Κ.. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ` αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.

Από τη ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.ΑΠ 23/2007,Ολ.Α.Π. 30/2003), η ικανοποίηση όμως της μιας απ` αυτές επιφέρει απόσβεση και της άλλης. Δικαιούχος της αποζημίωσης, ως αμέσως ζημιωθείς, είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και τη βεβαίωση της μη πληρωμής, ο οποίος και νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής από την αδικοπραξία.

Για την πληρότητα δε του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται η κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή μη πληρωθείσας, αν και νομοτύπως και εμπροθέσμως εμφανισθείσας, επιταγής απαιτείται κατ` αρθ. 216 ΚΠολΔ να διαλαμβάνεται σ` αυτό 1) η έκδοση της επιταγής από τον εναγόμενο εν γνώσει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, 2) η ύπαρξη ζημίας, 3) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημίας και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη και 4) η εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή.

Στην προκειμένη περίπτωση, η από 27-10-2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος έχει, κατά λέξη, ως εξής: "1) Ο εναγόμενος εξέδωσε στην … τις με ημερομηνίες 8-8-2006 και 30-8-2006 υπ' αριθ. ... και ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., ποσών 25.000 ευρώ και 75.000 ευρώ αντιστοίχως, πληρωτέες εις διαταγήν του Γ.

Τ. και των οποίων επιταγών τυγχάνω δικαιούχος και νόμιμος κομιστής από αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. 2) Αμφότερες τις ανωτέρω επιταγές εμφάνισα νομίμως και εμπροθέσμως προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα στις 14-8-2006 την πρώτη και στις 31-8-2006 τη δεύτερη, όμως δεν επληρώθησαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων επί της πληρώτριας τραπέζης, γεγονός που βεβαιώθηκε επί του σώματος αμφοτέρων των εν λόγω επιταγών. 3) Επειδή ο εναγόμενος, εκδίδων τις ανωτέρω ακάλυπτες επιταγές, υπόκειται και σε ποινική δίωξη βάσει της διατάξεως του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, ανεξαρτήτως όμως της ποινικής του ευθύνης, ο εναγόμενος ο οποίος εξέδωσε τις ανωτέρω δύο ακάλυπτες επιταγές, υποχρεούται σε αποζημίωσή μου και δη στην καταβολή του ποσού των επιταγών εξ ευρώ 100.000 συνολικά, βάσει των σχετικών περί αδικοπραξιών διατάξεων του ΑΚ, δεδομένου ότι:

α) εν γνώσει του εξέδωσε τις ανωτέρω επιταγές χωρίς να υφίστανται αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια παρά της πληρώτριας τράπεζας, β) οι επιταγές δεν επληρώθησαν, ούσες ακάλυπτες κατά τον κρίσιμο χρόνο πληρωμής, γεγονός που αποδεικνύεται και από τις σχετικές επισημειώσεις της τραπέζης επί των σωμάτων των, εκ των οποίων επισημειώσεων αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή των επιταγών, γ) εκ της ως είρηται παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς του εκδότη-εναγομένου ζημιώθηκα το ποσόν των 100.000,00 ευρώ, όσο δηλαδή είναι και το ποσό των επιταγών που δεν πληρώθηκαν και η τοιαύτη ζημία μου συνιστά το αποτέλεσμα της ως άνω καταχρηστικής, αδίκου και παρανόμου συμπεριφοράς του εναγομένου, δεδομένου ότι μόνη η πράξη της έκδοσης των επιταγών μη πληρωθεισών επί πληρωτού παρ' ώ δεν υφίσταντο αντίστοιχα κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης ή πληρωμής των επιταγών, αποτελεί ποινικό αδίκημα και γεννά υποχρέωση αποζημιώσεώς μου ως δικαιούχου κομιστού των επιταγών από αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. 4) Επειδή επομένως, ο εναγόμενος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ως είρηται και προσγεννηθείσης εις εμέ ζημίας και δέον όπως υποχρεωθεί στην καταβολή του ποσού των 100.000,00 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων υπερημερίας από της επιδόσεως της παρούσης μου άχρις ολοσχερούς εξόφλησης".

Ζητείτο δε στη συνέχεια με την αγωγή να επιδικασθεί στον ενάγοντα (νομιμοτόκως) ως αποζημίωση το ποσό των 100.000,00 ευρώ, ίση προς το ποσό των επιταγών. Τα εκτιθέμενα στην αγωγή στοιχεία, ανταποκρινόμενα πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, καταφάσκουν στη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.

Είναι δε σαφής η αναφορά στην αγωγή ότι ο εναγόμενος γνώριζε τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης των επίδικων επιταγών προς πληρωμή, ότι δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της πληρωμής, ενώ αρκούσε η γνώση αυτή να υπάρχει και μόνο κατά τον χρόνο έκδοσης και να μην υφίστανται τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, στην οποία δεν αναφέρεται "ότι ο εναγόμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές εν γνώσει του, ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης η της πληρωμής των επιταγών αυτών".

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό που αποτελεί "πράγμα" και τον έκανε δεκτό ή τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.

α'ΚΠολΔ, με το να δεχθεί "ότι ο εναγόμενος προέβη στην έκδοση των ανωτέρω ακάλυπτων επιταγών, μολονότι γνώριζε ότι τόσο κατά το χρόνο της έκδοσης όσο και κατά το χρόνο της εμφάνισης αυτών προς πληρωμή δεν υπήρχαν και δεν επρόκειτο να υπάρχουν επαρκή κεφάλαια στον τηρούμενο στην πληρώτρια τράπεζα λογαριασμού του", χωρίς όμως να έχει περιληφθεί στην αγωγή τέτοιος ισχυρισμός, ως προς την γνώση αυτή του εναγομένου.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται αυτολεξεί στην προηγούμενη σκέψη, με σαφήνεια διαλαμβάνεται σ' αυτήν ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος γνώριζε τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης των επίδικων επιταγών προς πληρωμή, ότι δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της πληρωμής.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006, ΑΠ 575/1978).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (κατάθεση εξετασθέντος μάρτυρος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "ότι ο εναγόμενος προέβη στην έκδοση των ανωτέρω ακάλυπτων επιταγών, μολονότι γνώριζε ότι τόσο κατά το χρόνο της έκδοσης όσο και κατά το χρόνο της εμφάνισης αυτών προς πληρωμή δεν υπήρχαν και δεν επρόκειτο να υπάρχουν επαρκή κεφάλαια στον τηρούμενο στην πληρώτρια τράπεζα λογαριασμού του".

Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, αντίθετος τρίτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατέληξε στο άνω αποδεικτικό πόρισμά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αιτιάση αυτή αναφέρεται σε εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής κατά την απόκτηση της επιταγής ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.

Από τη διάταξη αυτή που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται ότι κατ` εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων, από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής, αφενός τελούσε σε γνώση της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των πριν απ` αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3626/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο εναγόμενος που όφειλε χρήματα από επιχειρηματικές δραστηριότητες, που ασκούσε από κοινού με το Γ. Τ., εξέδωσε σε διαταγή του τελευταίου, στην Αθήνα, σε χρέωση του με αριθ. ...

λογαριασμού, που τηρείτο στο κατάστημα Αιγάλεω Αττικής της πληρώτριας τράπεζας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", τις ακόλουθες επιταγές: α) την με αριθ. ... επιταγή, ποσού 25.000 ευρώ, λήξης 8-8-2004 και β) την με αριθ. ... επιταγή, ποσού 75.000 ευρώ, λήξης 30-10-2004. Τις επιταγές αυτές ο Γ. Τ. τις οπισθογράφησε νόμιμα στον ανιψιό του Κ.

Τ. και αυτός στον ενάγοντα σε εκτέλεση γραπτής συμφωνίας, πώλησης επιχείρησης εστίασης στο νησί της Μήλου από τον τελευταίο στον Κ. Τ. αντί τιμήματος 100.000 ευρώ. Λίγες ημέρες πριν από την ημερομηνία πληρωμής των εν λόγω επιταγών, ο εναγόμενος εκδότης των επιταγών με σύμφωνη γνώμη του Γ. Τ. και του ενάγοντα διόρθωσε τις ημερομηνίες των επιταγών και δη την πρώτη από 8-8-2004 σε 8-8-2005 και τη δεύτερη από 30-10-2004 σε 30-8-2005 μονογράφοντας κάτω από κάθε διόρθωση, γεγονός που συνομολογεί με την έφεσή του ο εναγόμενος-εκκαλών.

Τις ημερομηνίες αυτές ο εναγόμενος κατόπιν δικής του παράκλησης, λόγω πρόσκαιρης οικονομικής του αδυναμίας και αποδοχής από μέρους των λοιπών οπισθογράφων διόρθωσε για δεύτερη φορά τις επιταγές από 8-8-2005 σε 8-8-2006 και από 30-8-2005 σε 30-8-2006, παρουσία του δικηγόρου Αθηνών Αλέξανδρου Σταυρόπουλου. Ο ενάγων, που όπως προαναφέρθηκε, κατέστη νόμιμος κομιστής των επίδικων επιταγών από αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, εμφάνισε αυτές νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι πριν από την παρέλευση οκτώ ημερών από την επομένη ημέρα από την αναγραφομένη ημερομηνία έκδοσής τους και συγκεκριμένα, στις 14 και 31-8-2006 αντίστοιχα, προς πληρωμή στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Οι επιταγές όμως, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον τραπεζικό λογαριασμό του εκδότη εναγομένου, το γεγονός δε αυτό της εμπρόθεσμης εμφάνισης των επιταγών και της μη πληρωμής τους, λόγω έλλειψης επαρκούς διαθέσιμου υπολοίπου βεβαιώθηκε με σημείωση που τέθηκε επί του σώματος των επιταγών από την πληρώτρια τράπεζα κατ' άρθρο 40 του ν. 5960/1933.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος προέβη στην έκδοση των ανωτέρω ακάλυπτων επιταγών, μολονότι γνώριζε ότι τόσο κατά το χρόνο της έκδοσης όσο και κατά το χρόνο της εμφάνισης αυτών προς πληρωμή δεν υπήρχαν και δεν επρόκειτο να υπάρχουν επαρκή κεφάλαια στον τηρούμενο στην πληρώτρια τράπεζα λογαριασμό του.

Η παραπάνω άποψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος, με την με αριθ. 13606/2010 απόφαση του Στ'Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει καταδικαστεί για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση σε φυλάκιση τριάντα (30) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι οι επίδικες επιταγές, ήταν ευκολίας και εκδόθηκαν προκειμένου να διευκολύνει τον λήπτη αυτών, Γ.

Τ., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος....Από την προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, ο ενάγων υπέστη ζημία ύψους 100.000 ευρώ, η οποία αντιστοιχεί στην αξία που ενσωμάτωναν οι επίδικες επιταγές.

Συνεπώς, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού προηγουμένως είχε εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου τον οποίο δίκασε σαν να ήταν παρών, και μετά την απόρριψη του προβληθέντος με σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ισχυρισμό ότι δεν οφείλει κανένα ποσόν στον αναιρεσίβλητο διότι οι επίδικες επιταγές ήταν "επιταγές ευκολίας" προς τον εις διαταγήν του οποίου εκδόθηκαν Γ.

Τ., γεγονός το οποίο γνώριζε ο αναιρεσίβλητος ο οποίος αποδέχθηκε αυτές προς βλάβη του, ώστε αχρεωστήτως να επιδιώκεται απ' αυτόν το ενσωματούμενο στις επιταγές ποσόν, έκανε δεκτή την αγωγή και επεδίκασε στον τελευταίο νομιμοτόκως το ανωτέρω ποσόν των 100.000 ευρώ. Με το να απορρίψει δε το Εφετείο, ως ουσιαστικά αβάσιμο τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δεν οφείλει κανένα ποσόν στον αναιρεσίβλητο διότι οι επίδικες επιταγές ήταν "επιταγές ευκολίας" προς τον εις διαταγήν του οποίου εκδόθηκαν Γ.

Τ., γεγονός το οποίο γνώριζε ο αναιρεσίβλητος κατά την μεταβίβασή τους δι' οπισθογραφήσεως σ' αυτόν και παρά ταύτα αποδέχθηκε αυτές προς βλάβη του, ώστε αχρεωστήτως να επιδιώκεται απ' αυτόν το ενσωματούμενο στις επιταγές ποσόν, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 του ν. 5960/1933 και 904 του ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ως άνω κρισιμα περιστατικά που συγκροτούσαν τον ισχυρισμό αυτό.

Ειδικότερα, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον αναιρεσείοντα εις διαταγήν του Γ. Τ. έναντι οφειλής του προς τον τελευταίο από επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούσε από κοινού μ' αυτόν, τούτο δε γνώριζε ο αναιρεσίβλητος κατά την κτήση των άνω επιταγών γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την μεταγενέστερη παράκλησή του προς τον Γ.

Τ. και τον κομιστή των επιταγών ενάγοντα, λόγω της πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας που αντιμετώπιζε προς εξόφληση των επίδικων επιταγών, δέχθηκαν οι τελευταίοι δύο φορές την παράταση εξόφλησης των επιταγών αυτών, διά της διόρθωσης της αρχικής ημερομηνίας εκδόσεώς τους και της αναγραφής σ' αυτές μεταγενέστερου χρόνου, η οποία έγινε παρουσία όλων από τον αναιρεσείοντα και την δεύτερη φορά και του δικηγόρου Αλέξανδρου Σταυρόπουλου, θέτοντας στη θέση διόρθωσης τη μονογραφή του, γεγονός στο οποίο δεν είχε λόγο να προβεί αν πράγματι επρόκειτο για "επιταγές ευκολίας", δηλώνοντας το τελευταίο στον κομιστή αυτών ενάγοντα.

Επομένως, ο αντίθετος τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 3626/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-10-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3626/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος απο τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ