362/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated362/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την εν λόγω όμως δικάσιμο (4-2-2013), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 362 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 362/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αποστόλου Φέστα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιου Κόκκινου, 2) Β. χήρας Δ. Σ., 3) Γ. Δ. Σ., 4) Κ. Δ. Σ., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικά εναγομένου Δ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2251/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5181/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1203/29.10.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 5181/13.10.2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ...-.../2-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Α. Μ. Κ., ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 1203/29-11-2010 αίτηση για αναίρεση της 5181/13-10-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους λοιπούς αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 20-2-2012, με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (20-2-2012), κατά την οποία, παρισταμένων των εν λόγω αναιρεσίβλητων με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Καλλιγέρου, χωρίς να βεβαιώνεται ότι η τελευταία διέθετε την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα, αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (4-2-2013), με παράλληλη εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου, ισχύουσας στην περίπτωση αυτή της εγγραφής ως κλήτευση αυτών κατά την εν λόγω μετ' αναβολή δικάσιμο (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ4).
Κατά την εν λόγω όμως δικάσιμο (4-2-2013), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με την κρινόμενη 1203/29-11-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5181/13-10-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 187026/10109/7-11-2006 αγωγή, με ενάγοντα τον Η. Ζ. και εναγομένους τους (α) Β. Κ. και (β) Δ. Σ., μετά την άσκηση της οποίας ο τελευταίος απεβίωσε στις 20-11-2006 και κατέλιπε ως μόνους εξ αδιαθέτου αυτού κληρονόμους (1) την Β. Σ., σύζυγό του, (2) τον Γ. Σ. και (3) τον Κ. Σ., τέκνα του, ιδιότητα με την οποία εκουσίως επανέλαβαν την για τον λόγο αυτό διακοπείσα δίκη και υπεισήλθαν στην δικονομική αυτού θέση, εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσα από την αποδιδόμενη στους εναγομένους άδικη και υπαίτια, από δόλο, πράξη, στην οποία θεμελίωνε το παράλληλα διατυπούμενο αίτημα προσωπικής τους κρατήσεως, με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως, συνισταμένης στην δημοσίευση από το πρώτο τούτων στην εφημερίδα "ΑΞΙΑ" άρθρου του, περιέχοντος ψευδή και προσβλητικά της τιμής και εντεύθεν της προσωπικότητάς του πραγματικά περιστατικά, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε ο τελευταίος κατά τη συζήτηση της κατ' αυτού απευθυνομένη 11122/2004 αγωγής τους, τελούντες αμφότεροι σε γνώση της αναληθείας του.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του ενάγοντος , η 2251/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω μη καταβολής από τον τελευταίο του προσήκοντος στο αντικείμενο αυτής τέλους δικαστικού ενσήμου, διαλαμβάνοντας παράλληλα στις αιτιολογίες της ότι λόγω της ερημοδικίας του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ο δια των προτάσεών του περιορισμός του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.
Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλε ο ενάγων με την 6492/3-7-2009 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 681Δ ΚΠολΔ διαδικασία, χωρίς να διαλάβει αντίστοιχου περιεχομένου διάταξη στο διατακτικό της, εκδόθηκε η 5181/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Ο αρχικώς δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος αποβίωσε στις 20-11-2006, ήταν δικαστικός λειτουργός και από 14-2-2003 υπηρετούσε ως Πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο Θηβών. Στις 29-10-2003, κατά τη συνεδρίαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, του οποίου προήδρευε ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ επρόκειτο να εκδικασθούν κατ' έφεση τρεις υποθέσεις με κατηγορούμενο τον Η.
Ζ., ο τελευταίος παρέδωσε στον δεύτερο εναγόμενο, ως προεδρεύοντα του Δικαστηρίου, την από 29-10-2003 έγγραφη "αίτηση εξαίρεσης", την οποία ο τελευταίος ανέγνωσε στο ακροατήριο. Με την αίτηση του αυτή ο κατηγορούμενος ζητούσε την εξαίρεση του Προεδρεύοντος Πρωτοδίκη Δ. Σ. και της Εισαγγελέως της έδρας Α. Μ., Αντισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών, αναφέροντας, μεταξύ των άλλων, ότι οι ανωτέρω Πρωτοδίκης και Εισαγγελέας "θα επιδιώξουν προς εμέ εμπάθεια" και απέδιδε στο μεν Προεδρεύοντα ενέργειες και παραλείψεις του κατά την άσκηση άλλων προηγούμενων δικαιοδοτικών καθηκόντων του επί υποθέσεων του κατηγορουμένου, ως γενομένων "εξ εμπάθειας" και "επωφελούμενος την έλλειψη συνηγόρου υπερασπίσεως του" και "για να διευκολύνει τους αντιδίκους του", στη δε Αντεισαγγελέα Α.
Μ., ότι σε προηγούμενη ποινική υπόθεση "χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα" και πέτυχε την καταδίκη του. Οι πιο πάνω δύο δικαστικοί λειτουργοί υπέβαλαν αμέσως κατά του εν λόγω κατηγορουμένου εγκλήσεις για συκοφαντική δυσφήμηση στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, αφού διεκόπη η εκδίκαση των συγκεκριμένων υποθέσεων του κατηγορουμένου και των λοιπών υποθέσεων του δικαστηρίου, να εισαχθεί ο κατηγορούμενος Η.
Ζ. να δικαστεί, με την αυτόφωρη διαδικασία, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών), που συγκροτήθηκε με άλλη σύνθεση, για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος των δύο δικαστικών λειτουργών. Κατά την έναρξη της δίκης οι εγκαλούντες Πρωτοδίκης και Εισαγγελέας ήσαν καθισμένοι στη δεύτερη σειρά των εδράνων του ακροατηρίου του κοινού, έξω από το κιγκλίδωμα, που χωρίζει τις θέσεις των παραγόντων της δίκης και απείχαν από τον κατηγορούμενο περί τα 6-7 μέτρα.
Όταν το Δικαστήριο, ύστερα από αίτημα του κατηγορουμένου, ανέβαλε τη συζήτηση του αυτοφώρου εντός του τριημέρου για την 1-11-2003 και πριν ακόμη αυτό αποφανθεί για την άρση ή μη της κρατήσεως του κατηγορουμένου, ο τελευταίος, μόλις αντιλήφθηκε να πλησιάζει τον δεύτερο εναγόμενο ο δικηγόρος Θηβών Ιωάννης Γ., ο οποίος ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της Α.
Π., αντιδίκου του κατηγορουμένου σε κάποιες ποινικές υποθέσεις του, και να συνομιλεί μαζί του (ανακοινώνοντας του συγκεκριμένα ότι προσφέρεται να εξετασθεί ως μάρτυρας στο αυτόφωρο αδίκημα, αν το επιθυμούν), στράφηκε προς τον δεύτερο εναγόμενο και, απευθυνόμενος προς αυτόν, ένωσε και κίνησε χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, υποδηλώνοντας έτσι σαφώς, ότι ο ως άνω δικαστικός λειτουργός συναλλάσσεται με το δικηγόρο της αντιδίκου του κατηγορουμένου σε βάρος των συμφερόντων του.
Τότε ο αρχικώς δεύτερος εναγόμενος Δ. Σ. κινήθηκε ταχύτατα κατά του ενάγοντος Η. Ζ. και λέγοντας σ' αυτόν "τι λες βρε παλιάνθρωπε", του επέφερε με το δεξί του χέρι κτύπημα στον κρόταφο, στο δεξί του μάτι, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τραυματιστεί. Ειδικότερα, ο ενάγων υπέστη μικρό θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με συνοδό αιμάτωμα δεξιού άνω βλεφάρου, μικρό οίδημα δεξιάς ζυγωματικής χώρας, του συνεστήθη δε η εισαγωγή του στο Νοσοκομείο, όπως τούτο προκύπτει από τη με αριθ.
πρωτ. 355/30-10-2003 βεβαίωση του ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Θηβών Χ. Ψ.. Ο δεύτερος εναγόμενος μετά το επεισόδιο απομακρύνθηκε από τα αστυνομικά όργανα από το ακροατήριο προς αποφυγή άλλων επεισοδίων και το δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση του, επανήλθε δε μετά από μισή ώρα και αποφάσισε την άρση της κρατήσεως του κατηγορουμένου.
Την 1-1-2003 ο ενάγων, με την με αριθμό 2024/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 28 μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση των ως άνω δικαστικών λειτουργών και κατ' έφεση, με τη με αριθμό 12.078/2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών.
Σημειώνεται, ότι ο ανωτέρω ενάγων Η. Ζ. είχε επιδείξει και στο παρελθόν ανάρμοστη, προσβλητική και απειλητική συμπεριφορά ενώπιον των δικαστών και εισαγγελέων του Πρωτοδικείου Θηβών, ακόμη και κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Δικαστηρίου, και μάλιστα πολλές φορές, αντίθετα προς τις προτροπές των πληρεξουσίων δικηγόρων του, συνέτασσε και υπέβαλλε μηνύσεις και αναφορές κατά των δικαστών και εισαγγελέων του Πρωτοδικείου Θηβών, οι οποίοι, όπως πίστευε, τον είχαν αδικήσει, ο αριθμός δε των υποβληθεισών μηνύσεων σε βάρος τους, μέχρι την άσκηση της αγωγής υπερβαίνει τις δέκα (10).
Ο αρχικώς δεύτερος εναγόμενος για την προαναφερόμενη πράξη του τιμωρήθηκε πειθαρχικά, με την με αριθμό 6/2004 απόφαση του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε, ομόφωνα, ότι αυτός είχε τελέσει με την ως άνω συμπεριφορά του το παράπτωμα του άρθρου 91 περ. ζ του Ν. 1756/1988 και του επέβαλε, κατά πλειοψηφία, την πειθαρχική ποινή της επίπληξης, ενώ κατά την γνώμη των μειοψηφούντων μελών έπρεπε ν' απαλλαγεί ο ανωτέρω διωκόμενος πρωτοδίκης πάσης ποινής κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 308 παρ. 3 ΠΚ, γιατί παρασύρθηκε στη πράξη του από δικαιολογημένη οργή και αγανάκτηση, εξαιτίας της αμέσως προηγούμενης, ως άνω, συμπεριφοράς που τέλεσε ο παθών Η.
Ζ. εναντίον του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση. Επίσης, ο ίδιος, τιμωρήθηκε πρωτοδίκως ποινικά για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης, μετά από έγκληση του παραπάνω κατηγορουμένου ήδη ενάγοντος Η. Ζ., κατά πλειοψηφία και του επιβλήθηκε με τη με αριθμό 11.100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών και κατ' έφεση, λόγω του επισυμβάντος εν τω μεταξύ την 20-11-2006 θανάτου του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τη με αριθμό 203/2007 αμετάκλητη απόφαση του έπαυσε οριστικά, κατ' άρθρο 370 περ.
β' του Κ.Ποιν.Δ., την κατά του ανωτέρω κατηγορουμένου δικαστικού λειτουργού ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης με πρόθεση σε βάρος του εγκαλούντος Η. Ζ., φερόμενη ως τελεσθείσα στη Θήβα στις 29-10-2003, αποδεικνυόμενου από τη με αριθμό .../21-11-2006 Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Αθηνών Ε.
Τ.. Ακολούθως. Όμως, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με τη με αριθμό 706/2009 απόφαση του, αφού έκανε δεκτή την από 7-3-2008 αίτηση των ως άνω κληρονόμων του Δ. Σ., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την ανωτέρω με αριθ. 11.100/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ακύρωσε την απόφαση αυτή, αφού δέχθηκε ότι συντρέχουν οι όροι δικαιολογημένης αγανάκτησης του άρθρου 308 παρ. 3 του ΠΚ, γιατί ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός παρασύρθηκε στη πράξη του από δικαιολογημένη οργή και αγανάκτηση, εξαιτίας της αμέσως προηγούμενης, ως άνω, συμπεριφοράς που τέλεσε ο παθών Η.
Ζ. εναντίον του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση και ότι καθίσταται φανερό, ότι αν τα αναφερόμενα στην απόφαση του νεότερα στοιχεία, ήταν γνωστά στους δικάσαντες δικαστές, σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσαχθεί στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος Δ. Σ. θα είχε αθωωθεί της αποδιδόμενης σε αυτόν σωματικής βλάβης και περαιτέρω ότι επειδή από την προαναφερθείσα με αριθμό 203/2007 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έχει ήδη παύσει οριστικά, η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης με πρόθεση σε βάρος του εγκαλούντος Η.
Ζ., δεν κρίθηκε αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως της υπόθεσης ούτε η διάταξη από αυτό της ως άνω παύσεως της ποινικής διώξεως. Το προαναφερόμενο περιστατικό, ήταν, πράγματι, πρωτοφανές και εύλογα προκάλεσε το έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα να ασχοληθεί με αυτό όλος ο τύπος, τόσο ο έγγραφος όσο και ο ηλεκτρονικός.
Έτσι, η σχετική είδηση μεταδόθηκε στις 30-10-2003 από τα βραδινά δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών, πανελλήνιας εμβέλειας, "STAR CHANNEL" και "ALTER CHANNEL" και στις 31-10-2003, στο βραδυνό δελτίο του τηλεοπτικού σταθμού "ALTER CHANNEL", στα οποία ο ενάγων επανέλαβε τους παραπάνω συκοφαντικούς του ισχυρισμούς, για το πρόσωπο του ανωτέρω δικαστικού λειτουργού Δ.
Σ. και συγκεκριμένα: α' ) στο βραδυνό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού "STAR CHANNEL" της 30ης Οκτωβρίου 2003, ο Η. Ζ., χωρίς να εμφανίζεται "ζωντανά", συνομίλησε με τον κεντρικό παρουσιαστή του δελτίου Γ. Λ. και ανέφερε ότι: "Εγώ είχα υπόνοιες από άλλες περιπτώσεις επειδή ... είχε διαπράξει ορισμένες παράνομες πράξεις ο δικαστής και του έκανα εξαίρεση ...
επειδή ήξερα ότι ήταν και εμπαθής κιόλα", β' ) στο βραδυνό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού "ALTER CHANNEL " της 30ης Οκτωβρίου 2003, ο Η. Ζ. συνομιλώντας, τηλεφωνικώς, με τον κεντρικό παρουσιαστή του δελτίου Ν. Ε., δήλωσε ότι : "Ο κύριος Γ. είναι αγκαλιά με τον κύριο πρόεδρο. Μπορεί ένας πρόεδρος να είναι αγκαλιά με τον αντίδικο; ...
Ζήτησα την εξαίρεση του και μόλις άκουσε την εξαίρεση του άρχισε να χτυπάει τα έδρανα του δικαστηρίου και να λέει θα σου κάνω μήνυση και αγωγή και θα σου ζητάω 1 δισεκατομμύριο δρχ. και άρχισε να με απειλεί ... ο οποίος Γ. έχει ευνοηθεί από τον κύριο Σ. παράνομα ... ο κύριος Γ. κατά παράνομο τρόπο και αντιδικονομικό πηγαίνει και συνταυτίζεται με το δικαστή που θα δικάσει την υπόθεση που εξαρτάται άμεσα ... (απευθυνόμενος στον Γ.) έχω μάθει εγώ τι θα πει Σ., ήταν καλό παιδί αλλά έμπλεξε μαζί σου" και γ' ) στο βραδυνό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού "ALTER CHANNEL" της 31ης Οκτωβρίου 2003, συνομιλώντας με τον κεντρικό παρουσιαστή του δελτίου Ν.
Ε., σε μαγνητοσκοπημένη συνομιλία, δήλωσε ότι: "Εδώ ξυλοκοπεί πολίτες, να μην ξέρουν την ειδικότητα του ; Οπωσδήποτε την ξέρουν γι' αυτό έχουν και στήριξη ... ο κύριος Γ. ο υποστηρικτής και αντίδικος μου και συναλλασσόμενος με τον κύριο Σ. ...". Επίσης, στο ίδιο δελτίο ειδήσεων, στο οποίο συμμετείχε κατά τη συζήτηση και ο δικηγόρος Θηβών Α.
Δ., ο Η. Ζ. δήλωσε και τα ακόλουθα : Μήπως γνωρίζει (ο Α. Δ.) αφού και εφόσον γνωρίζει γιατί έφυγε από το δικαστικό κλάδο και ξαναεπανήλθε (εννοεί τον Δ. Σ.); Μήπως το γνωρίζει αυτό; ... Ο κύριος Σ. ήρθε τελευταία στα δικαστήρια πάλι της Θήβας. Πιο μπροστά δικηγορούσε. ... Τι τον έκανε να απόσχει από τα δικαστικά του καθήκοντα κα να επανέλθει;
Με τις ανωτέρω δηλώσεις του ο Η. Ζ., παρουσίασε τον Δ. Σ., ότι ήταν εμπαθής, ότι διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις και συναναστροφές με τον δικηγόρο της παραπάνω αντιδίκου του Ι. Γ. και περαιτέρω ότι είχε αθέμιτες και επιλήψιμες συναλλαγές με αυτόν. Τα παραπάνω όμως περιστατικά ήσαν ψευδή, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός δεν ήταν εμπαθής και δεν διατηρούσε καμία σχέση με τον ως άνω δικηγόρο Ι.
Γ., την αναλήθεια δε των παραπάνω συκοφαντικών ισχυρισμών γνώριζε ο ενάγων Η. Ζ., πλην όμως τους επανέλαβε και τους υποστήριξε και ενώπιον των παραπάνω τηλεοπτικών σταθμών, πανελλήνιας εμβέλειας και σε ώρα μεγάλης θεαματικότητας, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπική και επαγγελματική κυρίως τιμή και υπόληψη του Δ.
Σ.. Επίσης, ο Καθηγητής του Ποινικού Δικαίου και δικηγόρος των Ποινικών Δικαστηρίων, Αλέξανδρος Κατσαντώνης, λόγω του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του για τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στις 9-11-2003, στη στήλη "ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ" της εφημερίδας "Άποψη", ασκώντας δριμεία κριτική για το ανωτέρω επεισόδιο και το φαινόμενο αυτό που έχει αρχίσει, κατά το οποίο "Δικαστές προσβάλλονται και εξυβρίζονται στα ακροατήρια και το φαινόμενο αυτό έχει αρχίσει, όπως και κάθε παραβατική συμπεριφορά που παραμένει ατιμώρητη, να μετατρέπεται σε...
καρκίνωμα" ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός, τον οποίο γνώριζε από τη δικαστική του δραστηριότητα στο 10° ανακριτικό τμήμα Αθηνών, διακρινόταν για " το ήθος του, τη νομική κατάρτιση του, την ωριμότητα του συναισθήματος της δικαστικής ευθύνης που τον διακατέχει και το πιο ... εντυπωσιακό, την πραότητα και την ευγένεια μιας προσωπικότητας χαμηλών τόνων που τον κοσμεί ".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος Β. Κ. διετέλεσε δικαστικός λειτουργός μέχρι και του ανώτατου βαθμού του Προέδρου του Αρείου Πάγου και λόγω του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του για τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, αρθρογραφεί τακτικά μεταξύ άλλων και στην εβδομαδιαία οικονομική εφημερίδα "Η Αξία", σχολιάζοντας διάφορα θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος.
Στα πλαίσια της τακτικής του αρθρογραφίας στο φύλλο 352 της 29-30 Ιανουαρίου 2005 δημοσιεύθηκε το άρθρο που είχε συντάξει ο ανωτέρω πρώτος εναγόμενος Β. Κ., Επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, με τον υπέρτιτλο ΓΝΩΜΗ και τον τίτλο "Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ Η ΤΗΛΕΤΥΡΑΝΝΙΑ" το οποίο φέρει και την φωτογραφία του συντάκτη, στο οποίο ασκεί κριτική για την κατάσταση που επικρατεί στη δικαιοσύνη, την εμπιστοσύνη των πολιτών στους λειτουργούς της, την χαλαρότητα στην αντιμετώπιση και πάταξη των φαινομένων διαφθοράς, την καθυστέρηση της επιβολής κυρώσεων στους ενεχόμενους, το δυσμενές κλίμα που έχει δημιουργηθεί σε βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας των δικαστικών λειτουργών, που ασκούν ευόρκως τα καθήκοντα τους και με αυταπάρνηση, από τις μεμονωμένες περιπτώσεις δωροδοκίας δύο δικαστών και από τη δυσπιστία που προκαλείται εκ του λόγου αυτού στους πολίτες, κυρίως μέσω των τηλεπαραθύρων.
Στα πλαίσια αυτής της έντονης κριτικής για τον χώρο της δικαιοσύνης, ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε στο ανωτέρω άρθρο του και τα εξής: "Πριν από λίγους μήνες, ένας άριστος Πρωτοδίκης Θηβών, προκληθείς από ένα διάδικο, που δια νεύματος του είπε ότι χρηματίζεται, απώλεσε την ψυχραιμία του και τον χαστούκισε, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί στη συνέχεια να παραιτηθεί και να χάσει η Δικαιοσύνη ένα άξιο λειτουργό της".
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν προκύπτει α) ότι ο Ι. Ζ. κατά την εκδίκαση υποθέσεως του στο δικαστήριο της Θήβας, στο οποίο προήδρευε ο εναγόμενος Δ. Σ., υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως αυτού και της Εισαγγελέως της έδρας, στην οποία περιέλαβε προσβλητικούς και συκοφαντικούς για τους εν λόγω δικαστικούς λειτουργούς ισχυρισμούς και ειδικότερα για τον ενάγοντα ότι είχε υπόνοιες κατ' αυτού ότι είχε διαπράξει παράνομες πράξεις και ήταν εμπαθής, με αποτέλεσμα να υποβάλουν σε βάρος του έγκληση για συκοφαντική δυσφήμιση, β) ότι κατόπιν αυτού διακόπηκε η αρχική δίκη και αφού συγκροτήθηκε το δικαστήριο με άλλους δικαστές, άρχισε η εκδίκαση της υποθέσεως με κατηγορούμενο τον Η.
Ζ. και εγκαλούντες τους δύο δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι ήταν στην αίθουσα του δικαστηρίου, ως απλοί διάδικοι και γ) ότι κατά την διάρκεια της ο Η. Ζ. προκάλεσε εκ νέου με χειρονομία τον δεύτερο εναγόμενο, και συγκεκριμένα λέγοντας συγχρόνως τη φράση "μπράβο έτσι θέλω να σας βλέπω να τα μαγειρεύετε", σε επήκοον του ακροατηρίου του παραπάνω Δικαστηρίου, και του έκανε τη χαρακτηριστική χειρονομία με την ένωση των δύο πρώτων δακτύλων του χεριού του και το τρίψιμο αυτών, που υποδήλωνε προφανώς αθέμιτη και ανεπίτρεπτη οικονομική συναλλαγή τούτου με τον ως άνω δικηγόρο της αντιδίκου του Ι.
Γ., σε βάρος του ίδιου, γεγονότα που απεδείχθησαν ψευδή και συκοφαντικά, δ) ότι συνεπεία της παραπάνω ανάρμοστης, απαξιωτικής και προσβλητικής συμπεριφοράς του ενάγοντος Η. Ζ., ο εναγόμενος Δ. Σ. απώλεσε την ψυχραιμία του, κινήθηκε αγανακτισμένος προς το σημείο όπου καθόταν ο κατηγορούμενος και αφού απηύθυνε σ" αυτόν τη φράση "τι λες βρε παλιάνθρωπε;" τον χτύπησε με γροθιά δίπλα στο δεξί μάτι, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει απλή σωματική βλάβη και συγκεκριμένα να υποστεί ο τελευταίος "μικρό θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με συνοδό αιμάτωμα δεξιού άνω βλεφάρου και μικρό οίδημα της δεξιάς ζυγωματικής χώρας" και να αναγκασθεί ο παθών Η.
Ζ. να μεταβεί στο νοσοκομείο. Επομένως, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα από τον πρώτο εναγόμενο, στο ανωτέρω άρθρο του, που αφορούσαν στο περιστατικό της προκλήσεως σωματικής βλάβης στον ενάγοντα από τον Πρωτοδίκη Δ. Σ., ήσαν αληθή και δεν περιλαμβάνεται σ' αυτά κανένας ισχυρισμός ή διάδοση ψευδούς γεγονότος, πρόσφορου να βλάψει τη τιμή και την υπόληψη του.
Ειδικότερα, από την ανωτέρω χειρονομία του ενάγοντος προς τον αρχικώς δεύτερο εναγόμενο, όπως εκφράστηκε στο ακροατήριο, συνοδευόμενος από τη φράση "μπράβο έτσι θέλω να σας βλέπω να τα μαγειρεύετε", σε επήκοον του ακροατηρίου του παραπάνω Δικαστηρίου, την όλη συμπεριφορά του ενάγοντος και όσα αυτός επανέλαβε στους ανωτέρω τηλεοπτικούς σταθμούς σχετικά με τις σχέσεις του παραπάνω δικηγόρου της αντιδίκου του σε κάποιες από τις ανωτέρω ποινικές δίκες, με τον αρχικώς δεύτερο εναγόμενο δικαστικό λειτουργό, χρησιμοποιών μάλιστα και τις συκοφαντικές για τον τελευταίο ειδικότερες φράσεις "Εγώ είχα υπόνοιες από άλλες περιπτώσεις επειδή ... .
είχε διαπράξει ορισμένες παράνομες πράξεις ο δικαστής και του έκανα εξαίρεση... .επειδή ήξερα ότι ήταν και εμπαθής κιόλα", "Ο κύριος Γ. είναι αγκαλιά με τον κύριο πρόεδρο", "ο οποίος Γ. έχει ευνοηθεί από τον κύριο Σ. παράνομα...", "ο κύριος Γ. κατά παράνομο τρόπο και αντιδικονομικό πηγαίνει και συνταυτίζεται με το δικαστή που θα δικάσει την υπόθεση που εξαρτάται άμεσα...", "και (απευθυνόμενος στον Γ.) έχω μάθει εγώ τι θα πει Σ., ήταν καλό παιδί αλλά έμπλεξε μαζί σου", "ο κύριος Γ.
ο υποστηρικτής και αντίδικος μου και συναλλασσόμενος με τον κύριο Σ. ...", προκύπτει ότι με την παραπάνω χειρονομία και όλη τη συμπεριφορά του ο ενάγων υποδήλωνε ότι μεταξύ των ανωτέρω ήτοι του δικηγόρου της αντιδίκου του και του προαναφερθέντος δικαστικού λειτουργού υπήρχε αθέμιτη και παράνομη οικονομική συναλλαγή.
Επίσης, είναι αληθές ότι ο Δ. Σ. παραιτήθηκε από το δικαστικό σώμα την 10-5-2004, ήτοι μετά το ανωτέρω περιστατικό, που συνέβη την 29-10-2003 και ότι αυτός υπήρξε άξιος δικαστικός λειτουργός, με "εξαίρετη συμπεριφορά" όπως τον αξιολόγησαν τα αρμόδια όργανα της δικαιοσύνης (Επιθεωρητές), ο Δικηγορικός Σύλλογος Θηβών, ο Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Θηβών, το ανωτέρω δε περιστατικό ήταν μεμονωμένο, ο δε ενάγων κατά τον χρόνο που συνέβη το ανωτέρω περιστατικό ήταν διάδικος στη δίκη (εγκαλών), κατόπιν της ανωτέρω υποβληθείσας εγκλήσεως από τους ανωτέρω δικαστικούς λειτουργούς Δ.
Σ., Πρωτοδίκη και Α. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, για συκοφαντική τους δυσφήμιση από τον ενάγοντα. Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος δικαιολογημένα ανέφερε στο παραπάνω άρθρο του, ότι ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός Δ. Σ. ήταν άριστος δικαστής και ότι αναγκάσθηκε στη συνέχεια του ανωτέρω επεισοδίου να παραιτηθεί και να χάσει η Δικαιοσύνη ένα άξιο λειτουργό της.
Επιπλέον, με την περικοπή του παραπάνω άρθρου του ότι " Πριν από λίγους μήνες, ένας άριστος Πρωτοδίκης Θηβών, προκληθείς από ένα διάδικο, που δια νεύματος του είπε ότι χρηματίζεται, απώλεσε την ψυχραιμία του και τον χαστούκισε, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί στη συνέχεια να παραιτηθεί και να χάσει η Δικαιοσύνη ένα άξιο λειτουργό της", έκανε δριμεία κριτική για το ανωτέρω περιστατικό, οι πιο πάνω δε χαρακτηρισμοί και σχόλια είναι μεν έντονοι, όπως η φράση "...
προκληθείς από ένα διάδικο, που δια νεύματος του είπε ότι χρηματίζεται ..." πλην όμως δεν αποτελούν ανεπίτρεπτη και πέραν των επιτρεπομένων ορίων δημοσιογραφικής δεοντολογίας προσπάθεια μείωσης της προσωπικότητας του ενάγοντος, καθόσον με τη φράση αυτή, ο συντάκτης του κειμένου αυτού, με έντονο τρόπο, αποδίδει την παραπάνω συκοφαντική σε βάρος του δεύτερου εναγομένου συμπεριφορά, ότι ο τελευταίος είχε αθέμιτες και παράνομες οικονομικές συναλλαγές με τον ανωτέρω δικηγόρο της αντιδίκου του, ενώ από το όλο περιεχόμενο και το ύφος του ανωτέρω αρθρογράφου προκύπτει ότι με αυτές ασκείτο θεμιτή έστω και οξεία κριτική στη συγκεκριμένη συμπεριφορά τούτου.
Επιπλέον, το άρθρο αυτό έγινε χωρίς σκοπό δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως του τελευταίου, αλλά από εύλογο και δικαιολογημένο ενδιαφέρον του πρώτου των εναγομένων Επιτίμου προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της και κατ" ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος μετάδοσης πληροφοριών δημοσίου ενδιαφέροντος και με αποκλειστικό σκοπό την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού της ανωτέρω εφημερίδας, για γεγονότα που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο, δεν συνιστούν δε όλα τα ως άνω αναφερθέντα εξυβριστικό τρόπο εκδηλώσεως και συγχωρητώς χρησιμοποιούνται προς έλεγχο της ηθικής ή κοινωνικής απαξίας ειδήσεως ή πράξεως.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το προαναφερόμενο πρωτοφανές περιστατικό εύλογα προκάλεσε το έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον και ασχολήθηκε με αυτό όλος ο τύπος, τόσο ο έγγραφος όσο και ο ηλεκτρονικός. Με το παραπάνω δε άρθρο δεν παραβιάστηκε κάποια από τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, την οποία δήθεν υπέστη απ' αυτό (άρθρο), το οποίο αντιθέτως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έγινε με αποκλειστικό σκοπό την πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού, χωρίς να αναφέρονται το ονοματεπώνυμο του ενάγοντος και του δικαστή, αλλά και χωρίς παραμόρφωση του υλικού που συνιστούσε την είδηση και τις συμπεριφορές εκατέρωθεν των προσώπων αυτών.
Έτσι, με βάση τα παραπάνω, λόγω της αλήθειας των ως άνω περιστατικών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του ενάγοντος εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων, συντάκτη του πιο πάνω άρθρου και του αρχικώς δεύτερου εναγομένου ο οποίος επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτό μεταξύ άλλων εγγράφων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς υποστήριξη της ανωτέρω αγωγής του κατά του ενάγοντος και δεν εξαπάτησε το Δικαστήριο, όπως αβασίμως με την αγωγή υποστηρίζει ο ενάγων.
Εξάλλου, ανεξάρτητα από την αλήθεια ή μη των αναφερόμενων σ' αυτά γεγονότων, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε και η επικαλούμενη τέλεση από τους εναγόμενους της αξιόποινης πράξης της δυσφήμησης, αφού στην περίπτωση αυτή ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους αίρεται κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ, καθόσον αυτή έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) νομίμου δικαιώματος του πρώτου εναγομένου, χωρίς να υπερβαίνουν το προς τούτο αναγκαίο μέτρο.
Επίσης, με βάση τα ως άνω εκτεθέντα προέκυψε ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή δεν προκύπτει πρόθεση αυτών που να κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεώς του. Έτσι, είναι φανερό ότι σκοπός του ανωτέρω άρθρου ήταν να ασκήσει ο συντάκτης του πρώτος εναγόμενος, ανεκτή κριτική στον τελευταίο για το ως άνω ζήτημα, που αφορούσε τη δικαιοσύνη και απασχολούσε το δημόσιο ενδιαφέρον λόγω και της μεγάλης προβολής του από τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, ο δε δεύτερος το επικαλέστηκε και προσκόμισε στο ανωτέρω δικαστήριο, μαζί με άλλα έγγραφα προς υποστήριξη της αγωγής του και όχι για να προκαλέσουν βλάβη στην τιμή και την υπόληψη αυτού, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων.
Επομένως, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των παραπάνω εναγομένων τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ή άλλης συναφούς πράξεως σε βάρος του ενάγοντος. Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε πρόθεση των εναγομένων αυτών να ζημιώσουν τον ενάγοντα ούτε ότι αυτοί ισχυρίστηκαν ή διέδωσαν αναληθείς ειδήσεις, ούτε σε κάθε περίπτωση είχε τη γνώση ή την υπαίτια άγνοια που απαιτεί το άρθρο 920 ΑΚ ως προς την ενδεχόμενη αναλήθεια των αναφερομένων στο παραπάνω άρθρο.
Τέλος, όσον αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προϋπόθεση της οποίας αποτελεί ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του δράστη, πρέπει να σημειωθεί ότι στην παρούσα περίπτωση δεν προέκυψε η συνδρομή περιστατικών που να θεμελιώνουν τις ως άνω προϋποθέσεις και συνεπώς η επικαλούμενη από τον ενάγοντα οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας του δεν δημιουργεί αξίωση αποζημιώσεως ή άλλης μορφής ικανοποίηση." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών-ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως, με βάση την δικονομική ιδιότητα των διαδίκων κατά το δικόγραφο της αγωγής, για λόγους εξυπηρετικούς της δομής της παρούσης αποφάσεως.
Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, η οποία προέρχεται από παραβίαση μόνο δικονομικής διατάξεως σε αντιδιαστολή από εκείνες του ουσιαστικού δικαίου.
Μόνη όμως η εκδίκαση της υποθέσεως κατά διαδικασία διάφορη της προσήκουσας, το είδος της οποίας δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο εκδίκασε την υπόθεση κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 681Δ ΚΠολΔ διαδικασία αντί της προσήκουσας στο αντικείμενο αυτής τακτικής διαδικασίας, ελέγχεται ως αβάσιμη, εφόσον παράλληλα η επικαλούμενη αυστηρότητα της τελευταίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν συνδέεται με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μετά την επελθούσα με το ν. 2915/2001 νομοθετική μεταβολή, υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη συμπληρωματικώς κατά την τακτική διαδικασία αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΚΠολΔ 270 παρ.2 εδ.2).
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με το τρίτο κατά σειρά λόγο διατυπώνεται η αντιφατική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι με τις παραδοχές της (α) ότι ο ενάγων κατά την διάρκεια της δίκης απευθυνόμενος στον δεύτερο των εναγομένων "--του έκανε τη χαρακτηριστική χειρονομία με την ένωση των δύο πρώτων δακτύλων του χεριού του και το τρίψιμο αυτών, που υποδηλώνει προφανώς αθέμιτη και ανεπίτρεπτη οικονομική συναλλαγή τούτου με τον ως άνω δικηγόρο της αντιδίκου του Ι.
Γ., γεγονότα τα οποία απεδείχθησαν ψευδή και συκοφαντικά-", καταλήγοντας "-προκύπτει ότι με την παραπάνω χειρονομία και όλη τη συμπεριφορά του ο ενάγων υποδήλωνε ότι μεταξύ των ανωτέρω ήτοι του δικηγόρου της αντιδίκου του και του προαναφερθέντος δικαστικού λειτουργού υπήρχε αθέμιτη και παράνομη οικονομική συναλλαγή" η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη αντίστοιχου περιεχομένου μη προταθέντα από τους εναγομένους ισχυρισμό και παράλληλα δεν έλαβε υπόψη τον αντίθετο περί τούτου θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό του, με την έννοια ότι επρόκειτο ψευδούς πραγματικού περιστατικού, του οποίου τελούσαν σε γνώση της αναληθείας τους οι εναγόμενοι.
Από τα ίδια τα θεμελιωτικά του σκέλους αυτού του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός του ενάγοντος, ως θεμελιωτικός της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεώς του, λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε από ουσιαστική άποψη μετά την άρνηση των εναγομένων, από δε τις λοιπές αιτιολογίες της αποφάσεως καταφαίνεται ότι αναφέρεται στην δίκη με εγκαλούντα τον δεύτερο των εναγομένων και κατηγορούμενο τον ενάγοντα, χωρίς να είναι διάφορη η αναφορά του άρθρου σε πρωτοδίκη ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αποδιδομένης πλημμέλειας της λήψεως ισχυρισμού ο οποίος δεν προτάθηκε και (β) ότι με την 706/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η από 7-3-2008 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας των κληρονόμων του δεύτερου των εναγομένων και ακυρώθηκε η καταδικαστική για τον τελευταίο 11100/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 308 παρ.3 ΠΚ της απαλλαγής από κάθε ποινή λόγω δικαιολογημένης αγανακτήσεως, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι έχει ασκήσει εναντίον των δικαστών που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση αγωγή κακοδικίας και παράλληλα προσφυγή κατά της Ελλάδας για παραβίαση της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου.
Προφανές είναι ότι η άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων δεν επηρεάζει την ισχύ της εν λόγω αποφάσεως, χωρίς παράλληλα να παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δικονομική δυνατότητα ελέγχου της νομιμότητας αυτής και με την έννοια αυτή ο δικονομικός αυτός ισχυρισμός δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Όμοια κρίνεται, αξιολογούμενος από την αυτή άποψη, ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι στο δημοσίευμα (29-1-2005) σημειώνεται αναφορικά με το επίμαχο περιστατικό "πριν από λίγους μήνες-", ενώ τούτο συνέβη στις 29-10-2003, πριν από 15 περίπου μήνες, και με την έννοια αυτή δεν δικαιολογείται η παραδοχή της αποδιδόμενης πλημμέλειας της μη λήψεως του υπόψη, δοθέντος ότι η διαφορετική εκτίμηση του χρόνου δεν διαφοροποιεί την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αβάσιμο της αποδιδομένης στους εναγομένους αδικοπραξίας.
ΙΙΙ. Κατά τους ορισμούς των άρθρων 559 αρ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο (α) έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν (εδ. β'). Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β' , 346, 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεως που δεν προσκομίσθηκαν θεωρούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση αποδεικτικού έγγραφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του και (β) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.ΑΠ 2/2008).
Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Επίκληση απαιτείται και για την εξώδικη ή δικαστική ομολογία, παρά το γεγονός ότι η τελευταία επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί αν λήφθηκαν υπόψη.
Με το δεύτερο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος (α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε ο δεύτερος των εναγομένων με την ακόλουθη διατύπωση επικλήσεώς τους "-προσκομίζουμε και επικαλούμαστε τα κάτωθι σχετικά έγγραφα- 7) το από 9-11-2003 άρθρο του καθηγητή κ.
Α. Κ. στην εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ"- 13) Αντίγραφο της υπ' αριθμ. 2024/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, 14) Αντίγραφο της υπ' αριθμ. 12078/2003 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε βάρος του Η. Ζ.", χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων.
Από την εν λόγω επίκληση προκύπτει η ταυτότητα των εγγράφων, χωρίς να είναι αναγκαίο για τη λήψη τους η αναφορά και σύνδεσή τους με συγκεκριμένους πραγματικούς ισχυρισμούς, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι ο εφεσίβλητος δεν υποχρεούται να επαναδιατυπώσει τους ισχυρισμούς του, που έγιναν πρωτοβαθμίως δεκτοί, αρκούσης προς τούτο της αρνήσεως της βασιμότητας της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την οποία και διατύπωσαν οι εφεσίβλητοι με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους.
Περαιτέρω δεν αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο οι εφημερίδες, οι οποίες επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη συμπληρωματικώς, ως μη πληρούσες τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΚΠολΔ 270 παρ.2 εδ.2), η δε αναφορά στις αιτιολογίες της αποφάσεως ότι το άρθρο του Α. Κ. δημοσιεύθηκε στις 9-11-2003 στη στήλη "ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ" της εφημερίδας "ΑΠΟΨΗ" αντί της επικληθείσης εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ" προφανές είναι ότι οφείλεται σε παραδρομή, εν όψει και της ταυτότητας του περιεχομένου του άρθρου και της ημέρας δημοσιεύσεως.
Επομένως οι αντίθετοι και θεμελιωτικοί του σκέλους αυτού της ερευνώμενης αναιρετικής αιτιάσεως ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ερείδονται επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως και (β) δεν έλαβε υπόψη (αα) με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως "- επίσης είναι αληθές ότι ο Δ.
Σ. παραιτήθηκε από το δικαστικό σώμα την 10-5-2004, ήτοι μετά το ανωτέρω περιστατικό που συνέβη την 29-10-2003-" (ι) τα 774/2006 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την περιεχόμενη εις αυτά κατάθεση της συζύγου του, κατά το περιεχόμενο της οποίας "Η παραίτησή του έγινε για λόγους που αφορούσαν αυτόν προσωπικά και την υπηρεσιακή του κατάσταση και συγκεκριμένα, επειδή ήταν στο ίδιο συμβούλιο με τις υποθέσεις του Χρηματιστηρίου", (ιι) την επιβεβαιωτική του λόγου αυτού παραιτήσεώς του από 28-4-2006 ένορκη εξέταση του ιδίου ενώπιον του Επίκουρου Ανακριτή - Εφέτη Ιωάννη Φιοράκη και (ιιι) τις αντίστοιχου περιεχομένου εξώδικες ομολογίες των διαδίκων , (ββ) με την παραδοχή ότι ο δεύτερος των εναγομένων δεν ήταν εμπαθής, με απαδοχή στη συνέχεια των αναφορών του άρθρου του Α.
Κ. περί "πραότητας, ευγένειας προσωπικότητας χαμηλών τόνων" την κατά του αναιρεσείοντος απευθυνομένη από 22-5-2005 αγωγή του, στην οποία διατείνεται "ενεργούσα μετά από έκρηξη της συσσωρευμένης από τόσους μήνες αγανακτήσεως ένεκα της απρεπέστατης σε βάρος μου (αλλά και των περισσότερων συναδέλφων μου και δικαστικών υπαλλήλων) συμπεριφορά του παθόντος" και (γγ) αναφορικά με το περιστατικό του τραυματισμού του αναιρεσείοντος (ι) την 1496/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναιρέσεως κατά της 8617/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, απορριπτικής αγωγής του δευτέρου των εναγομένων κατά του τηλεοπτικού σταθμού ΣΤΑΡ ΤΣΑΝΕΛ-ΝΕΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ και (ιι) την 7482/2006 ένορκη βεβαίωση του Ι.
Π.. Ο αναιρεσείων ανταποκρίνεται ήδη στην δικονομική του υποχρέωση προσκομίσεως κατά το παρόν στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας των εγγράφων, στα οποία αναφέρεται το δεύτερο σκέλος της ερευνώμενης αναιρετικής αιτιάσεως, αναγκαίας, όπως προαναφέρθηκε, για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητάς της.
Από την βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν και τα εν λόγω έγγραφα, χωρίς παράλληλα να προσδιορίζει τον τρόπο επικλήσεως των ομολογιών των διαδίκων.
Κατά συνέπεια, η εν λόγω αναιρετική αιτίαση αρνητικά αξιολογείται στο σύνολο της, ως αβάσιμη.
ΙV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, στην δε παράγραφο 2 ότι ο τύπος είναι ελεύθερος και ότι η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύεται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ.1 εδ.α' και β' της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και το ν.δ. 53/1974 "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων".
Ο τύπος αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία όμως του τύπου δεν αποτελεί αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 §1 του Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.
Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Το άρθρο 10 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και το ν.δ. 53/1974, καθιερώνει με την παράγραφο 1 αυτού την ελευθερία της γνώμης και της μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, όμως με την παράγραφο 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης εκφράσεως συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 § 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.
Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 § 3 ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικαιοπραξιών (ΑΚ 914). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Ο ισχυρισμός ή η διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος μπορεί να γίνει και δια του τύπου, οπότε υπάρχει για τους υπεύθυνους του εντύπου, έγκλημα συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, το οποίο, μετά την κατάργηση με το άρθρο μόνο του ν. 2243/1994 όλων των ειδικών περί τύπου ποινικών διατάξεων, εκτελείται υπό τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις, που απαιτούνται και για την κοινή συκοφαντική δυσφήμηση.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις -(γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον η (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις, (στ).
η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτός χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Τέτοιο ενδιαφέρον μπορεί να έχουν και να εκδηλώσουν στο πλαίσιο της ελευθερίας του λόγου, και τα πρόσωπα που συνδέονται αμέσως με τη λειτουργία των μέσων αυτών ενημέρωσης, του γραπτού και ηλεκτρονικού τύπου για την μετάδοση ειδήσεων και τη διατύπωση σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο, όπως οι συντάκτες άρθρων που δημοσιεύονται σε εφημερίδες, πανελλαδικής ή μικρότερης εμβέλειας.
Έτσι είναι επιτρεπτά άρθρα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις, που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον "Άρειο Πάγο, εμφαίνεται στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως αυτού που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε, εν γνώσει του τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ κατά την οποία όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη του άρθρου 3 παρ.1 εδ.β' του ν. 2328/1995, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξυβρίσεως μέσω κειμένων που δημοσιεύονται σε εφημερίδες, που συνιστά συγχρόνως και αδικοπραξία κατά τις ΑΚ 57-59 και 914, απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη συντάκτη του εν λόγω κειμένου για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου, είτε περιφρόνηση αυτού από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργεια του προσβάλλει την τιμή του άλλου και, επιπλέον, αυτός ο "άλλος" (προσβαλλόμενος) είτε να αναφέρεται από τον δράστη ονομαστικά, είτε να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα του με τη μετάδοση στοιχείων επαρκών, κατ" αντικειμενική κρίση, για τον προσδιορισμό και την εξατομίκευση του, με τη σημείωση ότι η τελευταία είναι απαραίτητη, για τον προσδιορισμό του εξυβριζόμενου "άλλου", ακόμη και στο πλαίσιο της συλλογικής εξύβρισης.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι το επίμαχο δημοσίευμα στηρίζεται σε αληθή πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος από τον δεύτερο των εναγομένων, προκληθείς από την προηγηθείσα χαρακτηριστική χειρονομία του, η οποία υποδήλωνε προφανώς αθέμιτη και ανεπίτρεπτη οικονομική συναλλαγή αυτού με τον δικηγόρο της αντιδίκου του αναιρεσείοντος και εις βάρος αυτού, Ι.
Γ., μομφή, η οποία ήταν ψευδής και ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναληθείας της, (β) ότι ο πρώτος των εναγομένων, επίτιμος πρόεδρος του Αρείου Πάγου, προέβη στη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου από εύλογο και δικαιολογημένο ενδιαφέρον του για τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, κατ' ενάσκηση του συνταγματικού κατοχυρωμένου δικαιώματος μεταδόσεως πληροφοριών δημοσίου ενδιαφέροντος και με αποκλειστικό σκοπό την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας για γεγονότα που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο, λαμβανομένου υπόψη ότι επρόκειτο για πρωτοφανές περιστατικό, το οποίο εύλογα προκάλεσε το έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον και τον σχολιασμό του από τον έγγραφο και ηλεκτρονικό τύπο στα πλαίσια του οποίου δικαιολογείται και αξιολογείται ως θεμιτή η διατυπούμενη οξεία κριτική για την ιστορούμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ο δε δεύτερος των εναγομένων περιορίσθηκε σε επίκληση και προσκόμισή του, μεταξύ άλλων εγγράφων, προς υποστήριξη απευθυνομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής του κατά του αναιρεσείοντος και (γ) ότι δεν προέκυψε πρόθεση των εναγομένων εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, με σκοπό που κατεθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του και της υπολήψεώς του, με την έννοια της αμφισβητήσεως της ηθικής ή της κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση, παρά γίνεται αναφορά στις ιστορούμενες πράξεις του, με σχόλια για τις πράξεις αυτές και τη συναφή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, χωρίς ονομαστική αναφορά στους εμπλεκόμενους.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου κατ' ουσίαν απόρριψη της απευθυνομένης κατά των εναγομένων αγωγής του αναιρεσείοντος, με άμεση δικονομική συνέπεια η διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αρνητικά να αξιολογείται, ως βάσιμη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου πρώτου των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει, στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1203/29-11-2010 αίτηση για αναίρεση της 5181/13-10-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ