Legislator Case Law & Legislation
362/2011 AI generated

362/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 362/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 362 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 362/2011

Legislator headnote

AI generated

362/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 362 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 362/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 362 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 362/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελλη Ανδριανάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: 1. Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., 2. Α. Β. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Αμπελιώτου και 3. Κ. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαΐου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27925/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1303/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Αυγούστου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 786 ΑΚ, κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου. Ως καρποί νοούνται τα ωφελήματα γενικώς από το πράγμα, ήτοι όχι μόνο οι κυρίως καρποί είτε φυσικοί είτε πολιτικοί είναι αυτοί, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 961 ΑΚ, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος (άρθρο 962 ΑΚ), όπως προκειμένου περί αστικού ακινήτου, που από κατασκευή είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία, ή γραφείο ή κατάστημα, η αποζημίωση την οποία δικαιούται ο κοινωνός να απαιτήσει από τα μισθώματα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 787 ΑΚ κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν παρεμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση που το κοινό πράγμα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από ένα κοινωνό, δικαιούνται οι λοιποί και αν δεν προέβαλαν αξίωση για σύγχρηση να απαιτήσουν από αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος που αποκόμισε αυτός από την αποκλειστική χρήση (ΑΠ 362/2010, ΑΠ 2348/2009). Εξάλλου, από τα άρθρα 1096 και 1098 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 785 εδ. α', 787, 962, 963, 973, 974, 994 1033, 1094, 1192, 1113, 1192 ΑΚ και 949 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, ο νομέας ακινήτου, που μετά την από μέρους του κατάληψη του ακινήτου κατέστη τέτοιος κακής πίστεως, με το που έλαβε γνώση, ότι δεν έχει δικαίωμα νομής επί του ακινήτου, έχει από τότε την ενοχική υποχρέωση, έναντι του κυρίου του ακινήτου, να αποδώσει σ' αυτόν, τους πολιτικούς καρπούς ή άλλα ωφελήματα του ακινήτου που εισέπραξε ή που μπορούσε να εισπράξει κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, αλλά δεν τους εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα (Ολ. ΑΠ 1220/1975, ΑΠ 73/2004). Η εφαρμογή όμως των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ προϋποθέτει δυνατότητα διεκδίκησης του πράγματος, ήτοι κυριότητα του επιζητούντος την επιδίκαση καρπών και ωφελημάτων, η οποία, ως στοιχείο θεμελιωτικό της νομιμοποίησής του προς άσκηση της σχετικής αγωγής, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που συνέβη το θεμελιωτικό της αξίωσης γεγονός, δηλαδή ο πορισμός των ωφελημάτων. Τρόπο δε κτήσεως της κυριότητας αποτελεί, εκτός των άλλων, το να καταδικασθεί τελεσίδικα ο κύριος του ακινήτου σε δήλωση βουλήσεως, καταρτίσεως της συμβάσεως μεταβιβάσεως του ακινήτου σε άλλον για την αναφερόμενη στην αντίστοιχη απόφαση νόμιμη αιτία και ο άλλος με συμβολαιογραφικό έγγραφο, υποβαλλόμενο, μαζί με την απόφαση, σε μεταγραφή, να δηλώσει ότι αποδέχεται την ως άνω δήλωση (Ολ. ΑΠ 37/1996, ΑΠ 74/2004). Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση που ο δανειστής είναι όχι κύριος αλλά συγκύριος του ακινήτου, ή που ο οφειλέτης είναι όχι νομέας αλλά συννομέας του εν λόγω πράγματος, με μόνη διαφορά, τον κατ' έκταση περιορισμό της απαιτήσεως ή της οφειλής αντίστοιχα. Προκειμένου δε περί συγκυριότητας, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά δημιουργείται μεταξύ των συγκυρίων κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη, η οποία πριν από την προαναφερόμενη μεταγραφή δεν υπάρχει. Τα ανωτέρω έχουν βεβαίως εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η περί καρπών απαίτηση του ενάγοντος στηρίζεται στις περί κοινωνίας (συγκυριότητας) διατάξεις, όχι όμως και όταν αυτή αντλεί έρεισμα σε άλλες διατάξεις και ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρου 348 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος οφείλει ορισμένο πράγμα ευθύνεται αφότου επιδόθηκε η αγωγή σε αποζημίωση για χειροτέρευση ή καταστροφή ή αδυναμία να το αποδώσει, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διεκδίκηση, με την επιφύλαξη μεγαλύτερης ευθύνης από την ενοχική σχέση ή την υπερημερία. Το ίδιο ισχύει για την αξίωση του δανειστή να του αποδοθούν ωφελήματα. Με βάση τη διάταξη αυτή ο υπέρου η καταδίκη σε δήλωση περί μεταβιβάσεως ποσοστού κυριότητος επί ακινήτου εξ αδιαιρέτου, δικαιούται να απαιτήσει τους καρπούς του πράγματος που αναλογούν στη μερίδα του, από την ενοχική σχέση, με βάση την οποία είχε υποχρέωση ο οφειλέτης σε απόδοση του μεριδίου συγκυριότητας επί του πράγματος, για την οποία και καταδικάσθηκε στη σχετική δήλωση μεταβιβάσεως, οπότε ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί στην αγωγή του τις προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής (άρθρο 348 ΑΚ), ήτοι α) οφειλή πράγματος κατ' είδος ορισμένου και με βάση ορισμένη ενοχική σχέση οποιασδήποτε μορφής, β) επίδοση της αγωγής κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις και γ) προκειμένου περί καρπών, το είδος αυτών. Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα σ' αυτήν, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 1195/2004, ΑΠ 874/1996). Έτσι αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 118/1994, ΑΠ 507/1994). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό καταθέσεως 20343/18-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των ήδη αναιρεσίβλητων, σ' αυτήν ιστορήθηκαν, κατ' ορθή εκτίμησή της, τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμό 20132/1939 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κων/νου Τζήκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Ν. Β., παππούς των δύο πρώτων εναγομένων και Δ. Β., πατέρας του τρίτου, αγόρασαν κατά ποσοστό 62,5% και 37,5% αντίστοιχα ο καθένας, την αναφερόμενη στην αγωγή τετραόροφη οικοδομή, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της συμβολής των οδών .... Ότι ο πατέρας του ενάγοντος Ζ. Β. άσκησε κατά των ανωτέρω δικαιοπαρόχων των εναγομένων, μετά τον θάνατο των οποίων υπεισήλθαν αυτοί στη θέση του ως κληρονόμοι από διαθήκη, την από 8-4-1942 αγωγή, με την οποία ζήτησε την αναγνώρισή του, ως συγκυρίου κατά ποσοστό 1/3 επί του άνω ακινήτου, και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι να του μεταβιβάσουν το τελευταίο κατά το ποσοστό αυτό εξ αδιαίρετου, καθόσον είχαν προς τούτο υποχρέωση από την υφισταμένη μεταξύ τους και από το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο προβλεπόμενη εταιρία "επί πόρω και κέρδει", η οποία απέβλεπε στο να καταστήσει κοινή μεταξύ των εταίρων, όχι μόνο την ενεστώσα περιουσία τους αλλά και κάθε περιουσιακό στοιχείο που θα αποκτηθεί στο μέλλον από τις εισφορές και από την εργασία των εταίρων ή από επικερδή αιτία στα πλαίσια του εταιρικού δεσμού, όπως συνέβη και με το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποκτήθηκε με την εταιρική δραστηριότητα από τους δικαιοπάροχους των εναγομένων στο όνομα των οποίων αγοράστηκε αυτό κατά τα ποσοστά που αναφέρονται πιο πάνω. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 691/1985 απόφαση του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία υποχρεώθηκαν οι τότε κληρονόμοι των αρχικώς εναχθέντων Κ. Ν. Β. και Κ. Δ. Β., να μεταβιβάσουν ισομερώς στον ενάγοντα και την αδελφή του Ε. Α., που υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος το έτος 1954 πατέρα τους, ως κληρονόμοι του, ν-ποσοστό 33,33% επί του επίδικου ακινήτου, ώστε να γίνουν και αυτοί συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ότι ο ενάγων σε εκτέλεση της άνω απόφασης του Αρείου Πάγου υπέγραψε πράξη αποδοχής δικαιοπραξίας μετά από καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Πανταζίδη και συγκεκριμένα την υπ' αριθμό 22908/22-2-1989 πράξη, την οποία και μετέγραψε αυθημερόν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, και έτσι από τότε κατέστη συγκύριος του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου. Ότι από την επίδοση της πιο πάνω από 8-4-1942 αγωγής και εντεύθεν, αρχικά οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων και στη συνέχεια οι ίδιοι οι εναγόμενοι, δεν προέβησαν στην εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, ενώ αν προέβαιναν σ' αυτήν, θα εισέπρατταν για τη χρονική περίοδο από 1-1-1945 έως 23-5-1988, το συνολικό ποσό των 188.778.790 δραχμών, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, από το οποίο το 1/6 ήτοι 31.463.133 δραχμές, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητας του ενάγοντος στο ακίνητο, δικαιούται ο ίδιος και οφείλουν να του αποδώσουν οι εναγόμενοι, με βάση τη σχετική υποχρέωση που είχαν προς το δικαιοπάροχο πατέρα του από την προαναφερθείσα εταιρία. Ζητήθηκε δε με την αγωγή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να καταβάλουν στον ενάγοντα, οι δύο πρώτες διαιρετώς το ποσό των 27.527.724 δραχμών, ήτοι 80.786 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 14,582% του ποσοστού που ο δικαιοπάροχός τους Κ. Ν. Β. υποχρεώθηκε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου και ο τρίτος το ποσό των 3.936.083 δραχμών, ήτοι 11.551 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 2,085% του ποσοστού που ο δικαιοπάροχός του Κ. Δ. Β. υποχρεώθηκε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα με την ίδια ως άνω απόφαση, βάσει της προαναφερόμενης ενοχικής σχέσης, νομιμοτόκως, από του τέλους εκάστου μισθωτικού έτους, για κάθε ετήσιο μίσθωμα. Υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά γεγονότα, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ο ενάγων αιτείται τη μερίδα του επί των πολιτικών καρπών του επίδικου ακινήτου που εξήχθησαν ή έπρεπε να εξαχθούν κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως από τους εναγόμενους και προηγουμένως από τους δικαιοπάροχους τους, που έκαναν αποκλειστική χρήση αυτού, κατά την προαναφερόμενη περίοδο, με βάση την υφισταμένη μεταξύ τους κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη, που είχε δημιουργηθεί με βάση την ενοχική σχέση που συνέδεε, το δικαιοπάροχο πατέρα του ενάγοντος με τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων, για την οποία και καταδικάσθηκαν οι τελευταίοι στην προρρηθείσα δήλωση βουλήσεως, συνισταμένης της σχέσεως αυτής στην υποχρέωση τους από την υφισταμένη μεταξύ τους και από το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο προβλεπόμενη εταιρία "επί πόρω και κέρδει" της οποίας αντικείμενο υπήρξε το επίδικο ακίνητο, που αγοράστηκε στο όνομα των δικαιοπαρόχων των εναγομένων κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά. Με βάση δε το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής, αυτή ήταν επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 348, 785, 786,787, 961 και 962 ΑΚ. Δεν διαλαμβάνεται δε στην αγωγή, ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους και τους δικαιοπαρόχους τους κατά την επίδικη περίοδο, ήταν αυτή, της κοινωνίας συγκυριότητας ή σύννομης, ούτε και ζητούνται από τον ενάγοντα, για την προ της μεταγραφής της ως άνω δηλώσεως βουλήσεως περίοδο, οι πολιτικοί καρποί της μερίδας του από το επίκοινο ακίνητο με βάση την έννομη αυτή σχέση, οπότε, για τη νομική βασιμότητα της αγωγής θα έπρεπε να εκτίθενται σ' αυτήν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η μνεία δε στην ένδικη αγωγή του εξ αδιαιρέτου ποσοστού κυριότητος του ενάγοντος στο επίμαχο ακίνητο, αφότου ο τελευταίος έγινε συγκύριος αυτού, κατά τα προεκτεθέντα, διηγηματικώς γίνεται. Ωστόσο το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται το αίτημά της, είναι μη νόμιμη, καθόσον η επικαλούμενη έννομη σχέση, που συνέδεε τον ενάγοντα με τους εναγόμενους και τους δικαιοπαρόχους τους, ήταν μόνο εκείνη της κοινωνίας του δικαιώματος της κυριότητας επί του ακινήτου, η οποία όμως συστήθηκε μετά την προαναφερόμενη μεταγραφή της δηλώσεως της βουλήσεως περί μεταβιβάσεως που έγινε στις 22-2-1989, από την οποία και μπορούσε να καταστούν κακόπιστοι νομείς οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους, και να δικαιούται έκτοτε ο ενάγων την ανάλογη μερίδα επί των καρπών του κοινού ακινήτου. Περαιτέρω το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι ως προς την επικουρική βάση της, κατά την οποία ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν την αξία της ανάλογης μερίδας του επί των καρπών του κοινού ακινήτου, ως ευθυνόμενοι βάσει άλλης ενοχικής σχέσης, είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν, εάν και με βάση ποια ενοχική σχέση, οι εναγόμενοι είχαν νομική υποχρέωση σε απόδοση στον ενάγοντα του άνω ποσοστού συγκυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, ώστε να ενέχονται αυτοί στην αιτούμενη απόδοση ωφελημάτων, κατά την επίδικη περίοδο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αφενός μεν έλαβε υπόψη του μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή πραγματικά γεγονότα ως θεμελιωτικά της αγωγικής αξιώσεως και συγκεκριμένα, ότι το αίτημα της αγωγής για απόδοση ωφελημάτων στηριζόταν στο δικαίωμα συγκυριότητος του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, τέτοια βάση δεν είχε η αγωγή, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη τέτοια θεμελιωτικά γεγονότα τα οποία στήριζαν το αίτημα της αγωγής και συγκεκριμένα, την επικαλούμενη, ως άνω, από τον ενάγοντα ενοχική σχέση που συνέδεε τους δικαιοπαρόχους τους ως προς το ακίνητο αυτό και του έδινε το δικαίωμα να επιδιώξει πολιτικούς καρπούς από τους εναγόμενους, ενόψει της επικαλούμενης αποκλειστικής χρήσης αυτού από τους τελευταίους και τους δικαιοπαρόχους τους.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμό 1 του εν λόγω άρθρου, κατά τα προεκτεθέντα), είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον βάσιμο αυτό λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1303/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ