Legislator Case Law & Legislation
362/2010 AI generated

362/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 362/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαΐου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4313/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3185/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

362/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).

Keywords

AI generated
deprivation of existing use allocation of family home property brought into marriage residential use leased property composition request
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 362 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 362/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 χας Ζ, 2. Ψ2, κατοίκων ... και 3. Ψ3 συζ. Κ το γένος Ζ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σωτηρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαΐου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4313/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3185/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της και έτσι παραλείπει, κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).

Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 786, 787, 961 και 962 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από τον έναν των κοινωνών, δικαιούνται οι άλλοι, και αν ακόμη δεν πρόβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από εκείνον που έκανε αποκλειστική χρήση, ανάλογη μερίδα από το όφελος, το οποίο από αυτή την αιτία αποκόμισε και συνίσταται ανάλογα προς το είδος του κοινού ακινήτου, στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των άλλων κοινωνών, ανάλογη και προς τη χρήση του εναγομένου κοινωνού, η οποία αποτελεί και την αποδοτέα ωφέλεια.

Για να είναι ορισμένη η αγωγή του κοινωνού, με την οποία αυτός αξιώνει από τον συγκοινωνό, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος, αποζημίωση για ορισμένο χρόνο, αρκεί να προσδιορίζεται σε αυτή, το κοινό αντικείμενο και το μερίδιο σε αυτό του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκαμε αποκλειστική αυτού χρήση του, και το είδος της χρήσης, τα ωφελήματα που αποκόμισε ο τελευταίος από την αποκλειστική χρήση του και η ανάλογη μερίδα του ενάγοντος επί του οφέλους αυτού (ΑΠ 231/2004).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 787 του ΑΚ, κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση που κάποιος κοινωνός αποστερεί τον άλλο παρανόμως από τη χρήση του κοινού και την απόλαυση των από αυτό ωφελειών, όπως όταν αυθαιρέτως εμποδίζει τον συγκοινωνό στη χρήση του κοινού, ο κοινωνός που κάνει με τον τρόπο αυτόν αποκλειστική χρήση του πράγματος, υποχρεούται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ.

του ΑΚ, να αποζημιώσει τον βλαπτόμενο από την παραπάνω πράξη κοινωνό, λόγω αδικοπραξίας. Η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του βλαπτομένου (ΑΠ 953/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 20.5.2003 αγωγής των αναιρεσιβλήτων προκύπτει.

Όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι με αυτήν οι τελευταίοι ιστορούσαν τα ακόλουθα: "Ότι αυτοί και ο αναιρεσείων είναι συγκληρονόμοι και συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαίρετου καθένας επί ενός κληρονομικού ακινήτου, που βρίσκεται στον Δήμο ..., ότι στο ακίνητο αυτό υπάρχουν τα κτίσματα με στοιχ. Α τεσσάρων αποθηκών (νούμερο 1 έως και 4) 5) μίας οικίας 121,87 τ.μ.

και μίας νέας οικοδομής με στοιχ. Β αποτελούμενης: 1) από υπόγειο όροφο επιφανείας 38,40 τ.μ., 2) ισόγεια αποθήκη που είναι ημιτελής 153,30 τ.μ. και γραφείο 9 τ.μ., 3) ισόγεια οικοδομή 176,76 τ.μ. και 5) κατοικία Α' ορόφου 156,98 τ.μ., που περιγράφονται αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι τον Φεβρουάριο του έτους 1986, κατόπιν άτυπης σύμβασης χρησιδανείου αορίστου χρόνου παραχώρησαν οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς αντάλλαγμα, στον αναιρεσείοντα την χρήση, από τα παραπάνω κληρονομικά ακίνητα, της με στοιχ.

Α1, Α2 194,68 και 36,52 τ.μ. αποθηκών, της με στοιχ. Β2 ισόγειας αποθήκης 153,30 τ.μ. και του με στοιχ. Β1 υπόγειου ορόφου - αποθήκης 38,40 τ.μ., για την εναπόθεση φυστικιών, με την συμφωνία να τους τα αποδώσει σε πρώτη ζήτηση. Και ότι, στις 1.6.2001 κοινοποίησαν στον εναγόμενο την από 31-5-2001 καταγγελία, με την οποία τον προσκαλούσαν να εκκενώσει τους χώρους των κληρονομικών κτισμάτων, που αυτός χρησιμοποιούσε μέχρι τότε, με βάση την σύμβαση χρησιδανείου, καθώς επίσης, να τους καταβάλει μηνιαίως, σαν αποζημίωση αυτής της χρήσης, το συνολικό ποσό των 360.000 δραχμών, ισόποσο με 1056,49 ευρώ, σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς τους, ότι όμως, ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε και αρνήθηκε να αποδώσει τα κτίσματα, τα οποία, μετά την πάροδο των τριάντα ημερών από την καταγγελία, δηλαδή από 30-6-2001, παρακρατεί πλέον παράνομα, κάνοντας αποκλειστική χρήση, αντιποιούμενος την συννομή των εναγόντων - εφεσιβλήτων, τους οποίους αποστερεί από την χρήση των κοινών ακινήτων και την απόλαυση των ωφελειών τους.

Με το ιστορικό αυτό ζητούσαν να αναγνωρισθεί, μετά την επιτρεπτή μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό (άρθρο 70, 224 ΚΠολΔ), ότι ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να τους καταβάλει, ως αποζημίωση χρήσης, ίση με την μισθωτική αξία των κοινών κτισμάτων και ανάλογη προς την προαναφερθείσα χρήση εκ μέρους του εναγομένου, κατά τις ισχύουσες μισθωτικές συνθήκες της περιοχής των ...

για παρόμοιες χρήσεις από 1-7-2001, (επομένη ημέρα της αποβολής τους από τα επίκοινα) και για χρονικό διάστημα δύο ετών, δηλαδή μέχρι την 30.6.2003, το ποσό των 6339 ευρώ, σε καθένα από τους 2ο και 3η των εναγόντων και το ποσό των 4930 ευρώ στην 1η αναιρεσίβλητη με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το αξιούμενο ποσό αποζημίωσης υπολογίζεται από τους αναιρεσιβλήτους σ' αυτήν με τις ισχύουσες μισθωτικές συνθήκες στην περιοχή της πόλης των ..., για ακίνητα ίσης έκτασης και παρόμοιας χρήσης με εκείνη του εναγομένη, ως το δυνάμενο να επιτευχθεί με βεβαιότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επίσης, στην αγωγή με πληρότητα προσδιορίζονται και τα λοιπά στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος, για το ορισμένο της αξίωσης αποζημίωσης χρήσης του κοινωνού, δηλαδή τα κοινά οικήματα, ή κτίρια και κατάστασή τους και το είδος της χρήσης για την οποία προσφέρονται με βάση την κατάστασή τους, το ιδανικό μερίδιο κάθε ενάγοντα επί των κοινών ακινήτων, ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιεί πλέον, αποκλειστικά τα κοινά, τα ωφελήματα, που αποκόμισε ο εναγόμενος από την αποκλειστική χρήση και την ανάλογη μερίδα των εναγόντων επί του ως άνω οφέλους.

Εξάλλου, είναι νομικά ορθός ο υπολογισμός του ζητούμενου μικρότερου μεριδίου της 1ης αναιρεσίβλητης, μητέρας των λοιπών διαδίκων, και ορισμένος, διότι με βάση το ποσό των 80.000 ευρώ, που κατά τα αγωγικώς εκτιθέμενα, αντιστοιχεί στην μισθωτική αξία της κληρονομικής οικίας (μη επίδικης) με στοιχ. Α5, στην οποία εξακολουθεί να κατοικεί αυτή με την συναίνεση των δύο άλλων αναιρεσιβλήτων γυιών της, υπολογίζεται το ιδανικό μερίδιο του αναιρεσείοντος γιου της, δηλαδή 1/4 εξ αδιαιρέτου, ισάξιο με 20.000 δρχ.

Το ποσό αυτό 20.000 δρχ. η 1η αναιρεσίβλητη εκουσίως το αφαιρεί με την αγωγή συμψηφιστικά από το ιδανικό μερίδιο των 90.000 δρχ., που αντιστοιχεί στο μηνιαίο μίσθωμα των λοιπών ενδίκων τεσσάρων κληρονομιαίων οικημάτων (350.000:4) και συνεπώς κατά ορισμένο και νόμιμο λογιστικό υπολογισμό απομένει υπόλοιπο 70.000 δρχ.

ή 20,5 ευρώ μηνιαίως, το οποίο αυτή αξιώνει ως αποζημίωση χρήσης για τα αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενα από τον αναιρεσείοντα τέσσερα κληρονομιαία οικήματα. Με το περιεχόμενο αυτό και τα αντίστοιχα αιτήματα, η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι ποσοτικά και ποιοτικά ορισμένη κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ, καίτοι δεν αναφέρονται σ' αυτήν ειδικότερα:

α) το εάν τα τέσσερα επίδικα οικήματα έφεραν επιχρίσματα στις επιφάνειες των πλευρών τους, β) αν ήταν χρωματισμένα, γ) αν ηλεκτροδοτούντο και είχαν φωτισμό, και αν διέθεταν ύδρευση και αποχέτευση, δ) εάν το δάπεδό τους ήταν επιστρωμένο με τσιμέντο, μωσαϊκό, μάρμαρα ή πλακάκια, ε) ποιες ήταν ειδικότερα οι ισχύουσες συνθήκες της μίσθωσης ακινήτων της περιοχής ..., στ) αν υπήρχε ενδιαφέρον για μίσθωση των επιδίκων από επαγγελματίες και ζ) αν είχαν μισθωθεί παρόμοια οικήματα με τα επίδικα και για παρόμοια χρήση προς εκείνη του εναγομένου.

Εξάλλου, σε σχέση με την υπ' αριθ. Α5 κληρονομιαία οικία, στην οποία διέμενε η πρώτη αναιρεσίβλητη με την συναίνεση και των δύο άλλων αναιρεσιβλήτων γυιών της, και δεν ήταν επίδικη ως προς το ένδικο αίτημα αποζημίωσης για την αυθαίρετη χρήση εκ μέρους του αναιρεσείοντος των υπό στοιχ. Α1, Α2, Β1 και Β2 κληρονομιαίων οικημάτων, η πρώτη αναιρεσίβλητη εκουσίως και κατά ορισμένο τρόπο, κατά τα προαναφερθέντα, προσφέρθηκε με την αγωγή σε συμψηφιστική αφαίρεση από το αιτούμενο ποσό αποζημιώσεως της μισθωτικής αξίας του μεριδίου του αναιρεσείοντος (1/4) που χρησιμοποιούσε για δικό της λογαριασμό στο κληρονομιαίο αυτό ακίνητο με στοιχ.

Α5. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους αντίστοιχους πρόσθετους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, που είχαν σχέση με προβαλλόμενη ποσοτική αοριστία της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεν απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής και επομένως οι πρώτος και ο δεύτερος λόγοι της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδονται αντίστοιχες πλημμέλειες από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμοι.

ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. Α.Π. 18/1998).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν μ' αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι είναι συγγενείς και ειδικότερα, η 1η μητέρα όλων των λοιπών διαδίκων, που είναι αδέλφια. Στις 1982 απεβίωσε ο σύζυγος της 1ης εφεσίβλητης, Ζ και πατέρας των λοιπών διαδίκων (τραυματίστηκε θανάσιμα σε ατύχημα με τρακτέρ, σε ηλικία περίπου 54 ετών).

Ο αποβιώσας ήταν κύριος σημαντικής ακίνητης περιουσίας (αγροτικών και αστικών ακινήτων), η οποία περιήλθε, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από τους διαδίκους, συνεπεία κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής. Μεταξύ των κληρονομικών ακινήτων είναι και το επίδικο αστικό ακίνητο, επιφάνειας 1140 Μ2, που βρίσκεται στην πόλη των ..., εντός του σχεδίου πόλης, στο 141 ΟΤ και επί της οδού ..., όπως τούτο περιγράφεται αναλυτικά, κατά θέση και όρια στο από 21-10-1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, ..., όπως άλλωστε τα όρια του ακινήτου δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους.

Εντός του ακινήτου αυτού υπάρχουν τα εξής κτίσματα: 1) Α1 αποθήκη No 1 (κτισμένη πριν το έτος 1947) επιφάνειας, 194,68 Μ2. 2) Α2 αποθήκη με τουαλέτα, επιφάνειας 36,52 Μ2. 3) αποθήκη No 3 (κτισμένη πριν το έτος 1947) επιφάνειας 29,14 Μ2. 4) Α4 υπόγειο, επιφάνειας 71,50 Μ2. 5) Α5 οικία στο ΝΑ όριο του ακινήτου, επιφάνειας 121,87 Μ2, η οποία αποτελούσε την πατρική κατοικία.

Επίσης, στο νότιο όριο του ακινήτου ο αποβιώσας με βάση την υπ' αρ. ...οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Αιγάλεω, είχε αρχίσει να κατασκευάζει διώροφη οικοδομή, που αποτελείται: 1) από τον Β1 υπόγειο όροφο .επιφάνειας 38,40 Μ2. 2) από ισόγειο αποθήκη .επιφάνειας 153,30 Μ2, με γραφείο 9 Μ2. 3) Από ισόγειο οικοδομή .επιφάνειας 176,76 Μ2. 4) Κοινόχρηστο χώρο ισογείου, επιφάνειας 26,46 Μ2 και 5) Κατοικία 1ου ορόφου, επιφάνειας 156,98 Μ2.

Κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς (13-11-1982), εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου, η ως άνω διώροφη οικοδομή ήταν ημιτελής (γιαπί στα μπετά).Ο εκκαλών ήταν τότε ηλικίας 18 ετών και βοηθούσε τον πατέρα του, όσο αυτός ζούσε, στις γεωργικές εργασίες, επειδή οι λοιποί εφεσίβλητοι - αδέλφια του ήταν ανήλικοι. Ειδικότερα, η 3η εφεσίβλητη ήταν 10 ετών και ο 2ος εφεσίβλητος ήταν 16 ετών και φοιτούσαν στο Δημοτικό Σχολείο και στο Γυμνάσιο, αντίστοιχα.

Για τον λόγο αυτόν, ο εκκαλών, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ως ο μεγαλύτερος αδελφός, εξακολούθησε να ασχολείται με τις γεωργικές εργασίες και να περιποιείται την πατρική περιουσία, που την αποτελούσαν 500 φυστικόδενδρα και 100 περίπου ελαιόδενδρα. Οι διάδικοι ζούσαν όλοι μαζί στην πατρική οικία και ως εισόδημα είχαν τα έσοδα από την καλλιέργεια των φυστικοδένδρων.

Το έτος 1986, με την υπ' αρ. 1554/30-1-1986 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμ/φου Μεγάρων, Τακουχή Αϊδινιάν, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι διάδικοι αποδέχθηκαν την κληρονομική περιουσία και συνεπώς και το ένδικο αστικό ακίνητο, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου καθένας. Ο εκκαλών ήταν δραστήριος και εργατικός και φύτεψε και άλλα φυστικόδενδρα στα κληρονομικά ακίνητα, ενώ, παράλληλα, άρχισε να μισθώνει αγροτικές εκτάσεις, στις οποίες καλλιεργούσε φυστίκια και κηπευτικά.

Τα αδέλφια του συνέχιζαν τις σπουδές τους, η μεν 3η εφεσίβλητη σπούδασε Γαλλική φιλολογία και ο 2ος εφεσίβλητος είναι ιπτάμενος αξιωματικός της Αεροπορίας. Επειδή οι ως άνω εφεσίβλητοι και η μητέρα τους αδυνατούσαν να ασχοληθούν με την καλλιέργεια των αγροτικών κληρονομικών κτημάτων, το έτος 1986 με άτυπη σύμβαση χρησιδανείου παραχώρησαν στον εκκαλούντα, για αόριστο χρόνο την χρήση αυτών, όπως επίσης και των αποθηκευτικών χώρων του κληρονομικού αστικού ακινήτου, με συμφωνία να τους τα αποδώσει, όταν τούτο ζητηθεί, όπως η ειδικότερη αυτή συμφωνία, εμμέσως πλην με σαφήνεια προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού.

Το έτος 1989, με το υπ' αρ. 2570/28-5-1989 ειδικό πληρεξούσιο της ως άνω συμ/φου, η 1η εφεσίβλητη-μητέρα των διαδίκων ενεργούσα ατομικά, αλλά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης τότε 3ης εφεσίβλητης, καθώς επίσης ο 2ος εφεσίβλητος διόρισαν, ως ειδικό πληρεξούσιο τον εκκαλούντα, να ενεργεί αντ' αυτών ενώπιον της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΤΕ) για την σύναψη δανείων, όπως επίσης, ως :

εντολοδόχος τους, να εισπράττει ποσά από γεωργικούς συνεταιρισμούς και γενικά κάθε ποσό, που προέρχεται από την πώληση γεωργικών προϊόντων, καθιστώντας τον εκκαλούντα διαχειριστή της κληρονομικής περιουσίας. Το έτος 1990 ο εκκαλών συνέχισε την αποπεράτωση της οικοδομής, που είχε ανεγερθεί εν ζωή του αποβιώσαντος πατέρα του και ήταν ημιτελής, όταν απεβίωσε, όπως εκτέθηκε.

Συγκεκριμένα, κατασκεύασε την εξωτερική και την εσωτερική τουβλοδομή του ισογείου και του Α' ορόφου, κατασκεύασε το ισόγειο (επιχρίσματα, πόρτες, δάπεδα κλπ), επισκεύασε την παλαιά αποθήκη, στην οποία εγκατέστησε μηχανήματα διαχωρισμού-αποφλοίωσης φυστικιών. Επίσης αντικατέστησε την παλαιά μάνδρα, στην πρόσοψη του οικοπέδου, με τοιχείο από οπλισμένο σκυρόδεμα, κατασκεύασε μια σιδερένια συρόμενη ηλεκτρική πόρτα, μήκους 8 μέτρων και μια πόρτα εισόδου από μασίφ σίδερο.

Όταν αποπερατώθηκε το ισόγειο της νέας οικοδομής, περίπου το έτος 1994, ο εκκαλών χρησιμοποιούσε, για τις ανάγκες της εμπορίας του και τους χώρους αυτούς, με τους ίδιους όρους της σύμβασης χρησιδανείου, που είχε καταρτιστεί άτυπα, το έτος 1986, με την σύμφωνη γνώμη των εφεσιβλήτων, διότι οι σχέσεις της οικογένειας ήταν τότε καλές.

Το έτος 1996, ο εκκαλών τέλεσε νόμιμο γάμο και εγκαταστάθηκε στην συζυγική κατοικία, που βρισκόταν κοντά στην πατρική κατοικία. Η σύζυγός του επίσης, ασχολούνταν με το εμπόριο φυστικιών. Τότε άρχισαν οι διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων, ως προς τον τρόπο διαχείρισης της κληρονομικής περιουσίας. Στις 14-6-1996, οι εφεσίβλητοι ανακάλεσαν το υπ' αρ. 2570/1989 ειδικό πληρεξούσιο με το υπ' αρ. ...

συμβολαιογραφικό έγγραφο της ως άνω συμβ/φου Μεγάρων. Ακολουθεί η από 18-3-1997 εξώδικη πρόσκληση των εφεσιβλήτων, στην οποία δήλωναν, ότι την προσεχή περίοδο θα συλλέξουν οι ίδιοι τον καρπό των κληρονομικών φυστικοδένδρων και καλούσαν τον εκκαλούντα να παύσει να τα εκμεταλλεύεται. Ίδιο περιεχόμενο είχε και η από 20-10-1997 εξώδικη δήλωση του 2ου και της 3ης των εφεσιβλήτων.

Με την από 23-8-1998 απόφασή τους οι ως άνω εφεσίβλητοι δηλώνουν την ιδιότητά τους ως συγκληρονόμοι της αστικής και της αγροτικής περιουσίας και αναθέτουν στην 1η εφεσίβλητη-μητέρα τους την τακτική διαχείριση της ακίνητης κληρονομικής περιουσίας μέχρι την διανομή της. Με την υπ' αρ. 33257/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) διορίστηκε προσωρινή διαχειρίστρια της κληρονομικής περιουσίας η μητέρα, η οποία θα χρησιμοποιούσε και την γεώτρηση, για την οποία, κατόπιν της από 22-11-1988 κοινής αίτησης του εκκαλούντα και της 1ης και 2ου των εφεσιβλήτων, είχε χορηγηθεί η υπ' αρ. ...άδεια ανόρυξης γεώτρησης, στην τοποθεσία ....

Στη συνέχεια, οι 2ος και 3η των εφεισβλήτων άσκησαν εναντίον του εκκαλούντα και της μητέρας τους την από 24-6-1998 (αρ. κατ. 6081/1998) αγωγή διανομής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 3189/1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Στην σελίδα 5 της ως άνω απόφασης επισημαίνεται, ότι ο ήδη εκκαλών συνομολογεί την σχέση κοινωνίας δικαιώματος συγκυριότητας, μεταξύ των αδελφών του και της μητέρας τους, επί των ένδικων τότε ακινήτων, στα οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο αστικό ακίνητο, τον γενεσιουργό λόγο αυτής και τα ιδανικά τους μερίδια, δηλαδή 1/4 εξ αδιαιρέτου καθένας.

Ας σημειωθεί, ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η οριστική υπ' αρ. 5832/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την αγωγή διανομής και ως προς το επίδικο αστικό ακίνητο και διέταξε την αυτούσια διανομή του. Αποδείχθηκε επίσης, ότι, ενώ εκκρεμούσε η αγωγή διανομής, οι εφεσίβλητοι με την από 31-5-2000 καταγγελία, που κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα, στις 1-6-2001, κατήγγειλαν την σύμβαση χρησιδανείου και τον καλούσαν, όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση της καταγγελίας να εκκενώσει τους χώρους, που χρησιμοποιούσε στο αστικό ακίνητο και ειδικότερα 1) την Α1 αποθήκη, επιφάνειας 194,68 Μ2, 2) την Α2 αποθήκη με τουαλέττα, επιφάνειας 36,52 Μ2, 3) την ισόγεια αποθήκη της διώροφης οικοδομής .επιφάνειας 153,30 Μ2 με γραφείο 9 Μ2 και 4) την Β1 υπόγεια αποθήκη της διώροφης οικοδομής, επιφάνειας 38,40 Μ2, στις οποίες ο εκκαλών είχε αποθηκεύσει φυστίκια.

Με την παραπάνω καταγγελία κατήγγειλαν την σύμβαση χρησιδανείου, προκειμένου να εκμεταλλευτούν αποδοτικότερα τους χώρους αυτούς, όπως δήλωναν. Ακολουθεί και η από 31-5-2001 καταγγελία, που επίσης κοινοποιήθηκε, στις 1-6-2001, σε συνέχεια της προηγούμενης, την οποία αξίωναν αποζημίωση χρήσης για την τελευταία πενταετία, πριν την καταγγελία, η οποία, όπως ανέφεραν οι εφεσίβλητοι, σύμφωνα με τις μισθωτικές αξίες της περιοχής, ανερχόταν στα ποσά των 120000, 30000, 150000 και 60000 δραχμών αντίστοιχα για κάθε αποθήκη.

Ο εκκαλών αρνήθηκε να αποδώσει τα ως άνω κοινά ακίνητα και με την από 8-9-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής οι εφεσίβλητοι ζήτησαν να τους αποδώσει την χρήση των κοινών κληρονομικών ακινήτων. Επί της ως άνω αίτησης εκδόθηκε η υπ' αρ. 58/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, η οποία απέρριψε την αίτηση λόγω της ενιαυσίας παραγραφής και πιθανολόγησε ότι ο εκκαλών διενεργούσε πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων τουλάχιστον από 1-7-2001, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την κοινοποίηση της καταγγελίας, χωρίς να αντιδράσουν οι ήδη εφεσίβλητοι -τότε αιτούντες- και ότι αυτοί απώλεσαν το δικαίωμα προστασίας της νομής τους, κατ' άρ. 992 ΑΚ, λόγω παρόδου της βραχυχρόνιας ενιαυσίας παραγραφής.

Συμπερασματικά από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι μεταξύ του εκκαλούντα και των εφεσιβλήτων καταρτίστηκε, το έτος 1986 άτυπη (προφορική) σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου, με την οποία οι εφεσίβλητοι παραχώρησαν την χρήση των ένδικων επικοίνων κτισμάτων με την συμφωνία να αποδοθούν τα επίκοινα, όταν ζητηθούν.

Η σύμβαση αυτή επιτρέπεται να καταρτισθεί και σιωπηρά και η παροχή της χρήσης είναι δυνατόν να συνίσταται και σε ανοχή του χρήστη, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών αρνούμενος να αποδώσει την χρήση των επικοίνων ακινήτων μετά την καταγγελία (1-6-2001) αντιποιήθηκε την συννομή των εφεισβλήτων από την 1-7-2001, τους οποίους απέβαλε από την συγκυριότητά τους, δηλαδή, μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την κοινοποίηση (στις 1-6-2001) της από 31-5-2001 καταγγελίας και, συνεπώς έκτοτε αποστέρησε αυτούς παράνομα από την χρήση των επικοίνων και την απόλαυση των ωφελειών τους κάνοντας αποκλειστική χρήση των επικοίνων.

Επομένως έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους εφεσίβλητους (αρ. 914 σε συνδ. 297, 298 ΑΚ). Αποδείχθηκε επίσης, ότι σύμφωνα με τις ισχύουσες μισθωτικές συνθήκες στην περιοχή των ..., για ακίνητα (αποθήκες) ίδιας επιφάνειας και παρόμοιας κτιριακής κατάστασης και χρήσης, κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είναι ο κρίσιμος χρόνος, οι εφεσίβλητοι θα μπορούσαν να εισπράξουν ως μίσθωμα των επικοίνων ακινήτων, εάν τα εκμίσθωναν σε τρίτους μισθωτές, τα ποσά των 290 ευρώ για την Α1 αποθήκη, επιφάνειας 194,68 Μ2, 55 ευρώ για την Α2 αποθήκη, επιφάνειας 36,52 M2, 380 ευρώ για την ισόγεια αποθήκη της διώροφης νέας οικοδομής, επιφάνειας 153,30 ευρώ και 96 ευρώ για την Β1 υπόγεια αποθήκη της διώροφης οικοδομής επιφάνειας 38,40 Μ2 και, συνολικά, οι εφεσίβλητοι θα μπορούσαν να εισπράξουν ως μηνιαίο μίσθωμα των ως άνω επικοίνων κτισμάτων το ποσό των 821 ευρώ μηνιαία (290+55+380+96) και κατ' αναλογία το μερίδιο (1/4 εξ αδιαιρέτου) κάθε εφεσιβλήτου ανέρχεται σε 205,25 ευρώ (821:4).

Συνεπώς ο εκκαλών αποκόμισε συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-7-2001 έως την άσκηση της αγωγής (3-6-2003), δηλαδή 23 μήνες και 3 ημέρες το ποσό των 4741,27 ευρώ, που αναλύεται με τον εξής μαθηματικό υπολογισμό: 23 μήνες Χ 205, 25 ευρώ= 4720,75 ευρώ + 205,25:30 ημέρες Χ 3 ημέρες =20,52 ευρώ. Επομένως, κατά το ποσό των 4741,27 ευρώ ζημιώθηκε κάθε εφεσίβλητος-συγκύριος. Σημειωτέον, ότι οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημίωσης χρήσης για μελλοντικό χρόνο, δηλαδή πέραν του χρόνου άσκησης της αγωγής και συγκεκριμένα για 24 συνολικά μήνες, όπως αξιώνουν, εφόσον η αποζημίωση χρήσης οφείλεται με τους όρους οφειλής του μισθώματος, δηλαδή με τις ίδιες χρονικές προϋποθέσεις αυτού. Περαιτέρω και, όσον αφορά την 1η εφεσίβλητη-μητέρα των λοιπών διαδίκων, αποδείχθηκε, ότι αυτή διαμένει στην πατρική κατοικία, της οποίας η μισθωτική αξία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν σε 235 ευρώ.

Συνεπώς αναλογεί στον εκκαλούντα, συγκληρονόμο κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου, το ποσό των 58,69 ευρώ. Το ποσό αυτό η 1η εφεσίβλητη αφαιρεί συμψηφιστικά από την αναλογία της μερίδος της, δηλαδή 205,25-58,69 ευρώ = 146,56 ευρώ, το οποίο ζητά να της επιδικασθεί, περιορίζοντας την αξίωσή της κατά το ανωτέρω ποσό (58,69), που αναλογεί στην ωφέλεια του εκκαλούντα επί της πατρικής οικίας, την οποία αυτός δεν αποκομίζει λόγω της αποκλειστικής χρήσης αυτής από την μητέρα του.

Συνεπώς, η 1η εφεσίβλητη δικαιούται ως αποζημίωση χρήσης, για το ένδικο χρονικό διάστημα των 23 μηνών και 3 ημερών, το ποσό των 3385,53 ευρώ, δηλαδή 23 μήνες Χ 146,56=3370,88 + 146,56 : 30 ημέρες Χ 3 ημέρες= 14,65 και συνολικά 3385,53 ευρώ, ενώ ο 2ος και η εφεσίβλητη δικαιούνται, όπως προεκτέθηκε, το ποσό των 4.741,27 ευρώ καθένας. Η εκκαλουμένη απόφαση όμως, κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα και αναγνώρισε, ότι οι εφεσίβλητοι δικαιούνται 4930 ευρώ η 1η τούτων - μητέρα και 6339 ο 2ος και η 3η των εφεισβλήτων αντίστοιχα, για χρονικό διάστημα 24 μηνών.

Συνεπώς, έσφαλε, ως προς την ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα, ως προς τον σωστό υπολογισμό της αποζημίωσης χρήσης. Επομένως, κατά ουσιαστική παραδοχή του 1ου, στοιχείο γ' λόγου της έφεσης και εν μέρει του 1ου στοιχείο α' πρόσθετου λόγου αυτής, με τους οποίους ο εκκαλών-προσθέτως εκκαλών παραπονείται για τον ορθό υπολογισμό της αποζημίωσης χρήσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διακρατηθεί, στη συνέχεια, η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για να ερευνηθεί η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, αναφορικά για το χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ακολούθως, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί, ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες, κατά το ιδανικό μερίδιο καθενός, το ποσό των 3385,53 ευρώ στην 1η ενάγουσα - μητέρα και 4741,27 ευρώ σε καθένα από τους 2ο και 3η των εναγομένων, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, και στη συνέχεια δικάζοντας επί της ουσίας την αγωγή την οποία δέχθηκε για μικρότερα ποσά από τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ως νόμιμη και βάσιμη κατά ένα μέρος, αλλά και με το να δεχθεί τη δήλωση εκουσίου συμψηφισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 785, 787, 961, 962, 297, 298, 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αυθαίρετης χρήσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των ενδίκων κοινών κληρονομιαίων ακινήτων με στοιχεία Α1, Α2, Β1, Β2, στα οποία δεν περιλαμβανόταν το υπό το στοιχείο Α5 κληρονομιαίο ακίνητο, που χρησιμοποιούσε μόνον η πρώτη αναιρεσίβλητη και της οφειλόμενης αποζημίωσης στους αναιρεσίβλητους κοινωνούς που ισούται με την ωφέλεια που αποκόμισε ο αναιρεσείων από την αυθαίρετη αυτή χρήση κατά την προαναφερθείσα έννοια.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του και τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο επίσης μέρος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο και τέταρτο κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, όσο έχουν σχέση με τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας των ενδίκων κληρονομιαίων ακινήτων και η μη μνεία (που δεν ήταν αναγκαία στην προσβαλλόμενη απόφαση) συγκριτικών στοιχείων άλλων μισθώσεων της περιοχής των επιδίκων.

Εξάλλου, οι ίδιοι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559, αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα του ύψους, δηλαδή, της μισθωτικής αξίας των επιδίκων κοινών κληρονομιαίων ακινήτων με στοιχεία Α1, Α2, Β1 και Β2 και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη:

α) η κτιριακή κατάσταση των ένδικων ακινήτων, β) ποιες ήταν οι ισχύουσες μισθωτικές συνθήκες γ) αν προσφέρονταν προς μίσθωση παρόμοια ακίνητα, δ) αν μπορούσαν να αποφέρουν τα επίδικα τα αναφερόμενα στην απόφαση μισθώματα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά .λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κατά την παραδοχή από το Εφετείο του εκουσίως προταθέντος εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης συμψηφισμού με την ένδικη αγωγή για το υπό στοιχείο Α5 κληρονομιαίο ακίνητο, κρίνεται αβάσιμος, γιατί ο προταθείς και γενόμενος δεκτός συμψηφισμός δεν είχε ως αιτία την προηγηθείσα καταγγελία του χρησιδανείου, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων όπως για τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα με στοιχεία Α1, Α2, Β1 και Β2, ενώ και ως προς τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του υπό στοιχ.

Α5 κληρονομιαίου ακινήτου, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στις εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-7-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 3185/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ