Legislator Case Law & Legislation
362/2009 AI generated

362/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 362/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

362/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 εδ. α' ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Keywords

AI generated
unemployment due to technical progress compliance with technical standards technical barriers non-implementation of the offending agreements right to disconnect deemed withdrawal
AI generated
190/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
826/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2011 αγωγή του Γ.
2332/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26068/2003 και 6324/2005 μη οριστικές, η 15766/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 26/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/9/2008 αίτησή της.
258/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1979/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 362 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 362/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά τους ως μέλη της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΑΤ Α.Τ.Ε. - ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσω-πήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρούζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-12-2004 και 5-7-2005 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39602/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 382/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17-3-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 30-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο δίκαιο των εταιριών, υπό ευρεία έννοια, δηλαδή των ενώσεων προσώπων που συνιστώνται με σύμβαση και επιδιώκουν κοινό σκοπό, με τη συμβολή των μελών τους, δεν προβλέπεται η κοινοπραξία, ως ιδιαίτερος τύπος εταιρίας. Αφότου όμως εμφανίστηκε και δρα στην πράξη η κοινοπραξία είναι δυνατό να έχει το χαρακτήρα είτε αστικής εταιρίας εάν από τη φύση της και το σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε δεν θα έχει νομική προσωπικότητα και θα διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ.

ΑΚ, είτε εμπορικής εταιρίας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο του εμπορικού δικαίου και θα πρέπει να υπαχθεί σε ένα από τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται από αυτό, γιατί στις εταιρίες του εμπορικού δικαίου, για λόγους προστασίας των τρίτων, αλλά και των εταίρων, ισχύει η αρχή του κλειστού αριθμού, σύμφωνα με την οποία αποκλείεται η υιοθέτηση άλλου τύπου εταιρίας διαφορετικού από εκείνους που αυτό αναγνωρίζει.

Επομένως, στη δεύτερη αυτή περίπτωση η κοινοπραξία, εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπ. Νόμου, μπορεί να έχει χαρακτήρα είτε αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, φυσικών ή νομικών προσώπων που την αποτελούν, η οποία προσομοιάζει με την ετερόρρυθμη εταιρία, με μόνο τον εμφανή εταίρο απεριορίστως ευθυνόμενο, είτε ομόρρυθμης "εν τοις πράγμασι" εταιρίας, οπότε τα μέλη αυτής θα ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις της, κατ' άρθρο 22 του Εμπ.Ν.

και μπορούν κατά συνέπεια να εναχθούν αυτοί για τις υποχρεώσεις της Κοινοπραξίας, ενώ το έναντι αυτής δεδικασμένο ισχύει κατά το άρθρο 329 ΚΠολΔ και έναντι των μετεχόντων σε αυτήν φυσικών η νομικών προσώπων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 250 σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις των εργαζομένων για καταβολή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών, καθώς και οι αξιώσεις κάθε είδους μισθών, ενώ κατά το άρθρο 253 ΑΚ παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 εδ. α' ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες (από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής), η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Όπως από την διάταξη αυτή προκύπτει η νέα αγωγή, η οποία μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απορρίπτει την προηγούμενη αγωγή, για να έχει όμως το ανωτέρω αποτέλεσμα πρέπει να έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν, κατ'άρθρο 261 ΑΚ, η έγερση της αγωγής, η οποία όταν στρέφεται κατά Κοινοπραξίας διακόπτει την παραγραφή και ως προς τα απαρτίζοντα αυτή φυσικά ή νομικά πρόσωπα και οι μετέπειτα της εγέρσεως αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, που απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί νέα αγωγή εντός έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης, ή και πριν την τελεσιδικία, οπότε η διακοπή της παραγραφής αναβιώνει.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο", αρκείται, ενόψει της ευρύτητας της διατυπώσεώς της, σε οποιαδήποτε συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, από την οποία να συνάγεται ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας την αξίωση του δανειστή, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται κατά το χρόνο της συμπεριφοράς.

Τέτοια αναγνώριση υπάρχει και στην περίπτωση μερικής καταβολής της αμοιβής του πολιτικού μηχανικού προ της κοινοποιήσεως της αγωγής κατά διάφορα χρονικά διαστήματα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου για τα έτη 1995-1998 δέχτηκε τα εξής:

Ο αναιρεσίβλητος πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής είχε ασκήσει εναντίον της Κοινοπραξίας "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙ-ΚΑΤ-ΑΚΤΩΡ ΑΕ" που δεν έχει υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας των άρθρων 32 έως 42 του Ε.Ν. και έχει τη μορφή της "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, μέλη της οποίας είναι οι αναιρεσείουσες τεχνικές εταιρίες, ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό καταθέσεως 6519/2004 αγωγή του, με ίδιο περιεχόμενο με την ένδικη αγωγή, την οποία επέδωσε στην κοινοπραξία στις 11-3-2004, με την άσκηση δε της πρώτης αγωγής διακόπηκε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 5 της αξίωσης του ενάγοντος.

Εφόσον όμως, η παραγραφή του άρθρου 250 Α.Κ. άρχισε μόλις έληξε το έτος 1996, το οποίο συμπίπτει με την γέννηση μέρους της αξιώσεως του ύψους 10.000.000 δρχ. που ήταν καταβλητέα στις 31-12-1996 και η ως άνω αγωγή, με την οποία διακόπηκε η παραγραφή επιδόθηκε στην Κοινοπραξία στις 11-3-2004, το μέρος των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου που ήταν καταβλητέο στις 31-12-1996, 31-12-1997 και 31-12-1998 θα μπορούσαν να είχαν υποπέσει στην ανωτέρω πενταετή παραγραφή.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 2226/26-1-2005 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, για λόγους μη ουσιαστικούς δηλαδή για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης και συγκεκριμένα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη γιατί η κοινοπραξία που στερείται νομικής προσωπικότητας δεν έχει την ικανότητα να είναι διάδικος.

Με την απόρριψη της ως άνω αγωγής, η παραγραφή της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου που διακόπηκε με την έγερση της σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ θεωρείται σαν να μην διακόπηκε. Στη συνέχεια και πριν η πιο πάνω 2226/266-1-2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καταστεί τελεσίδικη, ο τελευταίος άσκησε και κατά της Κοινοπραξίας την υπό κρίση αγωγή του την οποία επέδωσε σ' αυτήν στις 28-12-2004.

Με την αγωγή αυτή που ασκήθηκε πριν από την άσκηση έφεσης κατά της ως άνω απόφασης από τον αναιρεσίβλητο, ο τελευταίος παραιτήθηκε σιωπηρά της έφεσης και αποδέχτηκε την ως άνω απορριπτική απόφαση, η οποία έτσι κατέστη τελεσίδικη. Συνακόλουθα, με την έγερση της υπό κρίση αγωγής, που κατά τα παραπάνω έλαβε χώρα μετά την τελεσιδικία της 2226/26-1-2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και πριν την παρέλευση εξαμήνου από αυτήν, η παραγραφή των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (άρθρο 263 ΑΚ).

Καθόσον δε αφορά τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου που ήταν απαιτητές στις 31-12-1996, 31-12-1997 και 31-12-1998 ως μέρος του συνόλου των επιδίκων αξιώσεων, δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 Α.Κ. διότι η παραγραφή αυτή είχε διακοπεί και με την αναγνώριση του συνόλου της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου από την Κοινοπραξία (άρθρο 260ΑΚ), πριν από τη συμπλήρωση της, με την καταβολή από την τελευταία στον αναιρεσίβλητο, έναντι της συνολικής αμοιβής του ποσού των 15.000.000 δρχ.

στις 22-12-2000 και του ποσού των 10.000.000 δρχ. στις 10-10-2001, ήτοι εντός της πιο πάνω κρίσιμης πενταετίας, οπότε από το τέλος του έτους 2001 άρχισε εκ νέου νέος χρόνος πενταετούς παραγραφής η οποία δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι είναι βάσιμες οι αντενστάσεις περί διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων που υπέβαλε παραδεκτά ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του με τις προτάσεις του και έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί η ένσταση περί παραγραφής των αξιώσεων αυτών ως ουσιαστικά αβάσιμη απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο της εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει ομοίως.

Με τους, πρώτο και δεύτερο, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του: α) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ με το να δεχτεί ότι η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου για τα έτη 1995-1998 είχε διακοπεί με την έγερση της πρώτης αγωγής για τους λόγους που αναφέρει, β) ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως προς τα κονδύλια αυτής που αφορούσαν τις αξιώσεις των πιο πάνω ετών, γ) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 2226/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί παραγραφής της ίδιας αξίωσης, γιατί δεν υπήρχε ταυτότητα των διαδίκων δεδομένου ότι η πρώτη αγωγή είχε ασκηθεί μόνο κατά της Κοινοπραξίας.

Οι λόγοι αυτοί, ανεξάρτητα από τα γεγονός ότι είναι αβάσιμοι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού κατά τα προαναφερόμενα το Εφετείο απέρριψε την ένσταση παραγραφής κατ' αποδοχή της αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής με δύο επάλληλες αιτιολογίες, η καθεμιά από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και ειδικότερα δέχτηκε ότι η παραγραφή είχε διακοπεί τόσο με την έγερση της πρώτης αγωγής, όσο και με την αναγνώριση του συνόλου της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου από τους αναιρεσείοντες πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής, με την μερική καταβολή έναντι της αμοιβής του ποσού των 15.000 000 δρχ.

στις 22-12-2000 και του ποσού των 10.000.000 δρχ. στις 10-10-2001. Εφόσον δε, δεν πλήττεται με κάποιο λόγο αναιρέσεως η δεύτερη αυτή επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς την ως άνω απορριπτική διάταξη οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένοι άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες με τη μορφή λόγου εφέσεως ένσταση τους, περί συμψηφισμού των ενδίκων κονδυλίων με το ποσό των 64.563 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στο καταβαλλόμενο κατά τα έτη 1996-1999 προς τον αναιρεσίβλητο ποσό των 500.000 δρχ.

κατά μήνα από την Κοινοπραξία, η οποία ένσταση ως αποδεικνυόμενη παραχρήμα από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής παραδεκτά υποβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο ισχυρισμός αυτός ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι: Οι αναιρεσείουσες, οι οποίες είναι τεχνικές εταιρίες συνέστησαν με την υπ' αριθμ. ...... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Θεοδωροπούλου, Κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ-ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ" που δεν έχει υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας των άρθρων 32 έως 42 του Εμπ.

Ν.. Η Κοινοπραξία αυτή κατάρτισε με το Ελληνικό Δημόσιο με δημοπρασία, σύμβαση με την οποία ανέλαβε την εκτέλεση της κατασκευής του δημόσιου τεχνικού έργου "......-...... ΕΡΓΟΛΑΒΙΑ: ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΛΗΡΟΥΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΥ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΟΔΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ......-......" ως ανάδοχος του. Για τις ανάγκες της επιχείρησης αυτής η Κοινοπραξία, ενεργώντας δια του αρμοδίου οργάνου της Α, Προέδρου του Δ.Σ.

της πρώτης αναιρεσίβλητης στις αρχές του έτους 1995, συνήψε με τον αναιρεσίβλητο διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό, συνεργάτη της πρώτης αναιρεσείουσας ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σύμβαση δυνάμει της οποίας ανέλαβε με την ανωτέρω ειδικότητα του, την επίβλεψη και διεύθυνση του ως άνω έργου που κατασκεύαζε ως ανάδοχος η Κοινοπραξία ... .

Ότι η δεύτερη αυτή σύμβαση που καταρτίστηκε για την κάλυψη αναγκών της Κοινοπραξίας λειτούργησε παράλληλα με αυτή που είχε καταρτιστεί μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της πρώτης αναιρεσείουσας και έφερε το χαρακτήρα μισθώσεως έργου, ως μηνιαία αμοιβή δε του αναιρεσιβλήτου συμφωνήθηκε το ποσό των 1.300.000 δρχ.

Ακόμη συμφωνήθηκε ότι έναντι της αμοιβής του αυτής θα εισέπραττε το ποσό των 10.000.000 δρχ. με τη συμπλήρωση κάθε ημερολογιακού έτους, οπότε το ποσό αυτό θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το υπόλοιπο ποσό θα το εισέπραττε με την παράδοση του έργου από την Κοινοπραξία στο Δημόσιο ... . Ότι έναντι της εν λόγω αμοιβής του, πλέον του ποσού της μηνιαίας αντιμισθίας του, που του καταβλήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα εις αντάλλαγμα των ανεξαρτήτων υπηρεσιών του, η Κοινοπραξία του κατέβαλε κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα το ποσό των 25.000.000 δρχ.

και απομένει υπόλοιπο 156.419,66 ευρώ. Από τις παραδοχές αυτές είναι φανερό ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε, ότι το ποσό της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας του αναιρεσιβλήτου που πρότειναν προς συμψηφισμό οι αναιρεσείουσες, αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του για τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών που είχε καταρτίσει με την πρώτη αναιρεσείουσα και δεν δόθηκε έναντι των οφειλομένων από την ένδικη σύμβαση έργου.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα, γιατί δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες από τις αναιρεσείουσες αποδείξεις πληρωμής του αναιρεσιβλήτου των ετών 1996-1999 που αφορούσαν την καταβολή του ποσού των 64.563,46 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη οι πιο πάνω αποδείξεις οι οποίες συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά έγγραφα.

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως της παραμορφώσεως εγγράφου ιδρύεται κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε έγγραφο, στο οποίο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στήριξε την κρίση του, περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που υπάρχει στην πραγματικότητα. Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία η κρίση του δικαστηρίου για το περιεχόμενο του εγγράφου απορρέει από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του και από την ερμηνεία αυτού.

Ενόψει τούτων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω αποδείξεων πληρωμής του αναιρεσιβλήτου με το να δεχθεί ότι τα ποσά που αναφέρονταν σ' αυτές αφορούσαν την αμοιβή του για ανεξάρτητες υπηρεσίες που προσέφερε στην πρώτη αναιρεσείουσα και όχι την αμοιβή του για την εκτέλεση του έργου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί πλήττει την περί του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων κρίση του δικαστηρίου που απορρέει από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-3-2008 αίτηση των ανωνύμων εταιριών ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 382/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ