362/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.12.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 736/ οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1284/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27.12.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 07.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή της από 27.12.2006 αίτησης αναίρεσης και τη μερική αναίρεση της υπ'αρ.1284/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που αφορά την παραδοχή της από 29.11.2002 αγωγής της αναιρεσιβλήτου ως προς το κεφάλαιο της επιστροφής (απόδοσης) αυτούσιας της χρηματικής εισφοράς της αναιρεσίβλητης ποσού (9.537,78) ευρώ. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated362/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1284/2005 απόφασή του Εφετείου Πατρών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά τη νομική και στη συνέχεια ουσιαστική αξιολόγηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης. Από το έτος 1995 περίπου ο δεύτερος των εφεσίβλητων Χ2, ο οποίος είναι αδελφός της πρώτης, Χ1, εκμεταλλεύονταν στο όνομα του ραδιοφωνικό Σταθμό (Ρ/Σ) στην .....
Full text
Απόφαση 362 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 362/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας :Χ1, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Καρατζογιάννης.
Της αναιρεσιβλήτου : Ψ1, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ξενοφών Νικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.12.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 736/ οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1284/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27.12.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 07.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή της από 27.12.2006 αίτησης αναίρεσης και τη μερική αναίρεση της υπ'αρ.1284/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που αφορά την παραδοχή της από 29.11.2002 αγωγής της αναιρεσιβλήτου ως προς το κεφάλαιο της επιστροφής (απόδοσης) αυτούσιας της χρηματικής εισφοράς της αναιρεσίβλητης ποσού (9.537,78) ευρώ. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.
Α.Π. 18/1998). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 30/1997 και 28/1997).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του ΕμπΝ προκύπτει ότι στην αφανή εταιρία, η οποία δεν έχει νομική προσωπικότητα, εφαρμόζονται οι περί εταιριών διατάξεις του Αστικού Κώδικα, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, στο μέτρο που δεν αντίκεινται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της. Έτσι, από τα άρθρα 758 παρ. 2 και 762 σε συνδυασμό με εκείνα των άρθρων 361 και 719 του Κώδικα αυτού συνάγεται ότι καθετί που αποκτά ο διαχειριστής εμφανής εταίρος υποχρεούται να το καταστήσει κοινό όλων των λοιπών, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας του καθενός και ότι αν η εταιρία έχει διάρκεια μεγαλύτερη του έτους, ο λογαριασμός κλείνεται και τα κέρδη μοιράζονται στο τέλος κάθε έτους. Ως κέρδη, κατά την έννοια του νόμου, νοείται το καθαρό προϊόν που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων. Εντεύθεν, έπεται ότι στοιχείο της σχετικής περί διανομής των κερδών αγωγής είναι, πλην άλλων, και ο ακριβής προσδιορισμός τους. Αντίθετα, η τυχόν ύπαρξη εξόδων που πρέπει να αφαιρεθούν είναι αρνητικός ισχυρισμός και όχι στοιχείο της αγωγής, ενώ η διανομή των κερδών δεν προϋποθέτει αναγκαίως και εκκαθάριση. Υπό την συνήθη μορφή της, η εκκαθάριση αποσκοπεί στη διανομή της εταιρικής περιουσίας, την οποία όμως δεν έχει η αφανής εταιρία.
Συνεπώς, εκκαθάριση της εταιρίας αυτής, με την έννοια που της δίνει το άρθρο 777 ΑΚ, δεν νοείται. Σε όσες δε περιπτώσεις διενεργείται εκκαθάριση, αυτή αποτελεί τρόπο διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των εταίρων, προκειμένου να προπαρασκευασθεί η διανομή. Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει στάδιο εκκαθάρισης, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εκτός αν συμφωνήθηκε το αντίθετο μεταξύ των συνεταίρων, ή το δικαστήριο κρίνει αναγκαία την εκκαθάριση, εφόσον δε ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου προς απόδοση σ' αυτόν της ανήκουσας σ' αυτόν μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο.
Στην περίπτωση όμως εισφοράς αντικαταστατών πραγμάτων, όπως χρημάτων, ο "διαχειριστής" αποκτά μεν την κυριότητα τούτων, δεν καθίσταται όμως οφειλέτης του συνεταίρου που εισέφερε τα χρήματα εφόσον διαρκεί ο εταιρικός δεσμός. Αφότου όμως λυθεί η εταιρεία, ο εταίρος που εισέφερε στην εταιρεία το χρηματικό ποσό, έχει αντίστοιχη αξίωση κατά του διαχειριστή απόδοσης του από το τυχόν απομένον καθαρό προϊόν της εκκαθάρισης των λογαριασμών, με την προϋπόθεση ότι παρέμεινε αναλλοίωτο στα χέρια του διαχειριστή.
Στην αντίθετη όμως περίπτωση, που το χρηματικό ποσό της εισφοράς διατέθηκε για την αγορά περιουσιακών αντικειμένων που τέθηκαν στη διαρκή χρήση της εταιρείας, τα περιουσιακά αυτά αντικείμενα, αποτελούν πλέον στοιχεία προς διανομή του ενεργητικού της εταιρείας κατά τη λύση της, τα οποία, εάν δεν υπάρχουν δαπάνες και χρέη με την έννοια του παθητικού, και εφόσον δεν μεσολαβεί αναγκαίο στάδιο εκκαθάρισης κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 του Α.Κ., τα περιουσιακά αυτά "εταιρικά" αντικείμενα, ως αντιστοιχούντα στην αξία της χρηματικής εισφοράς του συνεταίρου, αποδίδονται σ' αυτόν είτε αυτούσια κατ' αναλογία προς την εταιρική μερίδα συμμετοχής του, είτε, εφ' όσον μεσολάβησε αδυναμία αυτούσιας απόδοσης τους, επειδή δε σώζονται κατά την άσκηση της αγωγής, είτε λόγω τυχόν εκποίησης και ρευστοποίησης της αξίας τους, είτε γιατί ο "διαχειριστής" εκδήλωσε την πρόθεση να τα κρατήσει για λογαριασμό του, με την καταβολή ανάλογου μέρους της αξίας τους ή του επιτευχθέντος τιμήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1284/2005 απόφασή του Εφετείου Πατρών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά τη νομική και στη συνέχεια ουσιαστική αξιολόγηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης. Από το έτος 1995 περίπου ο δεύτερος των εφεσίβλητων Χ2, ο οποίος είναι αδελφός της πρώτης, Χ1, εκμεταλλεύονταν στο όνομα του ραδιοφωνικό Σταθμό (Ρ/Σ) στην .....
με τον διακριτικό τίτλο ".......", τον οποίο είχε εγκαταστήσει αρχικώς στο σπίτι του επί της οδού .... αριθ. .... και αργότερα επί της οδού ..... αριθ. .... Στενός συνεργάτης του στην κατάρτιση των ημερήσιων μουσικών προγραμμάτων του Σταθμού αλλά και στην ανάπτυξη δημοσίων σχέσεων και επαφών με τις δισκογραφικές εταιρίες για προμήθεια CD και δίσκων προς συμπλήρωση και ανανέωση του μουσικών προγραμμάτων του Σταθμού από το έτος 1998 περίπου και μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001, που λύθηκε η μεταξύ τους συμβατική σχέση (με την 575/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών κρίθηκε τελεσιδίκως ότι η σχέση αυτή ήταν σύμβαση έργου και όχι σχέση εξαρτημένης εργασίας, όπως είχε ισχυριστεί με την από 21 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του κατά του ως άνω εφεσίβλητου Χ2 ο Γ1, φοιτητής τότε του Πολυτεχνείου Πατρών) ήταν ο Γ1, πρωτοδίκως εξετασθείς μάρτυρας της εκκαλούσας και ερωτικός σύντροφος της τουλάχιστον από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000, στον οποίο (Γ1) από .....
είχε παραχωρηθεί, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού από την εδρεύουσα στο ....... Αττικής εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".... ΕΠΕ - ....... η αποκλειστικότητα της αναμετάδοσης του προγράμματος του Αθηναϊκού ραδιοφωνικού Σταθμού "......" για την ευρύτερη περιοχή του νομού Αχαΐας, (βλ. το από ...... καταργητικό της συνεργασίας τους συμφωνητικό).
Κατά μήνα Αύγουστο περίπου του έτους 2000 ο εφεσίβλητος Χ2, έχοντας ελλείψεις προσωπικού στο διαφημιστικό τμήμα του σταθμού του ("........"), με αγγελία σε τοπική εφημερίδα κάλεσε όσους ενδιαφέρονταν να προσληφθούν ως διαφημιστές να υποβάλλουν βιογραφικά σημειώματα. Εκτός των άλλων, ενδιαφέρον εκδήλωσε και η εκκαλούσα με το από .....
βιογραφικό της σημείωμα, έχοντας προϋπηρεσία στο ραδιοφωνικό Σταθμό "......", η οποία την ....... υπέγραψε με τον εφεσίβλητο Χ2, ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να εξευρίσκει επιχειρήσεις που επιθυμούν να διαφημιστούν μέσω του Ρ/Σ "........." με αμοιβή 20% επί του παραγόμενου από αυτήν μηνιαίου τζίρου.
Η συνεργασία τους, με βάση το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν είχε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και θα έληγε οποτεδήποτε με έγγραφη δήλωση του συμβαλλόμενου που δεν επιθυμούσε πλέον την περαιτέρω συνέχιση της. Η συμβατική σχέση των διαδίκων (εκκαλο;Yσας και δεύτερου εφεσίβλητου) που είχε βάση το από ......
ιδιωτικό συμφωνητικό, έληξε περί τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου 2001, συμπίπτοντας χρονικώς αφ' ενός μεν με την αποχώρηση από τον Ρ/Σ "......." του Γ1, ερωτικού, κατά τα άνω, συντρόφου της εκκαλούσας, αφ' ετέρου δε με την αφαίρεση της αποκλειστικότητας που είχε παραχωρήσει σ' αυτόν το Μάρτιο του έτους 2000 η "ΕΠΕ ......" για την αναμετάδοση στην περιοχή του Νομού Αχαΐας του προγράμματος του Ρ/Σ ".....", με την οποία, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, χρονικώς συμπίπτει και η λύση της μεταξύ των διαδίκων αφανούς εταιρικής σχέσης με εμφανή εταίρο την πρώτη εφεσίβλητη Χ1, αδελφή του δεύτερου, και αφανείς τους λοιπούς διαδίκους (εκκαλούσα και δεύτερο εφεσίβλητο Χ2).
Την 17 Ιουλίου 2000 η ........., εκμεταλλευόμενη από τριετίας περίπου στο όνομα της ραδιοφωνικό σταθμό (Ρ/Σ) στην ..... Πατρών με τον τίτλο "........." εκχώρησε λόγω πωλήσεως στην πρώτη εφεσίβλητη Χ1 όλα τα δικαιώματα της επί του σταθμού (δικαίωμα επί της συχνότητας που εκπέμπει κλπ) συνταχθέντος του υπ' αριθ. ....... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πατρών Χρήστου Τζαβέλλα, το οποίο προσάγεται με επίκληση από τους εφεσίβλητους.
Αμέσως μετά και αφού έχουν ήδη συντελεστεί αφ' ενός μεν η απόκτηση από την πρώτη εφεσίβλητη της άδειας λειτουργίας του Ρ/Σ "........" με την ως άνω συμβατική εκχώρηση , αφ' ετέρου δε η παραχώρηση στον Γ1 της αποκλειστικότητας της αναμετάδοσης στην ευρύτερη περιοχή της ...... του προγράμματος του αθηναϊκού Ρ/Σ ....
από το Μάρτιο του έτους 2000, οι εφεσίβλητοι και ο Γ1, ενδιαφερόμενοι να λειτουργήσουν στην ....... και για όσο χρόνο θα διαρκούσε η παραχωρηθείσα στον Γ1 αποκλειστικότητα της αναμετάδοσης του προγράμματος του ως άνω Ρ/Σ ......, Ραδιοφωνικό Σταθμό με τον τίτλο "......", ο οποίος θα εξέπεμπε στη συχνότητα .... του πρώην "......" , άρχισαν να διαπραγματεύονται και να αναζητούν τον τρόπο και τη νομική μορφή που θα ελάμβανε η από κοινού εκμετάλλευση.
Σε οριστική συμφωνία δεν προέκυψε ότι κατέληξαν μέχρι και το τέλος του έτους 2000, αν και ο δεύτερος εφεσίβλητος Χ2, ο οποίος εκμεταλλεύονταν το Ρ/Σ ".......", είχε αρχίσει να προμηθεύεται μηχανήματα για τον εξοπλισμό του νέου υπό ίδρυση Ρ/Σ ".........". Ο ραδιοφωνικός σταθμός "......", συστεγαζόμενος στο ίδιο κτίριο με το Ρ/Σ "........" του εφεσίβλητου Χ2 (........), άρχισε να λειτουργεί υπό αφανή εταιρική μορφή όχι ενωρίτερα από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2001, δοθέντος ότι στο συγκεκριμένο σταθμό άρχισαν να δίδονται από επιχειρήσεις των ......
και της ευρύτερης περιοχής γραπτές εντολές μετάδοσης διαφημιστικών μηνυμάτων, που είναι η κύρια αν όχι η αποκλειστική πηγή εσόδων του, από το μήνα Μάρτιο του έτους 2001 και εντεύθεν. Της έναρξης λειτουργίας του με τη νομική μορφή της αφανούς εταιρίας προηγήθηκε νέος κύκλος συζητήσεων μεταξύ των εφεσίβλητων και της εκκαλούσας παρουσία και του Γ1, μετέπειτα ερωτικού της συντρόφου, όταν η τελευταία (εκκαλούσα) άρχισε να εργάζεται στο διαφημιστικό τμήμα του Ρ/Σ "......." του εφεσίβλητου Χ2 πριν από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000.
Η εκκαλούσα με υπόδειξη και προτροπή του συντρόφου τηςΓ1, ο οποίος ελλείψει χρημάτων αδυνατούσε να συμπράξει ως αφανής εταίρος στην εκμετάλλευση του νέου Ρ/Σ "......", δέχτηκε να συμμετάσχει ως αφανής εταίρος στο νέο Ρ/Σ "........", προσφέρϋντας παράλληλα τις υπηρεσίες της και στο διαφημιστικό τμήμα του Ρ/Σ "......" του εφεσίβλητου Χ2 δυνάμει του από .......
ιδιωτικού συμφωνητικού. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για εκμετάλλευση του νέου Ρ/Σ ".......", με τη μορφή της αφανούς εταιρικής σχέσης έγινε περίπου κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2001 χωρίς να συνταχθεί γι' αυτήν έγγραφο που θα κατοχύρωνε τα συμφέροντα της εκκαλούσας. Σ' αυτό συνέταξε αποφασιστικά και η εν γένει στάση και συμπεριφορά του συντρόφου της Γ1, ο οποίος είχε αναπτύξει στενή φιλική σχέση με τον εφεσίβλητο Χ2 από τη συνεργασία τους στο Ρ/Σ "......", συνεπεία της οποίας είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι οι εφεσίβλητοι δεν θα αμφισβητούσαν μελλοντικώς την ύπαρξη της συμφωνίας.
Με βάση την προφορική συμφωνία των διαδίκων ορίστηκε 1) ότι εμφανής προς τα έξω εταίρος και διαχειριστής της αφανούς εταιρίας θα είναι η πρώτη εφεσίβλητη Χ1, αδελφή του δεύτερου, στο όνομα της οποίας ήταν και η άδεια λειτουργίας του Ρ/Σ, με συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας 25%. Εμφανής εταίρος δεν μπορούσε να είναι άλλος πλην αυτής, διότι η εκκαλούσα δεν είχε στο όνομα της άδεια ίδρυσης και λειτουργίας Ρ/Σ, ενώ ο εφεσίβλητος Χ2 δεν μπορούσε από το νόμο (άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 2328/1995) να έχει και δεύτερη άδεια λειτουργίας Ρ/Σ, αφού αυτός κατείχε ήδη την άδεια λειτουργίας του Ρ/Σ "........", 2) ότι αφανείς εταίροι είναι η εκκαλούσα με ποσοστό συμμετοχής 50% και ο δεύτερος εφεσίβλητος Χ2 με ποσοστό 25% , 3) σε 3.250.000 δρχ.
ή 9.537,78 Ε η εισφορά της εκκαλούσας στην εταιρία, η οποία, αντιστοιχούσα στο ήμισυ της αξίας του εξοπλισμού του σταθμού, καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από αυτήν στον εφεσίβλητο αφανή εταίρο Χ2 για λογαριασμό της εμφανούς εταίρου αδελφής του Χ1 παρουσία του μάρτυρος Γ1, πέραν της προσωπικής εργασίας και απασχόλησης που ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν κατά τη διάρκεια της εταιρικής σχέσης οι αφανείς εταίροι, υποστηρίζοντας το προς τα έξω έργο της εμφανούς εταίρου Χ1, που είχε και την άδεια λειτουργίας του σταθμού, της οποίας η παρουσία ήταν κυρίως τυπική έναντι των συναλλασσόμενων τρίτων, 4) ότι σκοπός της εταιρίας ήταν η λειτουργία και εκμετάλλευση του νέου Ρ/Σ "......." με την αναμετάδοση του προγράμματος του ομώνυμου αθηναϊκού Ρ/Σ .....
στην ευρύτερη περιοχή ......, καθώς και διαφημιστικών μηνυμάτων επιχειρήσεων της περιοχής, 5) ότι έδρα της εταιρίας είναι η πόλη των ...... και συγκεκριμένα το κατάστημα όπου στεγάζεται και ο Ρ/Σ "....." του εφεσίβλητου Χ2 και 6) ότι η λύση της εταιρίας σε κάθε περίπτωση θα επέρχεται, όταν λυθεί η σύμβαση παραχώρησης που έχει συνάψει από ........
ο Γ1 με την ΕΠΕ "..... ΕΠΕ - .......". Η σύσταση αφανούς εταιρίας μεταξύ των διαδίκων για την εκμετάλλευση του Ρ/Σ "........" με τους όρους που προαναφέρθηκαν, δεν προκύπτει μόνο από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ1, Γ2 (κατά τον επίδικο χρόνο είχε απασχοληθεί στο σταθμό........) και Γ3, επιχειρηματία ραδιοφωνικού Σταθμού στην......., αξιολογούμενες προσηκόντως και σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων των εφεσίβλητων, ..... (υπαλλήλου στο Ρ/Σ "....." του εφεσίβλητου Χ2), ..... (επίσης υπαλλήλου του ίδιου σταθμού), ...... (τέκνου της πρώτης εφεσίβλητης) και .......... (αδελφού των εφεσίβλητων), οι οποίοι αναληθώς βεβαιώνουν ότι η εκκαλούσα από τότε που προσλήφθηκε (Δεκέμβριος 2000) και μέχρι τότε που απολύθηκε (Δεκέμβριος 2001) από τον εφεσίβλητο Χ2 λόγω υπεξαίρεσης ποσού 1.600.000 δρχ., εργάζονταν ως διαφημίστρια στους Ρ/Σ "...." και "......".
Ενισχύεται και από το περιεχόμενο της από 2 Νοεμβρίου 2001 ανυπόγραφης δήλωσης των εφεσίβλητων προς την εκκαλούσα, στην οποία αναγνωρίζεται η ιδιότητα της εκκαλούσας ως αφανούς εταίρου με συμμετοχή 50% στις κερδοζημίες στο Ρ/Σ " .....", πρώην "......". Η ανυπόγραφη αυτή δήλωση των εφεσιβλήτων, στην οποία υπάρχουν προσθήκες και επεξηγήσεις δια χειρός του εφεσιβλήτου Χ2, έχει συνταχθεί προφανώς για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της εκκαλούσας, η οποία μέχρι τότε, καίτοι συμμετείχε στις υποχρεώσεις της εταιρίας κατά το ήμισυ (50%), δεν είχε λάβει την αναλογία της επί των κερδών, που ήταν κυρίως οι εισπράξεις από τις εντολές μετάδοσης διαφημιστικών μηνυμάτων επιχειρήσεων της περιοχής από το Ρ/Σ ".....".
Ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων, ότι η εκκαλούσα εργάστηκε μόνο ως διαφημίστρια στους Ρ/Σ "....." και "......" και δεν υπήρξε ποτέ εταίρος στην εκμετάλλευση του σταθμού " ......", είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Τον Φεβρουάριο του έτους 2002, όταν πλέον είχε λήξει τόσο η μεταξύ των διαδίκων εταιρική σχέση αναφορικά με την εκμετάλλευση του Ρ/Σ ".......", όσο και η συμβατική σχέση μεταξύ της εκκαλούσας και του εφεσιβλήτουΧ2 για τον Ρ/Σ " ....." με βάση το από μηνός .......
ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου, ο εφεσίβλητος Χ2 υπέβαλε μήνυση κατά της εκκαλούσας, κατηγορώντας την για υπεξαίρεση σε βάρος του ποσού 1.582.400 δρχ., που αυτή είχε εισπράξει για λογαριασμό του από τους διαφημιζόμενους μέσω του Ρ/Σ "......." πελάτες του σταθμού για ένα χρόνο (από Ιανουάριο έως και Δεκέμβριο 2001) με βάση το από ......
ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου, στο οποίο η εκκαλούσα ανέλαβε έναντι του ιδιοκτήτη του σταθμού αυτού Χ2 την υποχρέωση να εξευρίσκει επιχειρήσεις που επιθυμούν να διαφημιστούν από τον συγκεκριμένο Ρ/Σ "......" με αμοιβή 20% επί του παραγόμενου από αυτήν μηνιαίου τζίρου. Για την πράξη της αυτήν η εκκαλούσα κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών με την προσαγόμενη από τους εφεσίβλητους 599/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Αν η ίδια σχέση συνέδεε την εκκαλούσα και με τον Ρ/Σ "......" και με δεδομένο ότι η εγκληματική της δραστηριότητα αναπτύχθηκε από Ιανουάριο έως και Δεκέμβριο του έτους 2001, η εκκαλούσα υπό την ιδιότητα της διαφημίστριας και του Ρ/Σ "......" θα είχε αναμφιβόλως υπεξαιρέσει χρήματα και από τους διαφημιζόμενους πελάτες του σταθμού αυτού (".....") και δεν είχε κανένα λόγο να επιλέξει αποκλειστικά και μόνο το Σταθμό ".......", ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης του εφεσίβλητου Χ2.
Κάτι τέτοιο όμως δεν υποστηρίζεται από τους εφεσίβλητους. Πέραν αυτού, αν η συμβατική σχέση μεταξύ της εκκαλούσας και της ιδιοκτησίας του Ρ/Σ "......" ήταν η ίδια με εκείνη που αυτή (εκκαλούσα) είχε με τον Ρ/Σ "......" ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου Χ2, θα είχε συνταχθεί και γι' αυτήν έγγραφο ανάλογου περιεχομένου με εκείνο που συντάχθηκε την .....
για τον Ρ/Σ "......". Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχτηκε κατ' εκτίμηση των αποδείξεων, ότι για την εκμετάλλευση του Ρ/Σ "........." δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων αφανής - εταιρική σχέση (με τους προαναφερθέντες συμβατικούς όρους), έσφαλε κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο εφέσεως της ενάγουσας Ψ1, όχι όμως και κατά το μέρος που αυτή (εκκαλουμένη) απέρριψε την αγωγή της εκκαλούσας ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο Χ2 αφανή εταιρεία, διότι μετά τη λύση της εταιρίας μόνο από τον εμφανή εταίρο (εντολοδόχο διαχειριστή) δικαιούται να ζητήσει την εισφερθείσα χρηματική εισφορά του ο αφανής εταίρος, καθώς επίσης και την απόδοση της αναλογίας του επί των τυχόν κερδών.
Η κατά τα άνω αφανής εταιρική σχέση των διαδίκων λύθηκε περί τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου 2001, διότι τότε αφαιρέθηκε από τον Γ1 το δικαίωμα της αποκλειστικής αναμετάδοσης του προγράμματος του αθηναϊκού Ρ/Σ "......" για την περιοχή της ....., που του είχε παραχωρήσει η ΕΠΕ με την επωνυμία "........." με αποτέλεσμα ο σκοπός της εταιρίας να καταστεί έκτοτε ανέφικτος (ΑΚ 772).
Κατά το χρόνο της λειτουργίας της τα έσοδα της εταιρίας είναι κυρίως, αν όχι αποκλειστικώς οι εισπράξεις που ο εμφανής εταίρος (πρώτη εφεσίβλητη) πραγματοποιεί από τις εντολές μετάδοσης διαφημιστικών μηνυμάτων επιχειρήσεων της περιοχής που επιθυμούν να προβληθούν διαφημιστικά από τον Ρ/Σ ".......", καθώς επίσης και διαφημιστικών εταιριών που ενεργούν για λογαριασμό των διαφημιζόμενων πελατών τους.
Οι εισπράξεις αυτές αποτελούν διανεμητέα στους εταίρους κέρδη ανάλογα με τη μερίδα συμμετοχής τους και έχει υποχρέωση να τα αποδώσει ο εμφανής εταίρος ως εντολοδόχος των λοιπών (αφανών) κατά το αναλογούν σ' αυτούς ποσοστό. Η πρώτη εφεσίβλητη εμφανής εταίρος Χ1 δεν ισχυρίστηκε πρωτοδίκως με τις προτάσεις της ότι υπάρχουν συγκεκριμένα έξοδα που πρέπει να αφαιρεθούν από τις ως άνω εισπράξεις (για το ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση του διαχειριστή εμφανούς εταίρου και όχι στοιχείο της αγωγής, βλ.
ΑΠ 243/1995 Επ.Εμπ.Δικ. 95,607, ΑΠ 739/1989 Ελ.Δ. 31,1251, ΑΠ 692/1987 ΕΕΝ 55,282, ΑΠ 598/1986 ΝοΒ 35,370). Ειδικότερα, κατά το χρόνο λειτουργίας της εταιρίας εισπράχθηκαν τα παρακάτω χρηματικά ποσά από τα διαφημιστικά μηνύματα μέσω του Ρ/Σ ".......": 1) από την επιχείρηση "...... ΟΕ" για 700 μηνύματα (5 ανά ημέρα) με διάρκεια προγράμματος 140 ημερών από 1 Απριλίου 2001 571.200 δρχ.
ή 1676,30 Ε (βλ. την από ..... εντολή μετάδοσης μηνυμάτων), 2) από την "Αθηναϊκή Ζυθοποιία ΑΕ" για διάρκεια προγράμματος τριών (3) μηνών από 1 Ιουνίου έως 31 Αυγούστου 2001, 600.000 δρχ. ή 1.760,82 Ε (βλ. την από ...... εντολή μετάδοσης μηνυμάτων του ......), 3) από τον ...... (ιδιοκτήτη καφετέριας) για διάρκεια προγράμματος δύο (2) μηνών από 15 Ιουνίου έως 15 Αυγούστου 2001 200.000 δρχ.
ή 586,94 Ε (βλ. την από ..... εντολή μετάδοσης μηνυμάτων), 4) από την επιχείρηση "........ ΟΕ" για διάρκεια προγράμματος τριών (3) μηνών από 8 Ιουνίου έως 7 Σεπτεμβρΐου 2001, 600.000 δρχ. ή 1.760,82 Ε (βλ. την από .......εντολή μετάδοσης μηνυμάτων), 5) από τον ........ για διάρκεια προγράμματος τριών (3) μηνών από 14 Ιουνίου έως 14 Σεπτεμβρίου 2001 και για 450 μηνύματα 350.000 δρχ.
ή 1.027,15 Ε (βλ. την άνευ ημερομηνίας εντολή μετάδοσης μηνυμάτων), 6) από τον ...... για διάρκεια προγράμματος τριάντα (30) ημερών από 3 Ιουλίου 2001 έως 31 Ιουλίου 2001, 100.000 δρχ. ή 293,47 Ε για 120 μηνύματα (βλ. την από ....... εντολή μετάδοσης μηνυμάτων), 7) από τον ..... για διάρκεια προγράμματος τριών (3) μηνών από 6 Ιουλίου έως 6 Οκτωβρίου 2001 344.250 δρχ.
ή 1.010,27 Ε για 450 μηνύματα (βλ. την από ...... εντολή μετάδοσης μηνυμάτων), 8) από τον ....... για διάρκεια προγράμματος τριών (3) μηνών από 5 Οκτωβρίου 2001 έως 4 Ιανουαρίου 2002 240.000 δρχ. ή 704,33 Ε (βλ. ....... εντολή που αναφέρεται σε χρόνο έξι μηνών από 5 Οκτωβρίου 2001), 9) από τον ...... για διάρκεια προγράμματος τριών (3) μηνών από 8 Οκτωβρίου 2001 έως 8 Ιανουαρίου 2002, 600.000 δρχ.
ή 1.760,82 Ε για επτά (7) μηνύματα ημερησίως (βλ. την από ....... εντολή). Κατά τον ίδιο χρόνο εισπράχθηκαν, επίσης, χρηματικά ποσά από διαφημιστικές εταιρίες που ενεργούσαν για λογαριασμό των διαφημιζόμενων από τον ίδιο Ρ/Σ ("........") πελατών τους. Συγκεκριμένα, εισπράχθηκαν Α) από τη διαφημιστική εταιρία ΒRAΝD CΟΝΝΕCTΙΟΝ ΑΕ που ενεργούσε για λογαριασμό της διαφημιζόμενης εταιρίας ........
ΕΠΕ 1) Την 27-2-2001 172.500 δρχ. ή 506,24 Ε για διάρκεια προγράμματος από 1-3 έως 14-3-2001 (βλ. την από ..... εντολή μετάδοσης διαφήμισης), 2) την 27-4-2001 690.000 δρχ. ή 2024,94 Ε για διάρκεια προγράμματος από 18-5 έως 31-5-2001 (βλ. την από ...... εντολή μετάδοσης διαφήμισης), 3) την 11-5-2001 172.500 δρχ. ή 506,24 Ε για διάρκεια προγράμματος από 18-5- έως 31-5-2001 (βλ.
την από ...... εντολή), 4) την 29-6-2001 258.000 δρχ. ή 759,50 Ε για διάρκεια προγράμματος από 11-7 έως 31-7-2001 (βλ. την από .... εντολή), 5) την 29-6-2001 172.500 δρχ. ή 506,24 Ε για διάρκεια προγράμματος από 1-8 έως 14-8-2001 (βλ. την από ...... εντολή), 6) την 29-6-2001 86.250 δρχ. ή 253,12 Ε για διάρκεια προγράμματος από 22-8 έως 28-8-2001 (βλ.την από ....... εντολή), 7) την 31-8-2001 258.750 δρχ.
ή 759,35 Ε για διάρκεια προγράμματος από 24-9 έως 29-9-2001 (βλ. την από..... εντολή), 8) την 1-10-2001 86.250 δρχ. ή 253,12 Ε για διάρκεια προγράμματος από 1-10 έως 6-10-2001 (βλ. την από ...... εντολή), 9) την 1-10-2001 172.500 δρχ. 506,24 Ε για διάρκεια προγράμματος από 15-10 έως 31-10-2001 (βλ. την από ...... εντολή), 10) την 1-11-2001 172.500 δρχ. ή 506,24 Ε για διάρκεια προγράμματος από 1-11 έως 14-11-2001 (βλ.
την από ....... εντολή), 11) την 30-11-2001 172.800 δρχ. ή 507,12 Ε για διάρκεια προγράμματος από 3-12 έως 15-12-2001 (βλ. την από ...... εντολή). Β) Από την ίδια ως άνω διαφημιστική εταιρία που ενεργούσε για λογαριασμό της διαφημιστικής εταιρίας ΜΑΝΤΙS ΑΕΒΕ. 1) την 11-6-2001 216.000 δρχ. ή 633,90 Ε για διάρκεια προγράμματος από 11-6 έως 30-6-2001 (βλ. την από ........
εντολή), 2) την 27-6-2001 334.800 δρχ. ή 982,54 Ε για διάρκεια προγράμματος από 1-7 έως 31-7-2001 (βλ. την από ....... εντολή), 3) την 18-10-2001 324.000 δρχ. ή 950,84 Ε για διάρκεια προγράμματος από 18-10 έως 16-11-2001 (βλ. την από ....... εντολή), 4) την 29-11-2001 313.200 δρχ. ή 919,15 Ε για διάρκεια προγράμματος από 3-12 έως 31-12-2001 (βλ. την από ..... εντολή). Γ) Από την διαφημιστική εταιρία ".......
ΟΕ" που ενεργούσε για λογαριασμό της διαφημιζόμενης εταιρίας "Αφοί Πανταζόπουλοι ΑΕ" την 2-11-2001 369.600 δρχ. ή 1.084,67 Ε για διάρκεια προγράμματος από 3-11 έως 2-12-2001 (βλ. την από ..... εντολή). Δ) Από την διαφημιστική εταιρία "......... ΕΠΕ" που ενεργούσε για τον πελάτη της Carariga την 29-8-2001 80.000 δρχ. ή 234,78 Ε για διάρκεια προγράμματος από 3-9 έως 3-10-2001 (βλ.
την από ...... εντολή). Επομένως, το συνολικό ποσό που δικαιούται να λάβει η εκκαλούσα αφανής εταίρος από την εφεσίβλητη Χ1 (εμφανή εταίρο της αφανούς εταιρίας) ανέρχεται συνολικά σε 20.775,34 Ε (9.537,78 Ε η εισφερθείσα σε χρήμα εισφορά της και 11.237,56 Ε η αναλογία της επί των κερδών με βάση τη μερίδα συμμετοχής της στην εταιρία)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή της ως προς την αναιρεσείουσα για την καταβολή της χρηματικής εισφοράς της κατά τη σύστασή της μεταξύ των διαδίκων αφανούς εταιρείας και μέρους των καθαρών κερδών της ίδιας εταιρείας που λύθηκε, στη συνέχεια δε δέχθηκε και την αγωγή κατά τα ίδια κεφάλαια και αιτήματά της ως νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της.
Με το πιο πάνω περιεχόμενο και το αντίστοιχο αίτημά της η αγωγή της αναιρεσίβλητης όπως εκτιμήθηκε και έγινε δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση είναι (νομικά) ορισμένη, ως προς το κεφάλαιό της απόδοσης μέρους των καθαρών κερδών ποσού 11.237,56 ευρώ της αφανούς εταιρείας, ανάλογου προς τη μερίδα συμμετοχής της αναιρεσίβλητης αφού περιέχονται σ' αυτήν όπως και στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του Εμπ.
Ν. 361,719, 758 παρ. 2, 762,763 του Α.Κ. απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος για την καταβολή των καθαρών κερδών, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και των εξόδων λειτουργίας (δαπανών) της εταιρείας στην αγωγή αλλά και την απόφαση. Με το ν' αποφανθεί δε το Εφετείο ότι η αγωγή ήταν νομικά ορισμένη και νομικά βάσιμη χωρίς ν' αξιώσει, κατά και τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα και τη ζητούμενη και τελικά παρασχεθείσα έννομη προστασία, την αναφορά σ' αυτήν και των δαπανών λειτουργίας της εταιρείας, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος τους που αφορά την καταβολή της αναλογίας της αναιρεσίβλητης στα καθαρά κέρδη της εταιρείας ποσού 11.237,56 ευρώ κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εξ άλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, με τις οποίες δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης και την αγωγή της που είχε πρωτόδικα απορριφθεί ως, προς το ίδιο αγωγικό κεφάλαιο και αίτημα, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 47-50 του Εμπ.
Ν. και 361, 719, 758 παρ. 2, 762 και 763 του Α.Κ., ούτε οι αιτιολογίες αυτές είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς, με το να μην αναφέρουν και την αξία των διενεργηθεισών δαπανών κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της αφανούς εταιρείας και μέχρι τη λύση της, αφ' ετέρου δε καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη τη παρούσας.
Επομένως, οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κατά το ίδιο μέρος τους που αφορά την καταβολή της ίδιας αναλογίας της αναιρεσίβλητης στα καθαρά κέρδη της αφανούς εταιρείας κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με το πιο πάνω όμως περιεχόμενο και το αντίστοιχο αίτημά της, για την απόδοση της χρηματικής εισφοράς ποσού 9.537, 78 ευρώ, αυτούσιας, η αγωγή της αναιρεσίβλητης στην οποία εκτίθεται ότι η ένδικη χρηματική εισφορά της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας διατέθηκε για την αγορά κατ 50% του μηχανολογικού εξοπλισμού της εταιρείας των διαδίκων είναι (νομικά) αόριστη, αφού δεν περιέχονται σ' αυτήν όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του Εμπ.Ν 361, 719, 758, παρ. 2, 762, 763 του Α.Κ.
απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος για απόδοση της χρηματικής εισφοράς και ειδικότερα, εφ' όσον η χρηματική εισφορά της αναιρεσίβλητης κάλυψε κατά 50% την αξία των μηχανημάτων της αφανούς εταιρείας και δεν μεσολάβησε "εκκαθάριση" ούτε υπήρχαν δαπάνες από τη λειτουργία της εταιρείας, δεν περιέχεται σ' αυτήν το κατά τα ανωτέρω αναγκαίο στοιχείο, είτε ότι δεν σωζόταν κατά την άσκησή της, είτε ότι είχαν ρευστοποιηθεί, τα μηχανήματα της εταιρείας που κατά την αγωγή είχαν αγορασθεί από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη με τις ισόποσες εισφορές των αντιδίκων συνολικού ποσού 19.075,57 ευρώ, είτε ότι ο αναιρεσείων "διαχειριστής" εξεδήλωσε την πρόθέση να κρατήσει για λογαριασμό του τα μηχανήματα.
Με το να αποφανθεί δε το Εφετείο ότι η αγωγή ήταν νομικά ορισμένη και νομικά βάσιμη χωρίς να αξιώσει, κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα και τη ζητούμενη και παρασχεθείσα τελικά έννομη προστασία και την αναφορά, των πιο πάνω απαιτουμένων στοιχείων, της μη διάσωσης ή της ρευστοποίησης των ίδιων μηχανημάτων, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία και παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων του Εμπ.Ν.
και του Α.Κ. Επομένως, ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ., κατά το μέρος τους, που αφορά την καταβολή (επιστροφή) της χρηματικής εισφοράς της αναιρεσίβλητης κατά τη σύσταση της εταιρείας, αυτούσιας, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως παραδεκτοί και βάσιμοι.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος της κατά τα εις το διατακτικό, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 1284/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το μέρος της που αφορά την παραδοχή της από 29-11-2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς το αυτοτελές κεφάλαιό της, της επιστροφής (απόδοσης) αυτούσιας της τμηματικής εισφοράς της (αναιρεσίβλητης) ποσού 9.537,78 Ευρώ.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ