Legislator Case Law & Legislation
362/2007 AI generated

362/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 362/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Των πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντων: 1.Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Εργατικού Κέντρου Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος" (Ο.Τ.Ο.Ε), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολουτσόπουλο, οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο, ενώ για τον 4ο παραστάθηκε ο πρόεδρος του συλλόγου ..... , ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του το Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

362/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο πρώτος κατά το υπό β΄ μέρος του, εκ του άρθρου 559 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι σχετικές πλημμέλειες είναι βάσιμος.

Keywords

AI generated
act of accession of Greece effective date cheque agreement opt-out clause acceptance for honour accession agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 362 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 362/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθής η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη.

Του αναιρεσίβλητου - υπερού η πρόσθετη παρέμβαση: X1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο.

Των πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντων: 1.Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Εργατικού Κέντρου Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος" (Ο.Τ.Ο.Ε), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολουτσόπουλο, οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο, ενώ για τον 4ο παραστάθηκε ο πρόεδρος του συλλόγου ..... , ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του το Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2086/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9326/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/12/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 1/12/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου και των προσθέτως παρεμβάντων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.

Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στη περίπτωση αυτή η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με την συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίού ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν από αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε με τις νομικές σκέψεις του ότι "αν ο εργοδότης για οποιοδήποτε λόγο καταγγείλει την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας του μισθωτού ακύρως, υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού....." και ακολούθως στο αιτιολογικό της απόφασής του μεταξύ των άλλων που εκτίθενται κατωτέρω, ότι: "Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, εφόσον η από 11.12.2002 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος οφείλεται στην πραγματικότητα σε εχθρότητα της εναγομένης, λόγω της προηγούμενης, μη αρεστής σ΄ αυτή, συμπεριφοράς του ενάγοντος, που απλά διεκδίκησε τα απορρέοντα από την εργασιακή του σχέση νόμιμα δικαιώματά του, η άσκηση του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση εργασίας με τον ενάγοντα, υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ως άνω δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική κατ΄ άρθρο 281 ΑΚ.

Επομένως...... η ως άνω καταγγελία της συμβάσεως είναι άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, και η εναγομένη οφείλει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος.......". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατ΄ ακολουθίαν των οποίων απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και κατά το μέρος αυτής που υποχρεώνει την αναιρεσείουσα, με απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της, να αποδέχεται όπως και προηγουμένως (πριν από την άκυρη απόλυση) τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφενός διότι δέχεται ότι επί καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού η υποχρέωση του εργοδότη για απασχόληση του εργαζομένου, ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της ακυρότητας της καταγγελίας, αφετέρου διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας για απασχόληση του αναιρεσιβλήτου, μη εκθέτοντας περιστατικά εκ των οποίων να συνάγεται ότι κατ΄ εφαρμογή των άνω ή άλλων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, η άρνηση της αναιρεσείουσας να απασχολήσει πραγματικά τον αναιρεσίβλητο, πέραν από τις εκ της υπερημερίας της συνέπειες, είναι παράνομη.

Επομένως ο πρώτος κατά το υπό β΄ μέρος του, εκ του άρθρου 559 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι σχετικές πλημμέλειες είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 669 ΑΚ, η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη αλλά υπόκειται, όπως και η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν είναι καταχρηστική, δηλαδή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη.

Επί χαρακτηρισμού της άνω καταγγελίας ως καταχρηστικής, για τη διαπίστωση αν εχώρησε εσφαλμένη (ψευδής) ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου επί των αορίστων, όπως αυτή, νομικών εννοιών, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν το δικαστήριο της ουσίας που κατέληξε στο άνω νομικό συμπέρασμα, διέλαβε σ' αυτό πανηγυρικά τη φρασεολογία και διατύπωση του νόμου, αλλά αν τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 29-10-1971 από την "Τράπεζα Χίου Α.Ε.", με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία στις 30-4-1992 περιεβλήθη τον έγγραφο τύπο, ως υπάλληλος αυτής, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε θέση, που θα προσδιοριζόταν από την ανωτέρω τράπεζα ανάλογα με τις ανάγκες της, λαμβανομένων υπόψη και των προσόντων, των ικανοτήτων και της ειδίκευσης του ενάγοντος.

Στις 16-6-2000 η ως άνω τράπεζα συγχωνεύτηκε, με απορρόφηση, από την εναγομένη (βλ ΦΕΚ 5010/τ. ΑΕ και ΕΠΕ (21-6-2000) και έπαυσε έκτοτε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο. Όμως, η λειτουργική ενοποίηση των υπηρεσιών των δύο τραπεζών είχε αρχίσει δύο έτη πριν από τη συγχώνευση. Η απορροφηθείσα "Τράπεζα Χίου Α.Ε." δεν είχε Κανονισμό ή Οργανισμό Προσωπικού, που να διέπει τις σχέσεις αυτής με τους υπαλλήλους της.

Αντίθετα, η εναγομένη διαθέτει Οργανισμό Προσωπικού, ο οποίος καταρτίστηκε σύμφωνα με τη ν.δ. 3789/1957, κυρώθηκε με την 26946/5493/23-7-76 κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Απασχόλησης και έχει συμβατική ισχύ. Από το άρθρο 20 του ανωτέρω Οργανισμού, στο οποίο ορίζεται, ότι "Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού με την Τράπεζα λύνεται: 1.

Με την λήξη της συμβάσεως εργασίας, που είναι ορισμένου χρόνου και λήγει στο 65ο έτος της ηλικίας για τους άνδρες.....", προκύπτει, ότι η σύμβαση εργασίας των υπαλλήλων της εναγόμενης είναι ορισμένου χρόνου. Όμως, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, με την ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (συγχώνευση με απορρόφηση), η σύμβαση εργασίας, που είχε συνάψει ο ενάγων με την απορροφηθείσα τράπεζα, δεν λύθηκε αλλά συνεχίστηκε από την απορροφώσα εναγομένη εταιρία, η οποία ως διάδοχος εργοδότρια υποκαταστάθηκε σε όλα τα εργασιακά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας τράπεζας, και συνεπώς και στις εργασιακές σχέσεις που απέρρεαν, μεταξύ άλλων, και από την ως άνω ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, όπως ακριβώς είχαν αυτές κατά τη στιγμή της μεταβίβασης.

Τροποποίηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της πιο πάνω ατομικής σύμβασης του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Μόνη η υπάρχουσα στην προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα από 6-7-2001 επιχειρησιακή ΣΣΕ εργασίας, μεταξύ της εναγομένης και του Συλλόγου των εργαζομένων σ΄ αυτή, πρόβλεψη, ότι "από 1-7-2001 αρχίζει η διαδικασία βαθμολογικής ένταξης στον Οργανισμό Προσωπικού της Τράπεζας Πειραιώς όλων των εργαζομένων που προέρχονται από την Τράπεζας Χίου", δεν συνεπάγεται, ότι ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγομένης έχει επεκταθεί στο σύνολο των εργασιακών σχέσεων του ενάγοντος, ενόψει του ότι στη σχετική διάταξη γίνεται λόγος μόνον για βαθμολογική ένταξη των εργαζομένων στην "Τράπεζα Χίου".

Επομένως, ο ενάγων και μετά την απορρόφηση της "Τράπεζας Χίου Α.Ε." από την εναγομένη συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Όπως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, ο ενάγων είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και κάτοχος μεταπτυχιακών τίτλων MSc από το West Coast University και ΜΒΑ, με ειδίκευση στη Χρηματοοικονιμική και στη Διεθνή Οικονομική από το Claremont Graduate School of Management.

Κατά την πρόσληψη του από την "Τράπεζα Χίου" είχε προϋπηρεσία πέντε ετών στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και αμέσως τοποθετήθηκε ως Διευθυντής στο κατάστημα .... της ανωτέρω τράπεζας, όπου και παρέμεινε μέχρι το Δεκέμβριο 1999. Για όσο χρονικό διάστημα ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην ως άνω τράπεζα, η συμπεριφορά του ήταν άψογη και δεν διατυπώθηκε σε βάρος του κανένα παράπονο σχετικά με την ικανότητα του στη διεκπεραίωση των καθηκόντων των, ενώ, γενικά, η απόδοση στην εργασία του χαρακτηριζόταν ως "πολύ ικανοποιητική" (βλ φύλλα ποιότητας των ετών 1993, 1996 και 1997).

Μετά, όμως, την ουσιαστική λειτουργική ενοποίηση των υπηρεσιών της "Τράπεζας Χίου Α.Ε." με αυτές της εναγομένης, η οποία, όπως αναφέρθηκε, είχε αρχίσει δύο έτη, περίπου, πριν από την συντέλεση της συγχώνευσης, άρχισε μία δυσμενής μεταχείριση του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης. Στις 3-1-2000 ο ενάγων ανέλαβε τη Διεύθυνση του καταστήματος ..... , δυναμικότητας 18 περίπου υπαλλήλων.

Στο κατάστημα αυτό ο ενάγων ζήτησε, να πληρώνονται οι υπάλληλοι το σύνολο των υπερωριών, πράγμα που προκάλεσε την αντίδραση της διοίκησης της εναγομένης (βλ προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις). Έτσι, ένα τετράμηνο μετά την μετάθεση του στο κατάστημα της οδού ..... ο ενάγων απομακρύνθηκε από αυτό και τοποθετήθηκε σε κατάστημα (θυρίδα), που βρίσκεται στη συμβολή των οδών .....

και εχρησιμοποιείτο ουσιαστικά ως αποθηκευτικός χώρος, χωρίς υφισταμένους και χωρίς αντικείμενο εργασίας. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ως άνω καταφανή αδρανοποίηση του, την οποία εύλογα θεώρηση ως βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σχέσης, πλην όμως οι διαμαρτυρίες του δεν είχαν αποτέλεσμα και γι΄ αυτό αναγκάστηκε να προσφύγει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (βλ προσκομιζόμενο υπ' αριθμ .....

δελτίο εργατικής διαφοράς). Μετά την επίδοση της πρόσκλησης για διευθέτηση της σχετικής διαφοράς, η εναγομένη τοποθέτησε τον ενάγοντα ως διευθυντή στο μικρό κατάστημα της οδού ..... . Όμως ο ενάγων και τη νέα αυτή τοποθέτηση του στο ως άνω κατάστημα τη θεώρησε ως βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σχέσης, ισχυριζόμενος, κατά τη συζήτήση της προσφυγής του στην Επιθεώρηση εργασίας, ότι το εν λόγω κατάστημα ισοδυναμούσε με θυρίδα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει προοπτική περαιτέρω εξελίξεώς του, σε αντίθεση με άλλους πρώην υφιστάμενους του, οι οποίοι είχαν αναρριχηθεί στην ιεραρχία των στελεχών τη τράπεζας, και για το λόγο αυτό δήλωσε, ότι θα προσερχόταν στη νέα θέση απλά και μόνον για να μη θεωρηθεί ενδεχόμενη άρνηση του ως απείθεια και με την επιφύλαξη όλων των δικαιωμάτων του "για την άρση της νέας βλαπτικής μεταβολής".

Στο ανωτέρω κατάστημα της οδού ...., εκτός από τον ενάγοντα, υπηρετούσαν και άλλοι δύο υπάλληλοι, ήτοι η ..... , ως ταμίας του καταστήματος, η οποία ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για τις εργασίες του τμήματος Καταθέσεων Αναλήψεων, έχοντας το δικαίωμα, να χορηγεί σε πελάτες, με μόνη την υπογραφή της, ποσά μέχρι 2.000.000 δρχ, και η M1, ως προϊσταμένη του τμήματος καταθέσεων, η οποία είχε δικαίωμα Β' υπογραφής και εγκριτικό όριο χρεώσεων - αναλήψεων από λογαριασμό μέχρι του ποσού των 5.000.000 δρχ (βλ προσκομιζόμενο πίνακα εγκριτικών ορίων ταμιακών συναλλαγών).

Σημειώνεται ότι η ως άνω υπάλληλος, ως προϊσταμένη του τμήματος καταθέσεων, τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας όσο και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, είχε υποχρέωση να ελέγχει, ότι όλα τα παραστατικά, που είχαν συμπληρωθεί χειρόγραφα, είχαν καταχωριστεί σωστά στο ηλεκτρονικό σύστημα, να προβαίνει στις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες για εκείνα τα παραστατικά, στα οποία εντόπιζε λάθη, και να υπογράφει όσα παραστατικά είχαν καταχωριστεί σωστά, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τον έλεγχό τους.

Τις μεσημβρινές ώρες της 6-12-2002, ημέρα Παρασκευή, ο ενάγων, μετά από έλεγχo του δικού του λογαριασμού καταθέσεων, που τηρούσε στην εναγόμενη, διαπίστωσε, ότι από το ίδιο κατάστημα (της οδού ..... ) είχαν γίνει αναλήψεις μετρητών, στις οποίες δεν είχε προβεί ο ίδιος. Αμέσως ζήτησε από τις δύο υπαλλήλους του καταστήματος τα σχετικά παραστατικά των ως άνω συναλλαγών, τα οποία, όμως, όπως διαπιστώθηκε, δεν αναβρέθηκαν.

Κατόπιν αυτού ο ενάγων, ενόψει του ότι, λόγω της εύλογης εμπιστοσύνης που είχε στις πιο πάνω υπαλλήλους, δεν ήταν απόλυτα βέβαιος, ότι επρόκειτο για σκόπιμη ενέργεια, αλλά και επειδή ήθελε προηγουμένως να συνεννοηθεί για τις προαναφερόμενες καταθέσεις με τη σύζυγο του, η οποία ήταν συνδικαιούχος του ανωτέρω λογαριασμού, δήλωσε στις δύο υπαλλήλους, ότι την Δευτέρα θα προέβαινε σε αναλυτικό έλεγχο των αναλήψεων και ότι, εφόσον αυτές δεν εδικαιολογούντο, θα ζητούσε τη διενέργεια εσωτερικού ελέγχου.

Το πρωί της Δευτέρας, 9-12-2002, η M1 με χειρόγραφο σημείωμα της, που παρέδωσε στον ενάγοντα, ομολόγησε, ότι αυτή είχε υπεξαιρέσει από το δικό του λογαριασμό, διάφορα χρηματικά ποσά, των οποίων δεν ενθυμείτο το συνολικό ύψος, ενώ παραδέχθηκε, επίσης, ότι είχε προβεί σε αναλήψεις και από το λογαριασμό δύο άλλων πελατών της εναγομένης, ήτοι του K1, από το λογαριασμό του οποίου είχε αφαιρέσει το ποσό των 2.000 ευρώ, και του Κ2, από το λογαριασμό του οποίου είχε αφαιρέσει το ποσό των 1.000 ευρώ.

Όπως αναγράφεται στην ως άνω από 9-12-2002 έγγραφη ομολογία τη, στις αναλήψεις προέβαινε πρωινές ώρες, όταν τύχαινε για λίγα λεπτά να βρίσκεται μόνη της στο κατάστημα. Κατόπιν αυτού, ο ενάγων ειδοποίησε αμέσως τη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης, η οποία διέταξε τη διενέργεια, αυθημερόν, έκτακτου ελέγχου στο εν λόγω κατάστημα από τους επιθεωρητές .....

και ..... , οι οποίοι και συνέταξαν το από 10-12-2002 ειδικό σημείωμα. Από τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε, ότι η ως άνω υπάλληλος είχε αφαιρέσει, συνολικά, από το λογαριασμό του ενάγοντος 2.700 ευρώ και επομένως το συνολικό ποσό, που αυτή υπεξαίρεσε, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2002 μέχρι τις 3-12-2002, ανήλθε σε 5.700 ευρώ.

Ειδικότερα, οι ως άνω αρμόδιοι επιθεωρητές της εναγομένης διαπίστωσαν, ότι η εν λόγω υπάλληλος προέβαινε στην υπεξαίρεση των χρημάτων με δύο τρόπους, ήτοι α) με αναλήψεις μετρητών μέσω ταμείου από τους λογαριασμούς του ενάγοντος και του πελάτη K1 και β) με μεταφορές ποσών από τους λογαριασμούς του ενάγοντος και του πελάτη Κ2 σε δικούς της λογαριασμούς, που γίνονταν με ημερολογιακές εγγραφές εκτός ταμείου.

Σημειώνεται, ότι η ως άνω υπάλληλος, την ίδια ημέρα που ομολόγησε την πράξη της (9-12-2002), κατέθεσε στο λογαριασμό της το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στα υπεξαιρεθέντα ποσά των δύο πελατών της τράπεζας και το οποίο αμέσως δεσμεύτηκε από την εναγομένη. Επίσης, λίγες ημέρες αργότερα επέστρεψε και το ποσό, που είχε αφαιρέσει από το λογαριασμό του ενάγοντος.

Οι ως άνω δύο επιθεωρητές της εναγομένης στο προαναφερόμενο, από 10-12-2002, ειδικό σημείωμα τους, αναφέρουν, ότι ο ενάγων, κατά παράβαση σχετικών εγκυκλίων της εναγομένης, α) προέβη σε καθυστερημένη ενημέρωση της Δ/νσης Εσωτερικού Ελέγχου, ενώ όφειλε, να προβεί σε άμεση τηλεφωνική ειδοποίηση αυτής, και β) δεν προέβαινε, όπως όφειλε, σε έλεγχο τόσο των ημερήσιων και ημερολογιακών παραστατικών όσο και των συγκεντρωτικών καταστάσεων, που παράγονται καθημερινά και αφορούν ευαίσθητες συναλλαγές (χρεωστικά υπόλοιπα, συναλλαγές με έγκριση, ημερολογιακές εγγραφές κλπ ), που επιβεβαιώνεται από τη μη ύπαρξη υπογραφών του στα παραστατικά - καταστάσεις, παρά τον μικρό αριθμό των συναλλαγών (70-80 ημερησίως), διατυπώνουν δε το συμπέρασμα, ότι "η M1 προέβη στις παραπάνω πράξεις εκμεταλλευόμενη την αποστασιοποίηση του Διευθυντή X1 από τις διαδικασίες ελέγχου και την γενικότερη εποπτεία των εργασιών του καταστήματος".

Μία ημέρα μετά τη σύνταξη από τους επιθεωρητές .... και ..... του από 10-12-2002 ειδικού σημειώματος, δηλαδή στις 11-12-2002, η εναγομένη, προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, προσφέροντας ταυτόχρονα σ αυτόν και τη νόμιμη αποζημίωσή του. Για να δικαιολογήσει την καταγγελία η εναγομένη επικαλέστηκε ευθύνες του ενάγοντος ως διευθυντή του καταστήματος "για τα γνωστά γεγονότα", ήτοι για την υπεξαίρεση των χρημάτων από την πιο πάνω υπάλληλό της.

Αποδείχθηκε, όμως, ότι η εναγομένη προέβη στην ως άνω καταγγελία της συμβάσεως, συνεπεία της προηγούμενης, μη αρεστής σ΄ αυτή, συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, τον Αύγουστο του 2000 είχε διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, που απέρρεαν από την εργασιακή του σχέση, και συγκεκριμένα είχε εκφράσει τη δυσφορία του τόσο για τη μετακίνηση του στο κατάστήμα της οδού ....

όσο και για την τοποθέτηση του, στη συνέχεια, στο κατάστημα (θυρίδα) της οδού ..... , θεωρώντας τις μετακινήσεις του αυτές ως βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σύμβασης και μάλιστα είχε ζητήσει για το σκοπό αυτό και τη διαμεσολάβηση της Επιθεώρησης Εργασίας. Οι ενέργειες αυτές του ενάγοντος, ο οποίος προηγουμένως ως διευθυντής του καταστήματος της οδού .....

είχε ζητήσει, επίσης, να καταβάλλονται στο σύνολο τους οι ώρες υπερωριακής εργασίας των υπαλλήλων του καταστήματος, προκάλεσαν την εχθρότητα προς αυτόν της εναγομένης, η οποία χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τη δήθεν ευθύνη του ενάγοντος για την ως άνω υπεξαίρεση, που διέπραξε η υπάλληλος M1, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως.

Αυτό προκύπτει από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδιαίτερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος με σαφήνεια κατέθεσε, ότι ο ενάγων είχε ζητήσει, να πληρώνονται οι υπάλληλοι όλες τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης τους, γεγονός που είχε προκαλέσει την ενόχληση της εναγομένης, ότι η τελευταία τέσσερις, περίπου, μήνες μετά την μετακίνηση του στο κατάστημα της οδού .....

τον τοποθέτησε "σε χώρο αποθήκης" στην οδό ..... και μετά στο μικρό κατάστημα (θυρίδα) της οδού ...... . Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε, ότι μετά τη συγχώνευση η Διοίκηση της εναγομένης επεδίωκε την απομάκρυνση των διευθυντών, που προέρχονταν από την "Τράπεζα Χίου", προκειμένου να τοποθετήσει στα μεγάλα καταστήματα δικά της στελέχη.

Το ίδιο συνέβαινε και με τα στελέχη, που προέρχονταν από την "Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης", που και αυτή είχε απορροφηθεί με τον ίδιο τρόπο από την εναγομένη, όπως τούτο προκύπτει από σχετική ανακοίνωση του έτους 2002 του "Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς", στην οποία αναφέρεται ότι "στις κρίσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια από αυτή τη Διοίκηση υπήρξε και υπάρχει μία σαφής εκδικητική συμπεριφορά απέναντι στους προερχομένους από την Τράπεζα Μακεδονίας Θράκής" (βλ σχετικά και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις).

Έτσι, μετά τις προαναφερόμενες ενέργειες του ενάγοντος, η εναγομένη επεδίωκε να απαλλαγεί από αυτόν, αναμένοντας την κατάλληλη αφορμή, η οποία παρουσιάστηκε σ΄ αυτή με την υπεξαίρεση του ποσού των 5.700 ευρώ από την υπάλληλο της M1. Το ότι ο πραγματικός λόγος καταγγελίας της συμβάσεως του ενάγοντος ήταν η εχθρική αντιμετώπιση αυτού από την εναγομένη, που συνδέεται αιτιωδώς με την προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος, και ότι η επίκληση της ευθύνης αυτού για την ως άνω υπεξαίρεση ήταν προσχηματική, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της εργασιακής του σχέσης αμέσως μετά την αποκάλυψη της υπεξαίρεσης, χωρίς να καλέσει, προηγουμένως, τον ενάγοντα να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τις ευθύνες, που του απέδιδε το πόρισμα των επιθεωρητών, από τους οποίους ο τελευταίος κλήθηκε, απλά και μόνον, να δώσει μία ιστορική διήγηση της αποκάλυψης του συμβάντος και όχι να απαντήσει για συγκεκριμένες παραλείψεις του, μολονότι α) η αποκάλυψη της υπεξαίρεσης έγινε από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος ουδόλως εκδήλωσε πρόθεση συγκαλύψεως της πράξεως της πιο πάνω υπαλλήλου, καίτοι η τελευταία την ίδια ημέρα που ομολόγησε την πράξη της κατέθεσε στην τράπεζα το ποσό των 3.000 ευρώ, έχοντας την πρόθεση να επιστρέψει, όπως και έγινε, τις επόμενες ημέρες και το υπόλοιπο ποσό των 2.700 ευρώ, β) μέχρι τον ως άνω χρόνο η εναγομένη δεν είχε διατυπώσει σε βάρος του ενάγοντος οποιαδήποτε διαμαρτυρία, επιφύλαξη ή παράπονο σχετικά με τον τρόπο που εκτελούσε τα καθήκοντα του, πράγμα που ενισχύεται και από το ότι ο έλεγχος του καταστήματος από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης συνεχίστηκε επί ενάμισυ μήνα (βλ και κατάθεση μάρτυρα εναγομένης), χωρίς να βρεθεί κάποιο άλλο στοιχείο, που να φανερώνει, ότι ο ενάγων εκτελούσε πλημμελώς την εργασία του, γ) η υπάλληλος M1, που ιδιοποιήθηκε το ως άνω ποσό, πέραν του ότι ενήργησε με δόλο, είχε η ίδια, ως προϊσταμένη του τμήματος καταθέσεων με δικαίωμα Β' υπογραφής, εγκριτικό όριο χρεώσεων-αναλήψεων από λογαριασμό μέχρι του ποσού των 5.000.000 δρχ και μπορούσε να υπογράφει ατομικά όλα τα έγγραφα, που δέσμευαν την τράπεζα μέχρι του ποσού των 1.000.000 δρχ, ενώ ο ενάγων, ως διευθυντής του καταστήματος όφειλε να "ελέγχει και θεωρεί παραστατικά κινήσεων, που ξεπερνούν τα όρια εξουσιοδότησης των υφισταμένων του" (βλ προσκομιζόμενο έγγραφο με την ένδειξη Περιγραφή και Κωδικοποίηση Ρόλων), δ) δεν υπήρξε καθυστερημένη ενημέρωση των αρμοδίων υπηρεσιών της εναγομένης, αφού το πρόβλημα διαπιστώθηκε τις μεσημεριανές ώρες της Παρασκευής, 6-12-2002, και μέχρι το πρωί της Δευτέρας, 9-12-2002, οπότε αποκαλύφθηκε η γενoμέvη υπεξαίρεση και αμέσως ειδοποιήθηκε η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου από τον ίδιο, ο ενάγων δεν ήταν βέβαιος για το τι ακριβώς είχε συμβεί και ενόψει της εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ αυτού και των άλλων δύο υπαλλήλων του καταστήματος αλλά και του γεγονότος ότι ήθελε, προηγουμένως, να συνεννοηθεί και με τη σύζυγο του, που ήταν συνδικαιούχος του λογαριασμού, ήταν απόλυτα εύλογο να αναμένει μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα (Δευτέρα), ώστε μετά από τον αναλυτικό έλεγχο, στον οποίο επρόκειτο να προβεί, να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το ζήτημα, που είχε προκύψει και να αποφύγει έτσι τον κίνδυνο, να καταστήσει υπόπτους τις υπαλλήλους του καταστήματος με απλές υπόνοιες μόνον.

Η προβλεπόμενη σε σχετική εγκύκλιο της εναγομένης, με την ένδειξη "διαδικασία αναγγελίας συμβάντων", υποχρέωση για άμεση τηλεφωνική ειδοποίηση της Διεύθυνσης Επιθεώρησης και Κεντρικών Εργασιών, αφορά, όπως προκύπτει από το ως άνω έγγραφο, περιπτώσεις σοβαρών περιστατικών (ληστείας, τρομοκρατικών ενεργειών, μεγάλων ελλειμμάτων άνω των 1.000.000 δρχ κλπ), που όμως δεν συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού κατά το μεσημέρι της Παρασκευής, 6-12-2002, δεν είχε διαπιστωθεί έλλειμμα ανώτερο του ως άνω ορίου, ε) η γενική ευθύνη του ενάγοντος, που απορρέει από την υποχρέωση του να εποπτεύει, ως διευθυντής, την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος, δεν ήταν ικανή να κλονίσει την εμπιστοσύνη του εργοδότη προς το πρόσωπο του ενάγοντος, ώστε να καθίσταται επιτατική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία αποτελεί, πράγματι, το πιο επαχθές από τα μέτρα που μπορεί λάβει ο εργοδότης κατά του υπαλλήλου, αν ληφθεί υπόψη η δόλια συμπεριφορά της υπαλλήλου που προέβη στην υπεξαίρεση, το μικρό αντικείμενο της υπεξαίρεσης, η μη γνωστοποίηση του γεγονότος στους πελάτες του καταστήματος και η άμεση επιστροφή του ποσού των 3.000 ευρώ από την ως άνω υπάλληλο.

Σημειώνεται, ότι η εναγομένη δεν υπέβαλε μήνυση κατά της τελευταίας, πράγμα που αποδεικνύει, ότι δεν θεώρησε το γεγονός ως σημαντικό, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο οποίος υπέβαλε κατ' αυτής την από 17-3-2003 μήνυση, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για απάτη με ηλεκτρονικό υπολογιστή κατ΄ εξακολούθηση.

Επίσης, η εναγομένη δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο σε βάρος της δεύτερης υπαλλήλου (ταμία), η οποία είχε γνωστοποιήσει στην M1 τον δικό της κωδικό πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό, ότι όλοι οι μάρτυρες των διαδίκων κατέθεσαν, ότι δεν γνωρίζουν άλλη παρόμοια περίπτωση στον τραπεζικό χώρο, που να απολύθηκε ο διευθυντής του καταστήματος για παραμέληση εποπτείας του καταστήματος.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, εφόσον η από 11-12-2002 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, οφείλεται στην πραγματικότητα σε εχθρότητα της εναγομένης, λόγω της προηγούμενης, μη αρεστής σ' αυτή, συμπεριφοράς του ενάγοντος, που απλά διεκδίκησε τα απορρέοντα από την εργασιακή του σχέση νόμιμα δικαιώματα του, η άσκηση του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση εργασίας με τον ενάγοντα, υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ως άνω δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι με τα άνω περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα πράγματι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία τής σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου συνιστά συμπεριφορά έξω και πέραν από τα αξιολογικά όρια της άνω διάταξης και είναι καταχρηστική.

Είναι δε χωρίς ιδιαίτερη σημασία, όπως ανωτέρω σημειώθηκε, το γεγονός ότι το άνω δικαστήριο στη διατύπωση της διαπίστωσής του για υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, τα οποία και απαρίθμησε, δεν χρησιμοποίησε ρητά και τη λέξη "προφανώς" που αναφέρεται στη διάταξη, τη οποία οπωσδήποτε έλαβε υπόψη, ως στοιχείο του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και υπενόησε, ενόψει της έννοιας της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του εργοδότου για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εργαζομένου που προσέδωσε με το νομικό συλλογισμό του και του συμπεράσματος που διατύπωσε ότι η παραπάνω καταγγελία "είναι καταχρηστική κατ΄ άρθρο 281 ΑΚ".

Επομένως ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με το να δεχθεί ότι "........η άσκηση του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση εργασίας με τον ενάγοντα, υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ως άνω δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική κατ΄ άρθρο 281 ΑΚ", επειδή δήθεν δεν δέχεται ότι η αναιρεσείουσα άσκησε το πιο πάνω δικαίωμά της "κατά προφανή υπέρβαση" των αναφερομένων ορίων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά το κεφάλαιο που κατ΄ επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό την 9326/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο και τα υπέρ αυτού παρεμβαίνοντα νομικά πρόσωπα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εκ πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ