362/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated362/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του ότι εργάζεται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο από το έτος 1979, ως καθαριστής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντί ημερομισθίου καθοριζομένου με τις ισχύουσες εκάστοτε σ.σ.ε.
Full text
Απόφαση 362 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 362/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Ε. Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου : Περιφερειακού Γενικού Νοσοκο-μείου Πειραιώς "ΤΖΑΝΕΙΟ" (Ν.Π.Δ.Δ.) που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Φωτεινάτου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουνίου 1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 247/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 99/1998 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29 Ιουλίου 1999 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 180/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε εν μέρει την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της να δικαστεί ξανά από το ίδιο Εφετείο.
Εκδόθηκε στη συνέχεια η 578/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Μαϊου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 4 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος και δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, ως ενιαίο όλον, ήτοι τη νομική αιτία (μείζονα πρόταση), την ιστορική αιτία (ελάσσονα πρόταση) και το δικαίωμα (συμπέρασμα).
Τούτο σημαίνει ότι, όταν στην νέα δίκη τίθεται ως κύριο ή προδικαστικό ζήτημα ο αυτός νομικός συλλογισμός, το δικαστήριο δεσμεύεται για όλα τα στοιχεία αυτού και όχι μόνο για την έννομη συνέπεια. Αυτοτελώς όμως λαμβανόμενος τόσο η νομική, όσο και η ιστορική αιτία, παραμένουν εκτός της ενέργειας του δεδικασμένου, από το οποίο, επομένως, δεν καλύπτονται και τα πραγματικά περιστατικά, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι το πραγματικό της ενστάσεως παραγραφής και της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής (των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που τις προβλέπουν) αποτελείται της πρώτης από την διαδρομή του καθορισμένου χρόνου και της δεύτερης από την ύπαρξη του οριζομένου στο νόμο διακοπτικού της παραγραφής γεγονότος, ήτοι μόνο από πραγματικά περιστατικά, η τελεσίδικη απόφαση που δέχεται ότι δεν έχουν παραγραφεί οι αξιώσεις ορισμένης χρονικής περιόδου, κατά παραδοχή αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, δημιουργεί δεδικασμένο για ολόκληρο το νομικό συλλογισμό - που καλυπτει και τις προταθείσες ένσταση και αντένσταση (άρθρ. 330 ΚΠολΔ) - δηλαδή για το ότι οι αξιώσεις της ανωτέρω χρονικής περιόδου δεν παρεγράφησαν, λόγω διακοπής της παραγραφής, όχι όμως και για τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντένσταση διακοπής της παραγραφής αυτοτελώς, δηλαδή για το ότι τα περιστατικά αυτά διακόπτουν την παραγραφή και αξιώσεων διαφορετικού από το κριθέν χρονικού διαστήματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του ότι εργάζεται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο από το έτος 1979, ως καθαριστής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντί ημερομισθίου καθοριζομένου με τις ισχύουσες εκάστοτε σ.σ.ε.
και δ.α. και ότι το εναγόμενο κατέβαλε σ'αυτόν αποδοχές μικρότερες από εκείνες που εδικαιούτο. Για το λόγο αυτό ζήτησε με την αγωγή του να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο του οφείλει το ποσό των 20.956.465 δρχ. συνολικώς για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 μέχρι 30-6-1994. Το εναγόμενο Νοσοκομείο ισχυρίσθηκε ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε, καταχρηστικά και επιπλέον ότι οι ένδικες αξιώσεις των ετών 1989, 1990 και 1991 υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 σε συνδυασμό με το άρθρο 49 του Ν.Δ. 496/1974.
Κατά της τελευταίας ενστάσεως ο ενάγων αντέταξε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 49 και 51 περ.α' και β' του ως άνω Ν.Δ/τος με την υποβολή απ'αυτόν από κοινού με άλλους 349 συναδέλφους του προς το εναγόμενο της από 27-12-1991 αιτήσεώς του, με την οποία ζήτησαν την καταβολή σ'αυτούς των διαφορών επί των εν γένει αποδοχών τους και αποζημιώσεων του χρονικού διαστήματος από 1-1-1981 μέχρι 27-6-1994.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι 247/1997 και 99/1998 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς αντίστοιχα, με την τελευταία από τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το μέρος που ζητούσε τις μισθολογικές διαφορές της χρονικής περιόδου από'1-1-1989 μέχρι 28-2-1991, κατά παραδοχή της ενστάσεως του εναγομένου για καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή για τις μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-3-1991 μέχρι 27-6-1994, αφού απορρίφθηκε η ένσταση του εναγομένου για παραγραφή των μισθολογικών διαφορών του διαστήματος από 1-3-1991 μέχρι 31-12-1991, μετά παραδοχή της αντενστάσεως του ενάγοντος για διακοπή της παραγραφής με την υποβληθείσα κατά τα ανωτέρω από 27-12-1991 αίτηση αυτού και των λοιπών 349 συναδέλφων του.
Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησε ο ενάγων την από 29-7-1999 αίτηση αναιρέσεως και ο 'Αρειος Πάγος, με την 180/2001 απόφασή του, ανήρεσε την απόφαση του Εφετείου μόνο κατά το μέρος που είχε απορρίψει, ως καταχρητικώς ασκηθείσες, τις αξιώσεις του από'1-1-1989 μέχρι 28-2-1991 χρονικού διαστήματος και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω μέρος, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Ακολούθως, το Εφετείο Πειραιώς, στο οποίο εισήχθη και πάλι η υπόθεση, δέχθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 578/2002 απόφασή του ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος για μισθολογικές διαφορές του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος ήταν νόμιμες, λόγω του δεδικασμένου που προέκυπτε γι'αυτε'ς από προεκδοθείσες τελεσίδικες αποφάσεις και δεν ασκήθηκαν καταχρηστικά, πλην όμως είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ΝΔ 496/1994, την οποία δεν διέκοψε η προμνημονευόμενη από'27-12-1991 κοινή αίτηση του αναιρεσείοντος και των άλλων συναδέλφων του, αφού οι αναφερόμενες στην αίτηση αυτή αξιώσεις δεν εξατομικεύονται, ώστε να προκύπτει ότι ταυτίζονται με τις επίδικες.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση και απέρριψε την αντένσταση, απέρριψε, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που εδίωκε την αναγνώριση των μισθολογικών διαφορών του ως άνω χρονικού διαστήματος, λόγω παραγραφής αυτών. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθορ 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που πρότεινε νόμιμα ο αναιρεσείων, ότι από την προεκδοθείσα 99/1998 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου- η οποία κατά το μέρος που δέχθηκε την αντένσταση του αναιρεσείοντος, για διακοπή της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του χρονικού διαστήματος από 1-3-1991 μέχρι 31-12-1991 δεν εθίγη από την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου- παραγόταν δεδικασμένο και για το ότι δεν παραγράφηκαν και οι αξιώσεις του από 1-1-1989 μέχρι 28-2-1991 χρονικού διαστήματος.
Από την ανωτέρω απόφαση όμως δημιουργήθηκε, όπως εκτέθηκε, δεδικασμένο για το ότι είναι ενεργείς και δεν έχουν παραγραφεί, λόγω διακοπής του χρόνου της παραγραφής, οι αξιώσεις του κριθέντος χρονικού διαστήματος και όχι για το ότι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντένσταση διακοπής της παραγραφής,αυτοτελώς λαμβανόμενα, συνιστούν διακοπτικό γεγονός, που διακόπτει την παραγραφή και αξιώσεων διαφορετικού από το κριθέν χρονικού διαστήματος.
Ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι από την ως άνω 99/1998 απόφαση απέρρεε δεδικασμένο για την διακοπή της παραγραφής των αξιώσεών του με την προμνημονευόμενη από 27-12-1991 κοινή αίτηση αυτού και των συναδέλφων του, και κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1989 έως 28-2-1991 ήταν νόμω αβάσιμος και δεν ασκούσε γι'αυτό επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, το Εφετείο, που δεν τον έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ και αβάσιμα υποστηρίζει το αντίθετο ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, που εκτιμάται ότι στηρίζεται σε πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ -αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει σε ποιον λόγο αναιρέσεως στηρίζεται - μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να απορρίψεί την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου και να μη ερευνήσει τους άλλους λόγους της εφέσεως αυτού και μάλιστα τον λόγο για την παραγραφή, διότι ο 'Αρειος Πάγος, με την 180/2001 απόφασή του, είχε δεχθεί, εμμέσως πλην σαφώς, ότι δεν παραγράφηκαν οι ως άνω αξιώσεις του, αφού, αν είχαν παραγραφεί, δεν θα ειχε έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση, η οποία θα απορριπτόταν, βάσει του άρθρου 578 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενόψει του ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι ο αναιρεσείων άσκησε καταχρηστικά τις ένδικες αξιώσεις του, ενώ είχε υποχρέωση να εξετάσει όλους τους λόγους της εφέσεως που αφορούσαν το σχετικό κεφάλαιο της υποθέσεως, αφού μετά την αναίρεση επανήλθαν οι διάδικοι στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρ. 579 παρ.1 και 581 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ).
Επειδή, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 48 παρ.3, 49 και 51 περ.β' του ΝΔ 496/1974 με το να δεχθεί το Εφετείο αυτεπαγγέλτως ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος έχουν παραγραφεί, διότι η αίτησή του με αριθμό 12303/27-12-1991 δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 51 περ.β' του ως άνω Ν.Δ/τος και δεν διέκοψε την παραγραφή, ενώ πράγματι πληρου'σε όλες τις προϋποθέσεις και εντεύθεν, να απορρίψει την αντένσταση αυτού για διακοπή της παραγραφής, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίφαση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλήσσεται πράγματι η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου για το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αναιρε'σεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ότι με την ανωτέρω αίτηση δεν ζητούσε ο αναιρεσείων τις αξιούμενες αποδοχές, αφού το αναιρεσίβλητο δεν είχε προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς. Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, αφού τα περιστατικά που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν προέκυψαν από την εκτίμηση του περιεχομένου της ανωτέρω αιτήσεως, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη της αντενστάσεως του περί διακοπής της παραγραφής και δεν αποτελούσαν "πράγματα" με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς, που στήριζαν, κατά το νόμο, την άνω αντένσταση ή οποιαδήποτε άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του αναιρεσείοντος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης, που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Τέτοια ένσταση είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ.3 του Ν.Δ. 496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ.γ' του αυτού Ν.Δ/τος ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Η ρύθμιση αυτή έχει γίνει δεκτό ότι εναρμονίζεται προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ή στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ.1 ΚΠολΔ, ενώ δεν είναι αντίθετη και προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ολ.ΑΠ 11/2003) Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κακώς έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την ένταση παραγραφής και εντεύθεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Ανεξάρτητα όμως από την βασιμότητα των προβαλλόμενων με τον ανωτέρω λόγο της αναιρέσεως ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος προεχόντως διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεων, που υπέβαλε το αναιρεσίβλητο ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι τούτο πρότεινε πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, που αφορούν τα έτη 1989, 1990 και 1991 και με λόγο εφέσεως παραπονέθηκε για την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της αντενστάσεως του αναιρεσείοντος περί διακοπής της εν λόγω παραγραφής.
Επειδή, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 48 παρ.3 του ΝΔ 496/1974, που εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε να την εφαρμόσει, διότι αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 20, 28 παρ.1 του Συντάγματος, 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκαν με το Ν.Δ. 53/1974, καθόσον με την θέσπιση αυτής υφίσταται διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους ιδιώτες εργοδότες ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 250 αριθμ. 17 ΑΚ και 4 παρ.1, 48 παρ.1 του ως άνω ΝΔ 496/1974, βραχυχρόνιας παραγραφής (πενταετία).
Για το ανωτέρω ζήτημα η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ότι η θεσπιζόμενη με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΝΔ 496/1974 υπέρ των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη παραγραφή δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ και είναι συνταγματικά θεμιτή, ενώ η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ούτε αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 659/2003), 1449/2002 κ.α.). 'Ηδη όμως με την 1/2005 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ.2 του Συντάγματος και του .3038/2002 έγινε δεκτό ότι η παρόμοια διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", που προβλέπει διετή παραγραφή των απαιτήσεων για αποδοχές ή αποζημιώσεις των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως.
Παρά το γεγονός δε ότι η ανωτέρω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για τα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια (άρθρο 8 του Ν.3038/2002), η γενόμενη δεκτή σ'αυτή αντίθετη προς την κρατούσα άποψη δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, η επίλυση του οποίου μπορεί να έχει ως συνέπεια και την μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως ως αντισυνταγματικής.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2β ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει εκείνα που κρίθηκαν ως απορριπτέα.
Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον τρίτο λόγο της κρινόμενης από 11-5-2004 αιτήσεως του Ε. Π. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 578/2002 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ