Legislator Case Law & Legislation
361/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on sales contract dispute and orders costs to state.

Case Number 361/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's judgment in a sales contract dispute. The appellant sought to overturn a decision ordering them to pay the plaintiff €15,042 for the balance of goods sold. The court found the appeal procedurally admissible but rejected the substantive arguments, upholding the lower court's ruling on the merits. Consequently, the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellee, which were assigned to the State.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1, 577 §1, 577 §3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal against a first-instance judgment if the lower court correctly applied the law and facts, thereby rejecting the appellant's grounds for reversal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility sales contract dispute balance of payment legal costs allocation State assignment of costs first instance judgment commercial litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 12 §2 of Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 361 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 361/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Μάνο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίνας Κροντήρη, βάσει της 81/2021 πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου για παροχή νομικής βοήθειας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών.

Εκδόθηκε η 33/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/5/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ` αριθ. 209/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας την έφεση της ενάγουσας- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 146/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας την από 17-6-2013 αγωγή της τελευταίας για καταβολή υπολοίπου τιμήματος από πώληση εμπορευμάτων, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 15.042 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε, και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ή 560 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και συντρέχει, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται-εξειδικεύονται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015).

Αν, λοιπόν, το δικαστήριο δεχτεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ` ουσίαν εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017).

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ανακοπής κλπ από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείτε ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια, ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 739/2017, ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1495/2009).

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 560 KΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).

Εξ' αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 KΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (ΑΠ 930/2021, ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 196/2020), καθώς και εκείνος του αριθμού 12 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων".

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 17-6-2013 αγωγής (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε : Ότι τυγχάνει μοναδική εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του αδελφού της Γ. Κ. του Ν., ο οποίος απεβίωσε την 26-12-2012 και ο οποίος εν ζωή διατηρούσε ατομική επιχείρηση-εργαστήριο διακοσμητικών κατασκευών, επί της οδού ...

στον ... Ότι ο κληρονομούμενος, στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, είχε καταρτίσει με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, την 5-7-2008 διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δυνάμει των οποίων πώλησε και παρέδωσε στην τελευταία τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα, συνολικής αξίας 47.799 ευρώ, και συγκεκριμένα: 1) τρεις γυναικείες φιγούρες κατασκευασμένες από πολυεστερικές ρητίνες και υαλοβάμβακα και έξι (6) φτερά πεταλούδων προσαρμοσμένα στις φιγούρες, κατασκευασμένα από αλουμίνιο, αξίας 10.170 ευρώ, και εξέδωσε το υπ' αρ ...

τιμολόγιο και το 26/11-6-2008 δελτίο αποστολής, 2) τρεις ανδρικές φιγούρες κατασκευασμένες από πολυεστερικές ρητίνες και υαλοβάμβακα και έξι (6) φτερά αετού προσαρμοσμένα στις φιγούρες κατασκευασμένα από αλουμίνιο, αξίας 15.255 ευρώ, και εξέδωσε το υπ' αρ ... τιμολόγιο και το 26/11-6-2008 δελτίο αποστολής και 3) τριάντα έξι τεμάχια 100*100 για τη διακόσμηση σε τρία μπάρ, κατασκευασμένα εξωτερικά από αλουμίνιο, όπου αφαιρέθηκαν με λέιζερ κοπής τρία τεμάχια σχήματος πεταλούδας στο καθένα και διαφορετικών σχεδίων, αξίας 22.374 ευρώ, και εξέδωσε το υπ' αριθμ. ...

τιμολόγιο και το 26/11-6-2008 δελτίο αποστολής. Ότι όλα τα παραπάνω εμπορεύματα παραδόθηκαν προσηκόντως στην εναγομένη, η οποία τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα και κατέβαλε έναντι της ως άνω οφειλής της το ποσό των 32.757 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου από 15.042 ευρώ, το οποίο και αρνείται να καταβάλει. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, υπό την ιδιότητά της ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμου του αδελφού της, το ποσό αυτό, με το νόμιμο τόκο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 146/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 209/2021 απόφαση, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της παραπάνω αγωγής ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του αδελφού της, αποκτώντας κατά νόμο την ιδιότητα αυτή, αφού υπέβαλε δήλωση φόρου κληρονομίας, αίτηση στην αρμόδια ΔΟΥ Α' Αθηνών για ρύθμιση των οφειλών του αδελφού της, εξέδωσε πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών και μη δημοσίευσης διαθήκης κλπ., και ακολούθως αφού δέχθηκε την έφεση τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και δικάζοντας την αγωγή την έκανε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, απορρίπτοντας σιγή τον προβληθέντα από την εναγομένη ενώπιον του Ειρηνοδικείου και επαναφερθέντα με τις προτάσεις της ενώπιον του ως Εφετείου δικάζοντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρισμό της, περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, επειδή δεν αναφέρεται η τιμή μονάδος εκάστου πωληθέντος είδους, αλλά μόνο η συνολική.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας, διότι στο δικόγραφο αυτής δεν διαλαμβάνονταν τα αναγκαία για την πληρότητά του στοιχεία, και συγκεκριμένα δεν αναφερόταν η τιμή μονάδος εκάστου πωληθέντος είδους, αλλά μόνο η συνολική.

Ωστόσο, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο του προβαλλόμενου περί αοριστίας ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, πρόκειται για ποσοτική αοριστία της αγωγής, την οποία συνιστούν οι διαλαμβανόμενες στο σχετικό ισχυρισμό ελλείψεις, ενώ δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για νομική αοριστία, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ούτε και στοιχειοθετείται υπό τα επικαλούμενα περιστατικά ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια, ότι λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε τη νομική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της μη απόρριψης της αγωγής λόγω της ποσοτικής της αοριστίας (αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) (και όχι και από τον αρ. 5 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ κατ' ορθή υπαγωγή-αντί του αναφερόμενου από τον αρ. 8 του 559, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο- ή από τον αρ. 1 του 560 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κατ` επίκληση παραβίασης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Με τον τρίτο από τον αρ 1 του άρθρου 560 του KΠολΔ κατ` ορθή υπαγωγή, λόγο αναίρεσης, και όχι από τον αρ 1 του άρθρου 559 (όπως εσφαλμένα, αναγράφεται στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του αδελφού της, στην άσκηση της αγωγής, παρόλο που αυτή δεν απέδειξε ότι αποδέχθηκε την κληρονομία με την προσκομιδή της οικείας πράξης αποδοχής κληρονομίας, αντί να αποφανθεί ότι δεν προέκυψε επαγωγή της κληρονομιάς με νόμιμο τρόπο, και να επιδικάσει στη συνέχεια το αιτηθέν ποσό, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που καθορίζουν τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις της επαγωγής της κληρονομίας αλλά και την απόδειξη της ιδιότητας του κληρονόμου.

Με το περιεχόμενο αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, γιατί δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 KΠολΔ λόγου αναίρεσης, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ενώ σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενου του λόγου, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Ήτοι ο λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολό τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, του οποίου η κρίση, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων),είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν. 3226/2004 προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κ.λπ., συνίσταται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις, η απαλλαγή δε περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1-3 ν. 4194/2013 Κώδικα Δικηγόρων, που ισχύει κατά το άρθρο 166 παρ. 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α` 208/27-9-2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (7-2-2022), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, της μεν παραγράφου 1 με το άρθρο 7 παρ.8 α' του ν.4205/2013, της δε παραγράφου 3 με το άρθρο 7 παρ. 8 β` του ν.4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα

ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων κλπ, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής. Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ.

α` του αυτού νόμου με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών κλπ, που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, ενώ το εδ.

β' της εν λόγω παραγράφου, που προέβλεπε ότι η αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης και παράστασης ενώπιον του μικτού ορκωτού δικαστηρίου κλπ, καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν. 4689/2020, από την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΦΕΚ Α 103/27-5-2020). Περαιτέρω, με την ΥΑ 98535/2014 (ΦΕΚ Β 3578 2014) των άνω Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης κλπ, α) η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές και β) στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή, ενώ, μετά την παραπάνω κατάργηση του εδ.

β' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3226/2004 (που προέβλεπε, σε συνδυασμό με την ως άνω ΥΑ ότι σε περίπτωση αναίρεσης η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), με το άρθρο 46 του Ν. 4689/2020, από την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΦΕΚ Α 103/27-5-2020), δεν τυγχάνει εφαρμογής η ρύθμιση αυτή ότι σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), αφού μετά την κατάργηση κατά τα άνω της προβλέπουσας τη μείωση αυτή ως άνω διάταξης του εδ.

β' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3226/2004, με το άρθρο 46 του Ν. 4689/2020 (ΦΕΚ Α 103/27-5-2020), ελλείπει η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση με την ΥΑ 98535/2014 της μείωση της εν λόγω αμοιβής κατά 20%. Τέλος, με το άρθρο 58 παρ. 4 περ. β` του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κλπ, σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε υποθέσεις τακτικής διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου ανέρχεται για παράσταση σε 459 ευρώ και για κατάθεση προτάσεων σε 534 ευρώ (AΠ 1317/2019, ΑΠ 974/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την 81/2021 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης της αναιρεσιβλήτου περί παροχής σ` αυτήν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν. 3226/2004, η δικηγόρος Αθηνών Μαρίνα Κροντήρη, προκειμένου να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση της 7-2-2022 κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης κατ' αυτήν, με την ίδια δε ως άνω Πράξη η αναιρεσίβλητη απαλλάχθηκε από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 ν. 3226/2004.

Πραγματικά, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης (που αφορά την προαναφερθείσα διαφορά) κατά την δικάσιμο αυτή η αναιρεσίβλητη παρέστη μετά της ορισθείσας ως άνω δικηγόρου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Επομένως, τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε η αναιρεσίβλητη και τα οποία πρέπει, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττάται (άρθρο 176,183 KΠολΔ), θα επιδικασθούν δε υπέρ του Δημοσίου, ταυτίζονται με την αποζημίωση της ορισθείσας ως άνω δικηγόρου της για την παράστασή της και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, και ανέρχονται στο ποσό των 1.231,32 ευρώ, υπολογιζόμενο σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω (νόμιμη αμοιβή 459 ευρώ για παράσταση συν 534 ευρώ για προτάσεις, επί ΦΠΑ ποσοστού 24% ίσον 569,16 και 662,16 ευρώ, αντίστοιχα).

Τα ως άνω δικαστικά έξοδα πρέπει κατ` εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν. 3226/2004 να επιδικασθούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-5-2021 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", για αναίρεση της υπ' αριθ. 209/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων τριάντα ενός ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (1.231,32), και επιδικάζει αυτά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ