Legislator Case Law & Legislation
361/2022 AI generated

361/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 361/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

361/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).

Keywords

AI generated
ongoing social benefits common flat-rate scheme for farmers european Agricultural Guarantee Fund unemployment insurance financing agricultural insurance agricultural direct payments
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 361 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 361/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ... (πρώην ...), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Βλάχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την με αριθμό κατάθεσης 7451/2012 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5176/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12959/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/5/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17.05.2020 και με ειδ.αριθ. κατάθ.57/22.06.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 12959/18.10.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του Ν. 2496/1997, που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ.4 και 34 του ίδιου νόμου και επί ασφαλιστικών συμβάσεων, που προϋπήρχαν αυτού και είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου.

Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του Ν.2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).

Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της σύμβασης (άρθρ. 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο- δέκτη της υπόσχεσης), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πλήρωσης των όρων της σύμβασης.

Πρόκειται περί γνήσιας ομαδικής ασφάλισης, η οποία λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρ. 411 ΑΚ), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (ΑΠ 11/2006, ΑΠ 1895/2008).

Εξάλλου, η διαχειριστική ασφάλιση η οποία είναι μια εντελώς ειδική περίπτωση σύμβασης, είναι μια επενδυτικής φύσης εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφάλισης με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 κεφ.

VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από 1-1-2016 με την παρ.1 του άρθρου 278 του Ν.4364/2016, επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για την, κατόπιν αμειβόμενης εντολής, διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.

Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί και διαχειρίζεται ως εντολοδόχος Λογαριασμό Κατάθεσης Κεφαλαίων, στον οποίο η επιχείρηση ή ο σύλλογος (εντολέας) καταθέτει χρήματα, εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα, όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης μέλους του συλλόγου ή της επιχείρησης και οι συμφωνηθέντες, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 361 και 713 επ.

ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία) στη δημιουργία του κεφαλαίου, αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στην εκτέλεση της εντολής και συγκεκριμένα στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων.

Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλους του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννιέται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή πληρωθεί η αίρεση της συνταξιοδότησης και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση διαχείρισης, απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενό του ασφαλιστή (σύλλογο ή εργοδότη) και στη συνέχεια να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 1201/2020, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1447/2019, ΑΠ 462/2018, ΑΠ 1131/2017, ΑΠ 162, 163/2017).

Επομένως, ο τρίτος που δεν είναι συμβαλλόμενος, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ασφαλιστή εντολοδόχο την παροχή σε εκείνη την έκταση και ποσότητα, την οποία, στο πλαίσιο της εντολής, καθόρισε δεσμευτικά για τον εντολοδόχο ασφαλιστή ο εντολέας σύλλογος ή εργοδότης. Και τούτο διότι, κατά τα άρθρα 717 και 718 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ενδέχεται να συνδέονται συγκεκριμένου περιεχομένου οδηγίες του εντολέα προς τον εντολοδόχο και εν προκειμένω του συλλόγου ή εργοδότη προς τον ασφαλιστή, σχετικές με την αποδοτέα στον τρίτο παροχή, οι οποίες να έχουν επιτακτικό (και όχι ενδεικτικό) χαρακτήρα, οπότε ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται σ' αυτές απαρεγκλίτως, μη έχοντας δικαίωμα να ελέγξει το περιεχόμενό τους, ευθυνόμενος άλλως για κακή εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 860/1987).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα, η εν λόγω δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, που έκρινε ως εφετείο, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη (ορθόν:

Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 5-8-1970 και απασχολήθηκε έως 25-11-2005, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του Διευθυντή, με μέσο μηνιαίο μισθό, κατά το τελευταίο έτος, πριν από τη συνταξιοδότησή του, το ποσό των 4.359,99 ευρώ. Με το με αριθμό 53/20.06.1985 ομαδικό ασφαλιστήριο, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης, καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), και του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού Αγροτικής τράπεζας της Ελλάδος (...), ο οποίος ενοποιήθηκε με έτερα λειτουργούντα στην Αγροτική Τράπεζα σωματεία και λειτουργούντα ενοποιημένα σε ένα σωματείο με την επωνυμία ..., το οποίο υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του ..., συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα:

Άρθρο 1-(Γενικές Διατάξεις): "ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του Συμβαλλομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του συμβολαίου και το Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Προνοίας, ο οποίος ρυθμίζει τις σχέσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ Συμβαλλομένου και Ασφαλισμένων.[...].

Η Εταιρία θα συναλλάσσεται αποκλειστικά με τον Συμβαλλόμενο για οποιοδήποτε θέμα που περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο[...]. Οι υποχρεώσεις της Εταιρίας προς τον ασφαλισμένο (εργαζόμενο) αρχίζουν από την ημερομηνία που το κατάλληλο ποσό αποσυρθεί από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου για την καταβολή της προβλεπόμενης παροχής".

Άρθρο 3 (Εισφορές-Τόκοι που υπολογίζονται στο Κεφάλαιο-Εγγύηση) 3.1.1.Σην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους, Συμβαλλόμενος διαβιβάζει στην Εταιρεία κατάσταση των εργαζομένων που καλύπτονται από το πρόγραμμα[...] -3.1.2 Με βάση τις παραπάνω πληροφορίες η Εταιρία καθορίζει το ποσό της εισφοράς που καταβάλλει ο Συμβαλλόμενος στην αρχή κάθε έτους[...]3.1.3.Κάθε έτος επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του Κεφαλαίου.

Οι διαφορές που τυχόν διαπιστωθούν μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση εισφοράς, σύμφωνα με τις προτάσεις της εταιρείας[...]3.3.3. Η Εταιρία εγγυάται το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου κάθε στιγμή [...] Αν η Εταιρία διαπιστώσει ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει για αυτό τον Συμβαλλόμενο και να του εισηγηθεί τις αναγκαίες προσαρμογές που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του Λογαριασμού.

Δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και καμία μεταβολή δεν γίνεται από την Εταιρία, εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για την κάλυψη της παροχής αυτής. Άρθρο 5-(Γνωστοποίηση Δικαιώματος Παροχής)5.1 Κατά τη διάρκεια της ισχύος του συμβολαίου ο Συμβαλλόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει το δικαίωμα παροχής του ασφαλισμένου.

Η γνωστοποίηση θα γίνεται με την μορφή που έχει καθορίσει η Εταιρία και θα συμπληρώνεται με ικανοποιητικό τρόπο, ώστε να δίνει η Εταιρία όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την καταβολή της. 5.2. Η Εταιρία έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποδείξεις που εκείνη θα κρίνει ικανοποιητικές για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχονται στη γνωστοποίηση αυτή.

Η Εταιρία δεν έχει καμία υποχρέωση για καταβολή παροχής για οποιαδήποτε άτομα, αν δεν λάβει προηγουμένως κανονικά συμπληρωμένη τη γνωστοποίηση. 6.1. Με τη λήψη κανονικά συμπληρωμένης της γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η εταιρία αναλαμβάνει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου το ποσό που χρειάζεται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους του Προγράμματος και τα στοιχεία του ατόμου που τη δικαιούται, όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση.6.2.Το απαιτούμενο ποσό για την καταβολή της παραπάνω παροχής που πρέπει να αναληφθεί από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου υπολογίζεται με βάση το τεχνικό σημείωμα που ισχύει και έχει εγκριθεί από το Υπουργείο εμπορίου.

Άρθρο 10(-Πληροφορίες)10.3.Κάθε πληροφορία με ασφαλισμένο, η οποία κατά τη χρονική περίοδο της ασφάλισης ή της αποχώρησης αποκαλυφθεί ανακριβής, θα διορθωθεί για τον καθορισμό των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου. Η Εταιρία θα διορθώσει στη συνέχεια τον υπολογισμό της αξίας των παροχών σε βάρος του κεφαλαίου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ ΑΡ. ... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ 20.6.1985, ως Συμβαλλόμενος, ορίζεται ο ..., ως Ασφαλισμένος, τα μέλη του ανωτέρω Συλλόγου, ως μηνιαίος μισθός, ο συνολικός ακαθάριστος μηνιαίος μισθός που δηλώνει κάθε φορά ο συμβαλλόμενος στην εταιρία, ως συντάξιμος μηνιαίος μισθός, ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου 12μηνου πριν από τη συνταξιοδότηση και ως συντάξιμη υπηρεσία ο συνολικός χρόνος παραμονής του ασφαλισμένου στο πρόγραμμα από την ημερομηνία ασφάλισης έως τη συνταξιοδότηση.

Τέλος, η παροχή του ανωτέρω ασφαλιστικού προγράμματος, την οποία δικαιούται κάθε ασφαλισμένος, κατά την ημερομηνία συνταξιοδότησής του, υπολογίζεται με ποσό ίσο 15% του συντάξιμου μηνιαίου μισθού επί τη συντάξιμη υπηρεσία. Το ποσό αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό δύο συντάξιμων μισθών με την προϋπόθεση ότι ο συνταξιοδοτούμενος θα έχει συμπληρώσει 25 έτη συνολικής παραμονής στο Σύλλογο, ενώ για μικρότερο διάστημα θα μειώνεται αναλογικά.

Ο ανωτέρω Γενικός Κανονισμός Προγράμματος Προνοίας του Συμβολαίου ... τροποποιήθηκε από 01-01-1996 ως προς το είδος της Παροχής με τη με αριθμό ... Πρόσθετη Πράξη κατόπιν της από 31-1-1997 και της από 12-02-1997 αίτησης του ... και ορίστηκε: "Κάθε ασφαλισμένος δικαιούται εφάπαξ παροχής την ημερομηνία κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα που τον καλύπτει.

Το ποσό αυτής της παροχής είναι, Συντάξιμος Μηνιαίος Μισθός επί συντάξιμη υπηρεσία επί το ποσοστό όπως, αυτό κατά περίπτωση αναφέρεται παρακάτω:[...] 3.Όσα μέλη έχουν συμπληρώσει 15 χρόνια ταμειακής ενημερότητας στο ... δικαιούνται ποσοστό ενίσχυσης 8% για κάθε έτος ταμειακής ενημερότητας". Ακόμη, ως μέσος συντάξιμος μηνιαίος μισθός ορίστηκε "ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν από τη συνταξιοδότηση επί του οποίου υπολογίζεται η ενίσχυση των εξερχομένων Μελών του Συλλόγου.

Για τα εξερχόμενα μέλη από 01-01-1996 μέχρι 31.12.1997 ορίζεται το πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού 540.000 δρχ.". Όταν ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε, επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και κατέστη δικαιούχος της εφάπαξ παροχής... η δε εναγομένη υπολόγισε το ποσό της αποζημίωσης, με βάση τον υπολογισμό 36 έτη υπηρεσίας Χ 8% Χ 1.584,74, στο ποσό των 4.437,27 ευρώ, εκδίδοντας τη με αριθμ.

πρωτοκ. ... εντολή πληρωμής. Ο ενάγων, ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 10.3 της ανωτέρω σύμβασης, η οποία... έχει τη μορφή γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, στα πλαίσια διαχείρισης ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων... ζήτησε τη διόρθωση της πληροφορίας ως προς το μέσο μηνιαίο μισθό με το από 2.11.2010 έγγραφό του προς την εναγομένη...

Η εκκαλούσα με την έφεσή της ισχυρίζεται ότι με τη με αριθμό ... Πρόσθετη Πράξη ο μέσος μηνιαίος μισθός ορίστηκε για όλους τους υπαλλήλους στο ποσό των 540.000 δρχ. ή 1584,74 ευρώ, το οποίο είχε άτυπα αναπροσαρμοστεί από 1-1-1996 και συνεχίστηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης, το έτος 2013. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι εκτός από το με αριθμό 53/1984 ασφαλιστήριο και τη με αριθμό .../1997 Πρόσθετη Πράξη, στην οποία αναφέρεται ότι το πλαφόν των 540.000 δρχ.

ή 1.584,74 ευρώ ισχύει για το χρονικό διάστημα 1996-1997, η εναγομένη δεν επικαλείται έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτής και του Συλλόγου για τη διατήρηση του πλαφόν προς απόδειξη του ισχυρισμού της, καθόσο, μάλιστα, οι εργαζόμενοι κατέβαλαν κατόπιν αναλογιστικής μελέτης, βάσει της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 3 "Εισφορές-τόκοι που υπολογίζονται στο Κεφάλαιο-Εγγύηση", σε συνδυασμό με το παράρτημα του με αριθμό 53 Ασφαλιστηρίου, η τακτική μηνιαία εισφορά εκ μέρους του εργαζομένου, άρα και του ενάγοντος, καθορίζεται σε 0,40% επί του συνολικού μηνιαίου ακαθάριστου ποσού.

Συνεπώς, δεν προκύπτει ότι η εισφορά αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το ανωτέρω πλαφόν των 540.000 δρχ. για κάθε εργαζόμενο, αλλά, αντίθετα η εναγομένη υπολογίζει για κάθε εργαζόμενο το ποσό της εισφοράς, το οποίο οφείλει να καταβάλει ο Συμβαλλόμενος στην αρχή κάθε έτους, απορριπτόμενων των τρίτου και όγδοου λόγων έφεσης, ως ουσία αβασίμων.

Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι με το άρθρο 1 του ασφαλιστηρίου σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ.3, αυτή συμβάλλεται αποκλειστικά με το Σύλλογο και ότι οι πληροφορίες για τον υπολογισμό της παροχής, καθώς και η διόρθωση αυτών γίνεται μόνο από το συμβαλλόμενο Σύλλογο. Ωστόσο, σύμφωνα με το δικαίωμα προσδοκίας του ασφαλισμένου...

με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή, τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος, αυτός απέκτησε άμεσο και ίδιο αποκλειστικό δικαίωμα προς την υποσχεθείσα ασφαλιστική εταιρεία, απορριπτόμενων των δεύτερου, τέταρτου και έβδομου λόγων έφεσης, ως ουσία αβάσιμων. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 5, του άρθρου 3 των Γενικών Όρων,1 και του άρθρου 10.2 και 10.3 σε συνδυασμό με το Παράρτημα Β' του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπου αναφέρεται ότι "Η τακτική εισφορά για το συμβόλαιο αυτό ορίζεται σε 0,40% του συνολικού μηνιαίου ακαθάριστου μισθού και καταβάλλεται από τον Συμβαλλόμενο", προκύπτει ότι ο ενάγων ως δικαιούχος, πλέον έθεσε, τα στοιχεία των πραγματικών μηνιαίων αποδοχών του κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, προσκομίζοντας τη σχετική εργοδοτική βεβαίωση, ενώ η εναγομένη σύμφωνα με τους ανωτέρω όρους είχε δικαίωμα να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες για την ακρίβεια των πληροφοριών που της είχε χορηγήσει ο συμβαλλόμενος Σύλλογος προκειμένου να καταβληθεί η παροχή και δεν χρειαζόταν να αναμένει διόρθωση ή ενημέρωση εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου Συλλόγου.

Σε αντίθετη περίπτωση, αν ο Σύλλογος αδρανούσε, το δικαίωμα του ασφαλισμένου, ο οποίος εν τω μεταξύ κατέβαλλε τις εισφορές προς την εναγομένη, θα καθίστατο ανενεργό, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει από τη σύμβαση, δεδομένου ότι και η καταβολή του ασφαλίσματος γινόταν απευθείας στον ασφαλισμένο. Ακόμη, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν δύναται να έχει λόγο για το ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού επί του οποίου υπολογιζόταν το ποσό της παροχής αφού αυτή δεν κατέβαλε ίδια κεφάλαια, αλλά πρόκειται περί κεφαλαίων του αντισυμβαλλόμενου συλλόγου εκ των εισφορών των μελών του, τα οποία αυτή απλώς διαχειριζόταν βάσει αναλογιστικών μελετών και δεν φέρει ευθύνη αν αυτά έχουν καταστεί ανεπαρκή, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ειδικότερα, με τους όρους 3.1.1., 3.1.2. και 3.3.3, οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι η εναγομένη έχει την εποπτεία του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου και πρέπει να μεριμνά και να προχωρά σε όλες τις απαραίτητες συστάσεις προς το Συμβαλλόμενο Σύλλογο, ώστε να διατηρείται η επάρκεια του λογαριασμού, συνεπώς, αυτή έχει αναλάβει την ευθύνη της εποπτείας του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου και της τήρησης των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, στην οποία έχει προσχωρήσει, εγγυάται δε το επαρκές υπόλοιπο του λογαριασμού, απορριπτόμενου του έκτου λόγου έφεσης ως ουσία αβάσιμου.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγομένη εσφαλμένα υπολόγισε το ποσό της εφάπαξ παροχής, το οποίο έπρεπε να υπολογιστεί με βάση τον πραγματικό μηνιαίο μισθό του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος και, συγκεκριμένα, 4.359,99 ευρώ Χ 35 έτη Χ 8% = 12.207,97 ευρώ, απορριπτόμενου του ένατου λόγου έφεσης ως ουσία αβάσιμου.

Συνεπώς, με δεδομένο ότι η εναγομένη κατέβαλε ήδη στον ενάγοντα το ποσό των 4.437,27 ευρώ, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει τον ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό της εφάπαξ παροχής ύψους 7.770,70 ευρώ, κατά τα αναφερόμενα στην εκκαλουμένη". Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 7.770,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 25-11-2005 μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να υπολογίσει την ένδικη συνταξιοδοτική παροχή του αναιρεσίβλητου με βάση το μέσο μηνιαίο μισθό που ο ίδιος γνωστοποίησε σ' αυτή και ότι ο αναιρεσίβλητος από της συνταξιοδότησής του απέκτησε άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα προς καταβολή της κατ' αυτό τον τρόπο υπολογιζόμενης συνταξιοδοτικής παροχής, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις αφενός μεν των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1 και 5 του Ν.2496/1997,αφετέρου δε των άρθρων 201, 209, 361, 410-412, 414, 713 και 717 του ΑΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 13 κεφ.

VII παρ.2α Ν.Δ. 400/1970, καθόσον, υπό τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, υπό την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά πρόκειται για Σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης Λογαριασμού, με βάση την οποία ο εκάστοτε εργαζόμενος, μέλος του Συλλόγου, με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία αυτή τελούσε, ήτοι από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του, αποκτούσε άμεσο και ίδιο αποκλειστικό δικαίωμα κατά της αναιρεσείουσας, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση του συμβαλλόμενου Συλλόγου (λήπτη της ασφάλισης), προς καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής αφαιρετέας από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου, υπό τον όρο όμως της προηγούμενης γνωστοποίησης από τον Σύλλογο στην αναιρεσείουσα του δικαιώματος παροχής του ασφαλισμένου μαζί με τις απαιτούμενες για την καταβολή αυτής πληροφορίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και ο μέσος μηνιαίος μισθός του δικαιούχου και από τις οποίες δεσμευόταν η αναιρεσείουσα από την εμπεριεχόμενη στη σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης σχετική εντολή του Συλλόγου προς αυτή (άρθρο 5), εφόσον δε, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω παραδοχές, ο Σύλλογος γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα ως μέσο μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.584,74 ευρώ (ή 540.000 δρχ), η τελευταία, ως εντολοδόχος, είχε συμβατική υποχρέωση να υπολογίσει τη συνταξιοδοτική παροχή του αναιρεσίβλητου με βάση το ποσό αυτό και όχι με βάση το μεγαλύτερο μηνιαίο μισθό των 4.359,99 ευρώ που ο ίδιος γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται ο αναιρεσίβλητος, ως μέλος του Συλλόγου, να αξιώσει από την αναιρεσείουσα την καταβολή σ' αυτόν παροχής υπέρτερου ποσού από εκείνο που γνωστοποίησε ο Σύλλογος και, συνακόλουθα, την καταβολή της αιτούμενης με την ένδικη αγωγή διαφοράς της εν λόγω παροχής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπαγωγής των δεκτών γενομένων στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικών περιστατικών σε μερικώς εσφαλμένες νομικές διατάξεις (που διέπουν την ομαδική ασφάλιση), καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων εκείνων που ρυθμίζουν την, έχουσα χαρακτήρα εντολής, σύμβαση της ασφαλιστικής διαχείρισης, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει την από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 355/2004), κατά την ανέλεγκτη, προς τούτο, κρίση του (ΑΠ 1749/2005),είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 832/2009).

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ( ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει, όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 51/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μολονότι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών(ασφαλιστικής εταιρείας και Συλλόγου) ως προς τη σημασία και τις έννομες συνέπειες της γνωστοποίησης από το Σύλλογο των στοιχείων, και ιδιαίτερα του μηνιαίου μισθού, για τον προσδιορισμό της καταβλητέας παροχής προς τον αναιρεσίβλητο, εντούτοις δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την πλήρωση του κενού αυτού, η διαπίστωση του οποίου προκύπτει, κατά την αναιρεσείουσα, από το γεγονός ότι, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα δεν ήταν υποχρεωμένη σύμφωνα με τη σύμβαση να καταβάλει την παροχή στο συνταξιοδοτούμενο μέλος χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση των στοιχείων υπολογισμού της από το Σύλλογο, παρ' όλα αυτά, το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα από αυτή ισχυρισμό της, ότι η ευθύνη της περιοριζόταν αποκλειστικά στην καταβολή στον αναιρεσίβλητο της παροχής με βάση τη γνωστοποίηση του Συλλόγου, από τον οποίο και μόνον μπορούσε να γίνει διόρθωση αυτής και όχι από τα μέλη του, με την αιτιολογία ότι όφειλε να υπολογίσει την παροχή με βάση τον πραγματικό συντάξιμο μισθό, διορθώνοντας τη σχετική πληροφορία, κατ' άρθρο 10.3 της σύμβασης.

Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "...Όταν ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε, επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και κατέστη δικαιούχος της εφάπαξ παροχής...

η δε εναγομένη υπολόγισε το ποσό της αποζημίωσης, με βάση τον υπολογισμό 36 έτη υπηρεσίας Χ 8% Χ 1.584,74, στο ποσό των 4.337,27 ευρώ... Ο ενάγων, ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 10.3 της ανωτέρω σύμβασης... ζήτησε τη διόρθωση της πληροφορίας ως προς το μέσο μηνιαίο μισθό με το από 2.11.2010 έγγραφό του προς την εναγομένη...

ο ενάγων ως δικαιούχος, πλέον, έθεσε τα στοιχεία των πραγματικών μηνιαίων αποδοχών του κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, προσκομίζοντας τη σχετική εργοδοτική βεβαίωση, ενώ η εναγομένη σύμφωνα με τους ανωτέρω όρους είχε δικαίωμα να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες για την ακρίβεια των πληροφοριών που της είχε χορηγήσει ο συμβαλλόμενος Σύλλογος προκειμένου να καταβληθεί η παροχή και δεν χρειαζόταν να αναμένει διόρθωση ή ενημέρωση εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου Συλλόγου.

Σε αντίθετη περίπτωση, αν ο Σύλλογος αδρανούσε, το δικαίωμα του ασφαλισμένου, ο οποίος εν τω μεταξύ κατέβαλλε τις εισφορές προς την εναγομένη, θα καθίστατο ανενεργό, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει από τη σύμβαση, δεδομένου ότι και η καταβολή του ασφαλίσματος γινόταν απευθείας στον ασφαλισμένο. Ακόμη, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν δύναται να έχει λόγο για το ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού επί του οποίου υπολογιζόταν το ποσό της παροχής, αφού αυτή δεν κατέβαλε ίδια κεφάλαια, αλλά πρόκειται περί κεφαλαίων του αντισυμβαλλόμενου συλλόγου εκ των εισφορών των μελών του, τα οποία αυτή απλώς διαχειριζόταν βάσει αναλογιστικών μελετών και δεν φέρει ευθύνη αν αυτά έχουν καταστεί ανεπαρκή, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ειδικότερα, με τους όρους 3.1.1., 3.1.2. και 3.3.3, οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι η εναγομένη έχει την εποπτεία του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου και πρέπει να μεριμνά και να προχωρά σε όλες τις απαραίτητες συστάσεις προς το Συμβαλλόμενο Σύλλογο, ώστε να διατηρείται η επάρκεια του λογαριασμού, συνεπώς, αυτή έχει αναλάβει την ευθύνη της εποπτείας του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου και της τήρησης των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, στην οποία έχει προσχωρήσει..".

Από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχεται, έμμεσα, την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας σχετικά με την περιεχόμενη στο άρθρο 10.3 της ένδικης σύμβασης δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων σχετικά με τη διόρθωση τυχόν ανακριβούς πληροφορίας εκ μέρους του Συλλόγου, καθόσον, για να στηρίξει την κρίσιμη παραδοχή του, ότι η αναιρεσείουσα δεν δεσμευόταν ως προς το μέσο μηνιαίο μισθό από το αναγραφόμενο στη σχετική γνωστοποίηση του Συλλόγου ποσό, γιατί αυτό ήταν ανακριβές και, επομένως, όφειλε η ίδια να διορθώσει αυτό με βάση τις(μεγαλύτερες)μηνιαίες αποδοχές που της γνωστοποίησε ο αναιρεσίβλητος "και δεν χρειαζόταν να αναμένει διόρθωση ή ενημέρωση εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου Συλλόγου", χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι, αν υποτεθεί ότι δεν υφίστατο τέτοια βούληση, το δικαίωμα του δικαιούχου, σε περίπτωση που ο Σύλλογος αδρανούσε, θα καθίστατο ανενεργό, προβαίνοντας παράλληλα και σε συσχετισμό του ανωτέρω όρου με άλλους όρους της σύμβασης, χωρίς, ωστόσο, να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους, ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις ανωτέρω διατάξεις που τους περιέχουν, αναφέρει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των κριθέντων ως βασίμων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 12959/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων(3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ