Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of grounds and violation of non-appealable trial court findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court's findings on evidence tampering and tax declarations were arbitrary and violated procedural laws. The court ruled that the appeal lacked substantive grounds because it challenged the trial court's discretionary assessment of evidence and factual findings, which are not subject to cassation review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 561, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the trial court's discretionary assessment of evidence and factual findings, which are non-appealable under cassation procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 361 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 361/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Π. του Λ. και Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Α. και Ό., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Συμεωνίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/ΤΠ/2017 (που διορθώθηκε με την 96/ΤΠ/2017) οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2114/2019 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 7- 11-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2114/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
- Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας από 21-4-2016 αγωγή της αναιρεσείουσας που είχε ασκήσει από κοινού με την μη διάδικο στη παρούσα δίκη αδελφή της Αγγελική Παπαδοπούλου, κατά της αναιρεσίβλητης, ζήτησαν, κυρίως, να κηρυχθεί άκυρη η υπ αριθ.
…/ …-3-2015 δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Νάουσας Ιωάννη Ταμπάρη, με την οποία η αποβιώσασα αδελφή τους στις 9-12-2015, εγκατέστησε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, μοναδική κληρονόμο της, στα αναφερόμενα σ' αυτή περιουσιακά στοιχεία, λόγω απάτης και απειλής που ασκήθηκε σε βάρος της διαθέτιδας παρανόμως και εναντίον των χρηστών ηθών από την εναγομένη και, επικουρικώς, να ακυρωθεί η πιο πάνω διαθήκη, λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη.
Επί της αγωγής αυτής το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία εξέδωσε την υπ' αριθ. 37/2017 οριστική απόφαση του, με την οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως μόνον η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 30-1-2018 έφεση, επί της οποίας το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την αναιρεσιβαλλομένη 2114/2019 απόφαση του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 2/2008) Στη προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως μέμφεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικότερα:
Ι. την υπ'αριθ. 58/15-7-2016 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Α. Κ. και Σ. Δ. Α., ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της( για ακύρωση της επίδικης διαθήκης λόγω απειλής, με το περιεχόμενο ότι: "Επίσης θέλω να προσθέσω ότι η Σ. Σ. πλησίασε την Τ. με σκοπό να της γράψει την κινητή και ακίνητη περιουσία της, γιατί όπως έλεγε σε εμένα και την Σ. Α. η Τ., η Σ. Σ. την πίεζε και την απειλούσε ότι εάν δεν της γράψει την περιουσία της με διαθήκη τότε θα την εγκαταλείψει και δεν θα συνεχίσει να την επισκέπτεται και να της προσφέρει τις υπηρεσίες της ως φυσιοθεραπεύτριά της. Η Τ. εκείνο το διάστημα ήταν τρομερά πιεσμένη, προβληματισμένη, γιατί ήξερε ότι δεν πράττει το σωστό, και σε μεγάλο δίλημμα. Μας έλεγε επίσης ότι εάν της γράψει την περιουσία θα το κάνει γιατί δεν θα έχει άλλη επιλογή και γιατί δεν θέλει να σταματήσει να την επισκέπτεται δύο φορές την εβδομάδα η φοσικοθεραπεύτριά της (Σ. Σ. η οποία της απάλυνε, έστω και λίγο, τον πόνο γιατί αντιμετώπιζε αρκετά μυοσκελετικά προβλήματα κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της"
II. Ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της για ακύρωση της επίδικης διαθήκης λόγω απάτης α. την από 1-11-2016 εξέταση της μάρτυρος Σ. Α., ενώπιον του Πταισματοδίκη Νάουσας, η οποία κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι "...Μάλιστα τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο πριν τον θάνατο της, έκανε φυσικοθεραπεία ο Α. Μ....." β. τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ.
Α. η οποία κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι "Είχε και άλλο φυσικοθεραπευτή ο Α. Μ." και Θ. Σ., ο οποίος κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι "Άκουσα ότι πήγε και κάποιος φυσικοθεραπευτής ονόματι Μ...." όπως παρατίθενται στα πρακτικά της υπ' αριθ. 1416/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Ειδικότερα, όσο αφορά την υπ' αριθ.
…/…-7-2016 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Α. Κ. και Σ. Δ. Α., ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της αγωγής για ακύρωση της επίδικης διαθήκης λόγω απειλής, δεν δημιουργείται ουδεμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε την ως άνω ένορκη βεβαίωση υπόψη για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος καθόσον στην σελ. 27 της προσβαλλόμενης αναφέρεται ότι "...
Ούτε το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, δηλαδή στην ακυρωσία της διαθήκης (κατά την Α.Κ 1782) καθόσον δεν καταδεικνύεται από αυτές, ότι ασκήθηκε από την εναγομένη στην κληρονομούμενη ψυχολογική βία, ώστε να συντάξει αυτή την ευνοϊκή γι' αυτήν διαθήκη.
Σημειώνεται, ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι αιτία συντάξεως της επίδικης διαθήκης ήταν προτροπές και πιέσεις της εναγόμενης προς την κληρονομούμενη που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως ηλικιωμένη και μακροχρόνια ασθενής, ήταν άτομο ευάλωτο σε παρόμοιες συμπεριφορές, τούτο δεν συνιστά απειλή και δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαθήκης, αφού δεν προσκομίζονται επαρκείς και πειστικές αποδείξεις περί του ότι η εναγόμενη πράγματι απείλησε την κληρονομούμενη ότι θα την εγκαταλείψει, προκειμένου να κάμψει τη θέλησή της και να αναγκαστεί να συντάξει την ένδικη διαθήκη, αντίθετα κανένας από τους κατά πρόταση της ενάγουσας, εξετασθέντες μάρτυρες, κατέθεσε κάτι σχετικό." Επίσης ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και α.
την από 1-11-2016 εξέταση της μάρτυρος α) Σ. Α., ενώπιον του Πταισματοδίκη Νάουσας, β. τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Α. και Θ. Σ., όπως παρατίθενται στα πρακτικά της υπ' αριθ. 1416/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, η δε παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: "Η ύπαρξη του φυσικοθεραπευτή Α.
Μ. και μόνο για το χρονικό διάστημα των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου 2015, ως του προσώπου που παρείχε τις υπηρεσίες αυτές στη διαθέτιδα "αφιλοκερδώς κατά άτακτα χρονικά διαστήματα στη θανούσα", μόνο στο σχετικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας εμφανίζεται" αναφέρεται, προδήλως, στο σχετικό ισχυρισμό που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από την εκκαλούσα με σχετικό λόγο έφεσης της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη προαναφερόμενες ένορκες καταθέσεις.
Κατόπιν όλων αυτών και από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη και Συμβολαιογράφου, τις οποίες προσδιόρισε κατ' αριθμό και λοιπά στοιχεία, όλα τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι) σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασής, για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το πιο πάνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με όλες τις αποδείξεις τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 178 ΑΚ, η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι άκυρη, αν το περιεχόμενο της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ως κριτήριο, για τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών, χρησιμεύει το συναίσθημα, που έχει για την ηθική, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ο, κατά γενική αντίληψη, χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος κοινωνικός άνθρωπος. Εξάλλου, για να κριθεί, αν η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης, τα αίτια που ώθησαν το διαθέτη, ο σκοπός που επεδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2 και 1712 ΑΚ προκύπτει, ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στο χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως, έκφραση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη θέλησή του, την τύχη της περιουσίας του, για το χρόνο μετά το θάνατο του, με τους περιορισμούς, όμως, των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και του άρθρου 178 ΑΚ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζουν οι παραπάνω διατάξεις, προσκρούει στα χρηστά ήθη η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι απλώς επειδή το πρόσωπο που τιμάται με αυτή είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της κατάληψης ή τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, μαρτυρούν ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση του διαθέτη, καθώς, επίσης και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη έναντι εγγυτάτων προσώπων της νόμιμης οικογένειάς του, (ΑΠ 370/2017). Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές, δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και, συνεπώς, δεν είναι άκυρη, η διαθήκη, όταν έγινε για λόγους, που δεν είναι ηθικά επιλήψιμοι (ΑΠ 370/2017). Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της διάταξης τελευταίας βουλήσεως ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, είναι ζήτημα νομικό, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως σε νομική έννοια και, συνεπώς, η σχετική κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανέλεγκτα, έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 754/2019 ΑΠ 403/2017).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1782 παρ. 2 ΑΚ "η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη". Ως απάτη νοείται η εκ προθέσεως συμπεριφορά που τείνει να δημιουργήσει ή να διατηρήσει μια εσφαλμένη εντύπωση και συνίσταται, είτε σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη, αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση αληθινών γεγονότων, τα οποία παρασύρουν και πείθουν τον διαθέτη στην τελευταία διάταξη, στην οποία αυτός δεν θα προέβαινε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα, αν δεν πειθόταν από τις απατηλές ενέργειες ή παραστάσεις, ενώ η πλάνη που προκλήθηκε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται στη διαθήκη.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι στην έννοια της απάτης περιλαμβάνονται ψευδείς και υποβολιμιαίες ή δελεαστικές παραστάσεις, οι οποίες έγιναν με δόλο και τεχνηέντως, έχουν δε ως αποτέλεσμα να πείσουν και να παρασύρουν τον διαθέτη να περιλάβει στη διαθήκη του διάταξη, την οποία δεν θα διατύπωνε, αν δεν μεσολαβούσε η κατά τα ως άνω συμπεριφορά εκείνου που μετήλθε την απάτη (π.χ.
ψευδείς υποσχέσεις, καλλιέργεια με συκοφαντίες ή ψευδολογίες αντιπάθειας, καχυποψίας ή μίσους του διαθέτη, κυρίως προς τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του). Στην περίπτωση αυτή η πλάνη του διαθέτη που προκαλείται από την απάτη καθιστά ακυρώσιμη την τελευταία διάταξη, τόσο όταν έχει ως αποτέλεσμα τη διάσταση της βούλησης και της δήλωσης του διαθέτη, όσο και όταν εντοπίζεται στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως.
Μεταξύ απατηλών ενεργειών ή παραστάσεων και περιεχομένου της προσβληθείσας διαθήκης απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος, ο οποίος συναρτάται με τη διαπίστωση ότι ο διαθέτης, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν παραπειθόταν από αυτές, δεν θα συνέτασσε τη συγκεκριμένη διαθήκη. Μάλιστα, δεν απαιτείται η απάτη να υπήρξε το μοναδικό αίτιο που οδήγησε το διαθέτη στη διατύπωση της υπό ακύρωση διάταξης, αλλά αρκεί ότι χωρίς την απάτη ή χωρίς και την απάτη δεν θα διατύπωνε τη διάταξη.
Πρέπει προσέτι κατά την έννοια της διατάξεως αυτής να προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απάτη ασκήθηκε και πράγματι προκάλεσε στο διαθέτη, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της προσωπικότητάς του, της ηλικίας, της κατάστασης της υγείας του, της ψυχολογικής κατάστασης και εν γένει της ιδιοσυγκρασίας του, τη διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης, τα δε ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά θα πρέπει να εξετάζονται και αναφορικά με το χρόνο σύνταξης της διαθήκης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1787 ΑΚ την ακύρωση της διάταξης της διαθήκης, στην περίπτωση αυτής μπορούν να ζητήσουν μόνο εκείνοι που ωφελούνται άμεσα από την ακύρωσή της και τέτοιοι μπορεί να είναι εκείνοι που πρόκειται να αποκτήσουν ευθέως κληρονομικό δικαίωμα σε περίπτωση ακύρωσης της διαθήκης, είτε ως άμεσοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, είτε και ως εγκατάστατοι με προηγούμενη διαθήκη, που αναβιώνει μετά την ακύρωση. (Α.Π 682/2016).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι στην έννοια της απάτης περιλαμβάνονται ψευδείς και υποβολιμαίες ή δελεαστικές παραστάσεις, οι οποίες έγιναν με δόλο, έχουν δε ως αποτέλεσμα να πείσουν και παρασύρουν το διαθέτη να περιλάβει στη διαθήκη του διάταξη που δεν θα περιλάμβανε, αν δεν μεσολαβούσε η κατά τα ως άνω συμπεριφορά του μετελθόντος την απάτη.
Στην προκειμένη αυτή περίπτωση, η από την απάτη προκαλούμενη πλάνη του διαθέτη καθιστά ακυρώσιμη την τελευταία διάταξη, τόσον όταν έχει ως αποτέλεσμα τη διάσταση της βούλησης και της δήλωσης του διαθέτη, όσο και όταν εντοπίζεται στα παραγωγικά της βούλησής του αίτια.(Α.Π 1452/2011). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικό περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα (στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π 1058/2020).
Με το δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγους αναιρέσεως προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 178 Α.Κ., τις οποίες το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ακύρωση της διαθήκης, διότι αντιβαίνει στα χρηστά ήθη κατ' άρθ. 178 Α.Κ.
Ειδικότερα, στον δεύτερο λόγο αναφέρεται ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ι) ότι η αναιρεσείουσα διατηρούσε άψογες σχέσεις με τη θανούσα αδελφή της, για την οποία δέχθηκε ότι έτρεφαν εκατέρωθεν βαθύτατα αισθήματα αγάπης, ii) ότι σε όλες τις προγενέστερες διαθήκες της, η κινητή και ακίνητη περιουσία της θανούσας (στην οποία περιλαμβάνεται η πατρική τους οικία στη …) καταλειπόταν πάντοτε μόνο σε πρόσωπα της οικογένειας τους, εν αντιθέσει με την επίδικη διαθήκη, όπου για πρώτη φορά δεν καταλείπεται το παραμικρό περιουσιακό στοιχείο είτε σ' αυτή είτε σε κάποιο άλλο πρόσωπο της οικογένειας τους, ιιι) ότι η θανούσα αισθανόταν έντονη ανασφάλεια τα τελευταία χρόνια της ζωής λόγω των αυξανόμενων προβλημάτων υγείας της και ιν) ότι δεν υπήρχε η παραμικρή αιτία ή εύλογη αφορμή προκειμένου να μην καταλειφθεί σ' αυτήν το παραμικρό μέρος της περιουσίας της θανούσας, εντούτοις θεώρησε ότι αυτά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του άρθρου 178 ΑΚ και, συγκεκριμένα, ότι δεν εκδηλώθηκε αδικαιολόγητη περιφρόνηση προς το πρόσωπο της.
Με το πρώτο δε σκέλος του τρίτου λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδικης διαθήκης ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, αρκούμενη μόνο στη παράθεση των σχετικών νομικών διατάξεων και χωρίς να τις συνδέσει με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, που παραδεκτά επισκοπήθηκε κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ., δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ακύρωση της διαθήκης, διότι αντιβαίνει τα χρηστά ήθη κατ' άρθ. 178 Α.Κ.: "Οι σχέσεις της θανούσας με τις αδελφές της και κυρίως με την ενάγουσα Π., ήταν αρμονικές καθ' όλη τη διάρκεια του βίου της, έτρεφαν δε η μία για την άλλη βαθιά αισθήματα αγάπης.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια πριν το θάνατο της, η Α. Π. συναισθανόμενη έντονη ανασφάλεια λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και τα οποία προϊόντος του χρόνου και της ηλικίας της επαυξάνονταν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ενάγουσα διέμενε μόνιμα στη …, η δε δεύτερη των αρχικώς εναγουσών αδελφή της Α., ήταν πλέον σε προχωρημένη πλέον ηλικία (83 ετών} ενώ η έτερη δε αδελφή της Β.
είχε ήδη αποβιώσει από το έτος 2009, ανέπτυξε στενούς δεσμούς με την εναγομένη... Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της διαθήκης αποδεικνύεται ότι η διαθέτης είχε αποφασίσει να περιέλθουν τα περιουσιακά της στοιχεία στην εναγόμενη και την επιθυμία της αυτή την εξέφρασε με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς να προβαίνει σε απρεπείς χαρακτηρισμούς, θίγοντας τη τιμή και την αξιοπρέπεια των εγγύτατα συγγενικών της προσώπων, μεταξύ αυτών την ενάγουσα-αδελφή της, την οποία μεταξύ των άλλων απέκλεισε από την κληρονομιά.
Σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλόμενη διαθήκη δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε ότι η διαθέτης υπήρξε θύμα οποιουδήποτε, έστω και έμμεσου εξαναγκασμού από την εναγομένη ή άλλο πρόσωπο, προκειμένου αυτή να ρυθμίσει με τη διαθήκη τις περιουσιακές της σχέσεις, όπως εκείνη επιθυμούσε, ούτε επίσης προέκυψε ότι η εναγομένη φρόντισε τεχνηέντως να αποξενωθεί η διαθέτης από την ενάγουσα.
Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου περί μη αντίθεσης της προσβαλλόμενης διαθήκης στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, ασφαλώς δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το καταληφθέν στην εναγόμενη ακίνητο, αποτελεί το σύνολο της πατρικής της περιουσίας, το οποίο στο παρελθόν και από το Σεπτέμβριο 2009 και μέχρι την 24 Απριλίου 2012 με τις προγενέστερες διαθήκες που είχε συντάξει κατέλειπε πάντοτε μόνο σε πρόσωπα της οικογένειας της και τούτο διότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στο χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βούλησης, έκφραση της οποίας συνιστά το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη βούληση του, την τύχη της περιουσίας του, για το χρόνο μετά το θάνατο του, στην προκειμένη δε περίπτωση, από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η διαθέτης, εννιά μήνες πριν το θάνατο της αποφάσισε ελεύθερα και αβίαστα να καταστήσει κληρονόμο της την εναγόμενη και για το λόγο αυτό κάλεσε το συμβολαιογράφο Νάουσας Ιωάννη Τάμπαρη και παρουσία τριών μαρτύρων, εξέφρασε την τελευταία της επιθυμία για τη διάθεση των περιουσιακών της στοιχείων στην εναγόμενη και τούτο διότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας της και η όποια ψυχολογική υποστήριξη της την τελευταία τριετία, στηριζόταν κυρίως στις ενέργειες της εναγομένης.
Με βάση τα ανωτέρω, αναμφισβήτητο είναι ότι η επίμαχη διαθήκη, με την οποία η διαθέτης, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της την εναγόμενη, δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Τούτο δε, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο τρόπος καταλήψεως του συνόλου της περιουσίας της στην εναγόμενη (και όλα τα συνοδευτικά πραγματικά περιστατικά) δεν φανερώνει απόλυτη ψυχική και συναισθηματική εξάρτηση προς την εναγόμενη.
Επιπλέον δε η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά δεν ενέχει, σύμφωνα με το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης της διαθέτιδος προς την εκκαλούσα-ενάγουσα αδελφή της, τη μόνη από τους εγγύτερους δηλαδή κατά το χρόνο του θανάτου της συγγενή της, η οποία συνεχίζει να επικαλείται την ακυρότητα της ένδικης διαθήκης.." Δηλαδή, το Εφετείο ως προς ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ακύρωσης της διαθήκης, διότι αντιβαίνει στα χρηστά ήθη κατ' αρθ. 178 Α.Κ., δέχθηκε ότι η επίμαχη διαθήκη, με την οποία η διαθέτης εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της την εναγομένη δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως προς την επικουρική της βάση να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαθήκη λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, σύμφωνα με τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και, επιπλέον, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Επομένως οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, είναι αβάσιμες.
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ακύρωσης της διαθήκης λόγω απάτης κατ' άρθ. 1782 παρ.2 Α.Κ. Ειδικότερα, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απέρριψε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τον ισχυρισμό της ότι η επίμαχη διαθήκη αποτελεί προϊόν εξαπάτησης της διαθέτιδας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία την είχε διαβεβαιώσει, ότι θα της συμπαρίσταται νυχθημερόν μέχρι του θανάτου της, πλην όμως μικρό χρονικό διάστημα μετά την σύνταξη της διαθήκης την εγκατέλειψε, δεν την επισκεπτόταν στην οικία της και δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις της και η διαθέτης πριν το θάνατο της είχε εκδηλώσει την πρόθεση ανάκλησης της επίδικης διαθήκης, πράγμα το οποίο δεν μπόρεσε να επιτύχει λόγω της εισαγωγής της στο νοσοκομείο, όπου απεβίωσε και συγκεκριμένα ι) Ως προς την πρόθεση της θανούσας να ανακαλέσει την προσβαλλόμενη διαθήκη της, εξαιτίας της εξαπάτησής της από την αντίδικο, γεγονός μάλιστα για το οποίο είχε ήδη δώσει σχετική εντολή σε συμβολαιογράφο και το οποίο δεν συνέβη αποκλειστικά και μόνο εξαιτίας της εσπευσμένης εισαγωγής της στο νοσοκομείο (όπου και απεβίωσε) η προσβαλλόμενη έκανε επί λέξει δεκτό ότι "...
δεν αντέχει στους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής ο ισχυρισμός των πιο μαρτύρων Α. χήρας Α. Κ. και Σ. συζ. Δ. Α., ότι η διαθέτης είχε μεν ζητήσει ενώπιον τους από το συμβολαιογράφο Ταμπάρη να συντάξει νέα διαθήκη με την οποία θα ακύρωνε την ένδικη, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατόν, διότι αυτή (διαθέτης) εισήχθη στο Νοσοκομείο και εν τελεί απεβίωσε.
Και τούτο διότι οι ίδιες οι πιο πάνω μάρτυρες, στην ίδια ένορκη βεβαίωση τους κατέθεσαν ότι σε εκτέλεση της ταυτόχρονης εντολής της διαθέτιδος προς το συμβολαιογράφο περί ανάκλησης της ένδικης διαθήκης και ειδικότερα της εντολής περί σύνταξης πληρεξουσίου προς τη δεύτερη από τις μάρτυρες αυτές, ο συμβολαιογράφος επισκέφθηκε τη διαθέτιδα στην οικία της, λίγες ημέρες πριν από το θάνατο της και το πληρεξούσιο συνετάγη, όχι όμως και η υποτιθέμενη διαθήκη.
Επικαλούνται οι μάρτυρες αυτές, ως λόγο της μη ταυτόχρονης με το πληρεξούσιο σύνταξης της υποτιθέμενης νέας διαθήκης, την έλλειψη μαρτύρων, ξεχνώντας όμως την παρουσία των ιδίων στην οικία της διαθέτιδος, ότι δηλαδή δυο από τους τρεις απαιτούμενους για τη σύνταξη διαθήκης μάρτυρες ήταν παρούσες και ότι στο παρελθόν και για τη σύνταξη των προγενέστερων διαθηκών της διαθέτιδος είχαν παραστεί οκτώ διαφορετικοί μάρτυρες-γείτονες της και ότι ασφαλώς κάποιος από αυτούς θα ήταν διαθέσιμος και πρόθυμος να παραστεί κατά τη σύνταξη της νέας αυτής διαθήκης, όπως είχε κάνει και στο παρελθόν, αν καλείτο.
Άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι από τους οκτώ αυτούς μάρτυρες είχαν κληθεί και παραστεί σε περισσότερες από μια διαθήκες που είχε συντάξει στο παρελθόν η διαθέτης...", ιι) Ως προς την πρόθεση δε της θανούσας να ανακαλέσει την προσβαλλόμενη διαθήκη της ακόμα και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο νοσοκομείο, πράξη στην οποία δεν προχώρησε αποκλειστικά και μόνο διότι θα έπρεπε να φύγουν οι υπόλοιποι ασθενείς από το θάλαμο νοσηλείας της, η προσβαλλομένη έκανε επί λέξει δεκτό ότι "...Επιπλέον και ο έτερος ισχυρισμός των πιο πάνω μαρτύρων ότι και κατά τη νοσηλεία της στο Νοσοκομείο η διαθέτης επανέλαβε τη βούληση της για ανάκληση της προσβαλλόμενης διαθήκης με τη σύνταξη νέας, πλην όμως αυτό δε κατέστη εφικτό, διότι για τη σύνταξη διαθήκης στο Νοσοκομείο, "θα έπρεπε να φύγουν όλοι οι υπόλοιποι ασθενείς από το θάλαμο και δεν ήθελε να βάλει τόσους ανθρώπους σ' αυτή τη διαδικασία", όπως κατά τους ισχυρισμούς τους έλεγε η διαθέτης, ελέγχεται ως αναληθής, διότι παραβλέπουν ότι η ίδια διαθέτης την πρώτη από τις προαναφερθείσες διαθήκες της την συνέταξε νοσηλευόμενη στο θάλαμο 202 του Νοσοκομείου Νάουσας, ακολουθώντας την πιο πάνω διαδικασία....", ιιι) Ως προς την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η εναγομένη αναιρεσίβλητη παρά τις περί του αντιθέτου παραπειστικές υποσχέσεις της είχε εγκαταλείψει τη θανούσα, αμφισβήτησε ως εικονικές τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών (εκδόσεως της ίδιας- αναιρεσίβλητης) τις οποίες είχε προσκομίσει προκειμένου ν' αποδείξει ότι δήθεν τις παρείχε τις υπηρεσίες της μέχρι το θάνατο της, οι οποίες δεν είχαν δηλωθεί νομίμως στη φορολογική της δήλωση, έκανε επί λέξει δεκτό ότι "...
αποδεικνύεται ότι ο περιλαμβανόμενος στο σχετικό τμήμα του δεύτερου λόγου της έφεσης ισχυρισμός της ενάγουσας περί νόθευσης κατά το περιεχόμενο των υπ’ αριθμ …/…-3-2015 έως …/…-11-2015 αποδείξεων παροχής υπηρεσιών της εναγόμενης προς τη διαθέτιδα, ως προς το χρόνο και το ποσό που είναι αναγεγραμμένα στα πιο πάνω παραστατικά, είναι ουσία αβάσιμος.
Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ασφαλώς από το γεγονός ότι στο Έντυπο Ε3 -Κατάσταση Οικονομικών Στοιχείων από Επιχειρηματική Δραστηριότητα του φορολογικού έτους 2015, που υπέβαλε η εναγόμενη στη Δ.Ο.Υ Βέροιας δε συμπεριέλαβε τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών από τον αριθμό 16 και επέκεινα και τούτο διότι η πιο πάνω παράλειψη της εναγομένης μόνο φορολογική παράβαση μπορεί να στοιχειοθετήσει, η οποία σε κάθε περίπτωση ερευνάται από τη Δ.Ο.Υ Βέροιας, μετά την από 15-2- 2019 καταγγελία της ενάγουσας, και όχι ασφαλώς να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα το παρόν Δικαστήριο αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών από την εναγομένη στη διαθέτιδα κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, όπως αβάσιμα επικαλείται η εκκαλούσα." Εν συνεχεία, δε, η αναιρεσείουσα παραθέτει τους λόγους που, κατά την άποψή της και την εκτίμηση των αποδείξεων, τα όσα παραπάνω γίνονται δεκτά από την πληττόμενη απόφαση, είναι αντιφατικά και ανεπαρκή.
Όμως, οι αιτάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 7-11-2019 αίτηση για αναίρεση της 2114/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ.3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, όπως ισχύει, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 7-11-2019 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολ.Δ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7.11.2019 αίτηση της Π.ς Π. του Λ. για αναίρεση της 2114/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ