361/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την από 12-12-2017 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 50…..1/2017) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος-ενάγοντος κατά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, πλήττεται η 3115/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης από 10-7-2009(αριθ. κατ. 386/2009) εφέσεως και των προσθέτων λόγων της εναγομένης, κατά της 87/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 18-7-2006 αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους και μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας άνω απόφασης, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των 7.007,69 ευρώ, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated361/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι σήμερα με την "έγερση" της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης. `Οριζε λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, επί λέξει τα εξής (αποτελώντας μεταφορά του άρθρου 2 του Ν.
Full text
Απόφαση 361 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 361/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τζώτζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3115/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 12-12-2017 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 50…..1/2017) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος-ενάγοντος κατά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, πλήττεται η 3115/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης από 10-7-2009(αριθ. κατ. 386/2009) εφέσεως και των προσθέτων λόγων της εναγομένης, κατά της 87/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 18-7-2006 αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους και μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας άνω απόφασης, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των 7.007,69 ευρώ, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Η παραγραφή είναι ο θεσμός του δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο.
Με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υπάρχουσας ως φυσική ή ατελής ενοχή. Εξάλλου η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (ΑΚ 272).
Ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι σήμερα με την "έγερση" της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης. `Οριζε λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, επί λέξει τα εξής (αποτελώντας μεταφορά του άρθρου 2 του Ν.
ΓΧΞ`/1910) "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συναγόταν ότι αν η παραγραφή διεκόπτετο με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους - ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. `Ετσι επί αξιώσεως που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπέκειτο μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας.
Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, εθεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Σύμφωνα με το σκοπό της ίδιας διάταξης, για να αρχίσει, εκ νέου, η παραγραφή, που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (ΑΚ 247 επ.) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και επομένως δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός είχε ενεργήσει ότι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο.
Γι` αυτό ο νόμος αναγνώριζε σοβαρούς λόγους συνεπεία των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν είχε δυσμενείς συνέπειες για τον δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής ήταν και είναι, κατ`άρθρο 255 ΑΚ, το δικαιοστάσιο, η ανωτέρω βία και ο δόλος του υποχρέου. Ανωτέρα βία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής συνιστά και η κατάθεση της έκθεσης, της κατά τα άρθρα 368 επ ΚΠολΔ δικαστικής πραγ/νης, σε χρόνο πέραν εκείνου της βραχυπρόθεσμης παραγραφής, αφού ο διάδικος δεν έχει την δυνατότητα να ενεργήσει κάποια διαδικαστική πράξη, η οποία θα μπορούσε να επιφέρει την διακοπή της παραγραφής.
Η παραπάνω διάταξη, όπως προαναφέρθηκε, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3 που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά "1. την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης 3.Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επιδόσεως της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο.
Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία όπως π.χ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχή της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (ΚΠολΔ 293), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (ΚΠολΔ 294-297), εφαρμοζομένου επί παραιτήσεως από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ.
Από το συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της αποφάσεως ή της περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει "ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Εξ ετέρου κατ` εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ` αρχήν το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος εφέσεως εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής. Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν έχει παραγραφεί εν επιδικία η ένδικη αξίωση κατά την δημοσίευση του ν. 4139/2013, ήτοι την 20.3.2013.
Εν προκειμένω, ο Ν. 4139/2013, προβλέποντας ότι το άρθρο 261 ΑΚ, εφαρμόζεται σε όλες τις δίκες για τις οποίες δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση, επιτρέπει την άσκηση εφέσεως από το διάδικο του οποίου η αξίωση κρίθηκε πρωτοδίκως παραγεγραμμένη, να επικαλεσθεί ως λόγο εφέσεως την "εσφαλμένη" υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι προϋποθέσεις του νέου άρθρου 261 ΑΚ (ΑΠ 148/2017, ΑΠ 277/2017) και υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει παραγραφή εν επιδικία και ότι δεν έχει τελεσιδικήσει κατ' άλλον τρόπο η υπόθεση(όπως π.χ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχή της αγωγής).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατ` αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ως προς την υποβληθείσα από την εναγομένη-εκκαλούσα, και ήδη αναιρεσίβλητη, το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετο λόγο έφεσης, ένσταση περί παραγραφής εν επιδικία της αξιώσεως του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, περί επιδικάσεως σ'αυτόν διαφορών αποδοχών των ετών 2001 έως και 2005 από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με την εναγομένη, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο έφεσής, του με αριθμό κατάθεσης 51215/187/2016 δικογράφου, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι οι επίδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθμ. 17 ΑΚ, καθόσον από την άσκηση της έφεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλουμένη Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 14.7.2009, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας μέχρι την 1η.6.2016, οπότε ασκήθηκε η επόμενη διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ήτοι προσδιορίστηκε η συζήτηση της έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τη με αριθμό κατάθεσης 25288/63/2016 κλήση.
Ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 527 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), τυγχάνει δε ουσία βάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, με την κατάθεση της έφεσης στις 14.7.2009, η πενταετής, κατ' άρθρο 250 αριθμ. 17 ΑΚ, παραγραφή της αξίωσης εκκίνησε εκ νέου στις 31.12.2009 κι έληξε στις 30.6.2015, ήτοι είχε συμπληρωθεί την 1η.6.2016, οπότε έλαβε χώρα η επόμενη διαδικαστική πράξη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση και τον πρόσθετο λόγο έφεσης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, δίκασε αυτήν εκ νέου και την απέρριψε λόγω συμπληρώσεως, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, της πενταετούς παραγραφής, (του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ) της καταχθείσας σε δίκη αξιώσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για επιδίκαση διαφορών αποδοχών από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου στην εναγομένη, δεχθέν ως ουσιαστικό βάσιμο τον προβληθέντα το πρώτον με πρόσθετο λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 παρ. 2 ΚΠολΔ, προαναφερθέντα οψιγενή από το άρθρο 261 ΑΚ ισχυρισμό και όπως τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013.
Ειδικότερα το Δικαστήριο έκρινε ότι εφαρμοστέο στην ένδικη περίπτωση είναι το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του, και κατά τις παραδοχές του, εφόσον από την άσκηση της έφεσης στη γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλουμένη Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 14-7-2009, μέχρι την 1η- 6-2016, οπότε ασκήθηκε η επόμενη διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ήτοι προσδιορίστηκε η συζήτηση της εν λόγω έφεσης ενώπιόν του, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας, υπάρχει παραγραφή της αξιώσεως του ενάγοντος εν επιδικία.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προδιαληφθείσες και επικαλούμενες διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 261 ΑΚ και όπως, μετά την προαναφερθείσα τροποποίησή του ίσχυε, καθόσον δεν τις εφάρμοσε μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής στις 20.3.2013 που τέθηκε σε ισχύ η αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, καθόσον επί της καταχθείσας σε δίκη, με την από 18-7-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος, ένδικης αξίωσης δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αφού κατά της πρωτοβάθμιας 87/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου ασκήθηκε κατά τα άνω η από 10-7-2009 έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμούσε στις 20-3-2013, καθόσον η διαδικαστική πράξη ορισμού δικασίμου προς συζήτησή της έλαβε χώρα την 1ην-6-2016 με την με αριθμό κατ. 25288/63/2016 κλήση, ούτε είχε περατωθεί με άλλο τρόπο η δίκη.
Ούτε περαιτέρω κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του άρθρου 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013, ήτοι την 20ην-3-2013, είχε συμπληρωθεί η παραγραφή εν επιδικία της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, αφού από την κατάθεση στις 14-7-2009 της από 10-7-2009 εφέσεως (της εναγομένης-αναιρεσίβλητης) στην γραμματεία του εκδόσαντος την πρωτοβάθμια απόφαση Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου), μέχρι την 20-3-2013(έναρξη ισχύος του ν. 4139/2013), δεν είχε παρέλθει πενταετία, (δεν είχε παραγραφεί εν επιδικία) και επομένως η εν λόγω υπόθεση καταλαμβάνεται ως εκκρεμής την άνω ημερομηνία(20-3-2013) από την τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ και η διακοπείσα με την άσκηση της ένδικης αγωγής παραγραφή τελούσε σε αναστολή και δεν συμπληρώθηκε εν επιδικία όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Δικαστήριο.
Ενόψει τούτων ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός (παρελκούσης της εξετάσεως του δευτέρου λόγου) ως ουσιαστικά βάσιμος και αφού αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η αναιρεσίβλητη, ως ηττημένη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3115/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε δύο χιλιάδες τριακόσια(2.300) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ