Legislator Case Law & Legislation
361/2014 AI generated

361/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 361/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

361/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η έγκριση προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου μπορεί δε να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης που κατάρτισε με τον εργολάβο, ή σιωπηρή που μπορεί να συναχθεί από την ανεπιφύλακτη ή χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή του έργου από τον εργοδότη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 361 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 361/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή αυτής Γ. Λ. του Κ., κάτοικο ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου.

Της αναιρεσιβλήτου: της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΠΟΛΛΩΝ Α.Ε.Β.Ε", που εδρεύει στο …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ζιάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 95/2012 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 298, 330, 681, 688 και 690 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. Σε περίπτωση δε που μετά την εκτέλεση του έργου τούτο από υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) του εργολάβου έχει πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη των ιδιοτήτων που είχαν συμφωνηθεί, γεννιέται για τον κύριο του έργου (εργοδότη) κατά του εργολάβου απαίτηση αποζημιώσεως κάθε ζημίας, που προέρχεται εξ αιτίας του ελαττώματος ή της έλλειψης της συμφωνηθείσης ιδιότητας.

Την υπαιτιότητα δεν υποχρεούται να αποδείξει ο ενάγων εργοδότης αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του προς απαλλαγή του. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η έγκριση προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου μπορεί δε να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης που κατάρτισε με τον εργολάβο, ή σιωπηρή που μπορεί να συναχθεί από την ανεπιφύλακτη ή χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή του έργου από τον εργοδότη.

Ως κανονική εξέταση νοείται εκείνη που γίνεται είτε από τον ίδιο τον εργοδότη (ή τον αντιπρόσωπό του ή τρίτον ορισθέντα από τον εργοδότη ή τον κύριο του έργου) είτε από ειδικό που έχει τις αναγκαίες για το εκτελεσθέν έργο γνώσεις, όταν, ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, εκτιμώμενες κατά την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, πρόκειται για ελλείψεις που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε.

Παρά την έγκριση του εργοδότη ο εργολάβος ευθύνεται για τις ελλείψεις του έργου, αν αυτές δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν με την παραπάνω εξέταση αυτού κατά την παραλαβή του και μάλιστα είτε έγινε η "κανονική" εξέταση είτε όχι (ΑΠ 226/2012, ΑΠ 446/2012, ΑΠ 1804/2001, ΑΠ 1587/1991). Εξάλλου, στο άρθρο 693 ΑΚ ορίζεται "ότι οι αξιώσεις του εργοδότη εξαιτίας ελλείψεων του έργου παραγράφονται όταν περάσουν δέκα χρόνια από τότε που έγινε η παραλαβή του, αν πρόκειται για οικοδομήματα ή άλλες ακίνητες εγκαταστάσεις, αλλιώς παραγράφονται σε έξι μήνες.

Στην παραγραφή αυτή εφαρμόζονται ανάλογα τα άρθρα 555 παρ.2 έως 558". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής των οποιοδήποτε αξιώσεων του εργοδότη για ελλείψεις του έργου, είναι για τα κινητά έξι μήνες και αρχίζει από την παραλαβή του έργου, ως τέτοια δε νοείται η περιέλευση του έργου στην κατοχή ή στη σφαίρα επιρροής του εργοδότη, ώστε να είναι σε θέση να το ελέγξει.

Αν το έργο που παραλήφθηκε υπόκειται στον έλεγχο ειδικών, που ορίζονται είτε από τον εργοδότη ή τον κύριο του έργου, τότε η παραγραφή των ανωτέρω αξιώσεων του εργοδότη θα αρχίσει ευθύς μόλις ελεγχθεί το έργο από τους ειδικούς που όρισε ο ίδιος ή ο κύριος του έργου. Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 557 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση ελλείψεων του έργου, κατ' άρθρον 693 του ίδιου Κώδικα, δεν μπορεί να επικαλεσθεί ο εργολάβος την ως άνω εξάμηνη παραγραφή, αν απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, οπότε η παραγραφή των άνω αξιώσεων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, είναι εικοσαετής.

Δόλια απόκρυψη κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης υπάρχει όταν ο εργολάβος, κατά τον χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στον εργοδότη, δηλαδή, προκειμένου για κινητό πράγμα, κατά τον χρόνο της παράδοσης του πράγματος στον εργοδότη και της παραλαβής αυτού από τον τελευταίο, αν και γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων ή ελλείψεων συμφωνημένων ιδιοτήτων (άρθρα 689 και 534 του ΑΚ) δεν τα γνωστοποιεί στον αγνοούντα αυτά εγοδότη, παρά την υποχρέωσή του προς τούτο από την συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 177/2012, ΑΠ 243/2009, ΑΠ 103/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 95/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Περίπου στις αρχές Απριλίου 2002 καταρτίσθηκε προφορικώς, σύμβαση μίσθωσης έργου μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με τους όρους αυτής η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία διατηρεί εργοστάσιο βαφής, τυποβαβής και φινιρίσματος υπασμάτων στη βιομηχανική περιοχή …, ανέλαβε την υποχρέωση όπως προβεί στη βαφή υφάσματος λευκού χρώματος, για λογαριασμό της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας), η οποία διατηρεί βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων και ειδικότερα κοπής, ραφής και συσκευασίας αυτών στην περιοχή ... , προκειμένου η τελευταία κατασκευάσει 35.000 πηλήκια ασκήσεων εκστρατείας Μ - 71 παραλλαγής.

Στην τελευταία (ενάγουσα-εφεσίβλητη), το έργο της κατασκευής των άνω πηληκίων είχε ανατεθεί δυνάμει της υπ' αριθ. 4251/12-7-2002 σύμβασης προμήθειας της Διεύθυνσης Προμηθειών Τροφίμων - Χημικών του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία κατακυρώθηκε με κλειστό διαγωνισμό που διενεργήθηκε στις 5-9-2001, μετά την υπ' αρριθ. 33/2001 διακήρυξη προμήθειας του προαναφερόμενου Υπουργείου.

Ως τίμημα του έργου αυτού είχε ορισθεί το ποσό των 2,50 ευρώ ανά μέτρο υφάσματος, ενώ αναγκαίος όρος της σύμβασης κατέστη η κατά τις συναφείς προδιαγραφές της σύμβασης προμήθειας βαφή του υφάσματος σε τρεις αποχρώσεις παραλλαγής με τα τεχνικά χαρακτηριστικά που προβλεπόταν και είχαν καταστεί γνωστά στην εναγομένη.

Σε εκτέλεση της άνω συμβάσεως η εφεσίβλητη παρέδωσε στις εγκαταστάσεις της εκκαλούσας στη Σίνδο Θεσσαλονίκης τα υφάσματα και η τελευταία αφού επεξεργάσθηκε τη βαφή αυτών, εμπροθέσμως, ήτοι στις 12-11-2002, 12-1-2003 και 12-2-2003, παρέδωσε αυτά στην εκκαλούσα, η οποία τα παρέλαβε χωρίς να διατυπώσει οιαδήποτε επιφύλαξη ως προς την καταλληλότητα αυτών.

Όμως, από την από 12-7-2002 σύμβαση προμήθειας "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β'- Πάγιοι όροι συμβάσεων Προμήθειας", είχε προβλεφθεί συμβατικά ότι "η ποιοτική και ποσοτική παραλαβή των ειδών θα γίνεται από την Επιτροπή που θα συσταθεί με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, του Προμηθευτού υποχρεουμένου, όπως παραδώσει τα είδη σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές της Διάταξης, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης αυτής".

Συνεπώς, η υλική παράδοση των εν λόγω ειδών στην προμηθεύτρια εταιρία - εφεσίβλητη, καμία έννομη συνέπεια δεν επάγεται ως προς το εριζόμενο θέμα της έγκρισης ή μη του παραδοθέντος έργου, όπως αβάσιμα διατείνεται η εκκαλούσα. Στη συνέχεια, η εφεσίβλητη, αφού προέβη στην κοπή, ραφή και κατασκευή των πηληκίων, όπως από την πιο πάνω σύμβαση προμήθειας είχε υποχρέωση, παρέδωσε 35.000 τεμάχια πηληκίων στις αποθήκες του Γ.Ε.Σ., πλην όμως κατά το γενόμενο και προβλεπόμενο από τη σύμβαση προμήθειας χημικό έλεγχο από το Χημείο του Στρατού, 5.000 πηλήκια κρίθηκαν με την Π2/6455/28-5-2004 απόφαση της Επιτροπής Κρατικών Προμηθειών, ακατάλληλα, καθόσον δεν τηρήθηκαν ως προς την μείξη των χρωμάτων παραλλαγής οι προδιαγραφές της σύμβασης προμήθειας, όπως τούτο επισημάνθηκε στο από 13-2-2003 δελτίο χημικών εξετάσεων του Χημείου του Στρατού και το από 6-5-2003 πρωτόκολλο της άνω Επιτροπής.

Η απόφαση αυτή της Επιτροπής Κρατικών Προμηθειών του Γ.Ε.Σ. γνωστοποιήθηκε στην εφεσίβλητη - ενάγουσα αυθημερόν, όπως συνομολογεί με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, αποδεικνύεται δε και από την κατάθεση της από 3-6-2004 ενστάσεώς της κατά της άνω απορριπτικής λόγω ακαταλληλότητας των 5.000 τεμαχίων πηληκίων απόφασης του Γ.Ε.Σ.

Εξαιτίας της έλλειψης των συμφωνημένων ιδιοτήτων η ενάγουσα υπέστη ζημία, συμποσούμενη στο ποσό των 26.790 ευρώ και δη του ποσού των 16.815 ευρώ που αντιστοιχεί στην ζημία που υπέστη από την ακαταλληλότητα των πηληκίων, καθώς και 9.975 ευρώ που αντιστοιχεί στη ζημία που υπέστη από την κατάπτωση της υπέρ αυτής χορηγηθείσης εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης της σύμβασης.

Περαιτέρω όμως από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι η εφεσίβλητη δεν άσκησε τις ανωτέρω αξιώσεις που είχε κατά της αντιδίκου της προς αποζημίωση για τις άνω ελλείψεις και ελαττώματα του έργου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών από το χρόνο που οριστικοποιήθηκε με ειδική εξέταση η ακαταλληλότητα των πηληκίων και συνεπώς οι αξιώσεις της αυτές υπέπεσαν στην εκ του άρθρου 693 ΑΚ εξάμηνη παραγραφή, όπως ορθώς η εκκαλούσα προέβαλε τόσο κατά την πρωτοβάθμια δίκη όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με σχετικό λόγο έφεσης.

Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, η εφεσίβλητη - ενάγουσα έλαβε γνώση της προαναφερόμενης απόφασης του ΓΕΣ περί ακαταλληλότητας των πηληκίων, η οποία αποτελεί γενεσιουργό αιτία της αγωγικής της αξίωσης την 28 Μαΐου 2004 και έκτοτε άρχισε να τρέχει η εξάμηνη προθεσμία παραγραφής της απαίτησης, κατά τη διάταξη του άρθρου 693 ΑΚ.

Η εφεσίβλητη όμως άσκησε εναντίον της εκκαλούσας, το πρώτον, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου τη σχετική αγωγή αποζημίωσης για τις ανωτέρω ελλείψεις και ελαττώματα του έργου μετά την παρέλευση εξαμήνου από το χρόνο αυτό. Συγκεκριμένα, άσκησε την με αριθμό κατάθεσης 430/5-11-2004 αγωγή αποζημίωσης για τις ανωτέρω αιτίες, η οποία επιδόθηκε στη ήδη εκκαλούσα την 30-11-2004 (άρθρο 261 ΑΚ, 221 παρ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με την με αριθμό ... /30-11-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, η οποία έγινε μεν δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν με την 69/2006 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, πλην όμως, ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους της ήδη εκκαλούσας, η άνω αγωγή με την υπ' αριθ. 1181/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών απορρίφθηκε ως αόριστη, αμέσως δε μετά άσκησε την κρινόμενη, με αριθ.

καταθ. 161/23-4-2008 αγωγή. Σύμφωνα με τους προβληθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς της εφεσίβλητης, η αντίδικός της δολίως απέκρυψε τα ελαττώματα που κατέστησαν ακατάλληλα τα πηλήκια και συνεπώς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 693, 552 παρ. 2 έως 558 ΑΚ, δεν μπορεί να επικαλεστεί την παραγραφή της αξίωσής της.

Ο ισχυρισμός της αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος, μη επιστηριζόμενος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, λαμβανομένου υπόψη ότι συμβατικώς προβλεπόταν ειδική εξέταση των παραδοθέντων πηληκίων πριν την οριστική παραλαβή τους. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οριστικοποιήθηκε η ακαταλληλότητα των πηληκίων με την έκδοση επί της από 3-6-2004 ενστάσεώς της, της Π2/6669/14-7-2004 απορριπτικής αποφάσεως του Υπουργείου Ανάπτυξης και επομένως μέχρι το χρόνο της επίδοσης της ανωτέρω πρώτης αγωγής του (30-11-2004) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός, τον οποίο επεχείρησε να ενισχύσει και ο μάρτυρας απόδειξης, δεν γίνεται αποδεκτός ως αληθής. Και τούτο διότι πράγματι κατά της με αριθ. πρωτ. Π2/6455/28-5-2004 απόφασης η εφεσίβλητη υπέβαλε την από 3-6-2004 ένστασή της, η οποία κατά λέξη έχει ως εξής: Ένσταση κατά της υπ' αριθ. Π2/6455 απόφασης "...Η αντικατάσταση της ανωτέρω ποσότητος πηληκίων είναι αδύνατη για τους παρακάτω πολύ σοβαρούς λόγους: 1.

Η προμήθεια εκρού υφάσματος σε τόσο μικρή ποσότητα (850 μ.) από την αγορά είναι τρομερά δύσκολη, διότι το ύφασμα είναι ειδικών προδιαγραφώ. 2. Σε περίπτωση που κατορθώσουμε να προμηθευτούμε ύφασμα εκρού δεν είναι δυνατή η βαφή του σε τόση μικρή ποσότητα, αφενός λόγω των τρομερά δύσκολων προδιαγραφών που απαιτούνται και αφετέρου λόγω των βαφείων που στο συγκεκριμένο ύφασμα οι παρτίδες διαμορφώνονται από 5.000 έως 10.000 μέτρα".

Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την Π2/6669/14-7-2004 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης. Από το ανωτέρω περιεχόμενο όμως της ενστάσεως, ευχερώς συνάγεται, ότι η εφεσίβλητη δεν στρέφεται κατά της ουσίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επικαλούμενη καταλληλότητα των κριθέντων ως ακατάλληλων πηληκίων, ώστε η άσκηση συμβατικά προβλεπόμενου δικονομικού βοηθήματος (ενστάσεως) κατά της απόφασης περί ακαταλληλότητας, να δημιουργεί δικαίωμα προσδοκίας ανατροπής της απόφασης αυτής και συνεπώς με την επί της ενστάσεως απόφαση να οριστικοποιείται η ειδική εξέταση, αλλά αποδεχόμενη την ακαταλληλότητα χρήσης των πηληκίων, ουσιαστικά ενημερώνει τη Διεύθυνση Προμηθειών Τροφίμων Χημικών & Κλωστ/κών ειδών περί αδυναμίας αντικατάστασης των κριθέντων ακαταλλήλων ποσοτήτων πηληκίων.

Ενόψει αυτών, χρόνος έναρξης της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης δεν μπορεί να εκληφθεί η 14-7-2004, οπότε και εκδόθηκε η απορριπτική επί της ενστάσεως απόφαση της αρμόδιας επιτροπής του Υπουργείου Ανάπτυξης, αλλά η 28-5-2004, που γνωστοποιήθηκε στην εφεσίβλητη η ακαταλληλότητα των πηληκίων. Τέλος, η εφεσίβλητη με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης προβάλει διακοπτικό της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης λόγο, συνιστάμενο στην επανάσκηση εντός εξαμήνου της κρινόμενης αγωγής από την απόρριψη τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς της πρώτης αγωγής (ΑΚ 261, 263).

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η επανέγερση της αγωγής εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη για λόγους μη ουσιαστικούς της πρώτης αγωγής δεν αποσυνδέει μεν την άσκηση της πρώτης αγωγής από τη διακοπή της παραγραφής που μεσολάβησε με την άσκηση εκείνης της αγωγής, της οποίας διατηρούνται τα διακοπτικά αποτελέσματα, διακόπτει την παραγραφή, πλην όμως προϋποτίθεται ότι η άσκηση της πρώτης αγωγής είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα και διέκοψε την παραγραφή της αξίωσης, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Συνακόλουθα μ' αυτά και ενόψει του ότι η εφεσίβλητη δεν προέβαλε άλλο λόγο διακοπής της παραγραφής αυτής, γίνεται κατάδηλο ότι ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός της εκκαλούσας, περί παραγραφής δηλαδή των ένδικων αξιώσεων της αντιδικου της, αποδεικνύεται και κατ' ουσίαν βάσιμος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του ο Εφετείο, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντίθετα, ακολούθως δε, μετά τη παραδοχή της υποβληθείσης και επαναφερθείσης νομίμως ενώπιόν του ενστάσεως του αναιρεσίβλητου περί συμπληρώσεως της εξάμηνης παραγραφής του άρθρου 693 του ΑΚ, από του χρόνου γνώσεως της αναιρεσείουσας των ελλείψεων και ελαττωμάτων που έφεραν τα παραδοθέντα σ' αυτήν από την αναιρεσίβλητη εργολάβο κινητά πράγματά μέχρι την άσκηση της ένδικης αξίωσής της για αποζημίωση και την απόρριψη της αντένστασης της αναιρεσείουσας περί γνώσεως της αναιρεσίβλητης εργολάβου και δόλιας απόκρυψης απ' αυτήν των ελλείψεων και ελαττωμάτων που έφεραν τα άνω κινητά πράγματα κατά τον χρόνο παράδοσής τους σ'αυτήν, απέρριψε την ένδικη αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), ως προς την αφετηρία έναρξης και το χρόνο συμπλήρωσης της άνω εξάμηνης παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσείουσας μέχρι του χρόνου ασκήσεως της πρώτης αγωγής της, από την τελεσίδικη απόρριψη της οποίας ως αόριστης άσκησε την ένδικη (αγωγή) εντός εξαμήνου, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 693 εδ.

α'περ. β' του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως αυτής που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικου ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, ως προς την αφετηρία έναρξης της εξάμηνης παραγραφής, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση για τις ελλείψεις και τα ελαττώματα μέρους του υφάσματος που παρέδωσε προς βαφή στην αναιρεσίβλητη και από το οποίο κατασκεύασε 5.000 πηλήκια, στις 28-5-2004, οπότε και της κοινοποιήθηκε από το ΓΕΣ η υπ' αριθ.

Π2/6455/28-5-2004 απόφαση της Επιτροπής Κρατικών Προμηθειών, σύμφωνα με την οποία μετά από το χημικό έλεγχο που έγινε από το Χημείο του Στρατού 5.000 πηλήκια δεν πληρούσαν τη μείξη των χρωμάτων παραλλαγής που προέβλεπαν οι προδιαγραφές της σύμβασης προμήθειας, και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χρόνος γνώσης αυτής περί των άνω ελλείψεων και ελαττωμάτων η 14-7-2004 κατά την οποία απορρίφθηκε με την Π2/6669/14-7-2004 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης η από 3-6-2004 ένστασή της κατά της ως άνω απόφαση της Επιτροπής Κρατικών Προμηθειών, καθόσον με την ένσταση αυτή αποδέχεται την ακαταλληλότητα των κριθέντων ως ακατάλληλων πηληκίων, λόγω των ελλείψεων που παρουσίαζαν αυτά ως προς τις συμφωνηθείσες αποχρώσεις, με την ένσταση δε αυτή ενημέρωνε τον κύριο του έργου ότι δεν είναι δυνατή η αντικατάσταση των ακαταλλήλων πηληκίων για τους προαναφερόμενους λόγους, οι οποίοι δεν συναρτώνται προς τις ελλείψεις και τα ελαττώματα αυτών τα οποία αποδέχεται, σε τρόπον ώστε από την ως άνω γνώσης της (28-5-2004), μέχρι του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αξίωσής (30-11-2004) να παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.

Εξάλλου, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση από τους ειδικούς να κρίνουν προς τούτο ως προς τις ελλείψεις και τα ελαττώματα που παρουσίαζε στις συμφωνηθείσες αποχρώσεις μέρος του υφάσματος από το οποίο κατασκεύασε 5.000 πηλήκια στις 28-5-2004 και αμέσως αποδέχθηκε τούτο, η δε υποβληθείσα κατά τα άνω ένστασή της και η ακολουθήσασα αυτής απορριπτική απόφαση από την αρμόδια αρχή καμιά σχέση δεν έχουν με την παραπάνω γνώση της, αλλά συνιστούσαν διαπραγματευτική τακτική με τον κύριο του έργου προς αποδοχή των 5.000 ακατάλληλων πηληκίων, λόγω της αδυναμίας αντικατάστασης αυτών.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αναφορικά με την αφετηρία του χρόνου έναρξης και συμπλήρωσης της εξάμηνης παραγραφής, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, αναφορικά με την αντένσταση της αναιρεσείουσας, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως με την προσθήκη των προτάσεών της προς αντίκρουση της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως και επανέφερε με τις προτάσεις της στο Εφετείο προς αντίκρουση σχετικού λόγου εφέσεως της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα, ότι η αναιρεσίβλητη αν και γνώριζε κατά την παράδοση του ανατεθέντος σ' αυτήν έργου με τις ίδιες πιο πάνω συνθήκες ότι αυτό είχε ελλείψεις και ελαττώματα ως προς τον χρωματισμό μέρους της ποσότητας του υφάσματος του οποίου ανέλαβε την βαφή, εν τούτοις απέκρυψε δολίως από την αναιρεσείουσα τις ελλείψεις και τα ελαττώματα αυτά, τα οποία δεν μπορούσε να τα διακρίνει η τελευταία κατά την παράδοση του έργου χωρίς την εξέτασή του από ειδικούς, και μέχρι την ολοκλήρωση της εξέτασης αυτής την 28-5-2004 αφενός μεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 557 και 693 του ΑΚ, αφετέρου δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή και υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Ειδικότερα, δεν δικαιολογούσαν την ουσιαστική απόρριψη της αντένστασης αυτής της αναιρεσείουσας οι παραδοχές του Εφετείου, ότι συμβατικώς είχε συμφωνήσει με την κυρία του έργου ότι η έγκριση για την καταλληλότητα αυτού (κατασκευή πηληκίων) θα γίνει μετά την εξέτασή του από ειδικούς που η ίδια (κυρία του έργου) θα όριζε, καθόσον οι παραδοχές αυτές δεν συσχετίζονται και δεν αποκλείουν την γνώση και την δόλια απόκρυψη της αναιρεσίβλητης περί ελαττωμάτων και ελλείψεων στον προσδιορισθέντα με την σύμβαση υπεργολαβίας χρωματισμό του υφάσματος σύμφωνα με τις προδιαγραφές που είχε ορίσει η κυρία του έργου και αποτέλεσαν στοιχείο της σύμβασης υπεργολαβίας.

Εξάλλου, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα παρέδωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης-αναιρεσίβλητης μόνο την αναγκαία ποσότητα υφάσματος από το οποίο θα κατασκεύαζε τα πηλήκια και ότι η εναγομένη ανέλαβε με δικά της χημικά μέσα και χρωστικές ουσίες την επεξεργασία και βαφή του υφάσματος που της παρέδωσε, δεν διαλαμβάνει καμιά αιτιολογία γιατί αυτή ως ειδική δεν γνώριζε ότι μέρος της ποσότητας του υφάσματος δεν είχε τις αποχρώσεις των προδιαγραφών χρωματισμού που είχε αναλάβει να έχει το ύφασμα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος αυτού τις είχε, ούτε και διευκρινίζει αν το μέρος αυτό του υφάσματος είχε κάποιο ελάττωμα, που δεν επέτρεπε τον κατάλληλο χρωματισμό του, ούτε όμως και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά αν τηρήθηκε η απαιτούμενη επεξεργασία και μείξη των χρωμάτων για να επιτευχθεί και ως προς την ποσότητα αυτή το αποτέλεσμα των συμβατικών προδιαγραφών, γεγονότα που δεν αποκλείουν την έλλειψη γνώση της περί ελαττωματικής και αντίθετης προς τις ορισθείσες προδιαγραφές βαφής του, που ως ειδική στο αντικείμενο αυτό με εξειδικευμένο προσωπικό μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί και διακρίνει και συνακόλουθα να αποκρύψει δολίως τα ελαττώματα και τις ελλείψεις αυτές του κατάλληλου χρωματισμού από την ενάγουσα, της οποίας οι γνώσεις περιορίζονταν μόνο στην κοπή του υφάσματος και την ραφή των πηληκίων, προς αποφυγή των συνεπειών που θα είχε γι' αυτήν η αποκάλυψη των σχετικών ελλείψεων και ελαττωμάτων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της μόνο που απέρριψε την αντένσταση της αναιρεσείουσας για τη δόλια εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με την απόκρυψη των ενδίκων ελαττωμάτων και να παραπέμφθει η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που την εξέδωσε, κατά το αναιρούμενο μέρος της εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικατικά έξοδα της αναιρεσείουσα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 95/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, κατά το εις το σκεπτικό μέρος της-.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ