361/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated361/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): II). Kατά τις §§ 1 και 2 του αρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του αρθρ. 2 του ν. 4.266/1929 και αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 5 του ν. 5.895/33 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα αρθρ. 20 του αν. ν. 1540/38, 19 του αν. ν. 1919/39, 2 του αν. ν. 1925/51 και 5 § 4 του αν.
Full text
Απόφαση 361 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 361/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας νομού Ζακύνθου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του ελληνικού Δημοσίου Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 44/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 8-3-2012 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1096/4.7.2011 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ..., ακριβές αντίγραφο της από 7.9.2010 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, για την αρχική δικάσιμο της 19.3.2012, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την τελευταία αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την μετά αναβολή συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών.
II). Kατά τις §§ 1 και 2 του αρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του αρθρ. 2 του ν. 4.266/1929 και αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 5 του ν. 5.895/33 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα αρθρ. 20 του αν. ν. 1540/38, 19 του αν. ν. 1919/39, 2 του αν. ν. 1925/51 και 5 § 4 του αν.
ν. του 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (§ 1). Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντας εκ των ενόντων ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου ουδεμία ασκεί επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων κατά του οποίου ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού (§ 2).
Περαιτέρω, με τις ανωτέρω διατάξεις ορίζεται, ότι η ανακοπή ασκείται ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, οι αποφάσεις των οποίων δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσον, αυτός αν ορίζεται διαφορετικά (αρθρ. 115 § 2 του δ/τος). Ήδη μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής, έχει σύμφωνα με τα άρθρα 1 εδαφ.
ε και στ, 3 §§ 1,2 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ, κατά τις οποίες καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 245/2009 482/2008, 553/2006, 409/2005).
Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά σε σχέση με την οφειλή της αποζημίωσης και το ύψος της και παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου. Για το λόγο αυτό υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ (άρθρα 511 και 552 ΚΠολΔ) ένδικα μέσα τη έφεσης και της αναίρεσης και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, ενώ και η διάταξη του αρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 δ/τος, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων, θεωρείται ότι έχει καταργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 24 § 1 του ΕισΝΚΠολΔ (ΟλΑΠ 21, 22/2002, 38/2002), Εξάλλου, από τη διάταξη του αρθρ. 18 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στην αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων της περιφέρειας τους.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 44/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτού, κατά της υπ' αριθ. 63/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, που εκδόθηκε επί ανακοπής του αναιρεσίβλητου κατά εκδοθέντος σε βάρος του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, την αιτίαση εκ του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ως Εφετείο δίκασαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ αρμόδιο προς τούτο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος μπορεί κατ' εξαίρεση να προταθεί και από το αναιρεσείον κατά το αρθρ. 562 § 3 ΚΠολΔ, μολονότι ο λόγος αναιρέσεως οφείλεται σε δικές του πράξεις, διότι αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 482/2008), είναι, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579§1 και 580§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μαζί με την αναιρούμενη απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε εαυτό καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της έφεσης, ενώ (όπως και εν προκειμένω) δεν ήταν, συναναιρείται και η απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό, ενώ και αυτό (όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση) δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο, και έτσι καθίσταται εφικτή η παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να την δικάσει σε πρώτο βαθμό (ΟλΑΠ 566/1986, ΑΠ 481/2008).
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση (σε πρώτο βαθμό) στο Μονομελές Πρωτοδικείου Ζακύνθου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 44/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και την 63/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου για την εκδίκασή της από αυτό σε πρώτο βαθμό.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ