361/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 361 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 361/2011
Legislator headnote
AI generated361/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 361 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 361/2011
Full text
Απόφαση 361 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 361/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Π. Μ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Νικηφοράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Οκτωβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 13/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Ιουνίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 §§1,2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004). Εξ άλλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 94§1 και 96§1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου απ' αυτόν διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή στην τυχόν έκθεση του εισηγητή ή εντεταλμένου για τις αποδείξεις δικαστή, διαφορετικά ο διάδικος δεν παρίσταται νομίμως στο δικαστήριο, αλλά θεωρείται δικονομικά απών κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, το οποίο δικαιούται ειδικότερα κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ να εξετάσει σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας (ΑΠ 1620/2000). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. 6790/13.5.2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 13/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 24 την δικάσιμο της 1.11.2010, κατά την οποία η αναιρεσείουσα κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1περ.α, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως η αναιρεσείουσα παρέστη αυτοπροσώπως και συνεπώς όχι νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2. Από τη διάταξη του άρθρ. 524§3 ΚΠολΔ που ορίζει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης. Επομένως στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 553§1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 507/1998, ΑΠ 1207/2002, ΑΠ 1456/2006). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρ. 559 ή 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας απέρριψε την από 25.4.2005 έφεσή της κατά της υπ' αριθ. 65/2005 οριστικής απόφασης του Πολ.Πρ.Πειραιώς, που είχε δεχθεί την από 21.10.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε κηρύξει λυμένο τον μεταξύ τους υφιστάμενο γάμο, η πλημμέλεια ότι στηριζόμενη η απόφαση αυτή στην ερημοδικία της αναιρεσείουσας απέρριψε την ως άνω έφεσή της χωρίς περαιτέρω έρευνα των λόγων της, ενώ θα έπρεπε να τους ερευνήσει. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, οι λόγοι της έφεσης σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά δεν αποδίδονται με την αίτηση αναίρεσης συγκεκριμένα σφάλματα στην ενσωματωμένη στην εφετειακή απόφαση πρωτόδικη απόφαση και συνεπώς και κατά την έννοια αυτή είναι αόριστη η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε στις 26.6.2006, δηλαδή μετά την πάροδο άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, που άρχισε με την επίδοσή της στην αναιρεσείουσα, στις 30.5.2006 (βλ. την υπ' αριθ. 3678/30.5.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. 264/2010 πιστοποιητικό της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς, που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσίβλητος). Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.6.2006 αίτηση της Μ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 13/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ