361/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουλίου 1991 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5755/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2289/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου και την απόρριψη του τρίτου της 1257/20-10-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 2289/21-4-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .
Legislator headnote
AI generated361/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εναγομένη κατά την εκτέλεση των εργασιών του εν λόγω έργου, κατέβαλε στην ενάγουσα τμηματικά το συνολικό ποσό των 466.887.950 δρχ., όπως η τελευταία συνομολογεί στην κρινόμενη αγωγή.
Full text
Απόφαση 361 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 361/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε - ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΟΕΡ Α.Ε" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χασάπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουλίου 1991 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5755/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2289/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου και την απόρριψη του τρίτου της 1257/20-10-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 2289/21-4-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την παραδοχή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1257/20-10-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2289/21-4-208 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 8117/17-7-1991 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, απορρέουσα από ακύρως συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, με θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 1499/1992 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή των δι' αυτής ταθεισών αποδείξεων, η 5755/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε η ενάγουσα με την 9128/7-11-2006 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, η 2209/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τον ερευνώμενο στη συνέχεια λόγο αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.
"Η εναγομένη είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ανήκει στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθου 1 του Ν.1256/1982, υλοποιεί προγράμματα στεγαστικής πολιτικής του Κράτους, αντίστοιχα με εκείνα του Αυτόνομου Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΑΟΕΚ) και εκτελεί έργα, που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου και εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Η εναγομένη εταιρεία "ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ Α.Ε." είχε προκηρύξει μειοδοτικό διαγωνισμό για τις 30-6-1981 προκειμένου να δημοπρατηθεί η ανάθεση κατασκευής των κτιριακών έργων και των έργων διαμορφώσεως του οικοδομικού τετραγώνου 9 της Α' Φάσης της Οικιστικής μονάδας Κομοτηνής. Η ενάγουσα εταιρεία ("ΚΑΟΕΡ Α.Ε.") ως μειοδότρια στον ως άνω διαγωνισμό ανέλαβε με την από 23-9-1981 και τις από 27-4-1982 και 6-7-1983 πρόσθετες συμβάσεις με την εναγομένη την κατασκευή 157 διαμερισμάτων στο Οικοδομικό Τετράγωνο (Ο.Τ.) 9 Α' Φάσης της ΖΕΠ Κομοτηνής, έναντι αμοιβής 436.000.000 δρχ.
για το κατ' αποκοπή τιμολογηθέν τμήμα αυτού, το ποσό των 2.681.000 δρχ. για τμήμα των επί μέρους εργασιών και 19.160.000 δρχ. και 23.807.950 δρχ. για την προμήθεια - εγκατάσταση ανελκυστήρων και εργασίες εγκαταστάσεων λεβητοστασίων και υπογείου καναλιού, αντιστοίχως και χρόνο παράδοσης την 30-9-1983. Η ενάγουσα εκτέλεσε το εν λόγω έργο και το παρέδωσε στην εναγομένη ουσιαστικά στις 31-1-1984 αλλά το πρωτόκολλο της μεν προσωρινής παραλαβής συνετάγη στις 18-1-1985 και της οριστικής παραλαβής στις 30-8-1985, το οποίο στη συνέχεια κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 19-9-1985.
Η εναγομένη κατά την εκτέλεση των εργασιών του εν λόγω έργου, κατέβαλε στην ενάγουσα τμηματικά το συνολικό ποσό των 466.887.950 δρχ., όπως η τελευταία συνομολογεί στην κρινόμενη αγωγή.
Η ενάγουσα, στη συνέχεια, επιδίωξε αναθεώρηση του εργολαβικού ανταλλάγματος με τις από 10-6-1985 και 31-12-1985 προσφυγές της στο αρμόδιο Εφετείο Θράκης, το οποίο με τις 221/1987 και 222/1987 τελεσίδικες και ήδη αμετάκλητες αποφάσεις του έκρινε άκυρη την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, διότι η ανάθεση έγινε κατόπιν προσκλήσεως περιορισμένου αριθμών εργοληπτών και όχι με ανοικτό διαγωνισμό, χωρίς το εν λόγω έργο να χαρακτηρισθεί ως επείγον, μετά από αιτιολογημένη έκθεση του αρμοδίου τεχνικού συμβουλίου και ότι, λόγω μη τήρησης της επιβαλλόμενης από το νόμο διαδικασίας για τη σύναψή της, οι μόνες αξιώσεις, ως επιδιώξιμες, είναι αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23-11-1987 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 135.946.492 δρχ. ως καταβλητέο τμήμα του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο η εναγομένη θα είχε υποχρέωση να καταβάλει αν η ένδικη σύμβαση ήταν έγκυρη. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την 6013/1988 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 8584/1989 αμετάκλητη καταστάσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Με βάση τα εκτιθέμενα και ενόψει της εκτέλεσης του ως άνω έργου και την ακυρότητα της ένδικης σύμβασης έργου που έχει αναγνωρισθεί ήδη αμετάκλητα, δυνάμει των προαναφερόμενων αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, κρίνεται ότι η εναγομένη οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα, κατ' άρθρο 904 ΑΚ, τον πλουτισμό χωρίς νόμιμη αιτία, και του οποίου κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του είναι η αντικειμενική - πραγματική αξία της παροχής της, δηλαδή της αξίας του εν λόγω έργου κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο ο πλουτισμός περιήλθε στην πλουτίσασα εναγομένη και συγκεκριμένα κατά την παράδοση αυτού.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι η αντικειμενική αξία του ως άνω έργου - παροχή της κατά τον χρόνο της παράδοσης ανέρχονταν στο ποσό των 853.283.296 δρχ., όπως αυτό ειδικότερα, αναλύεται στην κρινόμενη αγωγή.
Η αγοραία - πραγματική (αλλά και αντικειμενική) αξία του παραδοθέντος στην εναγομένη έργου και επομένως και η αξία της παροχής της προς την εναγομένη, κατά τον ανωτέρω χρόνο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα από την αιτιολογική έκθεση της κατ' αποκοπήν προσφοράς των οικοδομικών εργασιών της εναγομένης, αναφορικά με το ανωτέρω έργο, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται αμφότεροι οι διάδικοι, το με αριθμό πρωτ. 5228/Θ-541/16-3-1987 πιστοποιητικό της Γ.Γ.
Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο αναφέρεται, ότι ο μέσος ετήσιος γενικός δείκτης των τιμών των "Υλικών κατασκευής κτιρίων - κατοικιών", καθώς και της "Αμοιβής εργασίας" κατά τα έτη 1982, 1983 αυξήθηκε κατά ποσοστό 16,7%, 21,5% και 5,9% και 5,7%, αντιστοίχως, καθώς και της από 6-2-1987 (και με αριθμό καταθ. 115/1985) προσφυγής της ενάγουσας ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, στην οποία η ενάγουσα ομολογεί το κόστος των πρόσθετων εργασιών, καθώς και το συνολικό ποσό των εργασιών, που καταργήθηκαν, ότι ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 610.148.454 δρχ., όπως αναλύονται ειδικότερα, κατά κατηγορία, ποσότητα, τιμή και σύνολο αμέσως κατωτέρω.
Περαιτέρω κατά την εκτέλεση των εργασιών του ως άνω αναληφθέντος έργου, διαπιστώθηκε η ανάγκη εκτέλεσης των πρόσθετων εργασιών, τις οποίες εκτέλεσε η ενάγουσα μετά από συνεννόηση με την εναγομένη. Οι εργασίες αυτές όπως η ενάγουσα τις περιγράφει στην από 3-12-1995 (και με αριθμό καταθ. 115/1985) αγωγή είναι οι ακόλουθες..... (όπως αυτές εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη).
Επομένως, η πραγματική αξία της παροχής της ενάγουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάβασης (μετακίνησης) του πλουτισμού στην πλουτίσασα εναγομένη ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 610.148.454 δρχ., ήτοι: 554.500.622 + 15.528.828 (παροχή των πρόσθετων εργασιών +23.279.400 προμήθεια - εγκατάσταση ανελκυστήρα δηλ. 19.160.000 + προσαύξηση 2%) + 23.807.950 - 6.967.800 αξία καταργηθέντων εργασιών), από το οποίο, αφού αφαιρεθεί η αξία του ανταλλάγματος των 466.882.950 δρχ., το οποίο η εναγομένη κατέβαλε και συνομολογεί και η ενάγουσα στην κρινόμενη αγωγή ότι έλαβε, απομένει επιστρεπτέος αδικαιολόγητος πλουτισμός, της τελευταίας προς την ενάγουσα από 143.260.504 δρχ., ο οποίος τελεί μάλιστα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παροχή της ενάγουσας και σώζεται και κατά τον χρόνο της αναζήτησης αυτού από την ενάγουσα, αφού στη θέση της παροχής της ενάγουσας προς την εναγομένη υπάρχει στην τελευταία το αντάλλαγμα, που έλαβε από την πώληση των εν λόγω διαμερισμάτων.
Η εναγομένη κατά το ανωτέρω ποσό των 143.260.504 δρχ. ή το ποσό των 420.427 € έγινε χωρίς νόμιμη αιτία και αχρεωστήτως πλουσιότερη, σε βάρος της ενάγουσας και πρέπει να το αποδώσει σε αυτή, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της συζήτησης των ανωτέρω προσφυγών ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης στις 20-3-1987, ημέρα κατά την οποία η εναγομένη έλαβε γνώση του αχρεωστήτου και του ποσού αυτού, αφού κατά την ως άνω ημέρα πρότεινε η ίδια την ακυρότητα της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης έργου".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη - εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με την διάταξη αυτή παρέχεται μία ενιαία γενική αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού με κοινές για όλες τις περιπτώσεις προϋποθέσεις (α) την ύπαρξη πλουτισμού του υποχρέου, (β) την επέλευση αυτού σε βάρος του άλλου, του φορέα της αξιώσεως, (γ) το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, με την έννοια της ελλείψεως νόμιμης αιτίας και (δ) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του υποχρέου και της επιβαρύνσεως του δικαιούχου.
Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, πραγματούμενη είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελαττώσεώς της, για την εξεύρεση του οποίου συγκρίνεται η πριν και η μετά την περιουσιακή μετακίνηση κατάσταση της περιουσίας του υποχρέου, οριοθετούμενη παράλληλα κατ' ανώτατο όριο από τη ζημία του φορέα της αξιώσεως, ως προσδιοριστικό στοιχείο του πραγματικού πλουτισμού του υποχρέου.
Περαιτέρω το άρθρο 908 εδ.1 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό, επιβάλλει κατ' αρχή στο λήπτη να αποδώσει αυτούσιο τον πλουτισμό. Η υποχρέωση αυτή του υποχρέου δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να εκπληρωθεί, πλην άλλων, και στην περίπτωση ανοικοδομήσεως σε ακίνητο του υποχρέου σε εκτέλεση ακύρως συνομολογηθείσης μετά του φορέα της αξιώσεως, συμβάσεως έργου, οπότε τα οικοδομικά υλικά ενώνονται και αναμιγνύονται με το ακίνητο, με συνέπεια την απώλεια της επ' αυτών κυριότητα (ΑΚ 1057 επ, 1063) και εντεύθεν αδυναμία αυτούσιας αποδόσεως αυτών και της αναλωθείσης εργασίας.
Στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός συνίσταται στην δαπάνη που ο εργοδότης εξοικονόμησε, ίση με την αμοιβή που θα κατέβαλε για το ίδιο έργο σε άλλον εργολάβο, με τον οποίο θα κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση έργου (ΑΠ 589/2006. Κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού της αξιώσεως αυτής του εργολάβου είναι εκείνος της ακύρως συνομολογηθείσης συμβάσεως έργου, κύριας ή πρόσθετης, ο οποίος ανταποκρίνεται στην δαπάνη που πράγματι εξοικονόμησε ο εργοδότης και θα κατέβαλε σε περίπτωση έγκυρης συμβάσεως για το ίδιο έργο.
Οι διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού εφαρμόζονται και στην περίπτωση δημόσιου έργου λόγω ακυρότητας της συμβάσεως (ΑΠ 1499/2009). Κρίσιμος, επομένως, χρόνος στην τελευταία αυτή περίπτωση είναι εκείνος της ανάθεσης του δημόσιου έργου και των τυχόν προσθέτων εργασιών, υπολογιζομένης και της τυχόν αναθεώρησης των τιμών με βάση τις οικείες διατάξεις περί ανάθεσης και εκτέλεσης των δημοσίων έργων σαν μα επρόκειτο για έγκυρη ανάθεση και εκτέλεση δημόσιου έργου.
Ο προσδιορισμός της αξιώσεως αυτής με βάση την αγοραία αξία του όλου έργου και μάλιστα κατά τον χρόνο παραδόσεως αυτού θα είχε ως οικονομικό αποτέλεσμα για τον φορέα αυτής πιθανόν και μεγαλύτερο του εργολαβικού ανταλλάγματος το οποίο συμφωνήθηκε με την ακύρως συνομολογηθείσα σύμβαση έργου, χρηματικό μέγεθος το οποίο προφανές είναι ότι δεν ανταποκρίνεται στον πραγματικό πλουτισμό του υποχρέου και την ζημία του δικαιούχου.
Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω σημειούμενων διατάξεων των 904 και 908 Α.Κ. αξιολόγησε ως νόμιμη την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, και μερικά κατ' ουσίαν βάσιμη, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις από την εκτέλεση της ακύρως συνομολογηθείσης με την αναιρεσείουσα στις 23-9-1981 συμβάσεως έργου, διατυπούμενη στο από 23-9-1981 ιδιωτικό έγγραφο και τα πρόσθετα αυτού από 27-4-1982 και 6-7-1983, προσδιόρισε με βάση την αντικειμενική αξία του όλου έργου και μάλιστα με τις τιμές των υλικών και τις αμοιβές εργασίας κατά τον χρόνο παραδόσεως αυτού (31-1-1984), κατά τις βάσιμα διατυπούμενες με το πρώτο, δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων.
Η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των προβαλλομένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της, ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ. 580 § 3).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2289/21-4-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ