361/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1933/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6903/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/11/2004 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated361/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Για το ορισμένο, όμως, του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομιστούν καθώς και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους (ΑΠ 376/2004).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 361 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 361/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "INTRAMED Ε.Π.Ε." η οποία εδρεύει στον Υμηττό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2....., κατοίκου ως άνω. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης αναιρεσείουσας ....(2ος αναιρεσείων), ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσια δικηγόρο του την Μαρίνα Κροντήρη. Της αναιρεσίβλητης: ...., κατοίκου ...Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πασσά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1933/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6903/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/11/2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 17/11/2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αναστάσιου-Φιλητά Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Για το ορισμένο, όμως, του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομιστούν καθώς και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους (ΑΠ 376/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στο Εφετείο την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη του "ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ...." χωρίς αυτή να προσκομιστεί από τους ίδιους ή την αναιρεσίβλητη. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προπαντός, ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ο αριθμός της ένορκης αυτής βεβαιώσεως από τον οποίο και μόνο προσδιορίζεται η ταυτότητα του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, ούτε καθορίζεται το περιεχόμενό της.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΑΚ, η σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας λύνεται ύστερα από καταγγελία της από τον εργοδότη ή το μισθωτό. Κατά το άρθρο δε 5 του ν. 3198/1955 για να είναι έγκυρη η από τον εργοδότη καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσεως απαιτείται να γίνεται εγγράφως και να καταβάλλεται πλήρης η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση.
Διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δε λύνεται. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350, 648, 656 και 669 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, που έχει καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται στην καταβολή των μισθών του μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση ή προσκαλέσει το μισθωτό να επαναλάβει την εργασία του.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την πρώτη των εναγομένων εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "INTRAMED EΠΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 16-4-2002 προκειμένου να απασχοληθεί σ' αυτήν ως γραμματέας.
Από το μήνα Μάϊο, όμως, ο δεύτερος των εναγομένων, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της εργοδότριας, παρενοχλούσε σεξουαλικά την ενάγουσα και όταν περί τα τέλη Ιουνίου 2002 αντελήφθη ότι αυτή δεν επρόκειτο να υποκύψει, άρχισε να τη διαβάλλει διαδίδοντας ότι ήταν ανίκανη υπάλληλος και τελικά 27-9-2002, αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να την πείσει να αποχωρήσει από την εργασία της οικειοθελώς, απαίτησε να αποχωρήσει από την επιχείρηση ανακοινώνοντας σ' αυτήν ότι καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας, χωρίς όμως να της κοινοποιήσει έγγραφο καταγγελίας και να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.
Με βάση τα ανωτέρω η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας έληξε στις 27-9-2002 με την προαναφερθείσα καταγγελία και όχι με οικειοθελή αποχώρησή της. Έκτοτε, η ενάγουσα θεωρούσε προδήλως άσκοπη την εμφάνισή της στην επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων, αφού ο εκπρόσωπός της δεύτερος εναγόμενος είχε αποφασίσει να παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και ενόψει του ότι δεν της επέδωσε έγγραφο για την καταγγελία και δεν της κατέβαλε την από το νόμο οριζόμενη αποζημίωση, περιήλθε από τότε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, η οποία συνακόλουθα δικαιούται τις αποδοχές (υπερημερίας) του επίδικου χρονικού διαστήματος από 27-9-2002 μέχρι 1-3-2003.
Εξαφάνισε ακολούθως την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως της ενάγουσας και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον το αποδεικτικό πόρισμα ότι η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας, που έλαβε χώρα στις 27-9-2002, ήταν άκυρη ως καταχρηστική και ότι έκτοτε η πρώτη των εναγομένων περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, είναι με επάρκεια και σαφήνεια διατυπωμένο και δεν συνιστά αντίφαση η φράση "η σύμβαση της ενάγουσας έληξε την 27-9-2002 με την καταγγελία και όχι με οικειοθελή αποχώρηση", διότι το Εφετείο με τη λέξη "έληξε" δεν προσδιόρισε και τη λύση της εν λόγω συμβάσεως, αλλά την εξαναγκαστική διακοπή της παροχής εργασίας από την αναιρεσίβλητη, αφού με σαφήνεια το Εφετείο δέχεται ως ενεργό τη σύμβαση αυτή μετά την άκυρη καταγγελία.
Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2004 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "INTRAMED ΕΠΕ" και του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6903/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ