Legislator Case Law & Legislation
360/2020 AI generated

360/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 360/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακόσογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

360/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Φ., συζύγου της πρώτης, πατέρα των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου και αδελφού των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε σε αυτούς και για την ίδια αιτία χαμηλότερα των επιδικασθέντων πρωτοδίκως χρηματικά ποσά.

Keywords

AI generated
inflicted job loss occupational accidents freight carrier liability breach of employment obligations redundancy unavoidable loss of working hours
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 360 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 360/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακόσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)εταιρείας με την επωνυμία "....) που εδρεύει στην πόλη του ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2)Δ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Κουτσοφιό, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Φ., χήρας Δ. Φ., κατοίκου ..., 2)Σ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 3)Γ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 4)Ν. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 5)Γ. Φ. του Γ., κατοίκου ... 6)Α. Ι., συζ. Σ., το γένος Γ. Φ., κατοίκου ..., και 7)Α. Α., συζ. Π., το γένος Γ. Φ., κατοίκου .... Οι 1η και 2η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νεκτάριο Μακρυστάθη, ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους και από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Καζαντζάκη. Ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 5/3/2008 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3817/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, 5534/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης, 1552/2016 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 411/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/7/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17.7.2018 και με αριθ. κατάθ. 802/77/17.7.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 411/29.6.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που έκρινε επί της από 26.9.2016 και με αριθ. κατάθ. 7089/469/26.9.2016 έφεσης των πρώτης και πέμπτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθ. 1552/29.6.2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο, ως καθ' ύλη αρμόδιο, είχε παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση με την με αριθ. 3817/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώπιον του οποίου είχε αρχικά ασκηθεί η από 5.2.2008 και με αριθ.

κατάθ. 2475/6.3.2008 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων [στρεφομένη και κατ' άλλων εναγομένων, μη διαδίκων στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη]. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά παραδοχή σχετικών λόγων έφεσης, τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω έφεση των πρώτης και πέμπτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, και εξαφάνισε, κατά το μέρος που αφορούσε τους ως άνω διαδίκους, την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 1552/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και είχε επιδικάσει τα αναγραφόμενα εκεί χρηματικά ποσά προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης αυτών από το θάνατο σε ναυτεργατικό ατύχημα του Δ.

Φ., συζύγου της πρώτης, πατέρα των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου και αδελφού των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε σε αυτούς και για την ίδια αιτία χαμηλότερα των επιδικασθέντων πρωτοδίκως χρηματικά ποσά.

Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ασκηθείσα με ίδιο δικόγραφο από 29.9.2017 και με αριθ. κατάθ. 642/141/31/8/2017 αντέφεση των εναγόντων - αντεκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων με την οποία αυτοί ζητούσαν τη μεταρρύθμιση της οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προκειμένου να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή αυτών ως προς τα αιτηθέντα χρηματικά ποσά προς αποκατάσταση της ψυχικής των οδύνης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), μη συντρέχοντος κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου λόγου αναβολής της εκδίκασης αυτής κατ' άρθρο 246 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 573 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, προκειμένου να συνεκδικασθεί με την από 28.11.2018 και με αριθ.

κατ. 233/15/1.3.2019 αντίθετη αίτηση αναίρεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά των αναιρεσειόντων, η συζήτηση της οποίας έχει προσδιορισθεί μετά από αναβολή από την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11.2.2020) για τη δικάσιμο της 15.12.2020, απορριπτομένου του υποβαλλομένου με τις μετά τη συζήτηση κατατεθείσες προτάσεις σχετικού αιτήματος των αναιρεσίβλητων.

Ο περαιτέρω ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων, που υποβάλλεται με τις ως άνω προτάσεις, ότι η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτη, καθότι το δικόγραφο αυτής, ως εισαγωγικό της αναιρετικής δίκης, επιδόθηκε στην προηγουμένη πληρεξούσια δικηγόρο αυτών, που τους εκπροσώπησε κατά την έκκλητη δίκη, την οποία (πληρεξούσια δικηγόρο) όμως από τον Σεπτέμβριο του 2018 αντικατέστησαν με άλλη δικηγόρο, ενημερώνοντας τηλεφωνικά και στη συνέχεια με την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος τους αντιδίκους τους, πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι κατά το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους αντιδίκους η αντικατάστασή του, ενέργεια στην οποία δεν επικαλούνται ότι προέβησαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτως ώστε να γεννηθεί ζήτημα εγκυρότητας της κλήτευσης αυτών.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 84 εδ. β του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 3816/1958, ορίζεται ότι "ο πλοιοκτήτης ευθύνεται ωσαύτως εκ των αδικοπραξιών, τας οποίας διέπραξεν ο πλοίαρχος, το πλήρωμα ή ο πλοηγός κατά την εκτέλεσιν των ανατεθειμένων εις αυτούς καθηκόντων".

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης (προστήσας) ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία του πλοιάρχου ή μέλους του πληρώματος (προστηθέντος) δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 380/2008, ΑΠ 957/2003, ΑΠ 799/2001).

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 104 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΚΔΝΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.Δ/τος 187/1973, ορίζεται ότι "ο πλοίαρχος έχει την εν γένει διοίκησιν εν τω πλοίω και ασκεί εξουσίαν επί των επιβαινόντων, λαμβάνων παν αναγκαίον μέτρον εντός των υφισταμένων κανονισμών προς τον σκοπόν τηρήσεως της τάξεως, της πειθαρχίας και της υγιεινής και δια την ασφάλειαν του πλοίου, των επιβαινόντων και του φορτίου".

Διατάξεις περί των όρων ασφάλειας, η μη τήρηση των οποίων παρέχει στον παθόντα από εργατικό ατύχημα στο πλοίο δικαίωμα αποζημίωσης, είναι εκείνες οι οποίες ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, ήτοι προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων.

Δεν αρκεί δηλαδή το ατύχημα να επήλθε από τη μη τήρηση όρων οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς αυτοί να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995).Τέτοιες ειδικές διατάξεις είναι και εκείνες του Π.Δ/τος 70/1990 για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων σε ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες (ΦΕΚ Α 31), το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 14 παρ.2 και 36 του Ν.1568/1985 και στο οποίο ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

Ως ναυπηγοεπισκευαστικό έργο θεωρείται κάθε ναυπηγική ή ναυπηγοεπισκευαστική εργασία ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως νέα κατασκευή, μετασκευή, προσθήκη, επισκευή, συντήρηση, διάλυση (άρθρο 2 αριθ.1). Ο κύριος του έργου, ο εργολάβος, ο υπεργολάβος και ο παρέχων το χώρο είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού διατάγματος τούτου και ιδιαίτερα με τις υποχρεώσεις που προσδιορίζονται στα επόμενα άρθρα (άρθρο 3 εδ.α).

Ως κύριος του έργου θεωρείται ο πλοιοκτήτης, εφοπλιστής, νομέας, ο κάτοχος του πλοίου ή άλλης πλωτής κατασκευής όπου εκτελείται ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του ναυπηγοεπισκευαστικό έργο. Ο κύριος του έργου μπορεί να εκπροσωπείται από το νόμιμα εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του ή τον πλοίαρχο του πλοίου (άρθρο 2 αριθ.3).

Ως εργολάβος θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου ναυπηγοεπισκευαστικού έργου ή τμήματός του (άρθρο 2 αριθ. 4). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Π. Δ/τος με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914, 922 και 932 του Α.Κ. 104 ΚΔΝΔ και 84 εδ.

β του ΚΙΝΔ προκύπτει ότι κατά την εκτέλεση ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών επί του πλοίου, ο πλοίαρχος υποχρεούται να ελέγχει την τήρηση των μέτρων υγιεινής και ασφαλείας που προβλέπονται από το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα, εάν δε υπαιτίως παραλείψει την ανωτέρω υποχρέωσή του με συνέπεια την πρόκληση ατυχήματος, ευθύνεται τόσο ο ίδιος, όσο και ο προστήσας αυτόν πλοιοκτήτης έναντι του παθόντος σε καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ σε περίπτωση θανάτου ευθύνεται σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στην οικογένεια του παθόντος λόγω ψυχικής οδύνης.

Οι υποχρεώσεις του όμως αυτές για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του πιο πάνω Π.Δ/τος υπάρχουν μόνο όταν ο κύριος του έργου (δηλαδή ο πλοιοκτήτης, εφοπλιστής, νομέας ή κάτοχος του πλοίου, στο οποίο εκτελείται ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του ναυπηγοεπισκευαστικό έργο) έχει ορίσει αυτόν (τον πλοίαρχο) ως εκπρόσωπό του (ΑΠ 1509/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ του πιο πάνω διατάγματος (Π.Δ. 70/1990), πριν γίνει οποιαδήποτε εργασία σε δεξαμενή ή άλλο κλειστό χώρο πρέπει ν' αφαιρούνται όλα τα καλύμματα των ανθρωποθυρίδων και τα άλλα καλύμματα που οδηγούν σε ανοικτούς χώρους και να ασφαλίζονται σε ανοικτή θέση, ενώ κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ιδίου διατάγματος, εάν κατά τη διάρκεια της εργασίας δημιουργούνται βλαβεροί παράγοντες του περιβάλλοντος, όπως σκόνη, ίνες, καπνός, αέρια και ατμοί πρέπει να γίνονται κατά το δυνατόν ακίνδυνοι στο σημείο δημιουργίας τους ή κοντά σε αυτό με απαγωγή, δέσμευση, καταστολή ή άλλες αποτελεσματικές μεθόδους.

Κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ιδίου Δ/τος, πριν την έναρξη εργασιών στους εκεί αναγραφόμενους χώρους, στους οποίους κατά την παρ.1 εδ. α του ιδίου άρθρου περιλαμβάνονται και οι χώροι φορτίου που περιέχουν ή περιείχαν καύσιμα, πρέπει να γίνει καθαρισμός του χώρου, με τη χρήση μηχανικών μέσων και χωρίς την είσοδο εργαζομένων, όσο είναι τούτο πρακτικά δυνατό, καθώς και εξαερισμός, μετά δε τον εξαερισμό εκδίδεται κατά την παρ. 6 του ιδίου άρθρου από χημικό ναυτιλίας πιστοποιητικό απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια για την είσοδο εργαζομένων στο χώρο και την εκτέλεση των απαιτουμένων εργασιών.

Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ιδίου Δ/τος, πριν την είσοδο εργαζομένων για την εκτέλεση εργασιών στις δεξαμενές και τους χώρους του άρθ. 12, απαιτείται η έκδοση πιστοποιητικού απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια (GAS FREE) από χημικό ή χημικό μηχανικό (χημικό ναυτιλίας) που έχει την προβλεπόμενη άδεια, κατά το άρθρο 13 παρ.4 αυτού, προκειμένου να εκδοθεί πιστοποιητικό απαλλαγής, από επικίνδυνα αέρια για εκτέλεση ψυχρών εργασιών σε δεξαμενές ή άλλους κλειστούς χώρους για τους οποίους απαιτείται η έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού, στους χώρους αυτούς πρέπει, α) η συγκέντρωση των αερίων να είναι κάτω από τα επιτρεπόμενα όρια έκθεσης, όπως αυτά ορίζονται στην ελληνική νομοθεσία, ειδικά δε για το πετρέλαιο και τα προϊόντα απόσταξής του το όριο είναι 4% του κατώτερου ορίου εκρηκτικότητας, β) ...

γ) τα υπολείμματα που υπάρχουν να μη μπορούν με τις ατμοσφαιρικές συνθήκες που επικρατούν και χωρίς θερμές εργασίες να παράγουν αέρια σε επικίνδυνη συγκέντρωση κατά την γνώμη του Χημικού Ναυτιλίας, οπότε στην περίπτωση αυτή οι χώροι για τους οποίους εκδόθηκε το πιστοποιητικό χαρακτηρίζονται: ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΓΙΑ TON ΑΝΘΡΩΠΟ - ΜΗ ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΓΙΑ ΘΕΡΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ (SAFE FOR ΜΕΝ - NOT SAFE FOR FIRE), ενώ κατά την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, εάν, μετά την έκδοση πιστοποιητικού απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια δημιουργηθεί αμφιβολία, εάν και κατά πόσο μία δεξαμενή, ένας κλειστός χώρος ή ένα δίκτυο σωληνώσεων είναι ελεύθερο από αέρια, η εργασία δεν πρέπει ν' αρχίζει ή να συνεχιστεί πριν εκδοθεί νέο πιστοποιητικό.

Κατά το άρθρο 14 εδ. α έως και ε του ιδίου Δ/τος για την εκτέλεση εργασιών σε δεξαμενές και τους κλειστούς χώρους του άρθρου 12 παρ. 1, μετά την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών, πέρα από τις απαιτήσεις του άρθρου 11, πρέπει: α) να προβλέπεται ανάλογος και επαρκής εξαερισμός. Η εγκατάσταση του εξαερισμού πρέπει να επιτηρείται για να μην είναι δυνατή η διακοπή ή παρεμπόδιση λειτουργίας της.

Επίσης λαμβάνεται μέριμνα ώστε να υπάρχει ικανή απόσταση μεταξύ των διατάξεων προσαγωγής και απαγωγής για να εξασφαλίζεται η καθαρότητα το προσαγόμενου νωπού αέρα, ως και η μη παρενόχληση των εργαζομένων σε άλλες θέσεις εργασίας από τον απαγόμενο αέρα, β) να λαμβάνεται μέριμνα για την εξασφάλιση ταχείας και ασφαλούς μεταφοράς των εργαζομένων, που αισθάνθηκαν αδιαθεσία, γ) να υπάρχουν και να διατηρούνται ελεύθερα εμποδίων μέσα εύκολης πρόσβασης και απέλευσης από τον τόπο εργασίας.

Οι μεγάλοι χώροι να διαθέτουν τουλάχιστον δύο ξεχωριστές εισόδους - εξόδους. δ) για όλο το διάστημα που παραμένουν εργαζόμενοι στους υπόψη χώρους, ένα κατάλληλο πρόσωπο της επιχείρησης να ασκεί γενική εποπτεία των εργασιών και ιδιαίτερα να διατηρεί άμεση επαφή με τους εργαζόμενους και να εξασφαλίζει, ώστε ο αερισμός να είναι ο κατάλληλος και να τηρούνται τα προβλεπόμενα διαλείμματα εργασίας, ε) να υπάρχουν έτοιμες για διάθεση και χρήση στο πλοίο με μέριμνα του κύριου του πλοίου δύο πλήρεις κατάλληλες αναπνευστικές συσκευές...

Κατά το άρθρο 19 παρ.1 του ιδίου Δ/τος για την εκτέλεση εργασιών που χαρακτηρίζονται ασφαλείς για τον άνθρωπο και μη ασφαλείς για θερμές εργασίες, για τις οποίες έχει εκδοθεί πιστοποιητικό απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια για την εκτέλεση μόνο ψυχρών εργασιών πρέπει να λαμβάνονται περαιτέρω προφυλάξεις και συγκεκριμένα α) να μην χρησιμοποιείται φωτιστικό ή ηλεκτρικό εργαλείο που δεν είναι αντιεκρηκτικού τύπου, β)...

γ)... δ) να υπάρχει επαρκής εξαερισμός, ε) οι εργαζόμενοι να μην καπνίζουν, ούτε να φέρουν σπίρτα, αναπτήρες κλπ. , κατά δε την παρ. 2 στοιχ. ε του ιδίου άρθρου κατά την εκτέλεση εργασιών στους χώρους αυτούς να μη χρησιμοποιούνται ή υπάρχουν εργαλεία ή υποδήματα ή άλλα αντικείμενα που μπορεί να προξενήσουν σπινθήρες.

Όσον αφορά δε ειδικά τη διενέργεια εργασιών σε δεξαμενές φορτίου δεξαμενόπλοιου, όπως στην ένδικη περίπτωση, κατά το άρθρο 20 παρ. 1, 3 και 5 του ιδίου Π.Δ/τος, πριν την έναρξη εργασιών σε δεξαμενές φορτίου δεξαμενοπλοίων θα πρέπει οι δεξαμενές αυτές να καθαριστούν και να εξαεριστούν σε χώρο εκτός του ναυπηγείου ή της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης.

Ο καθαρισμός πρέπει να γίνεται με εκτόξευση ζεστού νερού, ατμού ή χημικών διαλυμάτων με τη χρησιμοποίηση μηχανικών μέσων χωρίς την είσοδο εργαζομένων σ` αυτές και σε χώρο εκτός του ναυπηγείου ή της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης. Ο καθορισμός να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να εξατμιστούν τα πτητικά καύσιμα και να απομακρυνθούν τα κατάλοιπα καυσίμων (λάσπη κ.λπ.) όσο είναι πρακτικά δυνατό με μηχανικά μέσα (παρ. 1).

Ύστερα από το πλύσιμο των δεξαμενών, πρέπει να αφαιρεθούν τα καλύμματα από τις ανθρωποθυρίδες και τα άλλα ανοίγματα και να εξαεριστούν οι δεξαμενές ώστε να απομακρυνθούν τα αέρια καύσιμα (παρ. 3). Μετά τον εξαερισμό των δεξαμενών εκδίδεται από χημικό ναυτιλίας πιστοποιητικό απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια για την είσοδο του δεξαμενόπλοιου στο ναυπηγείο ή τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη.

Κατά το άρθρο 22 παρ.2 του ιδίου Δ/τος για την εκτέλεση εργασιών σε δεξαμενές φορτίου δεξαμενόπλοιων για τις οποίες έχει εκδοθεί πιστοποιητικό απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια για την εκτέλεση μόνο ψυχρών εργασιών ισχύουν τα προβλεπόμενα στο (προαναφερόμενο) άρθρο 19 του ως άνω Δ/τος και στις αντίστοιχες διατάξεις του Παραρτήματος της Υπουργικής Απόφασης 3232/41/1989 (ΦΕΚ Β 400).

Με την παρ. 3 του άρθρου 5 της πιο πάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Εμπορικής Ναυτιλίας που κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου με το άρθρο 77 παρ. 7 περ. α του Ν. 1892/1990, ορίσθηκε ότι ο ελάχιστος εξοπλισμός των επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν εργασία στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιά, Δραπετσώνας, Κερατσινίου, Περάματος, Σαλαμίνας θα καθορισθεί με κοινές υπουργικές αποφάσεις του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και των κατά περίπτωση αρμοδίων Υπουργών, ενώ με το Παράρτημα της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση (και) της διάταξης αυτής με αριθ. 3116.3/08/11.6.1993 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Εμπορικής Ναυτιλίας, Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας (ΦΕΚ Β 563) ορίσθηκε ως απαιτούμενος ελάχιστος εξοπλισμός συνεργείων για ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες σε πλοία και ειδικότερα για εργασίες σε κλειστούς χώρους, μεταξύ άλλων, δύο κατ' ελάχιστο όριο ανά εξαεριζόμενο χώρο ανεμιστήρες εισαγωγής και απαγωγής αέρα, έχοντες τις στη διάταξη αυτή αναφερόμενες προδιαγραφές παροχής αέρα, έκαστος των οποίων πρέπει να είναι συνδεδεμένος με εύκαμπτο αγωγό κατάλληλης διαμέτρου και μήκους μέχρι του απωτέρου, από τη θέση του ανεμιστήρα απαγωγής, σημείου (όρος 1.1), δύο ανά πλοίο και δύο εκτός πλοίου αναπνευστικές συσκευές (όρος 1.3) και φορητά φωτιστικά σώματα σε αριθμό που να εξασφαλίζεται επαρκής φωτισμός του χώρου εργασίας, τροφοδοτούμενα από ρεύμα χαμηλής τάσης (42 V) με καλυμμένους κατάλληλα τους λαμπτήρες (αντιεκρηκτικού τύπου) (όρος 3. 3), ενώ για εργασίες σε εκρηκτικό περιβάλλον όλα τα εργαλεία και τα μέσα θα είναι αντιεκρηκτικού τύπου (όρος 7.3).

Τέλος η κατά τα προαναφερθέντα αδικοπρακτική ευθύνη του εκπροσωπούντος τον πλοιοκτήτη πλοιάρχου από την υπαίτια παράλειψη του τελευταίου να προβεί στον έλεγχο της τήρησης των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας που προβλέπει το με αριθ. 70/1990 Π.Δ/μα και ειδικότερα από τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις αυτού, με συνέπεια την πρόκληση ατυχήματος, και συνακόλουθα (και) η αδικοπρακτική ευθύνη του πλοιοκτήτη έναντι του ζημιωθέντος κατά το άρθρο 84 εδ.

β του ΚΙΝΔ, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 5 Α παρ. 1 - 4 του ως άνω Π.Δ/τος σε αντιδιαστολή με εκείνη του άρθρου 5 Β του ιδίου Π. Δ/τος, η πρώτη των οποίων (άρθ. 5 Α) ορίζει ο κύριος του έργου, ανεξάρτητα αν αναθέτει την εκτέλεση του έργου σε ένα ή περισσότερους εργολάβους ή υπεργολάβους, εκτελεί τις εργασίες καθαρισμού δεξαμενών και σωλήνων, προβαίνει σε έλεγχο για τυχόν συγκέντρωση αερίων και έκδοση σχετικών πιστοποιητικών (GAS FREE), ενημερώνοντας σχετικά για την εκτέλεσή τους ή για κάθε επερχόμενη μεταβολή τους εργολάβους ή υπεργολάβους (παρ.1), συνεργάζεται με τον τεχνικό ασφαλείας, καθώς και με τους εργολάβους και υπεργολάβους για τη σωστή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας και την αποφυγή ατυχημάτων στις εργασίες που πραγματοποιούνται τόσο από τα συνεργεία των εργολάβων όσο και από τα μέλη του πληρώματος (παρ.2), ενημερώνει το γενικό εργολάβο και τους εργολάβους ή υπεργολάβους για τα πυροσβεστικά μέσα που διαθέτει το πλοίο (παρ.3) και απομακρύνει από τους κλειστούς χώρους τις φιάλες πεπιεσμένων καυσίμων αερίων και οξυγόνου, που χρησιμοποιούνται από το πλήρωμα, τις οποίες τοποθετεί σε ασφαλείς χώρους (παρ.4), ενώ η δεύτερη των οποίων (άρθ. 5 Β) ορίζει ότι σε περίπτωση που ο κύριος του έργου αναθέτει την εκτέλεση των εργασιών σε περισσοτέρους του ενός εργολάβους ή υπεργολάβους είναι υπεύθυνος για την τήρηση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στον εργολάβο ή υπεργολάβο ολοκλήρου του έργου (άρθ. 4 παρ.1, 3, 4, 5, 6, 7, 9, 10, 11, 12, 13, 14α, 17, 18, 23, επιπρόσθετα με τις αναφερόμενες στις παρ. 1 έως και 4 του παρόντος), στις οποίες ειδικότερα περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις του εργολάβου ή του υπεργολάβου να οργανώνει, επιβλέπει και επιθεωρεί την εκτέλεση της εργασίας σε κάθε φάση, ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη ασφαλών συνθηκών εργασίας (άρθ. 4 παρ.1), να ελέγχει την ατμόσφαιρα εργασίας, όπως ορίζεται στα άρθ. 14 και 22 του παρόντος Δ/τος (άρθ. 4 παρ. 6) και να διακόπτει την εργασία, όταν διαπιστώνει ότι δεν τηρούνται τα προβλεπόμενα μέτρα ασφάλειας (άρθ. 4 παρ.7).

Και τούτο διότι πρόκειται περί σωρευτικής συρροής διατάξεων που στηρίζουν τις από αδικοπραξία αξιώσεις του ζημιωθέντος. Εφόσον δε κατά το άρθρο 3 του πιο πάνω με αριθ. 70/1990 Π.Δ/τος ο κύριος του έργου, ο εργολάβος, ο υπεργολάβος και ο παρέχων το χώρο είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω Δ/τος και ιδιαίτερα με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 4 έως 6 αυτού, η ευθύνη του εργολάβου ή υπεργολάβου διακρίνεται μεν αυτής του κυρίου του έργου (στον οποίο περιλαμβάνεται και ο πλοιοκτήτης - άρθ. 2 παρ.3), πλην όμως δεν αποκλείει τη συνδρομή συγκλίνουσας αμέλειας αυτών ή των προστηθέντων από αυτούς προσώπων στην πρόκληση του ατυχήματος, οπότε τόσο ο (προστήσας) πλοιοκτήτης, όσο και ο εργολάβος ενέχονται εις ολόκληρο έναντι του ζημιωθέντος, κατά το άρθρο 926 του ΑΚ (σχετ.

ΑΠ 838/2015). Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, τόσο κατά τη διάταξη του άρθρου 5 Α, όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 5 Β του Π.Δ/τος 70/1990, ο κύριος του έργου και ειδικότερα ο πλοιοκτήτης έχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις τις ιδιαίτερες υποχρεώσεις να προβεί στον (επιμελή) καθαρισμό των δεξαμενών και στον έλεγχο της συγκέντρωσης αερίων με την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού [περιλαμβανομένης, συνεπώς, και της υποχρέωσης αυτής να ζητήσει την έκδοση νέου πιστοποιητικού, μετά την έκδοση του αρχικού, εάν δημιουργηθεί αμφιβολία εάν ο κλειστός χώρος είναι ελεύθερος από αέρια - άρθ. 13 παρ.7], καθώς και να μεριμνά, σε συνεργασία με τον εργολάβο ή υπεργολάβο, για τη σωστή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας προς αποφυγή πρόκλησης ατυχήματος και συνακόλουθα να ελέγχει διά του εκπροσωπούντος αυτόν πλοιάρχου, έχοντος εκ του νόμου (άρθ. 104 ΚΔΝΔ) τη σχετική αρμοδιότητα, την τήρηση των μέτρων αυτών, είναι δε αδιάφορο για την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών του κυρίου του έργου το ότι ο εργολάβος του ναυπηγοεπισκευαστικού έργου δεν τελεί σε σχέση εξάρτησης από τον κύριο του έργου - πλοιοκτήτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Λόγος δε αναίρεσης όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ή όπου βασίμως πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά τα λοιπά ερείσματα αυτής επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της (σχετ.

ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 1652/2010, ΑΠ 406/2010, ΑΠ 318/2009) είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του, αφού διέλαβε στο σκεπτικό του αναλυτικά το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1, 3, 7, 11, 12, 13, 14 και 20 του Π.Δ/τος 70/1990 δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι η πρώτη των εναγομένων [ήδη πρώτη των αναιρεσειόντων], εδρεύουσα στον … εταιρεία με την επωνυμία "...

INC", είναι πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Παναμά δεξαμενόπλοιου με το όνομα "...", το οποίο χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ακατέργαστου πετρελαίου. Ότι το ανωτέρω δεξαμενόπλοιο, κατά το χρόνο πριν το ατύχημα, λειτουργούσε ως αποθήκη - σταθμός φορτοεκφόρτωσης αργού πετρελαίου, αγκυροβολημένο στη θαλάσσια περιοχή της Δυτικής Αφρικής, στη Νιγηρία.

Ότι τον Ιούνιο του 2007 το πλοίο ταξίδευσε και κατέπλευσε στον Πειραιά, με σκοπό την εκτέλεση επιθεώρησης από τον Νηογνώμονα και επισκευαστικών εργασιών, εντός της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης Περάματος. Ότι το έργο των προγραμματισμένων επισκευαστικών εργασιών είχε ανατεθεί στη ναυπηγική εταιρεία "... & Σια ΕΠΕ" [δεύτερη των αρχικά εναγομένων, μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη], με έδρα το ....

Ότι προ του κατάπλου του πλοίου στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος από τη Γκάνα Δυτικής Αφρικής είχαν καθαρισθεί οι χώροι φορτίου με έκπλυση με κρύο νερό και οι πυθμένες των δεξαμενών είχαν καθαρισθεί με πριονίδι. Ότι, κατόπιν παροχής σχετικής αδείας από το Ζ' Λιμενικό Τμήμα Περάματος, άρχισαν εντός της πιο πάνω ζώνης, όπου το πλοίο είχε μεθορμίσει, στις 30.6.2007 οι εργασίες για τις επισκευές στο πλοίο.

Ότι κατόπιν διενεργηθέντος ελέγχου στις 11 και 12.7.2007 από την μικτή επιτροπή του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου (ΚΕ.Π.Ε.Κ.) Πειραιά, συντάχθηκαν σχετικά δελτία ελέγχου, στις δε σχετικές παρατηρήσεις προς το συνεργείο της ως άνω εργολάβου, αναφερόταν η ενίσχυση του εξαερισμού των κλειστών χώρων του πλοίου.

Ότι στις 13.7.2007 έγινε πλήρωση των πρωραίων δεξαμενών του πλοίου με θαλάσσερμα, προκειμένου το πλοίο να πάρει κλίση και βυθισθεί εν μέρει προς την πλώρη (έμπρωρο), προκειμένου να καταστεί δυνατή με τη χρήση γερανού από την προβλήτα η απομάκρυνση από το πλοίο του αυτοκινούμενου γερανού του που είχε ανατραπεί την προηγουμένη.

Ότι στις 16.7.2007 είχε προγραμματισθεί, πέραν των άλλων εργασιών, να πραγματοποιηθεί η μετατροπή του στομίου υψηλής αναρρόφησης της σωλήνωσης της δεξιάς γραμμής φορτίου (Νο 3) εντός της κεντρικής δεξαμενής φορτίου Νο 2 σε επιστόμιο χαμηλής απορρόφησης. Ότι η εν λόγω εργασία περιλάμβανε την εξάρμωση του στομίου υψηλής αναρρόφησης με αποκοχλίωσή του από τη φλάντζα του επιστομίου, την μετατόπιση και περιστροφή του κατά 180 μοίρες και την εν συνεχεία επαναπροσαρμογή και επανακοχλίωσή του στη φλάντζα του επιστομίου, ούτως ώστε να καταστεί στόμιο χαμηλής αναρρόφησης.

Ότι την προηγουμένη ημέρα (15.7.2007) και ώρα 10.30 είχε επισκεφθεί το πλοίο ο αρμόδιος χημικός μηχανικός, ο οποίος εξέδωσε πιστοποιητικό απαλλαγής αερίων (GAS FREE). Ότι στο πιστοποιητικό αυτό ο χώρος της κεντρικής δεξαμενής φορτίου Νο 2 χαρακτηριζόταν ασφαλής για τον άνθρωπο, αλλά μη ασφαλής για θερμές εργασίες, με χρόνο λήξης της ισχύος του στις 22.00 της 16.7.2007 (διάρκεια 35,5 ώρες).

Ότι με βάση το πιστοποιητικό αυτό κατά νόμο (άρθ. 13 του Π.Δ/τος 70/1990) επιτρεπόταν η είσοδος και παραμονή εργαζομένων εντός της κεντρικής δεξαμενής φορτίου Νο 2 για την εκτέλεση ψυχρών εργασιών και κατά συνέπεια τα εργαλεία (κλειδιά, σφυριά και παλάγκα) που επιτρεπόταν να χρησιμοποιηθούν έπρεπε να είναι αντιεκρηκτικού τύπου, προκειμένου ν' αποφευχθεί η δημιουργία σπινθήρα.

Ότι στο ανωτέρω πιστοποιητικό αναγραφόταν επίσης, ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών στη συγκεκριμένη δεξαμενή φορτίου, η δεξαμενή θα έπρεπε να εξαερίζεται με φυσικό τρόπο από τα ανοίγματα, πλην του πρωραίου ή με ανεμιστήρες, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ότι η ως άνω εργασία της μετατροπής του στομίου υψηλής αναρρόφησης σε στόμιο χαμηλής αναρρόφησης ανατέθηκε από τον εργοδηγό [τέταρτο των αρχικά εναγομένων, μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη] της εργολάβου του έργου εταιρείας στους δύο εργαζόμενους Δ.

Φ. (εργατοτεχνίτη) και Β. Η. (βοηθό εργατοτεχνίτη), οι οποίοι στις 07.15 της 16.7.2007 με εντολή του εργοδηγού οδηγήθηκαν στο πόστο τους από άλλο εργαζόμενο και τους υποδείχθηκε η εργασία. Ότι κατά το επόμενο χρονικό διάστημα οι ως άνω εργαζόμενοι μετέφεραν τα εργαλεία τους στον τόπο εργασίας (πλησίον του πυθμένα της δεξαμενής) και προέβησαν στις απαιτούμενες προετοιμασίες (τοποθέτηση φορητού φωτισμού, τοποθέτηση μαδεριών).

Ότι κατά παράβαση του νόμου ο χώρος δεν είχε επαρκή φωτισμό [ενν. εξαερισμό], καθότι το ελλειψοειδούς σχήματος άνοιγμα προς το κύριο κατάστρωμα του πλοίου στο πρωραίο άκρο της δεξαμενής διαστάσεων 1,30 Χ Ο, 60 περίπου είχε σφραγισθεί και δεν είχε κλίμακα, ενώ κατά παράβαση της με αριθ. 3116.3/8/11.7.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Βιομηχανίας, έρευνας και Τεχνολογίας (ΦΕΚ Β 563) δεν είχε παρασχεθεί ο ελάχιστος εξοπλισμός συνεργείων για ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες σε κλειστούς χώρους πλοίων, ο οποίος περιλαμβάνει δύο τουλάχιστον ανεμιστήρες εισαγωγής και απαγωγής αέρα, (προκειμένου η συγκέντρωση των επικίνδυνων αερίων να διατηρείται στα επιτρεπόμενα από το νόμο επίπεδα), και δύο τουλάχιστον αναπνευστικές συσκευές που δεν υπήρχαν και πέρασε μισή ώρα μέχρι ν' ανευρεθούν.

Ότι τα παρασχεθέντα εργαλεία δεν ήταν αντιεκρηκτικού τύπου ώστε να μην προκαλούν σπινθήρα, αλλά χαλύβδινα, ενώ επίσης οι φορητοί φωτισμοί δεν ήταν αντιεκρηκτικού τύπου και ορισμένοι από αυτούς δεν είχαν πλέγμα. Ότι δεν είχαν τηρηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση οι στοιχειώδεις προφυλάξεις, καθόσον σύντομα δημιουργήθηκε σπινθήρας από τη χρησιμοποίηση κάποιων από τα εν λόγω ακατάλληλα εργαλεία, με αποτέλεσμα να αναφλεγεί τοπικά πλησίον του πυθμένα της δεξαμενής (δημιουργηθείς) θύλακας εύφλεκτων αερίων.

Ότι ειδικότερα περί ώρα 09.50 της 16.7.2007 και, ενώ εντός της δεξαμενής βρίσκονταν οι ανωτέρω δύο εργαζόμενοι, εκδηλώθηκε εντός αυτής πυρκαϊά, η οποία έγινε άμεσα αντιληπτή από τους εργαζομένους της πιο πάνω εργολάβου και μέλη του πληρώματος από την έντονη - βίαιη έξοδο καπνών από την κάθοδο (είσοδο - έξοδο) της Νο 2 κεντρικής δεξαμενής υποδοχής φορτίου.

Ότι σύμφωνα με τη διενεργηθείσα αυτοψία η δεξαμενή χωριζόταν στο μέσο του μήκους της από μία μη στεγανή διάτρητη φρακτή από τον πυθμένα έως το κύριο κατάστρωμα, ο χώρος της ήταν απλός, χωρίς ιδιαίτερες και πολύπλοκες εγκαταστάσεις, αποτελούμενος από μεταλλικά μόνο στοιχεία, η κάθοδος σε αυτή γινόταν από το κύριο κατάστρωμα από κυκλικό άνοιγμα, διαμέτρου 1,10 μέτρων περίπου που βρισκόταν στη πρυμναία δεξιά πλευρά της δεξαμενής, μέσω κλίμακας, αποτελουμένης από πέντε (5) επί μέρους τμήματα με είκοσι (20) σκαλοπάτια το καθένα, ενώ το ελλειψοειδούς σχήματος αντίστοιχο άνοιγμα προς το κύριο κατάστρωμα του πλοίου στο πρωραίο άκρο της δεξαμενής διαστάσεων είχε σφραγισθεί και δεν υπήρχε από αυτό κλίμακα.

Ότι στο κύριο κατάστρωμα και πάνω από τη δεξαμενή υπήρχαν ανοίγματα "μάτια" για την εισαγωγή εντός αυτής εύκαμπτων πλαστικών σωλήνων εξαερισμού της δεξαμενής. Ότι συνακόλουθα ο χώρος των εργασιών ήταν δύσκολα προσβάσιμος. Ότι η ανωτέρω πυρκαϊά εκδηλώθηκε, αναπτύχθηκε και περιορίσθηκε στο πρυμναίο τμήμα της δεξαμενής, μεταξύ της πρυμναίας εγκάρσιας στεγανής φρακτής και του πρώτου εγκάρσιου ενισχυμένου νομέα, μετρουμένη από πρύμνα.

Ότι από τη διενεργηθείσα αυτοψία βρέθηκαν στον πυθμένα της δεξαμενής ποσότητα καταλοίπων πετρελαιοειδών αναμεμειγμένων με νερό (νερό που κυρίως χρησιμοποιήθηκε για την κατάσβεση της πυρκαϊάς) και ειδικότερα, μετά την απάντληση των υδάτων από τον πυθμένα της δεξαμενής, βρέθηκαν υπολείμματα πετρελαιοειδών μεταξύ της πρυμναίας εγκάρσιας στεγανής φρακτής και της Νο 1 έδρας (μετρουμένης από την πρύμνη) σε υγρή παχύρρευστη μορφή σε διάφορα πάχη, μεταξύ 2 και 4 εκατοστών του μέτρου κατά τα διαλαμβανόμενα αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ότι ένας αναπτήρας που βρέθηκε παραμορφωμένος στο χώρο δεν ήταν κατά την έκθεση ατυχήματος η πηγή της ανάφλεξης, διότι αυτός βρέθηκε πέντε μέτρα μακράν του χώρου ανάφλεξης. Ότι το φορτίο που μετέφερε το πλοίο και κατ' επέκταση η υπό εξέταση κεντρική δεξαμενή φορτίου Νο 2 είχε τάση ατμών Raid 8,6 και ως τούτου ήταν βαθμού (Β), ήτοι ήταν λίαν πτητικό φορτίο με σημείο ανάφλεξης κάτω από 60 βαθμούς Κελσίου.

Ότι η παραπάνω ιδιότητα (λίαν πτητικό) του φορτίου και κατ' επέκταση των καταλοίπων αυτού, που βρέθηκαν σε σημαντική ποσότητα στο πρυμναίο άκρο της δεξαμενής σε συνδυασμό με τις επικρατούσες την ημέρα του συμβάντος πολύ υψηλές θερμοκρασίες (πάνω από 40 βαθμούς Κελσίου) είχε ως αποτέλεσμα την ανάδυση σημαντικής ποσότητας αερίων υδρογονανθράκων, η οποία μάλιστα ήταν αυξημένη συνεπεία της τριβής των μορίων μεταξύ τους από την κίνηση των ρευστών καταλοίπων, λόγω της εκ νέου αλλαγής της θέσης του πλοίου μεταξύ της 15ης και 16ης Ιουλίου 2007, μετά την απομάκρυνση του προαναφερθέντος γερανού ανύψωσης από το κατάστρωμα του πλοίου.

Ότι με δεδομένο ότι τα αέρια υδρογονανθράκων έχουν πυκνότητα μεγαλύτερη του ατμοσφαιρικού αέρα και με δεδομένο ότι εντός της δεξαμενής επικρατούσε πλήρης άπνοια, τα αέρια αυτά δεν ανέβαιναν προς τα επάνω και δεν διασκορπίζονταν στον υπόλοιπο όγκο της δεξαμενής, αλλά κατακάθονταν στο κατώτερο τμήμα της, όπου και η αρχική εστία της πυρκαϊάς, ενούμενα με νέες ποσότητες αναδυομένων αερίων, με αποτέλεσμα η αναλογία τους με το οξυγόνο του αέρα να δημιουργήσει τοπική συγκέντρωση ατμών υδρογονανθράκων - οξυγόνου που έφτασε στην επικίνδυνη εύφλεκτη ζώνη, και όταν το εύφλεκτο αυτό μίγμα συνάντησε εναυσματικό μέσο (σπινθήρα ή φλόγα) επακολούθησε η πυρκαϊά.

Ότι παρά την περιγραφόμενη λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση κινητοποίηση του πληρώματος και των εργαζομένων, που ενημέρωσαν άμεσα την Πυροσβεστική Υπηρεσία και την Λιμενική Αρχή και ειδικότερα παρά την προσπάθεια παροχής φιάλης οξυγόνου στον τραυματισθέντα από την έκρηξη Β. Η., που κατέβασαν με σχοινί μέσω ανοίγματος (ματιού) από το κατάστρωμα, [η οποία όμως απέβη ανεπιτυχής, διότι λόγω του πυκνού καπνού και των συνθηκών που επικρατούσαν στη δεξαμενή ο ως άνω τραυματισθείς δεν μπόρεσε να παραλάβει αυτήν] και παρά τη στη συνέχεια προσπάθεια καθόδου εργαζομένου, φέροντος ατομική συσκευή οξυγόνου, [ο οποίος σκόνταψε επί της κλίμακας στο σώμα του (ήδη νεκρού) Δ.

Φ., και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια] δεν κατέστη δυνατόν να διασωθεί ο Β. Η., ο οποίος επέζησε για μισή ώρα τουλάχιστον της έκρηξης και αποβίωσε συνεπεία δηλητηρίασης από μονοξείδιο του άνθρακος και του οποίου το σώμα ανασύρθηκε μόλις στις 18.00 της ιδίας ημερομηνίας από άνδρες της Ε.Μ.Α.Κ., που τελικά εισήλθαν στη δεξαμενή.

Ότι από τ' ανωτέρω προκύπτει ότι δεν υπήρχε εξοπλισμός προς διάσωση στο χώρο, ούτε εκπαιδευμένο προς διάσωση άτομο, ως διαλαμβάνεται στην έκθεση του ατυχήματος. Ότι η πιο πιθανή αιτία πρόκλησης της πυρκαϊάς υπήρξε η προαναφερθείσα δημιουργία εύφλεκτου μίγματος ατμών υδρογονανθράκων και ατμοσφαιρικού αέρα στην περιοχή της αρχικής εστίας της πυρκαϊάς, η οποία θα είχε αποφευχθεί, εάν τα αέρια αυτά διασκορπίζονταν σε όλο τον όγκο της δεξαμενής με τη βοήθεια επαρκών σε ισχύ και αριθμό φορητών ανεμιστήρων, οι οποίοι από το κύριο κατάστρωμα, δια μέσου πλαστικών εύκαμπτων σωλήνων "παντελόνια" θα έστελναν αέρα, διασκορπίζοντας αέρα στο κατώτερο σημείο της δεξαμενής, μειώνοντας έτσι το ποσοστό των αερίων υδρογονανθράκων, έτσι ώστε το μείγμα να καταστεί μη εύφλεκτο, γεγονός που δεν συνέβη στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται και από τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση αυτοψίας της πιο πάνω δεξαμενής, η οποία τονίζει την έλλειψη επαρκούς αερισμού της.

Ότι στην έκθεση αυτή διαπιστώνονται οι ελλείψεις - παραλείψεις μέτρων ασφαλείας και ειδικότερα ο μη καθαρισμός των υπολειμμάτων αργού πετρελαίου (crude oil) από τον πυθμένα της δεξαμενής, λόγω του κινδύνου δημιουργίας τοπικά εύφλεκτου μείγματος αερίων υδρογονανθράκων και ατμοσφαιρικού αέρα, ενόψει της αυξημένης θερμοκρασίας του περιβάλλοντος και της μεγάλης διάρκειας των επισκευών εντός της δεξαμενής που θα διαρκούσαν 15 ημέρες, το κλείσιμο της δεύτερης ανθρωποθυρίδας στην πρωραία δεξιά πλευρά της δεξαμενής, η οποία, αν ήταν ανοικτή, θα μπορούσε να συμβάλλει στον αερισμό της δεξαμενής με νωπό ατμοσφαιρικό αέρα και να χρησιμοποιηθεί ως έξοδος διαφυγής από τη δεξαμενή με χρήση φορητής κλίμακας, ο εφοδιασμός των εργαζομένων με συσκευές φορητού φωτισμού και με εργαλεία όχι αντιεκρηκτικού τύπου, με αποτέλεσμα κατά τη χρήση τους να μπορούσε να προκληθεί σπινθήρας, η μη απαγόρευση του να φέρουν οι εργαζόμενοι στο χώρο της δεξαμενής κινητά τηλέφωνα ή V.H.F.

μη αντιεκρηκτικού τύπου, ο μη επαρκής εξαερισμός της δεξαμενής με εξαεριστήρες αντιεκρηκτικού τύπου (τουλάχιστον δύο εξαεριστήρες με 30 εναλλαγές αέρα την ώρα ο καθένας), οι οποίοι από το κύριο κατάστημα και μέσω πλαστικών ή εύκαμπτων σωλήνων "παντελόνια" θα διοχέτευαν νωπό αέρα στη δεξαμενή και η έλλειψη ενός καταλλήλου προσώπου από το συνεργείο που ν' ασκεί γενική εποπτεία των εργαζομένων και ιδιαίτερα να διατηρεί άμεση επαφή με αυτούς και να τους επιβλέπει.

Ότι όλες οι παραπάνω παραλείψεις συνετέλεσαν αιτιωδώς, κατά την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην εκδήλωση της πυρκαϊάς την 09.50 ώρα της 16.7.2007 στη Νο 2 κεντρική δεξαμενή φορτίου του δεξαμενόπλοιου "...", με αποτέλεσμα το θάνατο των δύο (2) προαναφερόμενων εργαζομένων του εξωτερικού συνεργείου επισκευών.

Στη συνέχεια, αναφορικά με την ειδικότερη ευθύνη του πέμπτου των εναγομένων και ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, πλοιάρχου, για το προκληθέν κατά τα προεκτεθέντα ατύχημα, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Ευθύνη για τα παραπάνω φέρει ο δεύτερος εκκαλών Δ. Γ. [ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων], που ήταν εκπρόσωπος της πρώτης εκκαλούσας πλοιοκτήτριας και κυρίας του έργου [ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων], ως πλοίαρχος του Δ/Ξ πλοίου "...", διότι από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αφενός επέτρεψε στους εργάτες Δ.

Φ. του Γ. και Β. Η. του Φυλακτή, οι οποίοι ανήκαν στο συνεργείο της εταιρίας "... και Σια Ε.Π.Ε.", στην οποία είχε προηγουμένως αναθέσει τμήμα επισκευαστικών εργασιών του άνω πλοίου για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας εταιρίας του και κυρίας του σχετικού έργου, να εισέλθουν στη Νο 2 κλειστή κεντρική δεξαμενή του ως άνω πλοίου, η οποία περιείχε κατάλοιπα καυσίμων επικίνδυνα για πρόκληση πυρκαϊάς και να επιχειρήσουν εργασίες εξάρμωσης των αναρροφήσεων του δικτύου σωληνώσεων φορτίου, γεγονός που από μόνο του ακύρωνε το πιστοποιητικό gas free που είχε εκδοθεί (βλ.

σελ. 88 πραγματογνομωσύνης), χωρίς να μεριμνήσει πριν από την έναρξη των ως άνω εργασιών τους και, κατά παράβαση των άρθρων 11, 12, 13, 14 και 20 του πδ 70/1990 που ήδη προαναφέρθηκαν: 1) να εξαεριστεί και να καθαριστεί η ως άνω δεξαμενή, όπως και οι υπάρχουσες σε αυτήν σωληνώσεις, από τα κατάλοιπα καυσίμων, όσο ήταν πρακτικά δυνατό, με μηχανικά μέσα, 2) να ληφθούν πρόσθετα ειδικά μέτρα πρόληψης πυρκαϊάς και δη να ελεχθεί, τυχόν ύπαρξη εύφλεκτων αερίων στην άνω δεξαμενή και να υπάρξει μέριμνα για το συνεχή καλό εξαερισμό της και για την απαγόρευση καπνίσματος, καθώς και των εργασιών που συνεπάγονται ενδεχόμενα παραγωγή σπινθήρα, με επισήμανση της σχετικής απαγόρευσης σε ειδικές ευκρινείς πινακίδες, 3) να εξασφαλιστεί η ταχεία και ασφαλής μεταφορά των άνω εργαζομένων σε περίπτωση που αισθάνονταν αδιαθεσία, καθώς και η ύπαρξη και διατήρηση ελεύθερων εμποδίων μέσων εύκολης πρόσβασης και αποχώρησης από τον άνω χώρο εργασίας τους και 4) να εκδοθεί από χημικό ναυτιλίας νέο πιστοποιητικό απαλλαγής της ως άνω δεξαμενής από επικίνδυνα αέρια πριν αρχίσει σε αυτήν η εκτέλεση των ως άνω εργασιών και παρά την έκδοση την προηγούμενη ημέρα τέτοιου πιστοποιητικού, ενόψει της αμφιβολίας που δημιουργήθηκε, εάν και κατά πόσο η συγκεκριμένη δεξαμενή ήταν ελεύθερη από αέρια μετά την αποσυναρμολόγηση μεγάλου μέρους του δικτύου σωληνώσεων φορτίου του πλοίου.

Αποτέλεσμα των ως άνω παραλείψεών του με αριθ. 1, 2 και 4, τις οποίες ο πλοίαρχος δεύτερος εκκαλών, ως εκπρόσωπος της πρώτης εκκαλούσας πλοιοκτήτριας και κυρίας του έργου είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποφύγει, ήταν να μην αποφευχθεί η πρόκληση πυρκαϊάς, όταν οι ως άνω εργάτες περί ώρα 09.50 ξεκίνησαν τις άνω σωληνουργικές εργασίες στην άνω δεξαμενή με χρήση μεταλλικών κοπιδιών, σφυριών και κλειδιών και τριών φωτιστικών μη αντιεκρηκτικού τύπου, η οποία πυρκαϊά επεκτάθηκε γρήγορα στα κατάλοιπα καυσίμων που υπήρχαν στον πυθμένα και στις σωληνώσεις της άνω δεξαμενής που προκάλεσε το θάνατο των άνω εργατών, που εγκλωβίστηκαν εξ αιτίας αυτής στη δεξαμενή, από εισπνοή αιθάλης και μονοξειδίου του άνθρακα, καθώς και από καθολικά εγκαύματα α', β' και γ' βαθμού της πρόσθιας επιφάνειας κυρίως του σώματος, όσον αφορά τον εξ αυτών Δ.

Φ. και από διάφορα τοπικά εγκαύματα κυρίως β' βαθμού όσον αφορά τον εξ αυτών Β. Η.. Και ήταν αναμενόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να μη διαπιστωθεί το έναυσμα της άνω πυρκαϊάς, λόγω των συνθηκών της έκρηξης που εξαύλωσε τμήμα του χώρου, πλην όμως οπωσδήποτε αυτή δεν θα είχε προκληθεί, ούτε θα είχε λάβει την άνω έκταση που επέφερε το παραπάνω τραγικό αποτέλεσμα, αν δεν υπήρχαν οι άνω παραλείψεις του δευτέρου εκκαλούντος, εκ των οποίων η με αριθ. 3 εμπόδισε την άμεση έξοδο των ως άνω εργατών στο κατάστρωμα και την αποτελεσματική παροχή βοήθειας προς αυτούς και συνέβαλαν έτσι και αυτές στο θάνατό τους.

Αναφορικά με τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του δευτέρου εκκαλούντος περί μη ευθύνης του, τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο έφεσής του και τον οποίο πρότεινε και στο ποινικό δικαστήριο, αρνούμενος την κατηγορία, πρέπει να λεχθούν τα εξής: 1) Απεδείχθη εκ των ως άνω αποδεικτικών μέσων ότι κατά την ειρημένη χρονική περίοδο επελεύσεως του συμβάντος ευρίσκοντο επί του πλοίου και εκτελούσαν εργασίες συναφείς προς την επισκευή και άλλα συνεργεία, πλην εκείνου του Π., δηλαδή ως της ...

ΑΕ και για το λόγο αυτό ο προαναφερόμενος δεύτερος εκκαλών είχε την ιδιότητα του κυρίου του έργου, ως εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας και αφού ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών σε περισσότερους του ενός εργολάβους, ακολούθως είναι υπεύθυνος για την τήρηση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στον εργολάβο ή υπεργολάβο ολοκλήρου του έργου, 2) Ναι μεν με το με αριθμό ...

Πιστοποιητικό Απαλλαγής από Επικίνδυνα Αέρια, ισχύος από τις 10.30 της 15.7.2007 έως τις 22.00 της 16.7.2007 επετράπη η εκτέλεση ψυχρών εργασιών στο χώρο της δεξαμενής, το γεγονός όμως αυτό δεν απήλλασσε τον δεύτερο εκκαλούντα πλοίαρχο της υποχρεώσεώς του να μεριμνήσει για τον καθαρισμό και εξαερισμό αυτής, με δεδομένο ότι αυτός γνώριζε, άλλως όφειλε να γνωρίζει την ύπαρξη των καταλοίπων και την εντεύθεν πιθανότητα εκπομπής αερίων.

Η γνώση αυτή και επί πλέον του γεγονότος ότι, μετά την αποσυναρμολόγηση μεγάλου μέρους του δικτύου σωληνώσεων του φορτίου του πλοίου, δημιουργήθηκε αμφιβολία του εάν και κατά πόσο η συγκεκριμένη δεξαμενή ήταν ελεύθερη από αέρια, επιβαλλόταν ο εκ νέου έλεγχος και νέες μετρήσεις στο συγκεκριμένο χώρο από τον Χημικό Ναυτιλίας και η έκδοση νέου πιστοποιητικού απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια, πριν κατέλθουν στη δεξαμενή οι εργαζόμενοι για την εκτέλεση των εργασιών.

Ακολούθως, επειδή αποδείχθηκε από τα παραπάνω ότι η ως άνω αμελής συμπεριφορά του δευτέρου εκκαλούντος - αντεφεσίβλητου συνδέεται αιτιωδώς με το συγκεκριμένο και τον εξ αυτού θάνατο των δύο εργαζομένων και στη συγκεκριμένη περίπτωση του Δ. Φ., εφόσον αποτέλεσε αναγκαίο όρο για την επέλευσή του, ενώ ουδόλως μεσολάβησε διακοπτικό γεγονός, και δη η συμπεριφορά των εργαζομένων, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, καθώς δεν βρέθηκε αποτσίγαρο στο χώρο της έκρηξης και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι ο θανών αποφάσισε να καπνίσει στο διάλειμμα κινείται στο χώρο της φαντασίας.

Για τους λόγους αυτούς ο δεύτερος εκκαλών με την ήδη αμετάκλητη με αριθμό 737/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κηρύχθηκε ένοχός του. Κρίνοντας τα ίδια το πρωτοβάθμιο ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, τα όσα δε περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - αντεφεσίβλητοι με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".

Με τον πρώτο από το αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθότι ενώ στην αρχή αυτής δέχεται ότι το έργο των προγραμματισμένων επισκευαστικών εργασιών του πλοίου "..." είχε ανατεθεί στη ναυπηγική εταιρεία "... & ΣΙΑ ΕΠΕ", στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εκτελούσαν συναφείς εργασίες προς την επισκευή και άλλα συνεργεία, πλην εκείνου του Π., δηλαδή της ...

ΑΕ, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια περί του εάν η συνεναχθείσα εργολάβος εταιρεία με την επωνυμία "... & ΣΙΑ ΕΠΕ" ήταν η μόνη εργολάβος ολόκληρου του ένδικου ναυπηγοεπισκευαστικού έργου ή εάν αυτό είχε κατανεμηθεί από την πλοιοκτήτρια εταιρεία σε περισσότερους του ενός εργολάβους. Συνακόλουθα, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί του εάν η πρώτη αναιρεσείουσα πλοιοκτήτρια εταιρεία, ως κύρια του έργου (άρθ. 2 παρ.3 του Π.Δ/τος 70/1990), ενέχεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 Α του Π.Δ/τος 70/1990, το οποίο προβλέπει τις εκεί αναγραφόμενες συγκεκριμένες υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, ανεξαρτήτως της ανάθεσης του ναυπηγοεπισκευαστικού έργου από αυτόν σε ένα ή περισσότερους εργολάβους ή υπεργολάβους, στις οποίες υποχρεώσεις δεν περιλαμβάνεται η κατάσβεση πυρκαϊάς εκ μέρους του πληρώματος, ή εάν, αντιθέτως, ενέχεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 Β του ιδίου Δ/τος, το οποίο προβλέπει σειρά επί πλέον του άρθρου 5 Α υποχρεώσεων του κυρίου του έργου και δη εκ των αναγραφομένων στο άρθρο 4 του Δ/τος υποχρεώσεων του εργολάβου ή υπεργολάβου ολοκλήρου του ναυπηγοεπισκευαστικού έργου, η εφαρμογή του οποίου όμως προϋποθέτει την εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας ανάθεση της εκτέλεσης των εργασιών σε περισσότερους του ενός εργολάβους ή υπεργολάβους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής. Και τούτο διότι η αδικοπρακτική ευθύνη του δευτέρου των αναιρεσειόντων, (προστηθέντος) πλοιάρχου, προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανόντος σε ναυτεργατικό ατύχημα, μέλους του συνεργείου της εργολάβου εταιρείας Δ.

Φ. και συνακόλουθα και η εις ολόκληρο ευθύνη της πρώτης αναιρεσείουσας (προστήσασας) πλοιοκτήτριας εταιρείας (άρθ. 84 εδ β ΚΙΝΔ), ερείδεται αυτοτελώς στις σωρευτικά συρρέουσες διατάξεις του άρθρου 104 του ΚΔΝΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 299, 330, 914, 922 και 932 του ΑΚ και με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ/τος 70/1990 και της με αριθ. 3116.3/08/1993 Κ.Υ.Α., τις οποίες εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως διαλαμβάνεται στη μείζονα σκέψη αυτής, από τις οποίες προκύπτει ότι κατά την εκτέλεση ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών επί του πλοίου, ο πλοίαρχος υποχρεούται να ελέγχει την τήρηση των μέτρων υγιεινής και ασφαλείας που προβλέπονται από το ανωτέρω Προεδρικό Διάταγμα, εάν δε υπαιτίως παραλείψει την ανωτέρω υποχρέωσή του με συνέπεια την πρόκληση ατυχήματος, ευθύνεται τόσο ο ίδιος, όσο και ο εκπροσωπούμενος από αυτόν πλοιοκτήτης έναντι του παθόντος, ανεξαρτήτως δηλαδή της συνδρομής ή μη ευθύνης του κυρίου του ναυπηγοεπισκευαστικού έργου από το άρθρο 5 Α ή από το άρθρο 5 Β του εν λόγω με αριθ. 70/1990 Π.Δ/τος.

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι και κατά το άρθρο 5 Α παρ. 1 και 2 του Π.Δ/τος 70/1990, που κατά τους αναιρεσείοντες ήταν (μόνο) εφαρμοστέο στην ένδικη περίπτωση, ο κύριος του έργου - πλοιοκτήτης έχει τις υποχρεώσεις καθαρισμού των δεξαμενών και σωλήνων, του ελέγχου συγκέντρωσης αερίων και την έκδοση πιστοποιητικών GAS FREE, όπου τούτο απαιτείται [και συνακόλουθα την υποχρέωση έκδοσης νέου πιστοποιητικού, παρά την ισχύ του προηγουμένου, εάν λόγω των ειδικότερων συνθηκών δημιουργηθεί αμφιβολία περί του εάν η δεξαμενή ή ο κλειστός χώρος είναι ελεύθερος από αέρια] και της τήρησης, σε συνεργασία με τον εργολάβο, της σωστής εφαρμογής των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας για την αποφυγή ατυχήματος στις πραγματοποιούμενες από τα συνεργεία του εργολάβου ή από το πλήρωμα ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες.

Κατά συνέπεια η πλημμελής εκπλήρωση εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας κυρίας του έργου - πλοιοκτήτριας εταιρείας, δια του εκπροσωπούντος αυτήν πλοιάρχου και από υπαιτιότητα του τελευταίου, των ανωτέρω υποχρεώσεών της, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα της έκρηξης πυρκαΐάς στην κλειστή δεξαμενή φορτίου Νο 2 του πιο πάνω πλοίου και τον συνεπεία αυτής επελθόντα θάνατο του (ενταύθα ενδιαφέροντος) Δ.

Φ. [και όχι συνεπεία καθυστέρησης στην κατάσβεση της πυρκαϊάς] επάγεται υποχρέωση αυτής προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανόντος στο ατύχημα Δ. Φ. και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 Α του Π. Δ/τος 70/1990 σε συνδυασμό με τις λοιπές προαναφερθείσες διατάξεις αυτού και εκείνες των άρθρων 299, 330, 914 και 932 του ΑΚ.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. α, 2 παρ. 1 - 9, 3,4, 5 του Π.Δ/τος 70/1990 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 11, 12, 13, 14 και 20 του ιδίου Δ/τος και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Για να ιδρυθεί αναιρετικός λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ` αυτή (ΟλΑΠ 294/1981).

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 728/2010). Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε απαραδέκτως, τον οποίο δέχθηκε κατ' ουσία του, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 376/2018, ΑΠ 728/2010, ΑΠ 128/2008).

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραβίαση και δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, όταν πρόκειται για νομικώς αδιάφορα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 69/2013, ΑΠ 1326/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 163/1994) ή όταν το δικαστήριο της ουσίας υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο διάδικος (ΑΠ 69/2013, ΑΠ 302/1999, ΑΠ 952/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 [αληθώς και από τον αριθμό 14] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και σε συνάφεια και συνάρτηση με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν είχαν προταθεί με την αγωγή και προς θεμελίωση αυτής.

Ειδικότερα προβάλλουν την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσία ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εκτελούσαν εργασίες συναφείς προς την επισκευή και άλλα συνεργεία, πλην εκείνων του Π., δηλαδή της ... ΑΕ, ισχυρισμό τον οποίο όμως οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν είχαν προβάλλει με την αγωγή τους και προς θεμελίωση του δικαιώματος αυτών, όπου ως μόνος εργολάβος του έργου αναφέρεται η εταιρεία "...

ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", αλλά το πρώτον απαραδέκτως με την προσθήκη στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις των διέλαβαν ισχυρισμό ότι, εκτός από τις σωληνουργικές και τις ελασματουργικές εργασίες που εκτελούνταν από συνεργείο της [δεύτερης εναγομένης] εργολάβου εταιρείας Π., [εκτελούνταν] εργασίες καθαρισμού των δεξαμενών από το συνεργείο του εργολάβου "Χ.", - εργασίες που σε κάθε περίπτωση δεν είναι συναφείς με εργασίες επισκευών.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης περί του ότι στο πλοίο εκτελούνταν και άλλες συναφείς προς την επισκευή εργασίες από την εταιρεία "... ΕΠΕ" [και ... ΑΕ"] δεν ήταν ουσιώδης για την έκβαση της προκειμένης δίκης, αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσειόντων με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, και συνεπώς ήταν νομικά αδιάφορος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 στοιχ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνεται και η δικαστική ομολογία.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, συνιστά μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αφορά την παραδοχή επιβλαβούς για τον ομολογούντα πραγματικού γεγονότος (ΑΠ 1124/2017, ΑΠ 1407/2014, ΑΠ 115/2007, ΑΠ 414/2000).

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εάν το πραγματικό γεγονός για το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα δικαστική ομολογία, δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και σε συνάφεια και συνάρτηση με τους δύο προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της δικαστική ομολογία των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ότι τα συνεργεία των εταιρειών "...

ΕΠΕ" και "... ΑΕ" δεν εκτελούσαν επισκευαστικές εργασίες συναφείς προς τις εργασίες (σωληνουργικές και ελασματουργικές) που εκτελούσε μόνο η εταιρεία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", αλλά διαφορετικές και συγκεκριμένα η εταιρεία "... ΕΠΕ" εκτελούσε εργασίες καθαρισμού των δεξαμενών και ότι η δικαστική ομολογία προέκυπτε από τα αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο αποσπάσματα της από 19.10.2011 προσθήκης στις πρωτόδικες προτάσεις αυτών και των από 15.3.2018 προτάσεων αυτών ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση της κατ' αυτών έφεσης των αναιρεσειόντων, ως και της από 20.3.2018 προσθήκης σε αυτές.

Συνακόλουθα, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λάμβανε υπόψη του την πιο πάνω δικαστική ομολογία των αναιρεσίβλητων, δεν θα κατέληγε κατ' ουσία στο (εσφαλμένο) συμπέρασμα ότι ο κύριος του έργου είχε τις αυτές υποχρεώσεις με τον εργολάβο ολοκλήρου του έργου, λόγω ανάθεσης της εκτέλεσης των εργασιών σε περισσότερους του ενός εργολάβους (άρθ. 5 Β του Π.Δ/τος 70/1990), αλλά θα εφάρμοζε τη διάταξη του άρθρου 5 Α του ιδίου Διατάγματος.

Σε κάθε δε περίπτωση δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ως άνω δικαστική ομολογία. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο σχετικός ισχυρισμός περί του ότι στο πλοίο εκτελούνταν διαφορετικές προς την επισκευή εργασίες από την εταιρεία "...

ΕΠΕ" [και ... ΑΕ", για τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη δικαστική ομολογία των αναιρεσίβλητων, δεν ήταν ουσιώδης για την έκβαση της προκειμένης δίκης, αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσειόντων με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στον πρώτο αναιρετικό λόγο.

Με τον τέταρτο και τελευταίο επικουρικά προβαλλόμενο από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ότι ο Δ. Φ. αποβίωσε σχεδόν ακαριαίως από την προκληθείσα έκρηξη, η οποία ομολογία προέκυπτε από τα αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο αποσπάσματα τόσο των από 15.3.2018 προτάσεων αυτών ενώπιον του Εφετείου προς απόκρουση της κατ' αυτών έφεσης και της από 20.3.2018 προσθήκης σε αυτές, όσο και των από 10.10.2011 προτάσεων αυτών ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της από 19.10.2011 προσθήκης σε αυτές και συνακόλουθα ουδεμία παροχή βοήθειας προς αυτόν θα ήταν εφικτή.

Επομένως δεν είναι βάσιμο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η με αριθ. 3 παράλειψη του δευτέρου αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα το ότι δεν ήταν ανοικτή η δεύτερη πρωραία ανθρωποθυρίδα της δεξαμενής προς το κατάστρωμα "εμπόδισε την άμεση έξοδο των ως άνω εργατών στο κατάστρωμα και την αποτελεσματική παροχή βοήθειας προς αυτούς και συνέβαλαν έτσι και αυτές στο θάνατό τους".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι η προσβαλλομένη απόφαση διακρίνει κατά τα ήδη προαναφερθέντα μεταξύ των υπό στοιχεία (1), (2) και (4) παραλείψεων και της υπό στοιχείο (3) παράλειψης του δευτέρου αναιρεσείοντος, πλοιάρχου του δεξαμενόπλοιου, και του ότι η υπό στοιχείο (3) παράλειψη συνέχεται και με την υπό στοιχείο (2) τοιαύτη της έλλειψης καλού εξαερισμού του χώρου της δεξαμενής (και όχι μόνο με την παρακώλυση της άμεσης εξόδου των ευρισκομένων στη δεξαμενή εργατοτεχνιτών ή την αποτελεσματική παροχή βοήθειας σε αυτούς) με συνέπεια οι ως άνω παραλείψεις να αποτελέσουν την αιτία του θανάτου αμφοτέρων των εργαζομένων, η δε μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η υπό στοιχείο (3) παράλειψη (και κατά το μέρος δηλαδή που αφορούσε την παρακώλυση της άμεσης εξόδου των ευρισκομένων στη δεξαμενή εργατοτεχνιτών ή την αποτελεσματική παροχή βοήθειας σε αυτούς) συνέβαλε και αυτή "στο θάνατο τους" αντί "στο θάνατο του Β.

Η." οφείλεται σε προφανή παραδρομή ενόψει του όλου περιεχομένου της απόφασης, οι δε κατά τα άνω λοιπές παραλείψεις, συνεπεία των οποίων επήλθε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αιτιωδώς ο θάνατος (και) του Δ. Φ. στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της. Κατά το μέρος δε που με την αναίρεση και υπό τον τίτλο "γενική παρατήρησις" πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, οι διαλαμβανόμενες εκεί αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.7.2018 και με αριθ. κατάθ. 802/77/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 411/29.6.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ