360/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated360/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Χ., προκύπτει ότι της συζητήσεως της υποθέσεως κατά την ενεστώσα δικάσιμο έχει εγκύρως επιμεληθεί η αναιρεσίβλητη, η οποία όμως δεν ενεφανίσθη, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, συνεπώς η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει ως εάν οι διάδικοι ήσαν παρόντες.
Full text
Απόφαση 360 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 360/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Παπίδα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1905/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 28/9/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν ο διάδικος, επιμελεία του οποίου γίνεται η συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει προσηκόντως της συζητήσεως, ενώ μετέχει προσηκόντως ο αντίδικος αυτού, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν η επίσπευση της συζητήσεως έχει γίνει εγκύρως και σε καταφατική περίπτωση προβαίνει στην συζήτηση της υποθέσεως ως εάν ήσαν παρόντες οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, από το συνημμένο στην προκειμένη δικογραφία υπ' αριθμόν …07/2017 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Β. Δ., με το οποίο η αναιρεσίβλητη παρέσχε πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο Αλέξανδρο Μίντζια, όπως επισπεύσει την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, και τα προσκομιζόμενα από το αναιρεσείον επιδοθέντα προς αυτό έγγραφα:
α) αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μετά της πράξεως της Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της 27ης Φεβρουαρίου 2018 και β) βεβαίωση της Γραμματέως του Τμήματος περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως από της προαναφερομένης δικασίμου, προκειμένου να συζητηθεί κατά την ενεστώσα δικάσιμο της 25ης Σεπτεμβρίου 2018, τα οποία αμφότερα φέρουν παραγγελία προς επίδοση του ως άνω δικηγόρου Αλεξάνδρου Μίντζια και επισημείωση περί της επιδόσεως κατά την διάταξη του άρθρου 139 παρ. 3 ΚΠολΔ του επιδώσαντος δικαστικού επιμελητού Ν.
Χ., προκύπτει ότι της συζητήσεως της υποθέσεως κατά την ενεστώσα δικάσιμο έχει εγκύρως επιμεληθεί η αναιρεσίβλητη, η οποία όμως δεν ενεφανίσθη, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, συνεπώς η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει ως εάν οι διάδικοι ήσαν παρόντες.
Επειδή, με την υπό κρίση από 28ης Σεπτεμβρίου 2016 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 1905/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αρχικώς η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 15ης Οκτωβρίου 2008 αγωγή, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμόν 97/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως το αναιρεσείον άσκησε την από 11ης Απριλίου 2012 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση, εν συνεχεία δε το αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 55 παρ. 1, 2, 4 εδ. α', 7 εδ. α' και 10 Π.Δ 410/1988 (Φ.Ε.Κ. Α' 191/1988), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 23 παρ. 11 Ν. 1735/1987, ως η παράγραφος 4 εδ. α' έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3320/2005, ορίζονται τα εξής: "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής:
α) Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία και μέχρι έξι έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξι και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τριών μηνών και πάνω από οκτώ και μέχρι δέκα έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών. β) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. 2.
Ο υπολογισμός της αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, οι μηνιαίες αποδοχές δε λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό τριάντα (30).... 4.
Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπάγεται, για τη χορήγηση σύνταξης, στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης από τις κείμενες διατάξεις αποζημίωσης.... 7.
Ως επικουρικά ασφαλισμένοι, για την εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, νοούνται όσοι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη επικουρικής σύνταξης....10. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους μισθωτούς με σχέση εργασίας αόριστου χρόνου που υπηρετούσαν κατά τη δημοσίευση του ν. 993/1979 και του ν. 1188/1981, οι οποίοι δεν ανήκουν στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό ή βοηθητικό προσωπικό των άρθρων 9 του ν. 993/1979 και 258 του ν. 1188/1981", ενώ κατά την ως άνω αντικατασταθείσα διάταξη της παρ. 4 εδ.
α', η οποία ανήκε στο Γ' κεφάλαιο του Ν. 993/1979 υπό τον τίτλον "Προσωπικόν προς πλήρωσιν οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού ως και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού", "Το προσωπικόν του παρόντος Κεφαλαίου το μη υπαγόμενον, διά την χορήγησιν συντάξεως, εις την ασφάλισιν του Δημοσίου, συμπληρούν τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύναται να αποχωρή εκ της υπηρεσίας λαμβάνον το μεν επικουρικώς ησφαλισμένον το 40%, το δε μη ησφαλισμένον επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως της οριζομένης εις την παρ. 1 του άρθρου αυτού".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι οι υπηρετούντες υπό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, οι οποίοι δεν υπάγονται ως προς την χορήγηση συντάξεως στην ασφάλιση αυτού, εφ' όσον συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις προς λήψη συντάξεως, λαμβάνουν, αποχωρούντες από την υπηρεσία, όσοι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις προς λήψη και επικουρικής συντάξεως, το 40% της προβλεπομένης αποζημιώσεως, όσοι δε δεν έχουν συμπληρώσει τις εν λόγω προϋποθέσεις το 50%, ενώ προ της κατά τα ανωτέρω αντικαταστάσεως της διατάξεως του άρθρου 55 παρ. 4 εδ.
α' Π.Δ. 410/1988 δια του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3320/2005, της εν λόγω αποζημιώσεως εδικαιούντο μόνον οι υπό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε ανήκοντες στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό του Δημοσίου του κεφαλαίου Γ' του Ν. 993/1979 είτε υπηρετούντες κατά την δημοσίευση των Ν. 993/1979 και 1188/1981. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Εν προκειμένω, το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη ότι η αναιρεσίβλητη προσελήφθη από το αναιρεσείον την 18η Μαρτίου 1999 ως εκπαιδευτικός υπό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπηρετήσασα στο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Π.Ι.Κ.Π.Α. …. μέχρι της 1ης Σεπτεμβρίου 2007, οπότε απεχώρησε, συνταξιοδοτηθείσα από το Ι.Κ.Α. και το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εκπαιδευτικών Ιδιωτικής Εκπαιδεύσεως, στο οποίο ετύγχανε επικουρικώς ασφαλισμένη, και ότι εδικαιούτο βάσει της εν λόγω υπηρεσίας του 40% της προβλεπομένης αποζημιώσεως, συνολικού ποσού 3609,40 ευρώ. Eν συνεχεία, το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού αντικατέστησε ως εσφαλμένη την αιτιολογία της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε επιδικασθεί το αυτό ποσόν, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 55 Π.Δ. 410/1988, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω μετά την προαναφερομένη αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 55 παρ. 4 εδ. α' Π.Δ. 410/1988 δια του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3320/2005, της εν λόγω αποζημιώσεως δικαιούνται πλέον πάντες οι υπηρετούντες υπό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, οι οποίοι δεν υπάγονται ως προς την χορήγηση συντάξεως στην ασφάλιση αυτού.
Συνεπώς, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δια του οποίου το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας των ως άνω διατάξεων, ισχυριζόμενο ότι της εν λόγω αποζημιώσεως δικαιούνται μόνον οι υπό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε ανήκοντες στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό του Δημοσίου είτε υπηρετούντες κατά την δημοσίευση των Ν. 993/1979 και 1188/1981, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει αιτήματος του νικώντος διαδίκου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1905/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-
`ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ