360/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 360 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 360/2018
Legislator headnote
AI generated360/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 360 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 360/2018
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 360 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 360/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις Εμμανουέλα Πανοπούλου και Δήμητρα Τσεραβίνη, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Απόστολο Γεωργιάδη, Στυλιανό Σταματόπουλο και Αικατερίνη Σωτηροπούλου και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... A.E." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη και δεν κατέθεσε προτάσεις, 5) Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Σωτηροπούλου και κατέθεσε προτάσεις, 6) Π. Μ. του Κ., 7) Ά. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Απόστολο Γεωργιάδη, Στυλιανό Σταματόπουλο και Αικατερίνη Σωτηροπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Κοινοποίηση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." και πρώην "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ Α.Ε." η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2012 αγωγή της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 462/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι υπό στοιχεία 1-3 ως άνω αναιρεσίβλητοι με την από 4/3/2013 αίτησή τους και τους από 16/12/2013 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1578/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 462/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 497/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/4/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχεία 1, 2, 3, 5, 6, 7 αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και η πληρεξούσια της υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητης την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 497/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-3-2012 αγωγής της εταιρείας "Εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου Α.Ε." περί ακύρωσης της 43/2011 Διαιτητικής Απόφασης, καθώς και επί της από 5-1-2015 πρόσθετης παρέμβασης του αναιρεσείοντος, μετά την έκδοση της 1578/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας αναιρέθηκε η 462/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή. Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της εκλογής τους. Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του Κ.Πολ.Δ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 Κ.Πολ.Δ.) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ' άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής αποφάσεως, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως κατ' άρθρο 897 επ. Κ.Πολ.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ειδικότερα, εκτός άλλων, αν η συμφωνία για τη διατησία είναι άκυρη (§ 1), καθώς και είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη (§ 6). Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ. Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Εξάλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης. Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεωρήσεως της ουσίας της διαιτητικής αποφάσεως. Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Εξ άλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (Ολομ.ΑΠ 14/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 34/2015, ΑΠ 560/2013). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013). Για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη υπόθεση α) παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ) και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 651/2010, ΑΠ 142/2009). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. .../30-06-1960 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών (ΦΕΚ Δ' ...-07-1960), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) και λόγω δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για την εκτέλεση έργων τουριστικής ανάπτυξης στην περιοχή "…" Αττικής (…), εδαφική έκταση 512.000 τ.μ. περίπου, η οποία αποτελεί τμήμα της εκεί ομώνυμης χερσονησίδας, που βρίσκεται στο …° χλμ. της Λεωφόρου …. Στις …-10-1960 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ' …-10-1960, ανακοίνωση για την παρακατάθεση της δικαστικώς καθορισθείσας προσωρινής αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η δε αποζημίωση αυτή, όπως προκύπτει από το εν λόγω ΦΕΚ, δεν αφορούσε ολόκληρη την ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση, αλλά μέρος αυτής, εμβαδού 250.303 τ.μ., επί του οποίου και μόνο ο Ε.Ο.Τ. απέκτησε κατά πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα. Για το λόγο αυτό, με την υπ' αριθμ. .../04-09-1963 τροποποιητική απόφαση των ιδίων ως άνω Υπουργών (ΦΕΚ Δ' ...-09-1963), ανακλήθηκε μερικώς η κηρυχθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση, περιορισθείσα σε έκταση συνολικού εμβαδού 251.715 τ.μ., για την οποία συντελέστηκε η απαλλοτρίωση και προσδιορίστηκε η ακριβής θέση της απαλλοτριωθείσας έκτασης επί του συνοδεύοντος την απαλλοτριωτική πράξη κτηματογραφικού διαγράμματος. Επακολούθησε η υπ' αριθμ. .../22-07-1970 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Συντονισμού (ΦΕΚ Δ' ...-08-1970), με την οποία απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ε.Ο.Τ. και λόγω δημόσιας ωφέλειας, ήτοι προς επέκταση των εκεί τουριστικών εγκαταστάσεων του E.O.T. στο "…" Αττικής και την ολοκλήρωση των προγραμματισθέντων έργων τουριστικής ανάπτυξης, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 40.300 τ.μ., η οποία αποτελεί την προς ανατολάς προέκταση της πρώτης, η δε κυριότητά της περιήλθε στον Ε.Ο.Τ. στις 24-05-1972, μετά τη συντέλεση της εν λόγω απαλλοτρίωσης, με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ Δ' ...-05-1972 ανακοίνωσης για την παρακατάθεση της δικαστικώς καθορισθείσας αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ο έμπροσθεν των ανωτέρω απαλλοτριωθεισών εκτάσεων αιγιαλός αποτελεί πράγμα κοινόχρηστο και ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 967 και 968 του Α.Κ. Με την προβλεπόμενη από το άρθρο 12 α' του Ν.Δ. 180/1946 διαδικασία, που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 827/1948 (ΦΕΚ Α' 258/1948), ο αιγιαλός της συγκεκριμένης περιοχής χαρακτηρίστηκε ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα (Τ.Δ.Κ.), χρήσιμο για την ανάπτυξη του τουρισμού, εντεύθεν δε η διοίκηση και διαχείρισή του ανατέθηκε στον Ε.Ο.Τ. Ο χαρακτηρισμός αυτός έγινε τμηματικά σε δύο φάσεις και συγκεκριμένα : α) Με το Β.Δ. …/1960 ( ΦΕΚ Α' …-06-1960) , όπως διευκρινίστηκε με το Β.Δ. …/1961 (ΦΕΚ Α' …-05-1961) χαρακτηρίστηκε ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα η έκταση που καταλαμβάνεται από τη ζώνη του χειμερίου κύματος, που περιβάλλει την κατά το έτος 1960 απαλλοτριωθείσα έκταση, της οποίας (ζώνης) το εμβαδόν δεν προσδιορίζεται. Η διοίκηση και η διαχείριση της έκτασης αυτής ανατέθηκε στον Ε.Ο.Τ., με την υπ' αριθμ. .../22-09-1960 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' …/1960, β) Με το Β.Δ. …/27-05-1970 (ΦΕΚ Α' …-06-1970) χαρακτηρίστηκε ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα, συνεχόμενο τμήμα του ιδίου αιγιαλού, το οποίο εκτείνεται ανατολικά και σε επαφή προς το Τουριστικό Συγκρότημα …, έχει έκταση 34,5 στρεμμάτων περίπου και περιβάλλει την κατά το έτος 1970 απαλλοτριωθείσα δεύτερη έκταση. Η διοίκηση και η διαχείριση της έκτασης αυτής ανατέθηκε στον Ε.Ο.Τ., με την υπ' αριθμ. .../28-07-1970 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' …-08-1970. Έτσι, οι ως άνω απαλλοτριωθείσες εδαφικές εκτάσεις μετά του αιγιαλού (Τ.Δ.Κ.), συνολικού εμβαδού (245.775 + αιγιαλός 80.620) 326.395 τ.μ., αποτελούν μία ενιαία έκταση, η οποία προορίζεται, σύμφωνα με τις περί απαλλοτριώσεως αυτής αποφάσεις, για τουριστική ανάπτυξη της περιοχής … Αττικής, με την εκτέλεση "ολοκληρωμένων" έργων, προς επίτευξη του σκοπού της δημόσιας ωφέλειας. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 18 στοιχ. β' του Ν. 2160/1993 (ΦΕΚ A' 118/1993), με τον οποίο ρυθμίστηκαν θέματα τουριστικού ενδιαφέροντος, προβλέφθηκε η δημιουργία ζωνών τουριστικού ενδιαφέροντος και αναψυχής σε πέντε περιοχές της χώρας, μεταξύ των οποίων και η περιοχή … Αττικής, όπως αυτή προσδιορίστηκε με τις κατά τα έτη 1960 και 1970 αποφάσεις περί απαλλοτριώσεως. Οι επιτρεπόμενες στις περιοχές αυτές χρήσεις γης, καθώς και οι όροι του περιορισμού δόμησής τους, διατυπώθηκαν στο παράρτημα I του άρθρου 41 του νόμου αυτού, ενώ με την παρ. 18 στοιχ. δ' του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίστηκε ότι : "Η εκτέλεση όλων των έργων που απαιτούνται για τη δημιουργία, λειτουργία, εκμετάλλευση και οικονομική βιωσιμότητα των περιοχών …, μπορεί να παραχωρείται σε επιχείρηση ή επιχειρήσεις (δημόσιες ή ιδιωτικές) ή σε όμιλο επιχειρήσεων (δημοσίων ή ιδιωτικών) εφεξής αποκαλούμενο Φορέα Διαχείρισης. Η παραχώρηση γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από πρόσκληση του Υπουργού για εκδήλωση ενδιαφέροντος με δημόσιο διαγωνισμό. Με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι διενέργειας του διαγωνισμού και η διαδικασία μέχρι την υπογραφή της σχετικής συμβάσεως. Επιτροπή του διαγωνισμού είναι το Δ.Σ. του Ε.Ο.Τ. Η κατακύρωση του διαγωνισμού γίνεται μετά από εισήγηση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Τ. και απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Τελικά, μετά από διάφορες νομοθετικές μεταβολές, η παραπάνω αρμοδιότητα του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας για παραχώρηση των ανωτέρω περιοχών, περιήλθε από 01-02-1996, στον Υπουργό Ανάπτυξης (άρθρα 2 του Ν. 1835/1989, 1 και 2 του π.δ/τος 417/1991, 1 του π.δ/τος 459/1993, 1 και 2 του π.δ/τος 27/1996, 1 του π.δ/τος 122/2004 και 1 του Ν. 3270/2004). Ο Υπουργός Ανάπτυξης με την υπ' αριθμ. .../25-08-1998 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' ...-09-1998, εξήγγειλε την έναρξη της διαδικασίας για τη δημιουργία Ζώνης Τουρισμού και Αναψυχής στην περιοχή … Αττικής, με τους όρους και προϋποθέσεις που όριζε ο Ν. 2160/1993. Με την ίδια απόφαση δηλώθηκε ότι η εκτέλεση όλων των αναγκαίων προς τούτο έργων θα ανατεθεί σε Φορέα Διαχείρισης, ο οποίος θα επιλεγόταν με δημόσιο διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό, για την εκδήλωση ενδιαφέροντος. Ο διαγωνισμός αυτός προκηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. .../10-09-1998 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και αφορούσε την παραχώρηση 326,3 στρεμμάτων, από τα οποία 245,7 στρέμματα ανήκαν κατά κυριότητα στον Ε.Ο.Τ., στον οποίο είχαν περιέλθει δυνάμει της ως άνω απαλλοτρίωσης και 80,6 στρέμματα αποτελούσαν αιγιαλό, που είχε χαρακτηρισθεί ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα και η διοίκηση και διαχείρισή του είχε ανατεθεί στον Ε.Ο.Τ. Η προκήρυξη του ανωτέρω διαγωνισμού επαναλήφθηκε με την υπ' αριθμ. .../01-10-1998 ορθή επανάληψη προκήρυξης του ίδιου Υπουργού, με την οποία η προς παραχώρηση έκταση περιορίστηκε σε 241,12 στρέμματα και περιελάμβανε 198,8 στρέμματα κυριότητας του Ε.Ο.Τ., στον οποίο είχαν περιέλθει με βάση την προεκτεθείσα απαλλοτρίωση και 42,32 στρέμματα αιγιαλού, που είχε χαρακτηρισθεί ως Τ.Δ.Κ., η διοίκηση και διαχείριση του οποίου είχε ανατεθεί στον Ε.Ο.Τ. Ο ως άνω δημόσιος διεθνής διαγωνισμός διεξήχθη στις 17-12-1998 και κατ' αυτόν ανακηρύχθηκε πλειοδότης η Κοινοπραξία των εταιρειών "... Α.Ε." και "... Α.Ε.", η οποία σύμφωνα και με την από 17-12-1998 προσφορά της διαμόρφωσε το μεγαλύτερο συγκριτικά τίμημα, κατά τα οριζόμενα στη διακήρυξη του διαγωνισμού. Μετά την ανακήρυξη του πλειοδότη με το από 27-1-1998 πρακτικό της Επιτροπής Διαγωνισμού, ο Υπουργός Ανάπτυξης, όπως είχε δικαίωμα από τη διακήρυξη, προέβη σε διαπραγματεύσεις με την πλειοδότρια Κοινοπραξία, προκειμένου η τελευταία να βελτιώσει την προσφορά της, επ' ωφελεία του Ε.Ο.Τ. Μετά από τις διαπραγματεύσεις αυτές, η πλειοδότρια υπέβαλε την από 11-2-1999 βελτιωτική πρόταση επί της προσφοράς της και επακολούθησε η κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού στην εν λόγω πλειοδότρια Κοινοπραξία με την επωνυμία "...", σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 18 στοιχ. δ' του Ν. 2160/1983, με την υπ' αριθμ. .../14-5-1999 Απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β' ...-5-1999), αφού προηγήθηκε η σχετική θετική εισήγηση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Τ. και μετά την ολοκλήρωση του, κατά το άρθρο 19 παρ. 7 του Π.Δ. 774/1980, προληπτικού ελέγχου νομιμότητας εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο αποφάνθηκε ομοφώνως υπέρ της νομιμότητας της όλης διαδικασίας και του σχεδίου συμβάσεως. Όπως προαναφέρθηκε, οι ανωτέρω εταιρείες συνέστησαν την Κοινοπραξία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε. ", η οποία ανέλαβε, με παράλληλη ευθύνη των δύο ως άνω ιδρυτών και μοναδικών μετόχων της, όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απέρρεαν από τον ως άνω διαγωνισμό και την κατακύρωση του αποτελέσματος αυτού, για τη προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Η σύσταση της Κοινοπραξίας αυτής ήταν υποχρεωτική, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 18 στοιχ. δ' του Ν. 2160/1983 και τα άρθρα 2, 8.1.7 και 10 1γ' της διακήρυξης του διαγωνισμού. Μεταξύ της εν λόγω Κοινοπραξίας, ως Φορέα Διαχείρισης, κατά τον Ν. 2160/1983 και του Υπουργού Ανάπτυξης, ενεργούντος ως νομίμου εκπροσώπου και για λογαριασμό του Ε.Ο.Τ., καταρτίστηκε η υπ' αριθμ. .../22-09-1999 Σύμβαση Μίσθωσης Ακινήτου (Σύμβαση Παραχώρησης της χρήσης και εκμετάλλευσης προς τουριστική αξιοποίηση έκτασης του Ε.Ο.Τ. 241,12 στρεμμάτων), ενώπιον της Συμβολαιογράφου Περιστερίου Μ. Π. - Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με αντικείμενο την παραχώρηση στην αντισυμβαλλόμενη εταιρία, για χρονικό διάστημα σαράντα (40) ετών, της χρήσης και εκμετάλλευσης προς τουριστική αξιοποίηση έκτασης του Ε.Ο.Τ. συνολικού εμβαδού 241,12 στρεμμάτων, που περιλαμβάνει αφενός το ξενοδοχειακό συγκρότημα του … (… και λοιπές τουριστικές εγκαταστάσεις) και αφετέρου αιγιαλό (42,32 στρεμμάτων), ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα και του οποίου η διοίκηση και διαχείριση είχε ανατεθεί στον Ε.Ο.Τ. Εξάλλου, με το άρθρο 12 του Ν. 2636/1998 , συνεστήθη η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Ε.Ο.Τ. ", για τη διαχείριση της περιουσίας του τελευταίου, η οποία μετονομάστηκε αρχικώς σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ " (άρθρο 9 παρ. 4 Ν. 2837/2000), ακολούθως σε "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. δ' Ν. 3270/2004) και η οποία σύμφωνα με το άρθρο 13 του ανωτέρω Ν. 2626/1998 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με άρθρο 9 παρ. 6 του Ν. 2837/2000) έχει αυτοδικαίως τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., δικαιούμενη να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της, για την επίτευξη δε του σκοπού της μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε πράξη ή δραστηριότητα και ιδίως να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία του Ε.Ο.Τ. με πώληση ή ανταλλαγή, να εκμισθώνει αυτά, να ενάγει και ενάγεται και διεξάγει στο όνομά της κάθε δίκη που αφορά τα στοιχεία αυτά. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, μετονομάστηκε, μετά την απορρόφηση της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." (άρθρο 47 του Ν. 3943/31-3-2011), εν συνεχεία δε, μετά την κατά το Δεκέμβριο του έτους 2011 απορρόφηση και της "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΚΕΔ) Α.Ε.", δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4002/2011, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ 2779 Β'/2-12-2011) μετονομάστηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε.", επωνυμία με την οποία παρίσταται πλέον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, δυνάμει του άρθρου 16 του ν. 4146/2013 "Διαμόρφωση Φιλικού Αναπτυξιακού Περιβάλλοντος για τις Στρατηγικές και Ιδιωτικές Επενδύσεις και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 90 Α'/18-04-2013), συστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ Α.Ε.", η οποία με το Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ Α' 32/21-03-2015), σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 41082/2015 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 2424 Β'/16-04-2015) απορροφήθηκε ως σύνολο ενεργητικού και παθητικού από την "ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.", η οποία δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 1 της ανωτέρω Κ.Υ.Α., ως καθολική διάδοχος συνεχίζει τις δίκες της απορροφηθείσας εταιρείας. Ειδικότερα, στο άρθρο 13 παρ. 1 του ιδρυτικού της νόμου 2636/1998, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 6 του Ν. 2837/2000, ορίζεται ότι: α) Σκοπός της εταιρίας είναι η διοίκηση, η διαχείριση και η αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., β) Η εταιρία έχει αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, τη διοίκηση , διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., όπως προσδιορίζονται στο παρόν άρθρο, δικαιούμενη να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της, γ) Ο κινητός εξοπλισμός όλων των επιχειρηματικών μονάδων των οποίων η εταιρία έχει κατά τα ανωτέρω τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση, περιέρχεται σε αυτήν κατά κυριότητα, χωρίς αντάλλαγμα και λογιστική αξία". Ο ανωτέρω σκοπός συμπληρώθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3270/2004, που όρισε ότι η αξιοποίηση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ. γίνεται "σύμφωνα με τους στόχους και τις προτεραιότητες της τουριστικής πολιτικής της χώρας". Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../22-09-1999 Μισθωτική Σύμβαση και ειδικότερα στα άρθρα 1, 2 και 3 αυτής ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1° - Αντικείμενο της σύμβασης: ".... 3. Ο Ε.Ο.Τ. παραχωρεί ... τη χρήση και εκμετάλλευση της περιγραφόμενης πιο πάνω έκτασης (τουριστικής ζώνης ) και του υπάρχοντος σε αυτή ξενοδοχειακού συγκροτήματος, με όλα τα συστατικά και παραρτήματα, με σκοπό την τουριστική ανάπτυξη και αξιοποίηση αυτών και την αναβάθμιση του προσφερομένου τουριστικού προϊόντος, με τη δημιουργία εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής (δημιουργία ζώνης τουρισμού και αναψυχής), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 18, 31 παρ. 7, 8, 9 και 10 και 33 του Ν. 2160/2003... ". Άρθρο 2° - Επενδυτικό Πρόγραμμα: "1.0 Μισθωτής - Φορέας Διαχείρισης αναλαμβάνει την υποχρέωση να δημιουργήσει και στη συνέχεια λειτουργήσει και εκμεταλλευθεί σε όλη τη διάρκεια της παραχώρησης το αναφερόμενο στην οικονομική προσφορά του Τουριστικό Συγκρότημα μικτού τύπου, που περιλαμβάνει τις εξής ενότητες: α) Ξενοδοχειακό Συγκρότημα I, Τάξης ΑΑ (Ξενοδοχείο κλασσικού τύπου, Συνεδριακό κέντρο, Bungalows), β) Ξενοδοχειακό Συγκρότημα II ( Επιπλωμένων διαμερισμάτων, τάξης ΑΑ), γ) Τουριστικές κατοικίες και επαύλεις πολυτελείας, δ) Συγκρότημα Καταστημάτων - Εστιατορίων, ε) Ξενοδοχειακό Λιμένα". Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι η μεν συνολική επιφάνεια της εκμετάλλευσης δεν θα υπερβαίνει τα 35.000 τ.μ., η δε εκτιμώμενη δαπάνη προϋπολογίστηκε στο ποσό των 10.700.000.000 δραχμών, όπως ειδικότερα αναλύεται, κατά κατηγορία έργου, στο άρθρο 2 της σύμβασης. Εξάλλου, με το άρθρο 3° της σύμβασης ορίστηκε ότι: "Η παραχώρηση θα αρχίζει από την ημερομηνία παράδοσης της μίσθιας έκτασης με το υπάρχον σε αυτή ξενοδοχειακό συγκρότημα στον Μισθωτή - Φορέα Διαχείρισης, που θα γίνει υποχρεωτικά με πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής και θα λήγει την αντίστοιχη ημερομηνία μετά 40 χρόνια". Περαιτέρω, με το άρθρο 5° της σύμβασης καθορίστηκε το μίσθωμα, το οποίο διακρίνεται σε ετήσιο, πενταετές και εφάπαξ, η υποχρέωση καταβολής του οποίου αρχίζει από την ημερομηνία παράδοσης του μισθίου τουριστικού συγκροτήματος. Ειδικότερα, το ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε για το πρώτο έτος της μίσθωσης στο ποσό των 700.000.000 δραχμών, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ετησίως, σύμφωνα με τον δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους και θα προκαταβάλλεται σε δύο ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Ιουνίου και Δεκεμβρίου. Το πενταετές μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.650.000.000 δραχμών, το οποίο θα αφορά το αντίτιμο της εκμίσθωσης για πέντε χρόνια και θα καταβάλλεται σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις, κατά το πρώτο έτος εκάστης πενταετίας. Το εφάπαξ μίσθωμα ανέρχεται στο ποσό των 50.000.000 δραχμών, καταβλητέο σε πέντε ετήσιες ισόποσες δόσεις, η πρώτη των οποίων θα καταβληθεί με την παράδοση της έκτασης, οι δε υπόλοιπες ανά δωδεκάμηνο, εντός του πρώτου μήνα από την έναρξη αυτού, ενώ με το άρθρο 6° της σύμβασης ορίστηκαν οι εγγυήσεις καλής εκτέλεσης, τόσο της παραχώρησης, όσο και της επένδυσης. Η μίσθια έκταση των 241,12 στρεμμάτων παραδόθηκε στη μισθώτρια στις 22-10-1999 και η ημερομηνία αυτή αφετηριάζει και την έναρξη της μισθώσεως. Τέλος, στο άρθρο 24° της σύμβασης, με τον τίτλο "Δωσιδικία - Εφαρμοστέο Δίκαιο, ορίστηκε ότι: "Με την επιφύλαξη του επόμενου άρθρου, όλες οι διαφορές που τυχόν θα προκύψουν από την παρούσα σύμβαση παραχώρησης, θα υπάγονται αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Αθηνών", ενώ στο άρθρο 25° της σύμβασης ορίστηκε ρητά ότι: "Κάθε διαφορά μεταξύ του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) αφενός και του Μισθωτή - Φορέα Διαχείρισης αφετέρου, που θα ανακύπτει από την εφαρμογή και εκτέλεση της παρούσας σύμβασης και θα αναφέρεται στην εκτέλεση ή την ερμηνεία των όρων αυτής και ιδίως στον τρόπο εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του Μισθωτή - Φορέα Διαχείρισης και στο ύψος της επένδυσης που έχει αναλάβει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει θα επιλύεται αποκλειστικά με διαιτησία από διαιτητικό δικαστήριο συγκροτούμενο από τρεις Διαιτητές". Δηλαδή τα συμβαλλόμενα μέρη συνήψαν έγκυρη ρήτρα διαιτησίας, σύμφωνα με την οποία εκδήλωσαν την σαφή βούλησή τους να επιλύουν κάθε μελλοντική διαφορά, που θα ανέκυπτε από την εφαρμογή και την εκτέλεση της σύμβασης αυτής, με προσφυγή στη διαιτητική διαδικασία. Η ανωτέρω αρχική σύμβαση τροποποιήθηκε στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../10-4-2003 Σύμβασης, η οποία καταρτίστηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Δ., μεταξύ αφενός του Υπουργού Ανάπτυξης και του Διευθύνοντος Συμβούλου, ως νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." και αφετέρου της μισθώτριας Κοινοπραξίας και των μελών της. Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, από τα μέρη τα εξής: "... 6. Διαρκούσης της μισθώσεως η μισθώτρια με σειρά εγγράφων της γνωστοποίησε στην "Ε.Τ.Α. Α.Ε." ότι, για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά της, διαταράχθηκε η ισορροπία της συμβάσεως και παρακωλύθηκε αυτή στην εκ μέρους της ομαλή και απρόσκοπτη χρήση του μισθίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, με συνέπεια να υποστεί σημαντική οικονομική ζημία, άνευ υπαιτιότητάς της ... 8. Κατόπιν των ανωτέρω, οι εδώ συμβαλλόμενοι, χάριν συμβιβαστικής επίλυσης της προκύψασας διαφοράς, συμφωνούν και κάνουν αμοιβαίως αποδεκτά τα παρακάτω, κατ' αντίστοιχη τροποποίηση των όρων της αρχικής σύμβασης (.../99)...". Ειδικότερα, επήλθαν οι εξής τροποποιήσεις: α) Μετατέθηκε ο χρόνος έναρξης της μίσθωσης και αντί της 22-10-1999, ορίστηκε ως χρόνος έναρξης της μίσθωσης η 01-03-2000 (την ημερομηνία αυτή αποχώρησε από το μίσθιο η κατέχουσα αυτό εταιρεία "…") και η λήξη αυτής την αντίστοιχη ημερομηνία μετά σαράντα χρόνια (άρθρο 1), β) Συμφωνήθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 01-03-2000 έως 01-03-2005, που κατά κοινή εκτίμηση των συμβαλλομένων προβλέπεται να έχει εκδοθεί η άδεια οικοδομής των νέων εγκαταστάσεων και εφεξής για 24 μήνες, κατά μέγιστο όριο "η μισθώτρια θα καταβάλει συνολικό μίσθωμα ίσο προς το ήμισυ του ετησίου μισθώματος των 700.000.000 δραχμών, για περίοδο λειτουργίας πέντε μηνών κατ' έτος, μη υποχρεούμενη σε καταβολή μισθώματος για την περίοδο μη λειτουργίας και εκμετάλλευσης μισθίου εντός της ως άνω κατασκευαστικής περιόδου" (άρθρο 2), γ) Η μισθώτρια ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει στο μίσθιο με δική της μέριμνα, ευθύνη και δαπάνες, χωρίς δικαίωμα συμψηφισμού ή αποζημίωσης, επενδυτικό σχέδιο προϋπολογισμού 37.862.056.000 δραχμών (σε ευρώ 111.114.000), το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι αξίας κατώτερης των 30.000.000.000 δραχμών (σε ευρώ 88.041.085,84) (άρθρο 5 παρ. 1). Τα έργα αυτά αναφέρονται στον συνημμένο στην τροποποιητική σύμβαση πίνακα I, περιέχονται στην από 29-11-2001 αρχιτεκτονική μελέτη της μισθώτριας, που εγκρίθηκε από τον Ε.Ο.Τ. και αποτελούν ελάχιστη υποχρεωτική επένδυση, που δεσμεύεται να εκτελέσει η μισθώτρια στο μίσθιο. Μεταξύ των έργων αυτών περιλαμβάνονται 35 νέες κατοικίες και 3 νέες τουριστικές επαύλεις, δ) Συμφωνήθηκε παράταση της μίσθωσης κατά δέκα πέντε (15) έτη από τη λήξη του χρόνου της αρχικής, με την προϋπόθεση ότι θα έχει υλοποιηθεί επενδυτικό έργο αξίας τουλάχιστον 88.041.085,84 ευρώ. Εξάλλου, η εν λόγω Τροποποιητική Σύμβαση, προέβλεψε στο άρθρο 5 παρ. 4, ότι κατά την πορεία εκτέλεσης του εν γένει επενδυτικού προγράμματος, η ενάγουσα θα παραχωρήσει στην μισθώτρια εταιρεία, με αυτοτελή σύμβαση μίσθωσης, διάρκειας ίσης με την κυρία (αρχική) σύμβαση, τη χρήση ακάλυπτης εδαφικής έκτασης, παρακείμενης και σε επαφή με την έκταση του μισθίου της κυρίας σύμβασης, εμβαδού 40.300 τ.μ. περίπου, καθώς και τη χρήση του έμπροσθεν της έκτασης αυτής αιγιαλού, εμβαδού 34.300 τ.μ. περίπου, που έχει ανακηρυχθεί ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα με το Β.Δ. …/27-05-1970, του οποίου τη χρήση έχει η " Ε.Τ.Α. Α.Ε. ", αντί ετησίου μισθώματος, το οποίο θα καθορισθεί κατά τις οικείες διατάξεις περί μισθώσεως αιγιαλού και παραλίας. Ακόμη, στο άρθρο 5 παρ. 5 προβλέφθηκε ότι, πέραν των έργων υποχρεωτικής επένδυσης, που ορίζονται στον πίνακα I, η μισθώτρια μπορεί να εκτελέσει και προαιρετικά έργα αξίας 24.549.000 ευρώ, τα οποία αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα III, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η κατασκευή Κέντρου Διοικητικών Υπηρεσιών, σε γήπεδο 2,8 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας " Ε.Τ.Α. Α.Ε. ", έναντι του ξενοδοχείου ... και η κατασκευή ελικοδρομίου προς εξυπηρέτηση του ξενοδοχείου ... στη βραχονησίδα "…" (δημόσιο κτήμα …), ενώ στο άρθρο 5 παρ. 6 της σύμβασης αυτής, ορίζονται τα εξής : "Είτε για λόγους σχεδιασμού του επενδυτή, είτε εξαιτίας του είδους και της φύσης των εκτελουμένων εργασιών, είναι δυνατόν να τροποποιηθεί η εγκεκριμένη από τον Ε.Ο.Τ. μελέτη και, αντί της κατεδάφισης, να προκριθεί η πλήρης ανακατασκευή του κτιρίου του παλαιού ξενοδοχείου. Ο αριθμός των κλινών του κτιρίου του παλαιού ξενοδοχείου που τυχόν ανασκευασθεί, δεν θα συνυπολογίζεται στον ελάχιστο αριθμό των οκτακόσιων (800) κλινών, που έχει αναλάβει να εκτελέσει η μισθώτρια σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παραπάνω παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου". Τέλος, με το άρθρο 9 της σύμβασης και με τον τίτλο "Συμπληρωματικότητα της Σύμβασης Μίσθωσης", ορίστηκε ότι για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται σ' αυτή, θα εξακολουθεί να ισχύει η αρχική (υπ' αριθμ. .../22-09-1999) Σύμβαση Μίσθωσης. Επακολούθησε το πρακτικό …/30-9-2003 του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", με το οποίο κατ' επίκληση, μεταξύ άλλων, της νομοθεσίας περί αιγιαλού και του Κανονισμού Μισθώσεων - εκμισθώσεων της τελευταίας, αποφασίστηκε η εκμίσθωση, με απευθείας ανάθεση, στην εταιρεία " ... Α.Ε." ακάλυπτης εδαφικής έκτασης, συνολικής επιφάνειας 85.195 τ.μ., η οποία είναι παρακείμενη και σε επαφή με την έκταση που εκμισθώθηκε στην ίδια εταιρεία με την υπ' αριθμ. .../22-9-1999 αρχική σύμβαση. Μετά την πιο πάνω απόφαση, υπεγράφη μεταξύ αφενός του Υπουργού Ανάπτυξης και του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." και αφετέρου της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η υπ' αριθμ. .../3-11-2003 "Συμπληρωματική Μισθωτική Σύμβαση Ακινήτου", ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Δήμου …, στον τόμο …, με αριθμό …, σύμφωνα με την οποία εκμισθώθηκε, με απευθείας ανάθεση στην εν λόγω Κοινοπραξία, η ανωτέρω έκταση, εμβαδού 85.195 τ.μ. Από την έκταση αυτή, ένα μέρος 46.895 τ.μ. ανήκε κατά κυριότητα στον Ε.Ο.Τ., προέρχεται δε από τις προαναφερόμενες απαλλοτριώσεις και το υπόλοιπο μέρος των 38.300 τ.μ. αποτελεί αιγιαλό, ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα και είχε παραχωρηθεί από το Δημόσιο κατά διοίκηση και διαχείριση στον Ε.Ο.Τ. και στη συνέχεια στην ενάγουσα, ως εκ του νόμου διάδοχο αυτού. Ολοκληρώθηκε, έτσι, η διάθεση της έκτασης των 326 στρεμμάτων περίπου, που προέβλεπε η αρχική προκήρυξη (.../10-09-1998), την οποία ο Φορέας Διαχείρισης ανέλαβε να αναπτύξει τουριστικά, με την δημιουργία έργων και την λειτουργία εκμετάλλευσης και βιωσιμότητας της τουριστικής μονάδας …. Η εκμισθωθείσα ως άνω ακάλυπτη εδαφική έκταση, καλείται παρακείμενη και βρίσκεται σε επαφή με την έκταση που εκμισθώθηκε με την αρχική υπ' αριθμ. .../22-9-1999 Σύμβαση (αποτελεί την προς ανατολάς προέκταση του βασικού μισθίου) συμφωνήθηκε δε ότι η μίσθωση αυτή, αποτελεί παρεπόμενη της μίσθωσης, που καταρτίστηκε με την αρχική σύμβαση, διεπόμενη από τους όρους και τις συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτή (παρεπόμενη μίσθωση), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ακόλουθοι: α) Η διάρκεια αυτής ορίστηκε ίση με τη διάρκεια της αρχικής μίσθωσης, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ. 4 της υπ' αριθμ. .../10-04-2003 Τροποποιητικής Σύμβασης, αρχόμενη από την ημέρα παράδοσης του μισθίου στη μισθώτρια και λήγουσα αυτοδικαίως την ίδια ημερομηνία που θα λήξει ή θα λυθεί με οποιοδήποτε τρόπο η κύρια σύμβαση, σε κάθε δε περίπτωση η παράδοση του μισθίου στη μισθώτρια θα γίνει εντός μηνός από την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης, β) Το μίσθωμα συμφωνήθηκε πάγιο ετήσιο και για το έτος 2003 καθορίστηκε στο ποσό των 159.000 ευρώ, εκ του οποίου 15.000 ευρώ αφορά το ετήσιο μίσθωμα της έκτασης του αιγιαλού και 144.000 ευρώ αφορά το ετήσιο μίσθωμα της υπόλοιπης έκτασης. Ειδικά για το έτος 2003, ενόψει του πιθανολογούμενου χρόνου σύναψης της σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι δεν θα καταβληθεί μίσθωμα, πλην όμως, το μίσθωμα του έτους 2003 θα ληφθεί ως βάση για σταδιακές αναπροσαρμογές του μισθώματος κατά τα έτη 2004 και επέκεινα. Η καταβολή του ως άνω μισθώματος θα αρχίσει από 1-1-2009 και επέκεινα ήτοι μετά την πάροδο πενταετίας από της υπολογιζόμενης υπογραφής της σύμβασης μίσθωσης, μέχρι τότε δε η μισθώτρια θα καταβάλει μόνο το αναλογούν στον αιγιαλό μίσθωμα, το οποίο για το έτος 2003 υπολογίζεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, γ) Η μισθώτρια, σε περίπτωση που αποφασίσει να εκτελέσει έργα στην εν λόγω έκταση, σε συμμόρφωση πάντοτε με τις επιτρεπόμενες για την περιοχή χρήσεις, τους όρους και περιορισμούς δόμησης, οφείλει προηγουμένως να υποβάλει στην "Ε.Τ.Α. Α.Ε." πλήρη φάκελο για την έγκριση της αρχιτεκτονικής μελέτης των εργασιών. Τα έργα θα γίνουν με αποκλειστική φροντίδα, ευθύνη και έξοδά της, χωρίς δικαίωμα συμψηφισμού τους με μισθώματα και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που απαιτεί η ισχύουσα νομοθεσία, με άδεια, όπου απαιτείται, των αρμοδίων αρχών, η οποία θα εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές, με ευθύνη και δαπάνες της μισθώτριας, στο όνομα του ιδιοκτήτη Ε.Ο.Τ. Τέλος, στο άρθρο 6 της σύμβασης αυτής, με τίτλο "Ειδικοί Όροι", αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Η χρήση του τμήματος της έκτασης που μισθώνεται με την παρούσα σύμβαση και αποτελεί αιγιαλό, που έχει ανακηρυχθεί σε Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα ( Τ.Δ.Κ. ), θα γίνεται πάντοτε σε συμμόρφωση με την εκάστοτε ισχύουσα για τον αιγιαλό και τα Τ.Δ.Κ. νομοθεσία, εφαρμοζομένων αναλόγως και των περί τούτου όρων της κυρίας σύμβασης. 2. Γίνεται μνεία ότι ο Δήμος … και η Αναπτυξιακή Κατασκευαστική Δημοτική Επιχείρηση του Δήμου … Αττικής, έχουν ασκήσει κατά της "Ε.Τ.Α. Α.Ε." : α) την από 18-06-2002 αίτησή τους ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθούν προσωρινά νομείς και διακάτοχοι εκτάσεως αιγιαλού επί μήκους χιλίων (1.000) μέτρων στην περιοχή …, από το "..." και προς το Σούνιο και β) την από 18-06-2002 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα την προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως, σε σχέση με το παραπάνω τμήμα αιγιαλού. Οι αιτήσεις αυτές απερρίφθησαν με την υπ' αριθμ. 26/2002 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών η πρώτη και η δεύτερη με την υπ' αριθμ. 4857/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.... 7. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλογικά οι όροι που έχουν συμφωνηθεί στην υπ' αριθμ. .../22-9-1999 αρχική σύμβαση μίσθωσης, με την οποία ο Ε.Ο.Τ. παραχώρησε τη χρήση και εκμετάλλευση για τουριστική αξιοποίηση έκτασης διακοσίων σαράντα ενός και 0,12 (241,12) στρεμμάτων στην περιοχή … Αττικής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2160/1993...". Περαιτέρω, από τα ίδια, όπως παραπάνω, αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας που μνημονεύονται στην αντίστοιχη θέση της παρούσας προέκυψε ότι, η εκμισθώτρια δεν προέβη στην έγκαιρη παράδοση της εκτάσεως που εκμισθώθηκε στην μισθώτρια με την υπ' αριθμ. .../03-11-2003 Συμπληρωματική Μισθωτική Σύμβαση και συγκεκριμένα εντός μηνός από την υπογραφή της, δηλαδή έως την 04-12-2003, όπως όριζε η σύμβαση αυτή, αλλά παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες και οχλήσεις της μισθώτριας, εντελώς αντισυμβατικά αρνείτο να πράξει τούτο, αλλά και να προεγκρίνει και προωθήσει για τελική έγκριση τις σχετικές μελέτες, σύμφωνα με το άρθρο 7° της αρχικής σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 5° παρ. 2 και 4 και το άρθρο 9° παρ. 7 της Συμπληρωματικής Μίσθωσης, για την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδιασμού της μισθώτριας εταιρείας, προτάσσοντας διάφορα προσχήματα, με κατά κύριο λόγο την διακατοχή της μίσθιας έκτασης από τον γειτονικό Δήμο … Αττικής. Ο εν λόγω Δήμος, παρά την έλλειψη οιουδήποτε δικαιώματος εμπραγμάτου ή ενοχικού ή κατά παραχώρηση επί της εκτάσεως αυτής και παρά την απόρριψη της σχετικής αιτήσεώς του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 11-02-2004 αίτησή του ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας για ακύρωση της Συμπληρωματικής Μίσθωσης, με τις υπ' αριθμ. 4857/2002 και 2685/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Συμβουλίου της Επικράτειας, αντίστοιχα συνέχισε να διακατέχει και να εκμεταλλεύεται την παρακείμενη έκταση, μισθώνοντας τμήματά της για τη λειτουργία καντίνας και τοποθέτηση ομπρελών κατά τη θερινή περίοδο και για τη διοργάνωση ομιλιών, εορταστικών εκδηλώσεων, συναυλιών και θεατρικών παραστάσεων, ενώ προέβη και στην ανέγερση μονίμων και αυθαιρέτων κατασκευών και άλλων εγκαταστάσεων. Επειδή λοιπόν, κατά την εκτέλεση των προαναφερομένων συμβάσεων ανέκυψαν διαφορές μεταξύ των συμβληθέντων μερών, ως προς την τήρηση των εκατέρωθεν συμβατικών υποχρεώσεών τους και ειδικότερα αναφορικά με την έκδοση των οικοδομικών αδειών και την ακώλυτη χρήση της παρακείμενης έκτασης από την πρώτη εναγομένη - μισθώτρια, για την επίλυση αυτών η τελευταία προσέφυγε στη διαιτησία, σύμφωνα με τον διαλαμβανόμενο στο άρθρο 25 της αρχικής σύμβασης όρο περί διαιτησίας και άσκησε εις βάρος της νυν ενάγουσας και ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, την από 19-07-2005 προσφυγή της, αιτούμενη, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί (η ενάγουσα) να της παραδώσει τη χρήση της έκτασης που αφορούσε η "Συμπληρωματική Μισθωτική Σύμβαση". Επί της ως άνω προσφυγής, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 24-10-2005 αντιπροσφυγή, που άσκησε η νυν ενάγουσα - εκμισθώτρια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4/16-01-2006 Διαιτητική Απόφαση, η οποία έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι από το περιεχόμενο της αρχικής και των μεταγενεστέρων συμβάσεων, με σαφήνεια προέκυπτε ότι: Α) Η συμφωνία αυτή, στο σύνολό της, αποτελεί μικτή σύμβαση, η οποία περιλαμβάνει: α) τη μίσθωση της δημοπρατηθείσας εκτάσεως και β) την τουριστική αξιοποίηση αυτής για την κατασκευή και λειτουργία έργων εξέχουσας τουριστικής υποδομής, Β) Τα ακίνητα που εκμισθώθηκαν (αρχικώς και μεταγενεστέρως) έχουν συνολικό εμβαδό 326.395 τ.μ. και αποτελούνται από: ι) γήπεδο εμβαδού 245.775 τ.μ., το οποίο ανήκει στην κυριότητα του Ε.Ο.Τ., περιήλθε δε σε αυτόν δυνάμει των απαλλοτριώσεων που προαναφέρθηκαν και ιι) αιγιαλό συνολικού εμβαδού 80.620 τ.μ. Ο αιγιαλός αυτός έχει χαρακτηρισθεί ως Τ.Δ.Κ., η διοίκηση και διαχείριση του οποίου ανατέθηκε στον Ε.Ο.Τ. και εν συνεχεία στην καθής η προσφυγή " Ε.Τ.Α. Α.Ε. ". Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού έκρινε ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις αποτελούν μία ενιαία σύμβαση, υποχρέωσε την καθής η προσφυγή - ενάγουσα, όπως, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση σε αυτή αντιγράφου της απόφασης: Α) Παραδώσει στην προσφεύγουσα - πρώτη εναγομένη, την ακώλυτη χρήση της έκτασης των 85.195 τ.μ., την οποία εκμίσθωσε σ' αυτή με το υπ' αριθμ. .../03-11-2003 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Δ., η οποία κείται ανατολικά και σε επαφή με τη χερσονησίδα " … " Αττικής και αποτελείται από γήπεδο εμβαδού 46.895 τ.μ. και αιγιαλό 38.300 τ.μ., εμφαίνεται δε στο υπ' αριθμ. …/21-05-2003 και υπό κλίμακα 1:2000 τοπογραφικό διάγραμμα της " Ε.Τ.Α. Α.Ε. " , υπό στοιχεία …, το οποίο είναι προσαρτημένο στο ως άνω μισθωτήριο (υπό στοιχ. Αα του διατακτικού), Β) Ζητήσει από την Επιτροπή Καθορισμού Αιγιαλού και παραλίας, με αίτησή της προς την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, τον επανακαθορισμό του αιγιαλού που εκμισθώθηκε στην προσφεύγουσα με τα υπ' αριθμ. .../03-11-2003 και .../22-09-1999 συμβόλαια των Συμβολαιογράφων Ι. Δ. και Μ. Π., αντιστοίχως, Γ) Προβεί στη θεώρηση προς έγκριση των φακέλων που έχει υποβάλει σε αυτήν η προσφεύγουσα για την κατασκευή: α) Ναυταθλητικού Κέντρου, β) Κτιρίου για τη στέγαση του Εστιατορίου - snack bar ... και γ) Συνεδριακού - Πολιτιστικού Κέντρου, βάσει των αναθεωρημένων σχεδίων και Δ) Ζητήσει από τη Διεύθυνση Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του ΥΠ.Ε.ΧΩ.Δ.Ε. την έγκριση της από 23-09-2003 Συμπληρωματικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, που έχει υποβάλλει σε αυτήν η προσφεύγουσα (υπό στοιχ. Β, Γ και Δα του διατακτικού). Ωστόσο, την ίδια αντισυμβατική τακτική της εξακολούθησε η καθής η προσφυγή εκμισθώτρια και μετά την έκδοση της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 4/16-01-2006 Διαιτητικής Απόφασης. Έτσι, η μισθώτρια εταιρεία επικαλούμενη την περί διαιτησίας ρήτρα του άρθρου 25 της αρχικής σύμβασης, προσέφυγε εκ νέου στην διαιτησία και άσκησε εις βάρος της νυν ενάγουσας εκμισθώτριας την από 12-03-2010 αίτηση - προσφυγή, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση αποζημιώσεως για αποθετική ζημία από την καθυστέρηση εκτέλεσης της Συμπληρωματικής Μίσθωσης. Tο Διαιτητικό Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 52/14-12-2010 απόφασή του δέχθηκε κατά πλειοψηφία, ότι η καθής η προσφυγή "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε." κατέστη υπερήμερη, ως προς την παράδοση της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στην προσφεύγουσα εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Ξενοδοχειακή - Τουριστική - Εμπορική και Ναυτιλιακή Εταιρία ", το χρηματικό ποσό των δέκα εκατομμυρίων τριάντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακόσιων εβδομήντα εννέα (10.034.879,00) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 19 Μαρτίου 2010. Στη συνέχεια, η ενάγουσα αμφισβητώντας το κύρος της ως άνω υπ' αριθμ. .../3-11-2003 Συμπληρωματικής Μισθωτικής Σύμβασης Ακινήτου, με την από 17-02-2011 προσφυγή - αγωγή της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι αυτή έχει τον χαρακτήρα προσυμφώνου και όχι οριστικής σύμβασης μίσθωσης, το οποίο (προσύμφωνο) πάσχει βασικού ελαττώματος, που συνδέεται με την έλλειψη του αναγκαίου τύπου, κατά την προδικασία καταρτίσεώς του, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε η απαιτούμενη κατά νόμο και τις επιταγές του Ευρωπαϊκού Δικαίου διαγωνιστική διαδικασία, αλλά η σχετική προσυμφωνία καταρτίστηκε με απευθείας ανάθεση . Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί: α) η ακυρότητα της εν λόγω σύμβασης και β) ο χαρακτήρας αυτής ως προσυμφώνου. Επί της προσφυγής - αγωγής αυτής , εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 43/16-12-2011 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε αυτήν ως νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 166, 174 του Α.Κ. και 70 του ΚΠολΔ, ν. 2160/1993 και στις επικαλούμενες από την προσφεύγουσα επιταγές του Κοινοτικού Δικαίου. Ακολούθως και αναφορικά με την δικαιοδοσία του, το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, επεσήμανε τα ακόλουθα: "Η ένδικη (.../2003) σύμβαση είναι συμπληρωματική της αρχικής σύμβασης (.../1999) και επ' αυτής (.../2003) ισχύουν, κατ' άρθρο 6 παρ. 7 αυτής, όλοι οι όροι της αρχικής σύμβασης, μεταξύ των οποίων και ο στο άρθρο 25 αυτής διαλαμβανόμενος όρος περί διαιτησίας. Ο όρος του άρθρου 25 της αρχικής μεταξύ των διαδίκων σύμβασης (.../1999 της Συμβολαιογράφου Περιστεριού Μ. Π. - Δ.) ... είναι ρητός και απολύτως σαφής. Στις επόμενες παραγράφους του ιδίου άρθρου (25) της άνω σύμβασης, ορίζονται οι λεπτομέρειες συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου και διεξαγωγής της διαιτησίας αυτής. Με το άνω άρθρο της αναφερθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι κάθε διαφορά που θα ανακύπτει από την εφαρμογή και εκτέλεση της σύμβασης αυτής και θα αναφέρεται στην εκτέλεση ή την ερμηνεία των όρων της, θα επιλύεται με διαιτησία, αποκλεισμένης της επίλυσης των διαφορών αυτών από τα πολιτειακά δικαστήρια. Επομένως, με το άρθρο 25 της παραπάνω σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ρητώς και σαφώς ότι για τις διαφορές που τυχόν θα προκόψουν από τη σύμβαση αυτή (επομένως και από τη συμπληρωματική της .../2003) και θα αναφέρονται στην εκτέλεση ή την ερμηνεία των όρων της, αποκλειστικά αρμόδιο να τις επιλύσει θα είναι το Διαιτητικό Δικαστήριο. Κατά ταύτα, η παραπάνω συμφωνία διαιτησίας μεταξύ των άνω συμβληθέντων, αφορώσα διαφορές που τυχόν θα προκύψουν από την άνω σύμβαση (και τη συμπληρωματική της), εφόσον είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση από την οποία θα προέλθουν οι σχετικές διαφορές είναι έγκυρη (ΚΠολΔ 867, 868 ) . Περαιτέρω, στο άρθρο 7 παρ. 6 της επίμαχης σύμβασης .../2003 που, όπως αναφέρθηκε, έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα προς την αρχική σύμβαση (.../1999), αναφέρεται ότι επ' αυτής (.../2003) ισχύουν οι όροι της αρχικής σύμβασης και κατά συνέπεια το σύνολο των διατάξεων της αρχικής σύμβασης ισχύει ως έχει επί της .../2003 και όπως συμπληρώνεται με αυτήν. Κατ' ακολουθίαν, το άρθρο της άνω αρχικής σύμβασης, που δεν τροποποιήθηκε με την .../2003 όμοια, ισχύει ευθέως ως έχει και επί της τελευταίας και ορίζει ρητώς και σαφώς τα προαναφερθέντα. Τέλος, ο Κανονισμός της Ε.Τ.Α, που εγκρίθηκε με την Υ.Α. Τ.1436/2001 και δη το άρθρο 11 αυτού, που ορίζει ότι οι τυχόν διαφορές μεταξύ Ε.Τ.Α. και των αντισυμβαλλομένων της θα επιλύονται από τα καθ' ύλην αρμόδια Δικαστήρια των Αθηνών, είναι μεταγενέστερος της αρχικής σύμβασης (καταρτισθείσας το 1999) και δεν καταλαμβάνει αυτήν, αλλά ούτε και την επίμαχη συμπληρωματική, εφόσον αυτή τελεί σε ενότητα με αυτήν (αρχική), πέραν του ότι αυτός (Κανονισμός) εγκρίθηκε με Υπουργική Απόφαση που έπεται ιεραρχικά του Ν. 2160/1993, ο οποίος περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες για το … (και άλλες τέσσερις περιοχές μείζονος τουριστικού ενδιαφέροντος) προβλέπεται υποχρεωτικά για την επίλυση των σχετικών διαφορών, διαιτησία. Τέλος, το άρθρο 24 της αρχικής σύμβασης, που καθιερώνει αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων των Αθηνών, για τις διαφορές που θα προκύψουν από τη σύμβαση αυτή, αφορά τις λοιπές διαφορές, πλην αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 25 της σύμβασης και τούτο προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου αυτού (24), στο οποίο αναφέρεται "με την επιφύλαξη του επομένου άρθρου .... (δηλαδή του άρθρου 25 με το οποίο όπως εκτέθηκε, για τις σ' αυτό αναφερόμενες συγκεκριμένες διαφορές, συμφωνείται η διαιτητική επίλυσή τους)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το επιληφθέν της υποθέσεως Διαιτητικό Δικαστήριο ομόφωνα έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία για την κρινόμενη διαφορά. Στη συνέχεια δε και αναφορικά με τον χαρακτήρα της επίμαχης υπ' αριθμ. .../3-11-2003 Συμπληρωματικής Μισθωτικής Σύμβασης Ακινήτου, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η εν λόγω σύμβαση αποτελεί οριστική σύμβαση μίσθωσης και όχι προσύμφωνο, τούτο δε προκύπτει και από τα εξής στοιχεία : 1) Στον όρο 5 παρ. 4 εδ. τελευτ. της Τροποποιητικής Σύμβασης .../2003, συμφωνήθηκε η εκμίσθωση από την προσφεύγουσα προς την πρώτη των καθών της άνω παρακείμενης έκτασης. Συγκεκριμένα αναφέρεται σ' αυτήν ότι: "Κατά την πορεία εκτέλεσης του επενδυτικού προγράμματος, θα παραχωρηθεί στη μισθώτρια από την " Ε.Τ.Α. Α.Ε. " με αυτοτελή σύμβαση μίσθωσης ... " 2) Η ένδικη υπ' αριθμ. .../2003 σύμβαση τιτλοφορείται ως "Συμπληρωματική Μισθωτική Σύμβασή" μεταγράφηκε νομίμως κατά τα ανωτέρω και σ' αυτήν ορίζονται το μίσθιο ακίνητο, η διάρκεια της μίσθωσης, το μίσθωμα, η προσκόμιση εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης της μίσθωσης, ενώ προβλέπεται και η εκτέλεση εργασιών, 3) Επί της νομιμότητας αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 225/2003 Πράξη του Ζ' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου , στην οποία γίνεται λόγος για εκμίσθωση της έκτασης, 4) Στο υπ' αριθμ. …/30-09-2003 Πρακτικό του Δ.Σ. της προσφεύγουσας "Ε.Τ.Α. Α.Ε.", γίνεται λόγος για "εκμίσθωση με απευθείας ανάθεση της παρακείμενης έκτασης", 5) Η προσφεύγουσα "Ε.Τ.Α. Α.Ε.", σε όλα τα δικόγραφά της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, κατά την συζήτηση των προσφυγών, επί των οποίων εκδόθηκαν οι ανωτέρω 4/2006 και 52/2010 Διαιτητικές Αποφάσεις χαρακτήριζε την εν λόγω .../2003 σύμβαση, ως τοιαύτη μισθώσεως. Το ίδιο έπραξε και με την άσκηση της από 17-05-2007 παρέμβασής της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, κατά την εκδίκαση αιτήσεως του Δήμου … κατά του Υπουργού Ανάπτυξης και της ιδίας, με την οποία (παρέμβαση) υποστήριξε τη νομιμότητα της εν λόγω .../2003 σύμβασης μίσθωσης. Επισημαίνει δε, ότι στην εκδοθείσα σχετικώς υπ' αριθμ. 2685/2010 απόφαση του ΣτΕ (4° Τμήμα), η άνω σύμβαση χαρακτηρίζεται ως τοιαύτη μίσθωσης, αλλά και στη συνέχεια η προσφεύγουσα "Ε.Τ.Α. Α.Ε.", σε εξώδικες δηλώσεις της προς την πρώτη των καθών η προσφυγή, χαρακτηρίζει την ένδικη υπ' αριθμ. .../2003 σύμβαση ως "μισθωτική που αφορά εκμίσθωση με απευθείας ανάθεση, σύμφωνα με τον Κανονισμό της ακάλυπτης εδαφικής έκτασης 85.195 τ.μ.". Ενόψει των ανωτέρω, το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι η ένδικη υπ' αριθμ. .../2003 Συμπληρωματική Σύμβαση, έχει το χαρακτήρα οριστικής σύμβασης μίσθωσης και απέρριψε το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας περί αναγνωρίσεως αυτής ως προσυμφώνου μισθώσεως. Περαιτέρω δε, ως προς την τήρηση Διαγωνιστικής Διαδικασίας, δέχθηκε, επίσης, κατά πλειοψηφία, ότι από το σύνολο των όρων και των τριών ως άνω συμβάσεων (Αρχικής, Τροποποιητικής και Συμπληρωματικής) προέκυπτε, ότι κάθε μία επόμενη σύμβαση αναφέρεται στις προηγούμενες και διατυπώνει το περιεχόμενό της σε αλληλουχία με τις υπόλοιπες. Ότι και οι τρεις συγκροτούν το σύνολο ενιαίας συμβάσεως, τελούν δηλαδή σε ενότητα περιεχομένου και διέπονται από το ίδιο νομικό καθεστώς. Ότι, το ενιαίο των ανωτέρω συμβάσεων και της από κοινού υπαγωγής τους, ως αναπόσπαστου συνόλου στο νομικό καθεστώς που ορίζεται από τον ν. 2160/1993, προέκυπτε και από το σκεπτικό τόσο της υπ' αριθμ. 52/2010 Διαιτητικής Απόφασης, όσο και της προηγούμενης υπ' αριθμ. 4/2005 ομοίας. Ότι, η ένδικη υπ' αριθμ. .../2003 Σύμβαση Μίσθωσης αποτελεί λειτουργικά ενιαίο όλο με την Αρχική Σύμβαση (.../1999) και την Α' Τροποποιητική (.../2003), σε εκτέλεση της οποίας άλλωστε καταρτίστηκε, εντάσσονται δηλαδή στο πλαίσιο συμβιβασμού με την προσφεύγουσα και με την έννοια αυτή δεν απαιτείτο η τήρηση διαγωνιστικής διαδικασίας για καμία από τις δύο τελευταίες. Επίσης, επεσήμανε ότι η προσφεύγουσα "Ε.Τ.Α. Α.Ε." είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και έχει δικό της "Κανονισμό Μισθώσεων", που καταρτίστηκε από το Δ.Σ. αυτής στη συνεδρίαση της 14ης /21-12-2000 και εγκρίθηκε με την Υ.Α. Τ 1436/ΦΕΚ Β' 290/20-03-2001. Στον Κανονισμό αυτόν προβλέπονται και τα εξής: "Άρθρο 1. Πεδίο εφαρμογής. Στις διατάξεις του Κανονισμού αυτού υπάγονται: α) Οι κάθε είδους εκμισθώσεις των κινητών και ακινήτων που ανήκουν κατά κυριότητα στην "Ε.Τ.Α. Α.Ε." ή η χρήση ή διοίκηση και διαχείριση αυτών έχει περιέλθει νόμιμα στην εταιρεία. Άρθρο 2. Διαδικασίες σύναψης συμβάσεων εκμισθώσεων. Οι διαδικασίες συνάψεως συμβάσεως εκμισθώσεως διακρίνονται σε συνοπτικές (πρόχειρος διαγωνισμός), ανοικτές, κλειστές, με απευθείας ανάθεση και με διαπραγματεύσεις ύστερα από προεπιλογή ... 2. Με απευθείας ανάθεση. Αυτή είναι η διαδικασία που η εταιρεία προσφεύγει στους ενδιαφερομένους της επιλογής της και διαπραγματεύεται τους όρους της υπό σύναψη συμβάσεως με ένα ή περισσότερους από αυτούς. Σε περίπτωση που το ετήσιο μίσθωμα υπερβαίνει το ποσό των 50.000,00 ευρώ ανά κινητό ή ακίνητο, επιτρέπεται η απευθείας ανάθεση μόνο εφόσον συντρέχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ή επιβεβλημένες συνθήκες μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, που λαμβάνεται με πλειοψηφία τουλάχιστον των 2/3 του συνόλου των μελών του Δ.Σ., με την οποία καθορίζονται οι όροι εκμίσθωσης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ... ". Με τις σκέψεις αυτές έκρινε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υπ' αριθμ. .../2003 Σύμβαση Μίσθωσης καταρτίστηκε με βάση το άνω άρθρο 2 παρ. 2 του Κανονισμού Μισθώσεων της προσφεύγουσας, όπως αναγράφεται στην εν λόγω σύμβαση. Ότι, ειδικότερα, η προσφεύγουσα "Ε.Τ.Α. Α.Ε.", ιδρύθηκε με τον Ν. 2636/1998 και σκοπός της, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 6 του ν. 2837/2000, είναι η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ. Ότι στο υπ' αριθμ. …/30-09-2003 Πρακτικό του Δ.Σ. αυτής αναφέρεται ότι η εν λόγω μίσθωση έγινε με απευθείας ανάθεση, κατ' εφαρμογή του Κανονισμού Μισθώσεων, προδήλως λόγω του αποζημιωτικού της χαρακτήρα και σε υλοποίηση της Τροποποιητικής .../2003 Σύμβασης, όπως άλλωστε αναγράφεται και στην υπ' αριθμ. 225/2003 πράξη το Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία αναφέρεται ότι η παρακείμενη έκταση "εκμισθώνεται στο πλαίσιο υπάρχουσας συμβατικής δέσμευσης των μερών, ως αποκατάσταση μέρους της ισχυριζόμενης ζημίας που υπέστη η μισθώτρια". Ότι, συνεπώς, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεως του άρθρου 2 παρ. 2 του Κανονισμού Μισθώσεων της προσφεύγουσας, για την σύναψη της ένδικης μίσθωσης με απευθείας ανάθεση, ήτοι οι αναφερόμενες στο άνω άρθρο "έκτακτες και επιβεβλημένες συνθήκες". Ότι, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της νομοθεσίας περί " Ε.Τ.Α. Α.Ε. ", η εν λόγω εταιρεία είναι αρμόδια για την παραχώρηση τμημάτων αιγιαλού, τα οποία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είχαν χαρακτηρισθεί ως Τουριστικά Δημόσια Κτήματα και είχε ανατεθεί η διοίκηση και διαχείρισή τους στον Ε.Ο.Τ., αποτελούν δε, ως εκ τούτου "περιουσία" του Ε.Ο.Τ., η διοίκηση, διασφάλιση και αξιοποίηση της οποίας συνιστά σκοπό της "Ε.Τ.Α. Α.Ε." (άρθρο 13 παρ. 1 περ. α' παρ. 2 περ. α' και παρ. 5 περ. γ' του ν. 2636/1998, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 6 του ν. 2839/2000, καθώς επίσης και άρθρο 2 του Κανονισμού Μισθώσεων, Εκμισθώσεων, κ.λ.π. της "Ε.Τ.Α. Α.Ε."). Με τα δεδομένα αυτά, έκρινε ότι η ένδικη υπ' αριθμ. .../2003 Σύμβαση δεν είναι ασύμβατη με τις αρχές του Κοινοτικού Δικαίου, αφού λόγω του αποζημιωτικού χαρακτήρα της, δεν θα είχε νόημα η διενέργεια διαγωνιστικής διαδικασίας για την κατάρτισή της. Επίσης, επεσήμανε ότι εφόσον η σύμβαση .../2003 αποτελεί λειτουργικά ενιαίο όλο με την αρχική σύμβαση (.../1999) και την πρώτη τροποποιητική όμοια (.../2003), σε εκτέλεση της οποίας καταρτίστηκε αυτή (.../2003), δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση της διαγωνιστικής διαδικασίας για την κατάρτιση της τελευταίας. Ενισχυτικό δε των ανωτέρω συνιστά, κατά τις παραδοχές της άνω Διαιτητικής Απόφασης, το γεγονός ότι οι .../2003 και .../2003 συμβάσεις έγιναν στο πλαίσιο συμβιβασμού των διαδίκων, της τελευταίας έχουσας εν μέρει αποζημιωτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου είναι πρόδηλο ότι αυτές δεν μπορούσαν να συναφθούν μεταξύ της "Ε.Τ.Α. Α.Ε." και οποιουδήποτε άλλου (τρίτου), που θα προέκυπτε από διαγωνισμό και, συνεπώς, δεν μπορούσε και δεν είχε νόημα να τηρηθεί η διαγωνιστική διαδικασία για καμία από τις δύο συμβάσεις αυτές. Εν τέλει δε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εκ του ότι η επίμαχη .../2003 σύμβαση καταρτίστηκε χωρίς την τήρηση της διαγωνιστικής διαδικασίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των επικαλούμενων από την προσφεύγουσα - ενάγουσα αρχών του Ευρωπαϊκού Δικαίου και συγκεκριμένα των αρχών της ίσης μεταχείρισης, των μη διακρίσεων, του ελεύθερου ανταγωνισμού της ελεύθερης εγκατάστασης και διαφάνειας, ούτε μπορεί να γίνει λόγος ότι με την κατάρτιση αυτής (.../2003) παραβιάστηκε η του Ευρωπαϊκού Δικαίου επιταγή της απαγόρευσης της εκ των υστέρων τροποποίησης - μεταβολής των όρων της αρχικής σύμβασης. Επομένως, κατά την πλειοψηφήσασα κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω ισχυρισμοί της προσφεύγουσας - ενάγουσας, σύμφωνα με τους οποίους η σύμβαση .../2003 είναι άκυρη, λόγω έλλειψης διαγωνιστικής διαδικασίας κατά τις άνω αρχές του Κοινοτικού Δικαίου, κρίθηκαν αβάσιμοι και απορριπτέοι και μετά ταύτα απέρριψε την κρινόμενη προσφυγή - αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο, ερευνώντας τις παραδοχές του αιτιολογικού της ελεγχόμενης υπ' αριθμ. 43/16-12-2011 διαιτητικής απόφασης, σε συνδυασμό και με το διατακτικό της, κρίνει ότι δεν υπάρχει αντίθεση προς κανόνες αναγκαστικού δικαίου και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 897 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεώς της. Επομένως, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως της επίμαχης Διαιτητικής απόφασης, με τον οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η υπ' αριθμ. .../2003 σύμβαση, είχε το χαρακτήρα προσυμφώνου, το οποίο έπασχε βασικού ελαττώματος, συνισταμένου στην έλλειψη του αναγκαίου τύπου κατά τη διαδικασία κατάρτισής του, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε η απαιτούμενη από το νόμο και τις επιταγές του Ευρωπαϊκού Δικαίου διαδικασία του δημόσιου διαγωνισμού , αλλά καταρτίστηκε με απευθείας ανάθεση, πρέπει να απορριφθεί". Ακολούθως, το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την ένδικη αγωγή. Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία είχε ζητηθεί η ακύρωση της υπ' αριθμ. 43/2011 διαιτητικής απόφασης, επειδή παραβιάστηκαν οι δημόσιας τάξης καταστατικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και ειδικότερα, εκείνες των άρθρων 3, 8 και 49 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι προαναφερθείσες διατάξεις της ΣΛΕΕ δεν ίσχυαν κατά το χρόνο κατάρτισης των επίμαχων συμβάσεων, αφού η Συνθήκη της Λισσαβόνας υπογράφηκε στις 13-12-2007 (Εφημερίδα ΕΕ C 306/13-12-2007), τέθηκε σε ισχύ την 1-12-2009 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 3671/2008, ο δε Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία, όπως έχει εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία. Σημειώνεται ότι με την ένδικη αγωγή, δεν ζητήθηκε η ακύρωση της πληττόμενης διαιτητικής απόφασης λόγω της αντίθεσής της προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει το αναιρεσείον. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176 και 183), πλην της τετάρτης εξ αυτών, η οποία δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (ΚΠολΔ 191 § 2), που θα επιβληθούν όμως μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987), κατά οριζόμενα στα διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πλην της τετάρτης εξ αυτών, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Nοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ