360/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2012 ανακοπή του υπό στοιχείο 1 ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30/5/2013 πρόσθετη παρέμβαση του υπό στοιχείο 2 ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated360/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 5/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 360 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 360/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού-Εισηγήτρια0, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", και τον διακριτικό τίτλο "... SERVICES" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "... ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "..."" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, με την ιδιότητά του ως ασκούντος την εποπτεία επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και των περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2012 ανακοπή του υπό στοιχείο 1 ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30/5/2013 πρόσθετη παρέμβαση του υπό στοιχείο 2 ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15034/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/6/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 5/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 Κ.Πολ.Δ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 αυτού καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. α’ , γ’ και δ’ Κ.Πολ.Δ., που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια δε των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ’ αυτήν διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε (εγκύρως) επισπεύσει ο ίδιος την συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε, σε κάθε περίπτωση, παραστεί με τον προσήκοντα τρόπο κατ’ αυτήν, οπότε, με τη νόμιμη παράσταση του χωρίς να εναντιωθεί, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου, για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ’ αυτήν διαδίκου. Σύμφωνα, τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 96 παρ.1, 3 Κ.Πολ.Δ., οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά Δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπουμένου από αυτόν διαδίκου, που καταχωρείται στα πρακτικά του Δικαστηρίου ή στην τυχόν έκθεση του εισηγητή ή εντεταλμένου για τις αποδείξεις Δικαστή, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, ως μη νομίμως παριστάμενος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 250/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προσδιορίστηκε, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά μεν κατά την δικάσιμο της 15-2-2016, κατά την οποία το 1ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "... ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "..."", όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Γωνιανάκη, μετά δε από αναβολή από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης απόφασης δικάσιμο της 7-11-2016.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, το 1ο αναιρεσίβλητο δεν εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι. Από τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει εξουσιοδότηση εκ μέρους του 1ου αναιρεσιβλήτου προς τον ως άνω αναφερόμενο δικηγόρο όπως το εκπροσωπήσει στην αρχική δικάσιμο της 15-2-2016, ώστε να θεωρείται περιττή η κλήτευσή του.
Ενόψει όμως του ότι, όπως προκύπτει από την Β’ .../29-7-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Λ., αυτό κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 15-2-2016, ώστε, μολονότι το 1ο αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε κατά την παρούσα μετ’ αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμο, δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευσή του (αρθρ. 2 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτό παρόν, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ) Με την από 29-6-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 250/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση κατά της 15034/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η ασκηθείσα από την ήδη 2η αναιρεσίβλητη υπέρ του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου πρόσθετη παρέμβαση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση. Μετά δε εκδίκαση της υπόθεσης, έγινε δεκτή η ανακοπή κατά της εκτέλεσης του 1ου αναιρεσιβλήτου όπως και η ασκηθείσα υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του 2ου αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε η επιβληθείσα από την καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα εις χείρας της "... ΑΕ" ως τρίτης (εδώ μη διαδίκου) κατάσχεση της απαίτησης του 1ου αναιρεσιβλήτου (οφειλέτη) κατά της "... ΑΕ", ύψους 108.926,80 ευρώ πλέον τόκων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β`, 953, 985, 988 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή του οφειλέτη με την οποία προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης, όπως διότι κατασχέθηκε ακατάσχετη απαίτηση, μπορεί να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ΑΠ 872/1998).
Αν η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση προβλέπεται διαδικασία εξόφλησης του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (988 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Ο δε οφειλέτης μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ.1 β Κ.Πολ.Δ, να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης, όπως το ακατάσχετο αυτής.
Το απώτερο όμως χρονικό σημείο άσκησης της ανακοπής από τον οφειλέτη για τους παραπάνω λόγους πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ’ άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου.
Ειδικότερα, επί αναγκαστικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής υπό την έννοια του άρθρου 985 δήλωσης, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης του άρθρου 985 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμίας καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ.α` του ΚΠολΔ.
Σε περίπτωση δε αρνητικής, υπό την έννοια του άρθρου 985, δήλωσης, ή παράλειψης του τρίτου να προβεί εμπροθέσμως στην οφειλόμενη κατά το ανωτέρω άρθρο 985 ρητή δήλωση, η οποία εξομοιώνεται, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. α` αυτού, με δήλωση αρνητική, επέρχεται δια της τελεσιδικίας της απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή η κατά το επόμενο άρθρο 986 ανακοπή (Ολ.
ΑΠ 3/1993, ΑΠ 688/2010). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., "Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα τη επομένης μη εξαιρετέας ημέρας".
Η οκταήμερη, επομένως, προθεσμία του άρθρου 988 αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου στον καθ’ ου η εκτέλεση, εφόσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου, διότι από τότε η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (Ολ. ΑΠ 3/1993). Αν η επίδοση στον καθ’ ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου προηγήθηκε της επίδοσης αυτού στον τρίτο, η οκταήμερη προθεσμία προς καταβολή αρχίζει από την επίδοση στον τρίτο, οπότε υποχρεούται να δηλώσει εντός οκταημέρου και να καταβάλει μετά την πάροδο του οκταημέρου, που αρχίζει από την επόμενη του κατασχετηρίου στον τρίτο, δηλαδή την 9η ημέρα και όχι από την καταφατική δήλωση.
Οι προθεσμίες των άρθρων 934, 985, 988 Κ.Πολ.Δ. είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. Κ.Πολ.Δ., εξετάζονται δε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προβολής της σχετικής πράξης εκτέλεσης (151 Κ.Πολ.Δ., πρβλ. ΑΠ 1469/2005, ΑΠ 372/2004). Επίσης, εκφεύγουν της εξουσίας των ορίων διάθεσης εκ μέρους των διαδίκων, δεδομένου ότι αφορούν την ασφάλεια των συναλλαγών και έχουν τεθεί προς προστασία των τρίτων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος της, η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο για την μη απόρριψη, ως απαράδεκτης, της ένδικης ανακοπής λόγω εκπροθέσμου άσκησής της.
ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη ανακοπή του, το ανακόπτον και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "... Θεσσαλονίκης ...", ισχυρίστηκε ότι η αναγκαστική κατάσχεση, που επιβλήθηκε από την καθ` ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα, εις χείρας της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", ως τρίτης, δυνάμει του από 31-10-2012 κατασχετηρίου εγγράφου της, το οποίο κοινοποιήθηκε στο ανακόπτον, την 2-11-2012 και στην "... Α.Ε.", την 1-11-2012, για το ποσό των 108.920 ευρώ πλέον των τόκων, ύψους 4.908,67 ευρώ, είναι άκυρη, διότι επιβλήθηκε σε ακατάσχετη απαίτηση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο δικόγραφο της ανακοπής.
Ζήτησε δε την ακύρωση της επιβληθείσης ως άνω αναγκαστικής κατάσχεσης. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 15034/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν η ανακοπή, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου άσκησής της, όπως και η πρόσθετη υπέρ του ανακόπτοντος παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών, που ασκήθηκε με τις από 30-5-2013 έγγραφες προτάσεις του.
Κατόπιν έφεσης του ανακόπτοντος κατά της παραπάνω απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλομένη 250/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε ότι η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κάνοντας δεκτό τον σχετικό λόγο έφεσης. Ειδικότερα, ως προς το θέμα του εμπροθέσμου της ανακοπής η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "...
η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μέσα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ προθεσμία , αφού η περαίωση της κατάσχεσης δεν σημαίνει και περαίωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, αλλά το πέρας της εξαρτάται από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, όπως δηλώσεις τρίτων, εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης (άρθρο 989 ΚΠολΔ), άσκηση ανακοπής κατά της δήλωσης τρίτου (άρθρο 986 (ΚΠολΔ) και της αγωγής αποζημιώσεως, που συγκροτούν την όλη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στο δικόγραφο της ανακοπής δεν αναφέρεται πότε η τρίτη, "... Α.Ε.", εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε η ένδικη κατάσχεση, προέβη σε θετική δήλωση, ούτε πότε εκτελέστηκε η δήλωσή της αυτή. Επομένως και ενόψει του ότι το κατασχετήριο κοινοποιήθηκε στο ανακόπτον την 2-11-2012 και στην "... Α.Ε." την 1/11/2012, η δε ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 14/11/2012 (αριθμ.
κατάθεσης .../14-11-2012) και επιδόθηκε αυθημερόν στην καθ` ης η ανακοπή ... αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, αφού ο διαλαμβανόμενος στην ένδικη ανακοπή λόγος αναφέρεται στο ακατάσχετο της απαίτησης, και επομένως, παραδεκτά προτείνεται μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 934 παρ. 1β` ΚΠολΔ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η ανακοπή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την παρέλευση των οκτώ ημερών που προβλέπει το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ και την απέρριψε ως απαράδεκτη, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της ένδικης έφεσης, η οποία μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή, και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να ερευνηθεί η βασιμότητα της ανακοπής και της πρόσθετης υπέρ του ανακόπτοντος παρέμβασης".
V) Με βάση όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο, δεχόμενο, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα την υπό κρίση ανακοπή και μη κηρύσσοντας απαράδεκτο έσφαλε. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προσβαλλομένη απόφαση, το κατασχετήριο κοινοποιήθηκε στο μεν ανακόπτον - καθ’ ου η εκτέλεση και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο, στις 2-11-2012, στην δε τρίτη "...
Α.Ε." την 1/11/2012, ενώ η κατάθεση και επίδοση της ένδικης ανακοπής στην καθ’ ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα έγινε, στις 14-11-2012.
Συνεπώς, και με δεδομένο ότι πρόκειται για αναγκαστική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια της "... Α.Ε.", ως τρίτης, οπότε η πάροδος της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ. συνδέεται με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ. οκταήμερης προθεσμίας, η άσκηση της ανακοπής έλαβε χώρα μετά την προβλεπόμενη ως άνω οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 988 παρ.1 α Κ.Πολ.Δ., η οποία έληγε την 10-11-2012, υπολογιζόμενη από την επομένη της κοινοποίησης του κατασχετηρίου στο καθ’ ου η εκτέλεση.
Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι για τον διαλαμβανόμενο στην ένδικη ανακοπή λόγο (ακατάσχετο της απαίτησης) ισχύει η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ. έσφαλε. Επίσης, το Εφετείο έσφαλε δεχόμενο ότι η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και για τον λόγο ότι δεν υπήρξε περαίωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ως μη λαβούσης χώρα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, διότι μπορούν να επακολουθήσουν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως "...
δηλώσεις τρίτων, εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης (άρθρο 989 ΚΠολΔ), άσκηση ανακοπής κατά της δήλωσης τρίτου (άρθρο 986 (ΚΠολΔ) και της αγωγής αποζημιώσεως ...". Και αυτό διότι δεν προσδιορίζεται στην απόφαση αν η γενόμενη εκ μέρους της "... Α.Ε." θετική δήλωση ήταν ή όχι εμπρόθεσμη, δηλαδή αν έγινε εντός ή εκτός της οκταήμερης προθεσμίας από την κοινοποίηση σ’ αυτή ("...
Α.Ε.") του κατασχετηρίου (985 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), καθόσον μη περαίωση της διαδικασίας της εκτέλεσης υπάρχει μόνο στη δεύτερη περίπτωση, που η διαδικασία της εκτέλεσης περατώνεται με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, διότι την εκπρόθεσμη δήλωση του τρίτου ακολουθούν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, απαραίτητες για την είσπραξη της κατασχεθείσης απαίτησης.
Αντίθετα, στην πρώτη περίπτωση (εμπρόθεσμη καταφατική υπό την έννοια του άρθρου 985 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δήλωση του τρίτου) υπάρχει περαίωση της διαδικασίας της εκτέλεσης εφόσον τότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ’ άρθρο κατ’ άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου.
Στην υπό κρίση όμως περίπτωση, ενόψει της εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας αμφισβήτησης, με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοδικείου αλλά και του Εφετείου, του εμπροθέσμου της ανακοπής, αλλά και της δικονομικής υποχρέωσης του ανακόπτοντος προς απόδειξη όχι μόνο του χρόνου κοινοποίησης του κατασχετηρίου στο καθ’ ου η εκτέλεση και στην τρίτη "...
Α.Ε.", αλλά και του χρόνου της θετικής δήλωσης της τελευταίας, το Δικαστήριο θα έπρεπε, με βάση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία, να προβεί σε έρευνα του χρόνου της θετικής δήλωσης αυτού άλλως να θεωρήσει την ανακοπή ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε, ως σχετικό με αριθμό 47, και την με αριθμό ...2012 θετική δήλωση της τρίτης.
Το έγγραφο αυτό επικαλείται και προσκομίζει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Από δε την επισκόπησή του προκύπτει ότι η "... Α.Ε." στις 9-11-2012, δηλαδή εντός της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ., προέβη σε θετική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών (δήλωσε δηλαδή ότι έχει στα χέρια της το κατασχεθέν ποσό και ότι αυτό βρίσκεται στη διάθεση του κατασχόντος).
Συνεπώς, εφόσον υπήρξε εμπρόθεσμη θετική δήλωση εκ μέρους της τρίτης και η ανακοπή ασκήθηκε στις 14-11-2012, μετά την οριζόμενη στο άρθρο 988 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ., οκταήμερη προθεσμία, η οποία, κατά τα ως άνω, έληγε στις 10-11-2012, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της.
Συνεπώς, το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την υπό κρίση ανακοπή ως απαράδεκτη.
VI) Κατά το άρθρο 580 παρ.1 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει για υπέρβαση δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα να ασχοληθούν πια με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας".
Κατά την παρ. 2 του ως άνω άρθρου "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την Αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο". Κατά δε την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 , μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αναίρεση και η υπόθεση δεν χρειάζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου άλλη διευκρίνιση, ο Άρειος Πάγος μετά ταύτα αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά δικάζει την έφεση.
Εν όψει των εκτιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη 250/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης. Το δε δικαστήριο, εφόσον η υπόθεση δεν χρειάζεται κατά την κρίση του άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατήσει και να δικάσει την από 22-7-2013 έφεση του εκκαλούντος-ανακόπτοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "..."", να απορρίψει αυτή κατ’ ουσίαν και να επικυρώσει την εκκαλουμένη 15034/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα η ανακοπή κατά της εκτέλεσης του παραπάνω ΝΠΔΔ, όπως και η υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών, αφού συμπληρωθούν με την παρούσα απόφαση οι αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης ως προς το εκπρόθεσμο της ανακοπής.
Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για την κατ’ έφεση δίκη καθώς και της αναιρετικής διαδικασίας, λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 250/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει την από 22-7-2013 έφεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "... ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "..."" κατά της 15034/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ