360/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 360 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 360/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 360 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 360/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. - Α. συζ. Ε. Γ., το γένος Α. Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλας Ανδριτσοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βλάχο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 29/3/2012 αίτησή της. Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 22ης Απριλίου 2015 με αριθμό πινακίου 11. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 248/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 8/12/2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του, αμέσου ή και απώτερου, δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα δικό του, μεταξύ δε των άλλων, τέτοιες θεωρούνται και η υποβολή αίτησης και η έκδοση άδειας για την περίφραξη του, η επίβλεψη του, η εγκατάσταση σ’ αυτό υδρομετρητή και η συντήρηση της περίφραξης τούτου. Δεν είναι αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά είναι δυνατή η άσκηση και μέσω άλλου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να. εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "....Το επίδικο ακίνητο ήτοι οικόπεδο, κείμενο στον οικισμό ... της νήσου Κάσου Δωδεκανήσου στη θέση "..." έκτασης 373,60 τ.μ. συνορευόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (18.3.2008) ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με δρομίσκο, βόρεια με δημοτική οδό και νότια με ιδιοκτησία Κ.-Ε. Σ., το γένος Μ. Κ. και εμφαινόμενο....στο συνημμένο στο αγωγικό δικόγραφο από Αύγουστο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Φ. Ν. Ι., το μεταβίβασε ατύπως λόγω δωρεάς εν ζωή και παρέδωσε τη νομή αυτού την 1.9.1969, η αληθής κυρία αυτού Μ. χήρα Η. Κ., το γένος Α. Χ., στην κόρη της Ε. σύζυγο Μ. Κ., το γένος Η. Κ., με το από 1.9.1969 ιδιωτικό δωρητήριο, το οποίο συντάχθηκε παρισταμένων των μαρτύρων Μ. Ε. Β. και Γ. Α. Λ.. Στο δωρητήριο αυτό η γνησιότητα των υπογραφών της δωρήτριας και των δύο μαρτύρων έχουν θεωρηθεί και βεβαιωθεί αυθημερόν (1.9.1969) από τον τότε δήμαρχο της νήσου Κάσου Μ. Ν. Α.. Στο παραπάνω ιδιωτικό δωρητήριο, η έκταση του μεταβιβαζόμενου οικοπέδου αναφέρεται 521 τ.μ., η οποία όμως έκταση του με τη διαπλάτυνση της δημοτικής οδού από τη βόρεια πλευρά του, μειώθηκε στην προαναφερθείσα έκταση 373,60 τ.μ. Η Ε. συζ. Μ. Κ., από την ανωτέρω ημεροχρονολογία (1.9.1969), νεμήθηκε το παραπάνω επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ’ αυτού τις στη φύση του και τον προορισμό του ως οικοπέδου διακατοχικές πράξεις νομής. Συγκεκριμένα το επέβλεπε, έγραψε σε υπάρχοντα εντός του οικοπέδου ξερόλιθο και στο έδαφος με μπογιά τα αρχικά του ονοματεπωνύμου της Ε. Κ. "Ε. Κ.", συντηρούσε την περίφραξη που είχε με τοιχία από ξερολιθιά και όταν από τη βόρεια πλευρά του κατεστράφη η περιτοίχηση από ξερολιθιά για τη διαπλάτυνση της δημοτικής οδού και με την πάροδο των ετών τα υπόλοιπα τοιχία περίφραξης με ξερολιθιά κατέρρευσαν, περιέφραξε με πασσάλους και πρόχειρη περίφραξη, βάσει της με επίκληση προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. πρωτ. .../3.2.2007 άδειας έγκρισης οριοθέτησης με πασσάλους του επιδίκου οικοπέδου, του Τμήματος Πολεοδομίας του Επαρχείου Κάσου, την οποία έλαβε μετά την από 20.8.2007 αίτηση της. Είχε τοποθετήσει μέσα στο επίδικο οικόπεδο υδρομετρητή (No. 60340078), μετά την από 30.8.2007 αίτηση της, όπως αυτό προκύπτει από την υπ’ αριθ. πρωτ. .../24.2.2009 σχετική βεβαίωση του Δήμου Κάσου. Είχε δηλώσει το επίδικο στη δήλωση του Ε9 της Δ.Ο.Υ του οικονομικού έτους 2004, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική δήλωση της προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ Β’ Καλλιθέας του οικονομικού έτους 2004. Συνεχώς από την 1.9.1969 το φρόντιζε, ανανέωνε τα αρχικά του ονοματεπωνύμου της και συντηρούσε την περίφραξη του μέχρι τη 17.10.2007, που το μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στον ενάγοντα, τέκνο της κόρης της Κ.-Ε., πρώην συζ. Χ. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../17.10.2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής Αγγελικής-Ελευθερίας Φυτράκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου, την 7.11.2007. Ο ενάγων από τη 17.10.2007 συνέχισε τη με διάνοια κυρίου νομή στο επίδικο ακίνητο, ασκώντας επ’ αυτού ης στη φύση του και τον προορισμό του ως οικοπέδου διακατοχικές πράξεις νομής, και δη το επέβλεπε και, βάσει της από 7.8.2008 αίτησης του, εκδόθηκε στο όνομα του, η με επίκληση προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. …/13.8.2008 άδεια περιτοίχησης του επιδίκου οικοπέδου του Τμήματος Πολεοδομίας του Επαρχείου Καρπάθου-Κάσου με επιβλέποντα μηχανικό τον Π. Χ., στον οποίο κατέβαλε προς τούτο το ποσό των 1.209,04 ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από την με επίκληση προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. .../7.8.2007 σχετική απόδειξη είσπραξης του εν λόγω μηχανικού. Έτσι ο ενάγων κατέστη κύριος αυτού, με τον ως άνω παράγωγο τρόπο (δωρεά εν ζωή) από τη γιαγιά του εκ μητρός Ε. χήρα Μ. Κ., το γένος Η. Κ., η οποία κατά τη 17.10.2007, που μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή το επίδικο οικόπεδο στον ενάγοντα (εγγονό της), είχε καταστεί αυτή κυρία του μεταβιβαζομένου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου κατά τα προπαρατιθέμενα από την 1.9.1969 μέχρι και τη 17.10.2007, ήτοι χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το επίδικο οικόπεδο περιέχεται στην κληρονομιαία περιουσία του Κ.-Σ. Π. του Ε. που κατοικούσε όσο ζούσε στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, όπου και απεβίωσε την 4.3.2004, του οποίου αυτή (ενάγουσα) είναι κληρονόμος σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, δυνάμει της από 7.6.1997 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθ. .../11.3.2004 πρακτικό του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου και το κληρονομικό δικαίωμα της οποίας πιστοποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 407/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει της οποίας εκδόθηκε το υπ’ αριθ. .../3.3.2005 κληρονομητήριο του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, που μετεγράφη στο Υποθηκοφυλακείο Καρπάθου την 8.9.2005 και ότι περιέχεται (το επίδικο οικόπεδο) στον πίνακα, στον οποίο εμφαίνεται η κτηματική περιουσία του κληρονομούμενου Κ.-Σ. Π. που καταχωρίσθηκε στο Ειδικό Βιβλίο του Δήμου Κάσου το έτος 1982 με αυξ. αριθ. 1430, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθ’ όσον από την περιγραφή στον πίνακα αυτό της κτηματικής περιουσίας του ως άνω κληρονομούμενου που έχει κατά λέξη: "δύο (2) οικόπεδα μετά κατοικίας εις το χωρίον ... και συνορευόμενα μετά της οικίας του κ. Μ. και Μ. Σ.", αναμφίβολα δεν ταυτίζεται με το επίδικο οικόπεδο του ενάγοντος, το οποίο, αφ’ ενός μεν ήταν ανέκαθεν ακάλυπτο οικόπεδο, αφ’ ετέρου δε από τις τρεις πλευρές του, ανατολικά και βόρεια, συνορεύει με δημοτική οδό και από τη δυτική συνορεύει με δρομίσκο, ενώ τα δύο οικόπεδα του κληρονομούμενου όπως αναφέρονται στον προαναφερθέντα πίνακα της κτηματικής του περιουσίας, περιέχουν μέσα κατοικίες και συνορεύουν μετά της οικίας του Μ. και Μ. Σ., πράγμα που σημαίνει ότι πρόκειται για άλλα οικόπεδα, εντελώς διαφορετικά του επιδίκου οικοπέδου του ενάγοντος, στην περιγραφή". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και δεχόμενο ως κατ’ ουσιαν βάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου, στηριζόμενη, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της, μόνο σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης (έκτακτη χρησικτησία) της κυριότητας του επιδίκου εκ μέρους της άμεσης δικαιοπαρόχου του και όχι σε παράγωγο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από την άμεση δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου, η οποία στη συνέχεια μεταβίβασε νομότυπα την κυριότητα της επ’ αυτού στον τελευταίο, με νομίμως μεταγραφέν συμβολαιογραφικό έγγραφο αιτία δωρεάς, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων συναφής από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011).
Εν προκειμένω, με τον σχετικό από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον νομοτύπως προταθέντα από την αναιρεσείουσα πραγματικό ισχυρισμό ότι το ακίνητο που έχει καταχωρηθεί στο ευρετήριο των βιβλίων του Δήμου Κάσου με αριθμό ...2-9-1969 είναι διαφορετικό από το επίδικο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον ο ανωτέρω προβληθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλ’ αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφαση του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητα τους. Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 309/2015, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 700/2009). Εξάλλου, δεν θεωρούνται "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1565/2013, ΑΠ 2166/2013). Τέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του, κατά ρητή διαβεβαίωση του, όλα τα νομοτύπως προσαχθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ήτοι τις ένορκες ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις, τις δοθείσες νομοτύπως ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα προσαχθέντα εκατέρωθεν με επίκληση έγγραφα, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 570/2010). Περαιτέρω δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει μία και μόνο διάταξη (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1022/2004). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 484/2011).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή διαλαμβάνει στο διατακτικό της ότι, αφού δέχεται την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, την οποία και εξαφανίζει, αναγνωρίζει τον τελευταίο κύριο του επιδίκου ακινήτου, χωρίς καμία άλλη αντιφατική διάταξη, η οποία άλλωστε και δεν προσδιορίζεται ειδικότερα από τον συναφή από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Ως εκ τούτου, ο τελευταίος ελέγχεται απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος. Τέλος, και ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως αόριστος, διότι με αυτόν δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα, των οποίων το περιεχόμενο επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι παραμορφώθηκε σε σχέση με την τοποθέτηση υδρομετρητή και την παροχή ύδατος στο επίδικο ακίνητο, ούτε και γίνεται επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ’ εκείνα.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παριστάμενου αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημα του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 127/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ