Legislator Case Law & Legislation
360/2014 AI generated

360/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 360/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 360 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 360/2014

Legislator headnote

AI generated

360/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 360 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 360/2014

Keywords

AI generated
liability of horse keeper standing of shareholder termination of agricultural lease compensation for landowner exclusion of contractor dismissal for economic reasons
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 360 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 360/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DRYTANK S.A" (ΝΤΡΑΙΤΑΝΚ Α.Ε), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί δε νομίμως εγκατεστημένο ναυτιλιακό γραφείο στην … (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.

Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 21-1-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά επί της οποίας εκδόθηκε η 1308/1994 προδικαστική και στη συνέχεια η 5651/1999 συμπληρωματική προδικαστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου και β) η από 16-12-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η 1374/1997 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Οι ως άνω αγωγές, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών, η 3255/2002 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκαν εφέσεις και εκδόθηκε η 337/2003 μη οριστική του ιδίου δικαστηρίου με την οποία εξαφανίσθηκε η 3255/2002 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, μετά την εκδίκαση της υπόθεσης εκδόθηκαν από το παραπάνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι αποφάσεις: 4875/2003 οριστική, 3538/2005 μη οριστική και 2743/2010 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατά των ως άνω αποφάσεων ασκήθηκαν εφέσεις οι οποίες και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/2011 μη οριστική, 596/2012 οριστική του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιανουαρίου 2013 αίτησή της ως και τους από 1 Οκτωβρίου 2013 προσθέτους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 21 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 596/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παράλληλα συμπροσβάλλεται, ως προς τις οριστικές διατάξεις της η υπ' αριθ. 376/2001 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (άρθρο 553 παρ. 1 περ. β'ΚΠολΔ), οι οποίες είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με τις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 21-9-1994 (αριθ. έκθ. κατ. 2948/ΤΠ 453/1994) και 16-12-1996 (αριθ. έκθ. κατ. 14526/1996) δύο αγωγές της, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), εκθέτοντας ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) άσκησε διαχείριση των υπό ρουμανική σημαία πλοίων "..." και "...", για την οποία και είναι έναντι της (ενάγουσας), δυνάμει των όσων επικαλείται σ' αυτές, αλλά και της απορρέουσας από την από 7-4-1992 επιστολή της (letter of undertaking) συμβατικής δέσμευσης, υποχρεωμένη σε λογοδοσία, ζήτησε, το μεν να υποχρεωθεί αυτή (εναγομένη) να της παράσχει, με απαγγελία ποινών έμμεσης εκτέλεσης, λογοδοσία, με κατάθεση λογαριασμών, για τις προσδιοριζόμενες επιμέρους διαχειριστικές περιόδους, το δε να αναγνωριστεί ότι αυτή (εναγομένη) είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει νομιμοτόκως: α) με την πρώτη αγωγή, για τη διαχειριστική περίοδο από τις 8-6-1991 ως τις 30-6-1992, λόγω καταλοίπων, ποσό 881.875 αυτούσιων δολαρίων ΗΠΑ, άλλως το δραχμικό ισότιμό τους, για δε τη μετέπειτα διαχειριστική περίοδο και μέχρι την άσκησή της (πρώτης αγωγής) τα πιθανά κατάλοιπά της, β) με τη δεύτερη αγωγή, για τη συνεχόμενη και μέχρι τις 30-6-1996 διαχειριστική περίοδο, τα εικαζόμενα κατάλοιπα, αυτούσια σε δολάρια ΗΠΑ, άλλως στο δραχμικό ισότιμό τους, κατά το χρόνο της πληρωμής. Επί της πρώτης αγωγής εκδόθηκαν (με την τακτική διαδικασία): 1) η υπ' αριθ. 1308/1994 προδικαστική απόφαση, η οποία δεχθείσα, κατ' εφαρμογή του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, το νόμω βάσιμό της (πλην μέρους του παρεπόμενου αιτήματος απαγγελίας ποινών έμμεσης εκτέλεσης), έταξε, ενόψει του πρώτου (κυρίου) σταδίου της περί λογοδοσίας δίκης και της προβληθείσας άρνησης της εναγομένης των συνιστώντων την ιστορική αγωγική βάση πραγματικών περιστατικών, ιδίως δε της προς λογοδοσία (έναντι της ενάγουσας) υποχρεώσεώς της, αποδείξεις, 2) η υπ' αριθ. 5651/1999 συμπληρωματική προδικαστική απόφαση, η οποία, ενόψει του αυτοτελούς ισχυρισμού της εναγομένης περί του ότι σε κάθε περίπτωση η (τυχόν) προς λογοδοσία υποχρέωσή της έληξε στις 23.6.1992, έταξε, ιδίως με γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, ως προς το ειδικό αυτό ζήτημα και μόνο, αποδείξεις, για το περιεχόμενο των ρυθμιστικών διατάξεων του εφαρμοστέου αγγλικού δικαίου ως προς τον τύπο και τις προϋποθέσεις σύστασης ενεχύρου επί των μετοχών εταιρείας τύπου LTD, την νομιμότητα της συμφωνίας μεταβιβάσεως τέτοιων ενεχυρισθεισών μετοχών στον ίδιο τον ενεχυρούχο δανειστή, σε περίπτωση υπερημερίας του (ενεχυρούχου) οφειλέτη, καθώς και τους όρους και τον τύπο τέτοιας μεταβιβάσεως, ως και το χρόνο συντέλεσής της. Περαιτέρω, επί της δεύτερης αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1374/1997 προδικαστική περί αποδείξεων απόφαση, ομοίως κατά τα ως άνω. Εξάλλου, επ' αμφοτέρων των αγωγών εκδόθηκαν, κατά συνεκδίκασή τους: 1) η (μετ' απόδειξη) υπ' αριθ. 3255/2002 οριστική απόφαση (του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), η οποία, κατ' εφαρμογή του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, τις απέρριψε (αγωγές), βάσει του ιστορικού τους (χωρίς κατ' ουσίαν έρευνα), ως μη νόμιμες (ενεργητικώς ανομοιμοποίητες), μετά, προηγούμενη, ανάκληση των ως άνω τριών προδικαστικών αποφάσεων, 2) η υπ' αριθ. 337/2003 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία δεχθείσα (κατ' εφαρμογή επίσης του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου) ότι αυτές (αγωγές) είναι νόμιμες, εξαφάνισε την αμέσως ως άνω οριστική απορριπτική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (3255/2002) και ανέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο τελευταίο (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), 3) η υπ' αριθ. 4875/2003 (μετ' απόδειξη) εν μέρει οριστική - εν μέρει υπό αίρεση οριστική απόφαση, η οποία: α) με την οριστική διάταξή της απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την δεύτερη αγωγή, δεχθείσα ότι η ενάγουσα δεν έχει έναντι της εναγομένης δικαίωμα λογοδοσίας για το πέραν της 28-2-1993 χρονικό διάστημα, β) με την υπό αίρεση οριστική διάταξή της και κατ' ουσιαστική (ως προς το σκέλος της λογοδοσίας) παραδοχή της πρώτης αγωγής, υποχρέωσε την εναγομένη να παράσχει λογοδοσία για τη διαχείριση των δύο πλοίων και να καταθέσει, εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών (από την επίδοση της αποφάσεως), το λογαριασμό της (διαχείρισης), μετά των οικείων δικαιολογητικών εγγράφων, ο οποίος (λογαριασμός) και κατατέθηκε (από την εναγομένη) εμπροθέσμως, 4) η υπ' αριθ. 3538/2005 παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση, η οποία: α) ενόψει της με την (εμπρόθεσμη) κατάθεση του λογαριασμού μεταβίβασης της δίκης στο δεύτερο κύριο στάδιο και της διατυπωθείσας αμφισβήτησης και των παρατηρήσεων των διαδίκων επί των κονδυλίων του λογαριασμού, έταξε αποδείξεις και διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, και β) με διάταξή της απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της εναγομένης για ανάκληση της οριστικής ως άνω διατάξεως (της δεύτερης αγωγής) διάταξη της παραπάνω υπ' αριθ. 4875/2003 απόφασης, και 5) η υπ' αριθ. 2743/2010 οριστική απόφαση, η οποία : α) απέρριψε ως απαράδεκτη την κλήση της ενάγουσας, κατά το μέρος της που εισαγόταν προς συζήτηση η - ήδη με την υπ' αριθ. 4875/2003 απόφαση οριστικώς κατ' ουσίαν απορριφθείσα - δεύτερη αγωγή της και β) κατ' ουσιαστική παραδοχή της πρώτης αγωγής και ως προς το σκέλος της για το κατάλοιπο των λογαριασμών από τη μέχρι τις 28-2-1993 γενόμενη διαχείριση των δύο πλοίων, ανεγνώρισε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 1.868.611,30 ευρώ. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκαν οι εξής εφέσεις: α) από 04-06-2010 (αριθ. εκθ. κατ. 754/2010) της εναγομένης, η οποία επιπροσθέτως ζήτησε μ' αυτήν, και την ανάκληση της προμνημονευθείσης υπ' αριθ. 337/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, και β) από 16-10-2010 (αριθ. εκθ. κατ. 895/2010) της ενάγουσας. Επί των άνω εφέσεων και ανακλητικής αιτήσεως, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η συμπροσβαλλομένη υπ' αριθ. 376/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία: α) απορρίφθηκε η ανακλητική αίτηση, β) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε (με οριστική διάταξη), κατ' ουσίαν, η έφεση της ενάγουσας με την οποία παραπονείτο μόνον ως προς την πρωτοδίκως απορριφθείσα δεύτερη αγωγή της, γ) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης της εναγομένης και δ) αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της εφέσεως της τελευταίας (εναγομένης), προκειμένου να προσκομισθούν συμπληρωματικές αποδείξεις ως προς το αγγλικό δίκαιο. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με κλήση της ενάγουσας, ενώ η εναγομένη υπέβαλε διά των προτάσεών της εκ νέου αίτημα ανακλήσεως τόσον της υπ' αριθ. 337/2003, όσον και της υπ' αριθ. 376/2011 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς. Τελικώς, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 596/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ανακλήσεως των ως άνω αποφάσεων, έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση της εναγομένης, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 2473/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και, αφού έγινε εν μέρει δεκτή η από 21-10-1994 (πρώτη) αγωγή της ενάγουσας, αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 735.583,45 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς. Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Εκ πλαγίου δε παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως (ΑΠ 1715/1999, 215/2009, 258/2003). Ωσαύτως, παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών(ΑΠ 2185/2009, ΑΠ 79/1996). Πάντως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες στη δήλωση βούλησης είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 1375/2002 ΑΠ 1326/1992, βλ. και Ολ.ΑΠ 11/2000 και Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1229/2004). Eξετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 303 του ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει, προς τούτο δε οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εκείνου, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 ΚΠολΔ και 303 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο είτε από σύμβαση (π.χ εντολή, εταιρία) ή από οιονεί σύμβαση, ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίστηκε ξένη, ολικά ή μερικά, περιουσία (ή έστω και μια υπόθεση) η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεώνεται σε λογοδοσία προς εκείνον την περιουσία ή την υπόθεση του οποίου διαχειρίστηκε. Υποχρέωση δηλ. για λογοδοσία μπορεί να γεννηθεί από οποιαδήποτε σύννομη σχέση (ενοχικού ή εμπραγμάτου ή άλλου δικαιώματος). Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού, ο τελευταίος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ. Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξιλόγου με βάση οποιασδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση και ότι η διαχείριση αυτή, συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες ( ΑΠ 977/1997, ΑΠ 978/1997, ΑΠ 526/1992). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 448, 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005, ΑΠ 16/2008, ΑΠ 1523/2011). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 303 του ΑΚ συνάγεται ότι ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται και επί της αξίωσης λογοδοσίας προς τον εκχωρητή από τον οφειλέτη της εκχωρηθείσας απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική (ΑΠ 1122/2006), εφόσον με την εκχώρηση της τελευταίας το δικαίωμα αυτό της λογοδοσίας αποκτά ο εκδοχέας, ο οποίος καθίσταται άμεσος (συμβατικός) δανειστής, έναντι του υπόχρεου σε λογοδοσία οφειλέτη. Και ναι μεν η αξίωση λογοδοσίας είναι παρεπόμενη σε σχέση με την αξίωση από την κύρια έννομη σχέση στην εξυπηρέτηση της οποίας αποβλέπει, ο δικαιούχος όμως έχει την ευχέρεια να προτιμήσει να ασκήσει πρώτα είτε την κύρια από τη σύμβαση αξίωση, είτε την παρεπόμενη αξίωση περί παροχής λογοδοσίας (ΑΠ 1625/1995). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 596/2012 απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Κατά τη χρονική περίοδο 1989-1990 η εδρεύουσα στην …, κυπριακή, μετοχική εταιρεία "Cape Navigation Ltd", της οποίας μέτοχος κατά 50% και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Δανός υπήκοος και κάτοικος … N. M., όπως και άλλες εταιρείες συμφερόντων του ("Greenmar Navigation ltd" και "Denis Trading"), εξεδήλωσαν ενδιαφέρον για την ανάθεση του εφοπλισμού διαφόρων, υπό ρουμανική σημαία, πλοίων, πλοιοκτησίας της, ρουμανικών κρατικών συμφερόντων, εταιρείας "S.C Petromin SA", στις ίδιες (εταιρείες του ναυτικού ομίλου N. M.). Για την επίτευξη του σκοπού αυτού ο τελευταίος (όμιλος N. M.) δέχθηκε την οικονομική αρωγή και τις οικονομοτεχνικές υπηρεσίες της ενάγουσας και των εξειδικευμένων στις σχετικές υποθέσεις κυρίων μετόχων της, Α. και Δ. Ι., οι οποίες ήταν επιτυχείς και οδήγησαν σε ευνοϊκό αποτέλεσμα. Πράγματι, κατά τις αρχές του έτους 1991 η πλοιοκτήτρια αυτή ρουμανική εταιρεία ανέθεσε τον εφοπλισμό στην μεν εταιρεία "Greenmar Navigation ltd" των πλοίων "...", "...", "... iii" και "... iv", στην δε εταιρεία "Cape Navigation Ltd" των φορτηγών χύδην φορτίου (bulk carrier) πλοίων "..." και "...", κοχ 32.100 και dwt 54.615 εκάστου, ναυπήγησης στη Ρουμανία κατά τα έτη 1981-1983, σύμφωνα με τους όρους του μεταξύ τους υπογραφέντος (Petromin και Cape navigation) από 18-4-1991, πενταετούς διάρκειας, ναυλοσυμφώνου γυμνού πλοίου (bareboat charter). Για την κάλυψη της προς την ενάγουσα σημαντικής οφειλής του από τις παρασχεθείσες αυτές διαμεσολαβητικές υπηρεσίες της στον όμιλό του, N. M. της εκχώρησε κατά το τέλος του 1990 - αρχές του 1991, το 15% επί των καθαρών εταιρικών κερδών της τελευταίας εταιρείας του (Cape Navigation Ltd), που του αναλογούσαν βάσει του μετοχικού δικαιώματός του, συνολικού ποσοστού 50%. Εξάλλου, κατά τα μέσα του έτους 1991 η εν λόγω εταιρεία (Cape Navigation) ανέθεσε ως ήδη εφοπλίστρια των πλοίων "..." και "..." και διά του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της (N. M.), τη διαχείρισή τους στην συμφερόντων του επιχειρηματία Γ. Ο. εναγομένη λιβεριανή εταιρεία, με νόμιμη εγκατάσταση (κατά τις διατάξεις του ν. 27/75, α.ν. 86/67 και 378/68, όπως αυτές ισχύουν) στην Ελλάδα, συνυπογραφείσης προς τούτο της μεταξύ τους (Cape Navigation και εναγομένης) από 13-9-1991 συμβάσεως. Κατ' εκπλήρωση της σύμβασης αυτής, η εναγομένη διαχειρίσθηκε, όντως, τα δύο αυτά πλοία και ειδικότερα το μεν "..." από τις 8-6-1991, το δε "..." από τις 12-9-1991, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου του έτους 1993, σύμφωνα με τα όσα, αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της διαχείρισης αυτής, παρακάτω, ειδικότερα, αναφέρονται. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι κατά τις αρχές του έτους 1992 ανέκυψαν διαφωνίες και διενέξεις από τη μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας "Cape Navigation Ltd" και του μετόχου της N. M. ως άνω συνεργασίας τους, και ιδίως, ως προς την εξόφλησή της, από την προαναφερθείσα διαμεσολάβηση, χρηματικής, λόγω συμφωνημένης αμοιβής -ανταλλάγματος, απαίτησης της πρώτης, οι οποίες και οδήγησαν σε συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους. Κατά τους όρους του από 07-04-1992 μεταξύ τους καταρτισθέντος συμβιβασμού και προς ικανοποίηση της ήδη υπερβαίνουσας τότε, το ποσό των 500.000 δολαρίων ΗΠΑ απαίτησής της (ενάγουσας), ο Ν. M.: 1) της εκχώρησε (ενάγουσας), ορίζοντάς την υποκατάστατη δικαιούχο, το 100% του αναλογούντος (στο ως άνω ποσοστού 50% μετοχικό δικαίωμά του) μεριδίου του επί των εταιρικών καθαρών κερδών της εταιρείας αυτής (Cape Navigation), που ήθελαν (εταιρικά καθαρά κέρδη) προκύψει από την από της αντισυμβληθείσας της (Cape Navigation) εναγομένης γενόμενη διαχείριση των παραπάνω δύο πλοίων και 2) για τον μετά την είσπραξη από μέρους της (ενάγουσας) ποσού 500.000 δολαρίων ΗΠΑ χρόνο, της εκχώρησε ποσοστό 30% επί των εταιρικών καθαρών κερδών, του αναλογούντος (στο ίδιο, ως άνω, ποσοστού 50% μετοχικό δικαίωμά του) μεριδίου του της ίδιας, παραπάνω εταιρείας, και μέχρις λήξεως της σύμβασης εφοπλισμού - ναύλωσης μεταξύ της εταιρείας του αυτής (Cape Navigation) και της προαναφερθείσας κυρίας των πλοίων ρουμανικής εταιρείας Petromin. Στο πλαίσιο του συμβιβασμού αυτού και της γενόμενης έγκυρης εκχώρησης, η εναγομένη, ως υπόχρεη - έναντι της αντισυμβληθείσας της (στην από 13-9-1991 σύμβαση διαχείρισης) εταιρείας Cape Navigation - οφειλέτρια προς απόδοση μέρους των καθαρών κερδών από τη διαχείρηση των πλοίων, με την από 7-4-1992 επιστολής της (Letter of Undertaking) προς τη δικαιούχο-εκδοχέα (του εκχωρητή Ν. M.) ενάγουσα, ανέλαβε ρητή έναντί της (ενάγουσας) υποχρέωση καταβολής αμέσως στην ίδια (ενάγουσα) των χρηματικών ποσών εκ του ως άνω εκχωρηθέντος (εταιρικού) μερίσματος ( Ν. M.) επί των αναλογούντων καθαρών εταιρικών (της Cape Navigation) κερδών, από τη διαχείριση των δύο πλοίων (βλ. το υπ' αριθ. 3 σκέλος της επιστολής, το περιεχόμενο του οποίου, ειδικώς ως προς την αναληφθείσα αυτή υποχρέωση της εναγομένης, είναι σαφές και αναμφίβολο, ώστε να μην παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ). Με τον τρόπο αυτό, και δοθέντος ότι, η ενάγουσα αποδέχθηκε το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, η εναγομένη έκτοτε (πρωτ)οφειλέτρια έναντί της (ενάγουσας), ώστε ως άμεση (συμβατική) δανείστρια (ενάγουσα) να έχει κατ' αυτής (εναγομένης) ευθεία αξίωση απόδοσης του αναλογούντος και εκχωρηθέντος μεριδίου επί των καθαρών εταιρικών κερδών, που ήθελαν προέλθει από τη διαχείριση των ενδίκων πλοίων.

Συνεπώς, βάσει της συμβατικής αυτής σχέσης τους, η γενόμενη από την εναγομένη διαχείριση των ενδίκων πλοίων αποτελεί και ιδική της (ενάγουσας) υπόθεση, αφού κατάδηλη είναι, εντεύθεν, η συνδετική μετ' αυτής (διαχείρισης) σχέση της. Επομένως, η ενάγουσα έχει, έναντι της εναγομένης, αξίωση προς παροχή λογοδοσίας για τη διαχείριση των ενδίκων πλοίων, κατά τη διάταξη του άρθρου 303 του ΑΚ (σημειωτέον ότι, για να θεμελιωθεί η αξίωση προς λογοδοσία αρκεί η ύπαρξη οποιασδήποτε ένομης σχέσης μεταξύ δεξιλόγου και δοσιλόγου), δοθέντος και του ότι, όπως δεν αμφισβητείται, εκατέρωθεν, το διέπον την ένδικη, με στοιχεία αλλοδαπότητος, από τη λογοδοσία διαφορά, ουσιαστικό δίκαιο, είναι το ελληνικό, το οποίο αρμόζει από όλες τις συνθήκες (άρθρα 25 του ΑΚ και 1 επ. της κυρωθείσας με το ν. 1792/1998 ΔΣ της Ρώμης του 1980), και ιδίως από το ότι η ενάγουσα είναι ελληνική, εδρεύουσα στον Πειραιά, εταιρεία, ο τόπος αποστολής της ως άνω επιστολής ήταν ο Πειραιάς, όπου το νομίμως εγκατεστημένο γραφείο της, με καταστατική και πραγματική έδρα τη Λιβερία, εναγομένης εταιρείας, ο δε συμβατικός τόπος πληρωμής του εκχωρηθέντος μερίσματος, επίσης, ήταν ο Πειραιάς. Αποδείχθηκε, επιπροσθέτως, ότι ο Ν. M. διατηρούσε αυτοτελές έναντι της εναγομένης (ατομικό) δικαίωμα λογοδοσίας, ανεξάρτητο από εκείνο του νομικού προσώπου της εταιρείας του (Cape Navigation), από τη διαχείριση των πλοίων, όπως τούτο, σαφώς, καταφαίνεται από το γεγονός ότι, με την ως άνω επιστολή της, τον αναγνωρίζει (εναγομένη) ως δεξίλογό της ατομικώς (και όχι ως νόμιμο εκπρόσωπο της αντισυμβληθείσας της στη διαχειριστική σύμβαση Cape Navigation). Το δικαίωμά του, όμως, αυτό συμεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως, στην ενάγουσα, με την σ' αυτήν ως άνω (συμβατικώς) εκχωρηθείσα επί του εταιρικού μερίσματος μελλοντική απαίτησή του, ως παρεπόμενο αυτής (άρθρο 458 ΑΚ), ώστε να έχει (η ενάγουσα) παράλληλο (κατά της εναγομένης) δικαίωμα λογοδοσίας, παρεπομένως, βάσει της εν λόγω συμβατικής εκχώρησης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο και εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε, με την υπ' αριθ. 4875/2003 οριστική του απόφαση, επί της πρώτης ένδικης αγωγής, την ύπαρξη νόμιμης υποχρέωσης της εναγομένης να παράσχει λογοδοσία στην ενάγουσα για την υπόθεση της διαχείρισης των ενδίκων πλοίων και, συνακόλουθα, όσα για το αντίθετο προβάλλονται με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους της ένδικης έφεσης είναι αβάσιμα και, εντεύθεν οι λόγοι αυτοί απορριπτέοι, όπως (απορριπτέα) και η ως άνω ανακλητική της υπ' αριθ. 376/2001, μη οριστικής αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, κατά το σκέλος της, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι, με τις ίδιες παραδοχές και αιτιολογίες, οι παραπάνω λόγοι της έφεσης αυτής". Ακολούθως δε δέχθηκε το Εφετείο, ότι "από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι στις 28 Φεβρουαρίου 1993 η ως άνω, τότε, κυρία των πλοίων εταιρεία Petromin S.A. μεταβίβασε (κατά κυριότητα), αιτία πωλήσεως, το μεν πλοίο "..." (μετονομασθέν σε "...") στη μαλτέζικη εταιρεία "Petrotank Shipping Ltd", το δε πλοίο "..." (μετονομασθέν σε "...") στην, επίσης, μαλτέζικη εταιρεία "Petrocargo Shipping Ltd", έκτοτε δε έληξε, με αντισυμφωνία και η μεταξύ αυτής (Petromin) και της Cape Navigation Ltd από 18-4-1991 σύμβαση εφοπλιστείας-ναυλώσεως. Ενόψει της λύσεως της συμβάσεως αυτής, λύθηκε συνακολούθως, ως παρεπομένη, και η μεταξύ της τελευταίας (Cape Navigation) και της εναγομένης από 19-9-1991 σύμβαση διαχείρισης των πλοίων αυτών, λόγος για τον οποίο, άλλωστε, από 1η Μαρτίου του 1993 η διαχείρισή τους (ενδίκων πλοίων) ανατέθηκε στην τρίτη Λιβεριανή εταιρεία "Cardiff Marine Inc". Επομένως, σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση λογοδοσίας της εναγομένης έναντι της ενάγουσας έληξε οριστικώς από την 1-3-1993, αφότου και έπαυσε αυτή (εναγομένη) να διαχειρίζεται τα ένδικα πλοία>>. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο Πειραιώς, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 596/2012 απόφασή του, τους προαναφερόμενους λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας (εναγομένης), καθώς και την υποβληθείσα απ' αυτήν με τις προτάσεις της αίτηση ανάκλησης της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθ. 376/2011 απόφασής του, κατά το μη οριστικό σκέλος αυτής, που με όμοιες αιτιολογίες είχε απορρίψει τους ίδιους λόγους της έφεσής της, δεχόμενο ακολούθως, ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα) έχει υποχρέωση να παράσχει λογοδοσία στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), για το χρονικό διάστημα από 8-6-1991 έως 28-2-1993 που ήταν διαχειρίστρια των επίδικων πλοίων, ενόψει της προρρηθείσης συμβάσεως εκχωρήσεως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 303,448, 455, 458, 460 και 462 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) Ότι, ενόψει των διαφωνιών και διενέξεων που ανέκυψαν αρχές του 1992 από τη μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας "Cape Navigation Ltd" και του μετόχου της N. M., ως προς την εξόφληση απαίτησης της πρώτης, από την διαμεσολάβηση που τους παρείχε, στις 07-04-1992 καταρτίσθηκε μεταξύ τους συμφωνία συμβιβασμού, προς ικανοποίηση της ήδη υπερβαίνουσας τότε, το ποσό των 500.000 δολαρίων ΗΠΑ απαίτησής της ενάγουσας, βάσει της οποίας ο Ν. M.: 1) της εκχώρησε (ενάγουσας), ορίζοντάς την υποκατάστατη δικαιούχο, το 100% του αναλογούντος (στο ως άνω ποσοστού 50% μετοχικό δικαίωμά του) μεριδίου του επί των εταιρικών καθαρών κερδών της εταιρείας αυτής (Cape Navigation), που ήθελαν (εταρικά καθαρά κέρδη) προκύψει από την από της αντισυμβληθείσας της (Cape Navigation) εναγομένης γενόμενη διαχείριση των πλοίων"..." και "..." και 2) για τον μετά την είσπραξη από μέρους της (ενάγουσας) ποσού 500.000 δολαρίων ΗΠΑ χρόνο, της εκχώρησε ποσοστό 30% επί των εταιρικών καθαρών κερδών, του αναλογούντος (στο ίδιο, ως άνω, ποσοστού 50% μετοχικό δικαίωμά του) μεριδίου του της ίδιας, παραπάνω εταιρείας, και μέχρις λήξεως της σύμβασης εφοπλισμού - ναύλωσης μεταξύ της εταιρείας του αυτής (Cape Navigation) και της προαναφερθείσας κυρίας των πλοίων ρουμανικής εταιρείας Petromin, β) ότι στο πλαίσιο του συμβιβασμού αυτού και της γενόμενης έγκυρης εκχώρησης, η εναγομένη, ως υπόχρεη - έναντι της αντισυμβληθείσας της (στην από 13-9-1991 σύμβαση διαχείρισης) εταιρείας Cape Navigation - οφειλέτρια προς απόδοση μέρους των καθαρών κερδών από τη διαχείριση των πλοίων, με την από 7-4-1992 επιστολή της (Letter of Undertaking) προς τη δικαιούχο-εκδοχέα (του εκχωρητή Ν. M.) ενάγουσα, ανέλαβε ρητή έναντί της (ενάγουσας) υποχρέωση καταβολής αμέσως στην ίδια (ενάγουσα) των χρηματικών ποσών εκ του ως άνω εκχωρηθέντος (εταιρικού) μερίσματος ( Ν. M.) επί των αναλογούντων καθαρών εταιρικών (της Cape Navigation) κερδών, από τη διαχείριση των δύο πλοίων και γ) ότι με τον τρόπο αυτό, και δοθέντος ότι, η ενάγουσα αποδέχθηκε το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, η εναγομένη κατέστη (πρωτ)οφειλέτρια έναντί της (ενάγουσας), ώστε ως άμεση (συμβατική) δανείστρια (ενάγουσα) να έχει κατ' αυτής (εναγομένης) ευθεία αξίωση απόδοσης του αναλογούντος και εκχωρηθέντος μεριδίου επί των καθαρών εταιρικών κερδών, που ήθελαν προέλθει από τη διαχείρηση των ενδίκων πλοίων, συνακόλουθα δε, βάσει της συμβατικής αυτής σχέσης τους, η γενόμενη από την εναγομένη διαχείριση των ενδίκων πλοίων να αποτελεί και ιδική της (ενάγουσας) υπόθεση, και να έχει, έναντι της εναγομένης, αξίωση προς παροχή λογοδοσίας για τη διαχείριση των ενδίκων πλοίων, καθόλο το χρονικό διάστημα που ασκούσε τη διαχείρηση των πλοίων αυτών, εφόσον υπόλογη προς λογοδοσία ήταν η εναγομένη διαχειρίστρια και έναντι του εκχωρητή Ν. M.. Ούτε όμως και τις διατάξεις των άρθων 173 και 200 του ΑΚ παραβίασε το Εφετείο ευθέως ή εκ πλαγίου, αναφορικά με το επίμαχο 3ο σκέλος της από 7-4-1992 επιστολή της εναγομένης προς την ενάγουσα-εκδοχέα, καθόσον δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία της δήλωσης βουλήσεώς της στην επιστολή αυτή, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλ' αντιθέτως με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται, ότι από το επίμαχο 3ο σκέλος της επιστολής αυτής αποδεικνύεται, ότι η ενάγουσα υποκαταστάθηκε σε ένα μερίδιο των κερδών της εταιρείας Cape Navigation που αναλογεί στην εταιρική μερίδα του Ν. M., συνεπεία της ως άνω εκχώρησης, και ότι η εναγομένη αναλαμβάνει ρητή έναντι της ενάγουσας υποχρέωση καταβολής αμέσως στην ίδια των χρηματικών ποσών εκ του εκχωρηθέντος αυτού εταιρικού μερίσματος από τη διαχείρηση των δύο πλοίων. Άλλως βεβαίως έχει το ζήτημα, που δεν αφορά την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης της εναγομένης που περιέχεται στην άνω επιστολή, ότι κατ' ορθήν εφαρμογή του νόμου, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στις προπαρατεθείσες διατάξεις, δεχόμενο ότι ενόψει της άνω εκχώρησης η εναγομένη κατέστη (πρωτ)οφειλέτρια έναντι της ενάγουσας-εκδοχέας, ώστε ως άμεση (συμβατική) δανείστρια η τελευταία να έχει κατά της εναγομένης ευθεία αξίωση απόδοσης του αναλογούντος και εκχωρηθέντος μεριδίου επί των καθαρών εταιρικών κερδών, που ήθελαν προέλθει από τη διαχείρηση των ενδίκων πλοίων, συνακόλουθα δε, βάσει της συμβατικής αυτής σχέσης τους, η γενόμενη από την εναγομένη διαχείριση των ενδίκων πλοίων να αποτελεί και ιδική της (ενάγουσας) υπόθεση, και να έχει, έναντι της εναγομένης, αξίωση προς παροχή λογοδοσίας για τη διαχείριση των ενδίκων πλοίων, καθόλο το χρονικό διάστημα που ασκούσε τη διαχείρηση των πλοίων αυτών. Προς την τελευταία δε αυτή ερμηνεία των νομικών διατάξεων που εφάρμοσε, και όχι στην δικαιοπρακτική βούληση της εναγομένης στην άνω επιστολή, αναφέρεται και η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, "ότι ο Ν. M. διατηρούσε αυτοτελές έναντι της εναγομένης (ατομικό) δικαίωμα λογοδοσίας, ανεξάρτητο από εκείνο του νομικού προσώπου της εταιρείας του (Cape Navigation), από τη διαχείριση των πλοίων, όπως τούτο, σαφώς, καταφαίνεται από το γεγονός ότι, με την ως άνω επιστολή της, τον αναγνωρίζει (εναγομένη) ως δεξίλογό της ατομικώς (και όχι ως νόμιμο εκπρόσωπο της αντισυμβληθείσας της στη διαχειριστική σύμβαση Cape Navigation). Το δικαίωμά του, όμως, αυτό συμεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως, στην ενάγουσα, με την σ' αυτήν ως άνω (συμβατικώς) εκχωρηθείσα επί του εταιρικού μερίσματος μελλοντική απαίτησή του, ως παρεπόμενο αυτής (άρθρο 458 ΑΚ), ώστε να έχει (η ενάγουσα) παράλληλο (κατά της εναγομένης) δικαίωμα λογοδοσίας, παρεπομένως, βάσει της εν λόγω συμβατικής εκχώρησης". Εξάλλου, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι ο Ν.M. προς ικανοποίση της απαίτησης της ενάγουσας από την παραπάνω αιτία, με σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, εκχώρησε σ' αυτήν από τα εταιρικά καθαρά κέρδη της εταιρείας Cape Navigation που ήθελαν προκύψει, κατά το μέρος που αναλογούσαν αυτά στο μερίδιό του, από τη διαχείριση των πλοίων "..." και "...", και ότι η εναγομένη διαχειρίστρια των πλοίων αυτών, με την από 7-4-1992 επιστολή της (Letter of Undertaking) προς τη δικαιούχο-εκδοχέα (του εκχωρητή Ν. M.) ενάγουσα, ανέλαβε ρητή έναντί της υποχρέωση καταβολής αμέσως στην ίδια των χρηματικών ποσών εκ του ως άνω εκχωρηθέντος (εταιρικού) μερίσματος (Ν. M.) επί των αναλογούντων καθαρών εταιρικών (της Cape Navigation) κερδών, από τη διαχείριση των άνω δύο πλοίων, σε τρόπον ώστε η ενάγουσα ως δικαιούχος-εκδοχέας να καταστεί άμεση (συμβατική) δανείστρια και να έχει κατ' αυτής (εναγομένης) ευθεία αξίωση απόδοσης του αναλογούντος και εκχωρηθέντος μεριδίου επί των καθαρών εταιρικών κερδών, που ήθελαν προέλθει από τη διαχείριση των ενδίκων πλοίων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι της αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, ότι από την παραπάνω συμβατική σχέση απέκτησε η ενάγουσα αξίωση λογοδοσίας από την εναγομένη ως προς την διαχείρηση των ενδίκων πλοίων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, εν συνεχεία των όσων έγιναν δεκτά με την προσβαλλομενη απόφαση και αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στα πλαίσια του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Περαιτέρω, ως ελέχθη, για τη διαχείριση των ένδικων πλοίων η υπ' αριθ. 3538/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού έταξε στην ενάγουσα το βάρος απόδειξης των καθαρών εσόδων των πλοίων α) ... για τη διαχειριστική περίοδο από 8-6-1991 έως τις 30-6-1992 ποσού 980.747 δολαρίων ΗΠΑ, και β) ... για τη διαχειριστική περίοδο από τις 12-9-1991 έως τις 30-6-1992 ποσού 783.024 δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και την είσπραξη ημερήσιου μικτού ναύλου ποσού 12.000 δολαρίων ΗΠΑ για καθένα από αυτά και για το χρονικό διάστημα από τις 30-6-1991 έως τις 28-2-1993. Από τον κατατεθέντα λογαριασμό λογοδοσίας της εναγομένης προκύπτει ότι για το χρονικό διάστημα από 8-6-1991 έως και 28-2-1993 το πλοίο ... πραγματοποίησε εννέα ταξίδια, όπου και συνήφθησαν, αντιστοίχως, εννέα ναυλοσύμφωνα από τα οποία η εναγομένη έλαβε μικτά έσοδα από ναύλους και επισταλίες ποσού 5.851.934 δολαρίων ΗΠΑ. Αντιστοίχως για το πλοίο ... εμφανίζονται έσοδα συνολικού ποσού 4.136.338 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία αντιστοιχούν σε ναύλους, επισταλίες και συναλλαγματικές διαφορές και αφορούν το χρονικό διάστημα από τις 12-9-1991 έως και τις 28-2-1993. Τα ποσά αυτά, όπως προσδιορίζονται από την εναγομένη, συνιστούν δικαστική ομολογία αυτής αναφορικά με το ταχθέν θέμα απόδειξης των εσόδων, η οποία, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον της (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, υφισταμένης της ομολογίας, ως ελέχθη, της εναγομένης για το ύψος των εσόδων των δύο πλοίων, το Δικαστήριο προσδιορίζει τα έσοδα για μεν το πλοίο ... στο ποσό των 5.851.934 δολαρίων ΗΠΑ, για δε το πλοίο ... στο ποσό των 4.136.338 δολαρίων ΗΠΑ.....Σύμφωνα με τον όρο 27 των προσθέτων ρητρών της ίδιας σύμβασης η διαχειρίστρια των ενδίκων πλοίων - εναγομένη εταιρεία - ανέλαβε την υποχρέωση της ναυλώτριας εταιρείας CAPE NAVIGATION να εκπληρώσει τους όρους της σύμβασης γυμνού πλοίου....Οι αναγκαίες δαπάνες (αναφέρονται αναλυτικά) που αποδείχθηκε ότι πραγματοποίησε η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 8-6-1991 μέχρι και τις 28-2-1993 για τη διαχείριση του πλοίου "..." ανήλθαν στο ποσό των (146.720,76 + 1.178.553 + 1.200.000 + 826.580 + 392.355 =) 3.743.908,70 δολαρίων ΗΠΑ (το κονδύλιο των 826.580 δολ. ΗΠΑ κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αναφέρεται σε δαπάνη για ενοίκια στους πλοιοκτήτες, το οποίο με βάση τη σύμβαση ναυλώσεως το ποσό του ημερήσιου ναύλου του πλοίου ανήρχετο σε 1500 δολάρια ΗΠΑ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω τα καθαρά έσοδα που προέκυψαν από τη διαχείριση του πλοίου "..." κατά την ένδικη χρονική περίοδο ανήλθαν στο ποσό των (5.851.934 μείον 3.743.908,70 =) 2.108.025,30 δολαρίων ΗΠΑ....Εξάλλου, οι αναγκαίες δαπάνες (αναφέρονται αναλυτικά) που αποδείχθηκε ότι πραγματοποίησε η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 8-6-1991 μέχρι 28-2-1993 για τη διαχείριση του πλοίου "..." ανήλθαν στο ποσό των (90.778,58 +141.000 + 1,284.000 + 696.087 + 295.335 =) 2.507.200,50 δολ. ΗΠΑ (το κονδύλιο των 696.087 δολ. ΗΠΑ κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αναφέρεται σε δαπάνη για ενοίκια στους πλοιοκτήτες, το οποίο με βάση τη σύμβαση ναυλώσεως το ποσό του ημερήσιου ναύλου του πλοίου ανήρχετο σε 1500 δολαρια ΗΠΑ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω τα καθαρά έσοδα που προέκυψαν από τη διαχείριση του πλοίου "..." κατά την ένδικη χρονική περίοδο ανήλθαν στο ποσό των (4.136.398 μείον 2.507.200,50 =)1.629.197,50 δολαρίων ΗΠΑ. Τα παραπάνω ποσά δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, σημειωτέον, κατά τούτο δεν πλήττεται με έφεση από την ενάγουσα. Με βάση, λοιπόν, τα όσα αποδείχθηκαν, παραπάνω, τα συνολικά καθαρά κέρδη από τη διαχείρηση των ένδικων πλοίων κατά τα υπόψη, επίμαχα, χρονικά διαστήματα εκ μέρους της εναγομένης, ανέρχονται στο ποσό των (2.108.025,30 + 1.629.197,50 =) 3.737.228,80 δολαρίων ΗΠΑ. Επομένως η ενάγουσα, η οποία, κατά τ' ανωτέρω συμμετείχε στα καθαρά έσοδα από την εκμετάλλευση των ανωτέρω πλοίων σε ποσοστό 50% (ήτοι το 100% της από 50% συμμετοχής του N. M.) για μέχρι το ποσό των 500.000 δολ. ΗΠΑ και σε 15% (30% της από 50% συμμετοχής του N. M.) για όλο το υπόλοιπο, δικαιούται να λάβει το αναλογούν, εντεύθεν, σ' αυτή ποσό των 753.583,42 δολ. ΗΠΑ [(500.000 Χ 50% =) 250.000 δολ. ΗΠΑ + (3.737.228,80 μείον 500.000 = 3.237.228,80 Χ 15%) = 485.583,42 δολ. ΗΠΑ], στο οποίο αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω, ότι ανέρχεται το εικαζόμενο κατάλοιπο, από την διαχείριση των δύο ένδικων πλοίων....Ο ένατος, όμως, λόγος της ένδικης έφεσης (κατά το δεύτερο μέρος του) με βάση τον οποίο εσφαλμένα υπολογίσθηκε η συμμετοχή της ενάγουσας στη κερδοφορία από την εκμετάλλευση των ένδικων πλοίων, εκ μέρους της εναγομένης, κατά την ένδικη χρονική περίοδο σε ποσοστό 50%, επί του συνόλου του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού των καθαρών κερδών των ρηθέντων, υπό την ένδικη διαχείριση πλοίων, αντί του προαναφερθέντος υπολογισμού (50% μέχρι του ποσού των 500.000 δολ. ΗΠΑ και 15% πέραν αυτού), που δέχθηκε η παρούσα απόφαση και, περαιτέρω, ενώ αναγνωρίσθηκε, στο σκεπτικό της, η οφειλή σε δολάρια, στο διατακτικό της αναφέρονται ευρώ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού η εκκαλουμένη, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της παρούσας αποφάσεως εσφαλμένα εκτίμησε, αναφορικά με τα παραπάνω, τις αποδείξεις και αναγνώρισε ότι η οφειλή της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 1.868.611,30 ευρώ, αντί του προαναφερθέντος ποσού δολαρίων ΗΠΑ που έγινε δεκτό με την παρούσα απόφαση. Μετά την παραδοχή αυτή, πρέπει να εξαφανισθεί, στο σύνολό της, η εκκαλουμένη, υπ' αριθ. 2743/2010, όχι δε και οι συμπροσβαλλόμενες υπ' αριθμούς 4875/2003 (οριστική υπό αίρεση) και 3538/2005 (προδικαστική) απόφαση, αφού αυτές δεν έχουν υποπέσει, κατά τα προεκτεθέντα σε σφάλμα, ούτε η κρίση τους συνάπτεται με το παραπάνω σφάλμα, της πρώτης εκκαλουμένης (οριστικής αποφάσεως), να κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, να γίνει, εν συνεχεία, δεκτή η αγωγή, ως, εν μέρει, ουσιαστικά βάσιμη και ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, συνολικά το ποσό των 735.583,42 δολαρίων ΗΠΑ>>. Με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη το 9ο λόγο της εφέσεώς της (κατά το πρώτο μέρος του), στον οποίο περιείχετο αυτοτελής ισχυρισμός με το ακόλουθο περιεχόμενο: <<Ότι η εκκαλουμένη.... δέχθηκε εσφαλμένα και αβάσιμα τον ισχυρισμό της αντιδίκου της.... ότι αυτή (αντίδικος) συμμετείχε στην κερδοφορία των πλοίων ... και ... σε ποσοστό κατά 50%, ενώ το ορθόν είναι, ότι σύμφωνα με την από 7-4-1992 υποσχετική επιστολή της, αλλά και σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αντιδίκου της, η τελευταία θα εδικαιούτο ως υποκατάστατη του μετόχου Ν. Μ. ποσοστό 50% από τα τυχόν κέρδη της ναυλώτριας "CAPE NAVIGATION LIMITED" και μάλιστα μέχρι καλύψεως του ποσού των δολλαρίων ΗΠΑ 500.000 και όχι κέρδη στην κερδοφορία των πλοίων ... και .... Μετά δε την κάλυψη του ποσού των 500.000 δολαρίων ΗΠΑ η αντίδικος θα εδικαιούτο μόνο το 30% επί των λοιπών κερδών που θα αναλογούσαν στο Μ. Μ., σύμφωνα τόσον με την αγωγή της αντιδίκου, αλλά και τις παραδοχές της εκκαλουμένης. Τούτο, έχει μεγάλη σημασία και διαφορά, διότι σύμφωνα με την από 18-4-1991 σύμβαση γυμνού πλοίου μεταξύ αφενός της PETROMIN και αφετέρου της "CAPE NAVIGATION LIMITED", η τελευταία δικαιούται μόνον το 50% των κερδών των δύο πλοίων. Κατά συνέπεια και στη υποθετική και αβάσιμη περίπτωση που τα καθαρά κέρδη του πλοίου ... ήταν δολ. ΗΠΑ 2.108.025,30, όπως αβασίμως δέχθηκε η εκκαλουμένη, η "CAPE NAVIGATION LIMITED" θα εδικαιούτο το 50% του εν λόγω ποσού, ήτοι δολ. ΗΠΑ 1.054.012,60. Ωσαύτως, στην υποθετική και αβάσιμη περίπτωση που τα καθαρά κέρδη του πλοίου ... ήσαν δολ. ΗΠΑ 1.629.197,50, η "CAPE NAVIGATION LIMITED" θα εδικαιούτο το 50% του εν λόγω ποσού, ήτοι δολ. ΗΠΑ 814.598,75>>. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα στον άνω λόγο εφέσεως πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς ενίσχυση των δικών της απόψεων προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών και συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Υπό την εκδοχή δε ότι στον παραπάνω λόγο της έφεσης περιείχετο άρνηση αυτοτελούς ισχυρισμού, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν και επομένως έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ των πραγμάτων ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, που περιείχετο στον παραπάνω λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα καθαρά κέρδη από τη διαχείριση των επίδικων πλοίων, δεν έλαβε υπόψη την από 18-4-1991 σύμβαση ναύλωση γυμνού πλοίου μεταξύ της πλοιοκτήτριας εταιρίας "PETROMIN S.A," και της ναυλώτριας εταιρίας "CAPE NAVIGATION LIMITED", καθώς και την από 13-9-1991 σύμβαση μεταξύ της διαχειρίστριας των πλοίων εταιρίας (εναγομένης) και της εταιρίας "CAPE NAVIGATION LIMITED", βάσει των οποίων καθορίζεται (εκτός των άλλων) και ο καταβαλλόμενος στην πλοιοκτήτρια εταιρεία ναύλος για την ναύλωση των πλοίων της, ο οποίος καταλογίζεται ως δαπάνη και αφαιρείται (εκτός των άλλων) από τα ακαθάριστα έσοδα, προκειμένου να προκύψουν τα καθαρά κέρδη από την ναύλωση των πλοίων, μολονότι τα έγγραφα αυτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της, στο οποίο γίνεται ρητή μνεία των παραπάνω εγγράφων, καθώς και εκτίμηση και αξιολόγηση αυτών, και ως προς το ειδικότερα ζήτημα του ναύλου που δικαιούται η πλοιοκτήτρια των επίδικων πλοίων εταιρία, ο οποίος υπολογίσθηκε βάσει των συμφωνηθέντων και αφαιρέθηκε ως δαπάνη από τα ακαθάριστα έσοδα εκμετάλλευσης των πλοίων κατά την επίδικη διαχειριστική περίοδο, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 21-01-2013 αίτησης και οι από 01-10-2013 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθ. 596/2012 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και της υπ' αριθ. 376/2011 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, κατά το οριστικό σκέλος αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-01-2013 αίτησης και τους από 01-10-2013 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 596/2012 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και της υπ' αριθ. 376/2011 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, κατά το οριστικό σκέλος αυτής. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2014 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ