360/2011 · 360/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 360 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 360/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, και ΓεώρÎ...
Full Text of the Judgment · 360/2011
Απόφαση 360 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 360/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1. Π. Π. του Φ. και 2. Π. Μ. του Ι. συζ. Π. Π., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του Ν. Μ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτη Τερεζάκη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: Κ. συζ. Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πατρινό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουλίου 2002 αγωγή του αναιρεσείοντος και ήδη αποβιώσαντος Ν. Μ. του Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5758/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 2057/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι κληρονόμοι του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, σε συνέχεια της από 29 Αυγούστου 2006 αίτησης επί της οποίας εκδόθηκε η 1304/2009 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 17-2-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα με την από 26-11-2007 κλήση που επιδόθηκε στην καθ'ης η κλήση - αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθ. 7415Ε /27-7-2010 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π., συνεχίζεται η βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του επελθόντος στις 21-1-2007 θανάτου του αναιρεσείοντος Ν. Μ., Π. Π. και Π. Μ. που είναι κληρονόμοι αυτού με βάση την από 31-12-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 2730/4-5-2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 498 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 § 1 του ν. 2915/2001, η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων που διαμένουν στην ημεδαπή, για τη συζήτηση ενδίκου μέσου, είναι εξήντα ημέρες. Το εκπρόθεσμο της κατά το ανωτέρω άρθρο κλήτευσης του διαδίκου, ο οποίος παρέστη κατά τη συζήτηση, καθιστά άκυρη την κλήτευσή του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπεράσπισής του, μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθρου 159 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της επίκλησης προκλήσεως αντιστοίχως δικονομικής βλάβης και συγκεκριμένα περί την προπαρασκευή της υπεράσπισης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ' άλλο τρόπο (Ολ. ΑΠ 2/2001). Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο που απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της κλήτευσής του λόγω μη εμπρόθεσμης (πριν από εξήντα ημέρες) κλήτευσης αυτού στο εν λόγω Δικαστήριο, διότι αυτός ο οποίος και παραστάθηκε δεν επικαλέστηκε δικονομική βλάβη από την εκπρόθεσμη κλήτευσή του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιατικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Οι διάδικοι είναι γείτονες και συγκεκριμένα κατοικούν στη ..., ο ενάγων στην οδό ... και η εναγομένη στην οδό .... Στις 4-7-2000 πέθανε η σύζυγος του ενάγοντος Ε. Μ. και ο τελευταίος, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1914 και δεν είχε αποκτήσει παιδιά, ούτε είχε καλές σχέσεις με τους συγγενείς του (αδέλφια του και ανήψια του), βρέθηκε σε δυσχερή θέση. Η εναγομένη, η οποία είναι συνταξιούχος β διευθύντρια μαία του ΙΚΑ ...ς, τον γνώριζε από χρόνια, ως γειτόνισσα, του συμπαραστάθηκε, πηγαίνοντάς του φαγητό συχνά και βοηθώντας τον να διεκπεραιώσει διάφορες, εξωτερικές εργασίες, αναγκαίες για τη συντήρησή του. Ο ενάγων είχε κληρονομήσει από τη σύζυγό του, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, μία μονοκατοικία που βρίσκεται στη ... ..., επί της οδού ..., όπου κατοικούσαν όσο ζούσε και η σύζυγός του και στην οποία κατοικεί μόνος του μετά το θάνατό της, ήτοι ισόγεια οικία, επιφάνειας 40 τ.μ., με κλειστό γκαράζ στο ισόγειο, επιφάνειας 15 τ.μ., που είναι κτισμένη επί τμήματος οικοπέδου (κάθετη ιδιοκτησία), εκτάσεως 222,72 τ.μ., ενώ το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου, επί του οποίου έχει συσταθεί η κάθετη ιδιοκτησία, ανήκει κατά χρήση στον αδελφό του ενάγοντος. Την ως άνω κληρονομιά ο ενάγων αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Καζάνη -Καραούζα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στη συνέχεια ο ενάγων με το υπ' αριθμ. 1329/28-12-2000 συμβόλαιο της ιδίας Συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στην εναγομένη την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου, με αναγραφόμενη σ' αυτό αιτία την πώληση, αντί τιμήματος 15.216.660 δραχμών, στο οποίο (ποσό) ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία. Κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο, αυτό συντάχθηκε βάσει σχεδίου των Δικηγόρων Αθηνών Σεραφείν Ντουματσά και Κωνστάντιας Κυπρούλη, του πωλητή και της αγοράστριας αντίστοιχα ήτοι του ενάγοντος και της εναγομένης, οι οποίοι παρέστησαν κατά την κατάρτισή του και διαβάστηκε δυνατά και καθαρά στους συμβαλλομένους και στους δικηγόρους τους. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη στη δήλωση πωλήσεως της ψιλής κυριότητας του ακινήτου του συνεπεία απάτης, που μετήλθε σε βάρος του η εναγομένη και ειδικότερα ότι, ενώ ο ίδιος ήθελε να μεταβιβάσει σ' αυτή την ψιλή κυριότητα λόγω δωρεάς αιτία θανάτου υπό τον όρο ότι θα του παρείχε εφ' όρου ζωής κάθε απαραίτητη για τη διαβίωσή του υπηρεσία, η εναγομένη ενεργώντας δολίως, προκειμένου να τον εκμεταλλευθεί οικονομικώς του παρέστησε ψευδώς ότι θα υπέγραφε συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου του και άνω όρο και ότι με τον τρόπο αυτό τον παρέσυρε στην πεπλανημένη δήλωση βουλήσεως περί πωλήσεως του ακινήτου του, στην οποία αυτός δεν θα προέβαινε εάν δεν είχε εξαπατηθεί. Ειδικότερα οι μάρτυρες του ενάγοντος, όλοι γείτονες των διαδίκων, καταθέτουν τα εξής, σχετικά με τα ως άνω κρίσιμα γεγονότα, των οποίων αυτός έχει το σχετικό βάρος αποδείξεως: Η ..., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι η ίδια δεν γνωρίζει τι έγινε, ότι ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έγινε δωρεά, ότι πριν την κατάρτιση του συμβολαίου της είπε πως ήθελε να δωρίσει το σπίτι του στην εναγομένη, με την προϋπόθεση ότι θα τον φροντίζει όσο ζει, ότι λίγες ημέρες μετά την κατάρτιση του συμβολαίου της είπε ότι δώρισε το σπίτι του στην εναγομένη και αυτή εξαφανίστηκε και δεν την είχε ξαναδεί, ότι δεν είχε κανένα λόγο να πουλήσει το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, διότι είχε χρήματα και ότι και μετά την κατάρτιση του συμβολαίου είχε μείνει με την εντύπωση ότι είχε κάνει δωρεά. Η Σ. Μ., βεβαιώνει ενόρκως ότι γνωρίζει από τους διαδίκους πως ο ενάγων δώρισε στην εναγομένη το σπίτι για να τον προσέχει, ότι αυτή μετά από ένα χρόνο τον εγκατέλειψε και ότι σε υπόδειξή της προς την εναγομένη να κάνει υπομονή διότι ο εναγών της είχε δωρίσει το σπίτι και υπήρχε φόβος να το μετανιώσει, της απάντησε ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε διότι αυτή "τα είχε κάνει έτσι, ώστε να φαίνεται πως το είχε αγοράσει ότι ήταν μάλλον φτωχή γυναίκα και δεν υπήρχε περίπτωση να διαθέτει αρκετά χρήματα για να το αγοράσει. Ο Β. Λ. ότι το Νοέμβριο του έτους 2002 η εναγομένη του ζήτησε να μεσολαβήσει στον ενάγοντα, με τον οποίο είναι μακρινός συγγενής εξ αγχιστείας, να του καταβάλει το τίμημα που αναφέρεται στο συμβόλαιο και να διευθετήσουν όλες τις εκκρεμείς δίκες και ότι ο ενάγων αρνήθηκε κατηγορηματικά, διότι είχε αισθανθεί εξαπατημένος και του είχε δημιουργηθεί μεγάλο ψυχολογικό πρόβλημα και η Α. Γ. ότι είναι γνωστή με την εναγομένη και ότι σε συζήτηση που είχαν στο "σούπερ μάρκετ" Βερόπουλος, όπου συναντήθηκαν τυχαία, αρχές του έτους 2001, της είπε ότι προσέχει τον ενάγοντα και είχε πετύχει να της δωρίσει το σπίτι του, επειδή οι συγγενείς του τον είχαν εγκαταλείψει. Οι ως άνω καταθέσεις δεν κρίνονται πειστικές, διότι οι μάρτυρες δεν έχουν άμεση αντίληψη όσων καταθέτουν για τα κρίσιμα γεγονότα του τρόπου με τον οποίο ο ενάγων είχε αχθεί στη δήλωση πωλήσεως της ψιλής κυριότητας του ακινήτου του, ενώ αυτές έρχονται σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στο ίδιο το συμβόλαιο μεταβίβασης του επιδίκου, δηλαδή ότι παρέστη εκτός από τον ενάγοντα και ο δικηγόρος του Σ. Ντουματσάς και αυτό διαβάστηκε δυνατά εις επήκοον όλων των συμβαλλομένων, στους οποίους (δικηγόρο και συμβολαιογράφο) ο ενάγων δεν αποδίδει καμία πλημμέλεια στην άσκηση των καθηκόντων τους και ιδιαίτερα συμμετοχή στην επικαλούμενη σε βάρος του απάτη, ιδίως δε του δικηγόρου του, την παρουσία του οποίου κατά την κατάρτιση συμβολαίων ορισμένου ποσού και άνω επέβαλε ο νομοθέτης για τη διασφάλιση των συμβαλλομένων και ο οποίος, από κοινού με το συνάδελφό του συνέταξαν το σχέδιο του συμβολαίου και στη συνέχεια παραστάθηκαν κατά την κατάρτισή του. Δεν δίδεται δε καμία πειστική εξήγηση πώς ο ενάγων δεν ενημέρωσε το δικηγόρο του για τη σύμβαση που προτίθεται να συνάψει, ούτε γιατί άκουσε επιλεκτικά μόνον την παρακράτηση της κυριότητας, όπως ισχυρίζεται, όχι όμως και την πώληση, που αναφέρεται πριν την παρακράτηση της επικαρπίας και λογικώς αναμένοντας να ακούσει την παρακράτηση της επικαρπίας που κατ' αυτόν μονή αυτή τον ενδιέφερε, πρέπει να άκουσε όσα προηγήθηκαν αυτής, ενώ ο ισχυρισμός του ότι η συμβολαιογράφος και ο δικηγόρος ήταν της επιλογής της εναγομένης, τον οποίον αυτή αρνείται, οι δε μάρτυρές της Σ. Μ. και Β. Π. στις υπ' αριθμ. 1183 και 1184/2004 ένορκες βεβαιώσεως τους βεβαιώνουν ότι στη Συμβολαιογράφο που κατάρτισε το συμβόλαιο έστειλε τον ενάγοντα η δική του Συμβολαιογράφος Μυλωνά, γιατί η ίδια ήταν άρρωστη, και εάν υποτεθεί αληθινός, δεν δίδει και πάλι εξήγηση, ενόψει του γεγονότος ότι δεν προσάπτεται τίποτε σ' αυτούς. Ακόμη δεν κρίνονται πειστικές οι ένορκες βεβαιώσεις, διότι δεν δίδεται καμία πειστική εξήγηση τι λόγο είχε η ενάγουσα να διαδίδει στους γείτονές της, με τους οποίους δεν είχε καμία άλλη σχέση, ιδίως δε και σε τυχαία συνάντηση σε "σούπερ μάρκετ", ότι πέτυχε να της δωρίσει ο ενάγων το σπίτι του, δηλαδή να υπονοεί ότι εξαπάτησε τον ενάγοντα και να ενοχοποιεί τον εαυτό της. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη πράγματι κατέβαλε στον ενάγοντα το τίμημα του επιδίκου, που αναφέρεται στο συμβόλαιο ότι καταβλήθηκε σ' αυτόν τοις μετρητοίς ενωρίτερα και εκτός του γραφείου της Συμβολαιογράφου, καθόσον οι καταθέσεις των μαρτύρων της περί της καταβολής του τοις μετρητοίς στα χέρια του ενάγοντος στην κατοικία του δεν κρίνονται πειστικές ενόψει του μεγάλου χρηματικού ποσού, που δεν αποδεικνύεται εκταμίευσή του από κάποιον λογαριασμό, ούτε δικαιολογείται να διατηρούσε η εναγομένη στο σπίτι της, ούτε βρέθηκε κατατεθειμένο στο λογαριασμό που διατηρούσε ο ενάγων στην Εμπορική Τράπεζα, στον οποίο είχε καταστήσει συνδικαιούχο και την εναγομένη για να τον εξυπηρετεί. Αλά και από αυτό το γεγονός δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές περί του αντιθέτου συμπέρασμα, διότι το τίμημα μπορεί να πιστωθεί, να δωρηθεί, ακόμη και να υποκρύπτεται στην πώληση σύμβαση δωρεάς υπό τον τρόπο που ο ενάγων επικαλείται, λόγω δε της μη καταβολής του δικαιολογείται και η προσφυγή της εναγομένης στο μάρτυρα Α. Λ., από τον οποίο ζήτησε να μεσολαβήσει στον ενάγοντα να του καταβάλει το τίμημα και να σταματήσουν τους δικαστικούς αγώνες στους οποίους έχουν εμπλακεί μεταξύ των οποίων και ποινικές δίκες, συνεπεία των εκατέρωθεν μηνύσεων κάθε διαδίκου κατά του αντιδίκου του και των μαρτύρων τους. Ούτε τέλος από κανένα από τα υπόλοιπα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και είχε δεχθεί την αγωγή και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 147 και 149 ΑΚ, καθόσον με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσείων προέβη στη δήλωση πωλήσεως της ψιλής κυριότητας του ακινήτου του συνεπεία απάτης που μετήλθε σε βάρος του η εναγομένη - αναιρεσίβλητη και ειδικότερα ότι αυτή ενεργώντας δολίως προκειμένου να τον εκμεταλλευθεί του παρέστησε ψευδώς ότι θα υπέγραφε συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου υπό τον όρο ότι θα του παρείχε εφ'όρου ζωής κάθε απαραίτητη για τη διαβίωσή του υπηρεσία, και ότι με τον τρόπο αυτό τον παρέσυρε στη πεπλανημένη δήλωση περί πωλήσεως του ακινήτου στην οποία αυτός δεν θα προέβαινε αν δεν είχε εξαπατηθεί, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ παράλληλα περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Συνεπώς, οι λόγοι της αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (αριθ. δικογράφου 2, 3 και 5) με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω με τον κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. λόγο της αναίρεσης (αριθ. δικογράφου 5 κατά το σχετικό μέρος του) προβάλλεται ότι κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας καίτοι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή του τιμήματος που αναφέρεται στο συμβόλαιο ότι καταβλήθηκε τοις μετρητοίς εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου, το οποίο αποτελεί στοιχείο της σύμβασης πωλήσεως, δέχθηκε στη συνέχεια ότι καταρτίστηκε πώληση της ψιλής κυριότητας του ακινήτου και όχι δωρεά υπό τρόπο όπως ισχυριζόταν ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την αγωγή του την οποία και ακολούθως έκρινε απορριπτέα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται μόνο αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων όπως προβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση από τον αναιρεσείοντα με τον ερευνώμενο λόγο. Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι (υπό αριθ. δικογράφου 2, 3 και 5) κατά το λοιπό μέρος τους είναι απαράδεκτοι διότι με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις αμφισβητείται η ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω δεκτών γενομένων από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Αυγούστου 2006 αίτηση του Ν. Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2057/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους Π. Π. του Φ. και Π. Μ. του Ι., που συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ