Legislator Case Law & Legislation
360/2010 AI generated

360/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 360/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Νοεμβρίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15748/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1265/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

360/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ιδιότυπος χαρακτήρας της ΑΤΕ ΑΕ οδήγησε στο χαρακτηρισμό της ως οργανισμού διφυούς χαρακτήρα, που αποτελεί αφενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε εξουσία, που ασκείτο από το Υπουργείο Γεωργίας και μεταβιβάστηκε στην ΑΤΕ ΑΕ δυνάμει του άρθρου 16 του ν. 4332/1929.

Keywords

AI generated
promotion of home ownership bank account holders authorization to sue enforceable debt collection title withdrawal of debt enforcement consumer credit revocation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 360 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 360/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γώγο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Νοεμβρίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15748/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1265/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που την δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.

Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ. ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004). Με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει περιορισμούς υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί όμως, αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιον τρόπο ή σε τέτοιον βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (βλ.

ΑΕΔ 2/1999, Ολ. ΣτΕ 3845/1997). Προς τις διατάξεις αυτές συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και η "δίκαιη δίκη", που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και η οποία εγγυάται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ερευνά το δικαστήριο κάθε αμφισβήτηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικού χαρακτήρα, καθιερώνοντας την "δίκαιη δίκη" υπό την ευρύτερη έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, οι δε σχετικοί περιορισμοί δεν θα πρέπει να περιορίζουν την πρόσβαση κατά τρόπο ή σε τέτοιο σημείο που το δικαίωμα να χάνει την ουσία του.

Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνον διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (Ολ. ΑΠ 21/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας Ν. 4332/1929, η ΑΤΕ ΑΕ αποτελεί αυτόνομο τραπεζιτικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση αγροτικής πίστης σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.

Ως ειδικότεροι σκοποί της ΑΤΕ ΑΕ αναφέρονται στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου, η χορήγηση δανείων και πιστώσεων πάσης φύσεως σε γεωργούς, γεωργικούς συνεταιρισμούς κάθε μορφής και γενικά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την καλύτερη διεξαγωγή των γεωργικών τους επιχειρήσεων κ.ά. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από τον χρόνο της σύστασης της η ΑΤΕ ΑΕ αποτελούσε φορέα ενάσκησης της αγροτικής πίστης, έχοντας ως σκοπό τη συστηματική παροχή στα ασχολούμενα με τη γεωργία πρόσωπα των απαιτουμένων μέσων για τη βελτίωση των όρων διεξαγωγής των αγροτικών εργασιών.

Ο ιδιότυπος χαρακτήρας της ΑΤΕ ΑΕ οδήγησε στο χαρακτηρισμό της ως οργανισμού διφυούς χαρακτήρα, που αποτελεί αφενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε εξουσία, που ασκείτο από το Υπουργείο Γεωργίας και μεταβιβάστηκε στην ΑΤΕ ΑΕ δυνάμει του άρθρου 16 του ν. 4332/1929.

Πέραν όμως της άσκησης δημόσιας εξουσίας, η ΑΤΕ ΑΕ εμφάνιζε ιδιαιτερότητες ως προς την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, αφού ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν ήταν πρωτεύων, ενώ οι πιστοδοτήσεις των προσώπων που είχε ως αντισυμβαλλομένους στη χορήγηση δανείων (αγρότες, αγροτικούς συνεταιρισμούς, πρόσωπα ασχολούμενα με τη γεωργία) εμφάνιζαν αυξημένους κινδύνους ως προς την έγκαιρη και ασφαλή εξόφληση.

Αποτέλεσμα αυτών ήταν η καθιέρωση σειράς ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών, όπως εκείνο για την εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα οφειλετών της ΑΤΕ με μονομερή δήλωση της, δυνάμει του άρθρου 12 ν. 4332/1929, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η ΑΤΕ δικαιούται οποτεδήποτε να εγγράψη υποθήκην επί ακινήτων των οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλειαν των εξ οιασδήποτε αιτίας απαιτήσεών της, ως αύται καθορίζονται εν αρθ. 8 παρ. 1 του καταστατικού της νόμου δυνάμει των δανειστικών ή εν γένει αποδεικτικών των απαιτήσεων της εγγράφων.

Η εγγραφή της υποθήκης ταύτης, ως και της συμβατικής, είναι απηλλαγμένη παντός τέλους και δικαιώματος. Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί κτημάτων των συνυποχρέων υφίσταται εφ' όσον η σχετική υποχρέωσις εγενήθη μετά την κύρωσιν της παρούσης συμβάσεως Επίσης η ΑΤΕ δικαιούται να εγγράψη υποθήκην προς ασφάλειαν των οιασδήποτε φύσεως δανείων της, καλλιεργητικών, μέσης και μακράς προθεσμίας και πιστώσεων της επ' ανοικτώ λογαριασμώ, άμα τη υπογραφή της οικείας συμβάσεως, δυναμένης να είναι και ιδιωτικής και ανεξαρτήτως της αμέσου ή μη παροχής του δανείου ή της πιστώσεως.

Ομοίως, δια την παραχώρησιν της συμβατικής υποθήκης προς την ΑΤΕ ή και εγγραφήν τοιαύτης εκ Νόμου, δεν ισχύουσιν αι απαγορεύσεις και περιορισμοί του άρθρου μόνου του Ν. 2143/1952, "περί τροποποιήσεως του Ν. 3250 και του άρθρου 73 του ν.δ. 1285/52 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων κλπ". Η εξάλειψις, περιορισμός και διαγραφή εγγεγραμμένης υποθήκης, επιταγής ή κατασχέσεως, υπέρ της ΑΤΕ, δύναται να γίνει και άνευ συμβολαιογραφικής πράξεως, δι' απλής και μονομερούς αιτήσεως αυτής, προς τον οικείον υποθηκοφύλακα και απαλλάσσεται παντός τέλους και δικαιώματος .......".

Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ν. 1697/1987 προστέθηκε εδάφιο 1α' στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4332/1929, με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της ΑΤΕ ΑΕ στη διενέργεια οιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της, κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών, ενώ με το άρθρο 26 παρ. 1 και 4 του ν. 1914/1990 ορίζεται ότι: "Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του νέου καταστατικού της, που θα καταρτισθεί απ' αυτήν μέσα σε έξι (6) μήνες από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, βάσει των διατάξεων περί ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών και που θα εγκριθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας (παρ. 1).

Όλες οι ειδικές ρυθμίσεις, που αφορούν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και αναφέρονται ιδίως στα προνόμιά της, ουσιαστικά και δικονομικά, στις απαλλαγές της, φορολογικές και άλλες, στους τίτλους απαιτήσεων της, στην διασφάλιση των απαιτήσεών της και γενικά στο πρόσωπο αυτής ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διατηρούνται σε ισχύ και εφαρμόζονται αμετάβλητα στο πρόσωπο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ (παρ. 4)".

Τέλος, με το άρθρο 26 παρ. 8 και 9 του ν. 2076/1992, ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 89/646/ΕΟΚ και έχει εφαρμογή και στην ΑΤΕ ΑΕ δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, προβλέπεται ότι: "Διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών, που έχουν την έδρα στην Ελλάδα, καταργούνται. Τα υφιστάμενα καταστατικά διατηρούν την ισχύ τους και μπορούν να τροποποιηθούν κατά τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών (παρ. 8).

Η εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 17-7/13-8/1923 επεκτείνεται αυτόματα σε όλα, τα κατά την έννοια του παρόντος νόμου πιστωτικά ιδρύματα αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για την λειτουργία τους (παρ. 9)". Παρά την επέκταση, όμως, της εφαρμογής του ως άνω Ν. Δ/τος σε όλες τις Τράπεζες και τις ουσιώδεις μεταβολές, που επήλθαν στο νομικό χαρακτήρα και το σκοπό της ΑΤΕ ΑΕ, το νομοθετικό καθεστώς των προνομίων αυτής, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.

Από δε τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το καθιερούμενο με την διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4332/1929 προνόμιο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος να εγγράψει υποθήκες σε ακίνητα οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλεια των από οποιαδήποτε αιτία απαιτήσεών της, δυνάμει των δανειστικών ή αποδεικτικών τους εγγράφων και μόνον, κατά παρέκκλιση του κανόνα του άρθρου 1266 ΑΚ, που απαιτεί συμβολαιογραφική δήλωση του παραχωρούντος το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης, διατηρήθηκε ρητώς σε ισχύ με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990, ενώ με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου επιβλήθηκε υποχρέωση μετατροπής της ΑΤΕ σε ανώνυμη εταιρεία εντός εξαμήνου από την δημοσίευση του νόμου αυτού (8.7.1991).

Οι γενικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 8 και 9 του μεταγενεστέρου ν. 2076/1992 για την κατάργηση νόμων που ρυθμίζουν τα καταστατικά τραπεζών, εδρευουσών στην Ελλάδα, με διατήρηση σε ισχύ των καταστατικών καθ' εαυτών και επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. της 17-7/13-8/1923 σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα από τον χρόνο παροχής σ' αυτά άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, δεν μετέβαλε το ανωτέρω προνόμιο και τη νομική κατάσταση της ΑΤΕ, διότι η τελευταία είχε ήδη καταστεί ανώνυμη εταιρεία, διατηρώντας το καταστατικό της και τα προνόμια της με τις ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 1, 4 του ν. 1914/1990, το οποίο ο νομοθέτης ηθελημένα δεν κατάργησε, για την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού της ΑΤΕ.

Αυτό ενισχύεται και από το ότι ακολούθησαν νομοθετικές επεμβάσεις προς περιορισμό προνομίων της ΑΤΕ (βλ. άρθρο 26 ν. 3229/2004), τα οποία είχαν διατηρηθεί με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990. Το ανωτέρω προνόμιο όμως, που επιτρέπει την εγγραφή υποθήκης από την ΑΤΕ σε ακίνητα οφειλετών ή συνυποχρέων με την επίδειξη προς τον υποθηκοφύλακα μόνον των δανειστικών ή αποδεικτικών εγγράφων, διευκολύνοντας έτσι την παροχή εμπράγματης ασφάλειας για την οφειλή με λιγότερες δαπάνες του οφειλέτη και λιγότερες διατυπώσεις για την πιστούχο ΑΤΕ, δεν παραβιάζει δικαιώματα τρίτων πιστωτών του οφειλέτη, αντιτάξιμα από τους τελευταίους σε δίκη ανακοπής κατά της εκτελέσεως έναντι της ΑΤΕ.

Ειδικότερα, δεν παραβιάζεται με το ως άνω προνόμιο της ΑΤΕ, ως προς τους τρίτους πιστωτές του οφειλέτη, η συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε αντιβαίνει αυτό στο δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας, κατά τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η αναγωγή από τον νομοθέτη, μέσω του άρθρου 12 ν. 4332/1929, σε ειδικό τίτλο προς εγγραφή υποθήκης των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ της ΑΤΕ και των τρίτων, που συναλλάσσονται με αυτή, προφανώς εξυπηρετεί λόγους συγκεκριμένης σκοπιμότητας και κοινωνικού συμφέροντος χάριν της επίτευξης του κύριου σκοπού της ΑΤΕ για την παροχή κάθε τραπεζικής εργασίας και υπηρεσίας, που συμβάλλει ταχέως και αποτελεσματικά, στην ανάπτυξη της οικονομικής και ιδίως του αγροτικού τομέα.

Αυτονόητο, βέβαια, είναι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ότι το προνόμιο αυτό δεν είναι αντίθετο προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος ούτε σε εκείνη του άρθρου πρώτου του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. (Ολ. ΑΠ 25/2006). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναγγελία των δανειστών προς κατάταξη σε πλειστηριασμό ακινήτου του οφειλέτη δεν είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο, εάν δε αυτό συμβαίνει, η αναγγελία έχει τα αποτελέσματα της κατασχέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ημεδαπό ή αλλοδαπό εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε η ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά πίνακα κατατάξεως σε πλειστηριασμό, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της ...

και δυνάμει της υπ' αριθμ. 25781/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διενεργήθηκε στις 27-7-2005 ενώπιον της συμβολαιογράφου Σοχού Θεσσαλονίκης Δέσποινας Μαυρομουστακάκη δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός ενός ακινήτου του ..., κατά τον οποίο επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα από 45.001 ευρώ. Στην διαδικασία του πλειστηριασμού αναγγέλθηκαν, πλην άλλων, και οι δύο διάδικοι και συγκεκριμένα η ανακόπτουσα με την από 5.9.2005 αναγγελία της για απαιτήσεις της ύψους 29.647,50 ευρώ, στηριζόμενη στην υπ' αριθ. 22694/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και η καθ' ης η ανακοπή Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για απαιτήσεις της συνολικού ύψους 37,661,29 ευρώ, οι οποίες προέρχονταν από τις υπ' αριθ. 900/18-8-2003 και 1090/17-9-2003 συμβάσεις δανείου, ποσού 6.000 .και 33.000 ευρώ αντίστοιχα, που συνήψε με τον καθού η εκτέλεση ....

Με βάση τις άνω συμβάσεις δανείου, οι οποίες καταρτίσθηκαν με ιδιωτικά έγγραφα, η καθ' ης ενέγραψε στις 19.9.2003, μονομερώς υποθήκη στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο, για ποσό 41.250 ευρώ, ενώ με βάση την πρώτη απ' αυτές ενέγραψε στις 14-4-2005 μονομερώς υποθήκη στο ίδιο ακίνητο, για ποσό 6.000 ευρώ. Η εγγραφή των υποθηκών αυτών είναι έγκυρη εφόσον η διάταξη του άρθρου 12 εδ.

α' του Ν. 4332/1929, με την οποία παρέχεται στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος δικαίωμα να εγγράψει μονομερώς με ιδιωτικά έγγραφα υποθήκη σε ακίνητα των οφειλετών της, δεν καταργήθηκε με το άρθρο 26 παρ. 8 του Ν. 2076/1992, ούτε είναι ανίσχυρη λόγω αντιθέσεως της στο Σύνταγμα (αρθρ. 4 παρ.1, 17 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1) και στο Κοινοτικό Δίκαιο.

Εξάλλου, για την εγκυρότητα της αναγγελίας της καθ' ης δεν απαιτείτο οι αναγγελθείσες απαιτήσεις να στηρίζονται σε τίτλους εκτελεστούς. Στις 17-10-2005, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον υπ' αριθμ. 5539/2005 πίνακα κατατάξεως δανειστών, με τον οποίο αφαίρεσε από το πλειστηρίασμα για έξοδα εκτελέσεως το συνολικό ποσό των 10.496,29 ευρώ και στο υπόλοιπο ποσό των 34.504,71 ευρώ κατέταξε: 1) το Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 3.147,06 ευρώ και για ολική ικανοποίηση των απαιτήσεών του και 2) την καθ' ης ΑΤΕ για το ποσό των 31.357,65 ευρώ και για μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών της, ενώ η ανακόπτουσα δεν κατατάχθηκε καθόλου λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος.

Με βάση τα προεκτεθέντα, ορθώς η καθ' ης ΑΤΕ ως ενυπόθηκη δανείστρια κατατάχθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 976 αριθ. 2, 977 παρ. 1 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το πόσο των 31.7357,65 ευρώ. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ανακοπής, με τους οποίους η ανακόπτουσα ισχυρίζεται αντίστοιχα: α) ότι για την εγκυρότητα της από 29-7-2005 αναγγελίας της καθ' ης απαιτείτο οι αναγγελθείσες απαιτήσεις να στηρίζονται σε τίτλους εκτελεστούς, τέτοιους δε δεν αποτελούν οι ως άνω δανειακές συμβάσεις και β) ότι οι υποθήκες που ενέγραψε η καθ' ης στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο μονομερώς, δυνάμει των ιδιωτικών δανειστικών εγγράφων και όχι κατόπιν σχετικής συμβολαιογραφικής δήλωσης του οφειλέτη της (αρθρ. 1265, 1266 ΑΚ), ήταν άκυρες λόγω καταργήσεως του άρθρου 12 του Ν. 4332/1929 με το άρθρο 26 παρ. 8 του Ν. 2076/1992, διαφορετικά λόγω αντιθέσεως αυτού (αρθρ. 12 Ν. 4332/1929) στα άρθρα 4 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και στο Κοινοτικό Δίκαιο, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ως προς την εγκυρότητα της προνομιακής κατατάξεως της αναιρεσίβλητης ΑΤΕ, με βάση την εγγραφείσα με μονομερή δήλωση αυτής υποθήκη στο πλειστηριασθέν ακίνητο του οφειλέτη της, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 12 του ν. 4332/1929, 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990, 26 παρ. 8,9 του ν. 2076/1992, 4 παρ. 1 17 παρ. 1,2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και του άρθρου πρώτου του Πρόσθετου Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που εφάρμοσε ούτε επίσης τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου για τον ελεύθερο ανταγωνισμό, των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τα κρίσιμα περιστατικά για τη νομική θεμελίωση του προνομίου κατατάξεως στον πλειστηριασμό της αναιρεσίβλητης Α.Τ.Ε..

Ειδικότερα αναφέρεται : α) Η ύπαρξη αξιώσεως της αναιρεσίβλητης κατά του καθ' ου η εκτέλεση ..., ποσού 39.000 ευρώ από δύο δάνεια προς τον τελευταίο. β) Η με βάση τα αποδεικτικά των δανειακών συμβάσεων ιδιωτικά έγγραφα και με μονομερή δήλωση της αναιρεσίβλητης εγγραφή υποθήκης στο πλειστηριασθέν ακίνητο του οφειλέτη και γ) Η εξασφάλιση έτσι ως προς την εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτηση της αναιρεσίβλητης προνομίου κατατάξεώς της κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος έναντι της αναιρεσείουσας.

Επομένως οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και ένατος, κατά το οικείο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 522, 523, 525, 527 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το εφετείο, εάν απορρίψει, κατά παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου, την αγωγή κατά την γενόμενη δεκτή πρωτοδίκως βάση της, δικαιούται να ερευνήσει και χωρίς ειδικό λόγο τις λοιπές βάσεις αυτής, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να τις ερευνήσει.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεχτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ· 3/1997). Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 9 περίπτωση γ' του ΚΠολΔικ ο λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ. ΑΠ 2/1989) ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, όπως και όταν απέρριψε το αίτημα δικαστικής προστασίας στο σύνολό του, μολονότι δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία για όλα τα μερικότερα αιτήματα (Α.Π. 1402/1994).

Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο, αφού έκρινε ως αβάσιμους τους δύο πρώτους λόγους της ανακοπής της αναιρεσείουσας, με τους οποίους προσέβαλε την προνομιακή κατάταξη της αναιρεσίβλητης ΑΤΕ για τους προαναφερόμενους λόγους, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και εξήτασε τον τρίτο και τελευταίο λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας, δέχθηκε δε τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι η από 29-7-2005 αναγγελία της καθ' ης είναι άκυρη, διότι αυτή δεν διόρισε αντίκλητο στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Σοχού Θεσσαλονίκης, όπου έγινε η εκτέλεση, και ότι εξαιτίας της μη κηρύξεως της ακυρότητας αυτής (αναγγελίας) από την υπάλληλο του πλειστηριασμού υπέστη βλάβη, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι η καθ' ης κατατάχθηκε προνομιακά στην πέμπτη θέση του προσβαλλόμενου πίνακα, εξαντλώντας έτσι το πλειστηρίασμα που απέμεινε μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, ενώ η ίδια δεν κατατάχθηκε καθόλου, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά το ποσό των 29.647,50 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η αναγγελθείσα απαίτησή της.

Όμως ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος, εφόσον η βλάβη, που επικαλείται η ανακόπτουσα, επήλθε, κατά τους ισχυρισμούς της, εξαιτίας της προνομιακής κατάταξης της καθ' ης στον προσβαλλόμενο πίνακα και όχι συνεπεία της παραλείψεως της τελευταίας να διορίσει με την αναγγελία της αντίκλητο στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Σοχού.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Επομένως, εφόσον το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, είχε εξουσία να εξετάσει τον τρίτο λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας (τον οποίο λόγω της επικουρικότητάς του δεν ερεύνησε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και δεν έλαβε υπόψη έτσι, παρά το νόμο, πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα, οι δε αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, έβδομος και ένατος, κατά το οικείο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, εφόσον το επίμαχο προνόμιο της αναιρεσίβλητης Α.Τ.Ε. από το άρθρο 12 του ν. 4332/1929 δεν αντέβαινε στις διατάξεις του Συντάγματος και του Κοινοτικού Δικαίου, με την παράλειψή του το Εφετείο να απαντήσει ειδικά στο σχετικό δεύτερο λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά το επικουρικό σκέλος της και να απορρίψει το λόγο αυτό και την ανακοπή στο σύνολό της, δεν άφησε αδίκαστη αίτηση της αναιρεσείουσας και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δικ.

όγδοος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον ένατο, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση 'ότι παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της έφεσης της αναιρεσίβλητης, διότι δεν μνημόνευε την διάταξη του άρθρου 12 ν. 4332/1990 και την συμβατότητα της με της συνταγματικές αρχές της ισότητας και του κράτους δικαίου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της έφεσης της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι γίνεται επίκληση των αναγκαίων περιστατικών για τη θεμελίωση του παρεχομένου με τη διάταξη του άρθρου 12 ν. 4332/1929 προνομίου εγγραφής υποθηκών σε ακίνητα οφειλετών της αναιρεσίβλητης και συσχετίζεται η διάταξη αυτή με εκείνες των άρθρων 26 του ν. 1914/1990 και 26 του ν. 2076/1992, ενώ για τη θεμελίωση του δικαιώματος δεν ήταν αναγκαία και η αναφορά της μη αντιθέσεώς του σε συνταγματικές διατάξεις.

Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 4 και 578 του ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να αναφέρονται:

α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί, β) τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι αντιρρήσεις κατά πίνακα κατατάξεως προβάλλονται μόνον με κύριο ή πρόσθετο δικόγραφο και όχι με τις έγγραφες προτάσεις στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Με τον δέκατο και τελευταίο, εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προέβαλε η αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο, ότι ήταν άκυρη η από την αναιρεσίβλητη εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο πλειστηριασθέν ακίνητο, διότι δεν καταβλήθηκαν στον Υποθηκοφύλακα αναλογικά δικαιώματα.

Επομένως, εφόσον ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν προτάθηκε με την ανακοπή της, αλλά με τις έγγραφες προτάσεις της, δεν παρέλειψε παρά το νόμο το Εφετείο, να λάβει υπόψη τον απαραδέκτως προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό και ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της 1265/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ