360/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated360/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, νομοθετική εξουσιοδότηση για ρύθμιση τέτοιων θεμάτων με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας παρέχεται με την § 2 του άρθρου 267 του ΝΔ 86/1969 για τους θηροφύλακες που προσλαμβάνονται από το Κράτος και αμείβονται από το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας - Κτηνοτροφίας και Δασών, οι οποίοι είναι άσχετοι με τους ιδιωτικούς θηροφύλακες της § 3 του άρθρου τούτου που προσλαμβάνουν με δαπάνη τους οι κυνηγετικές οργανώσεις.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 360 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 360/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ...... και ήδη Δ.Δ. ...... του Δήμου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σκάρπα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σωματείου με την επωνυμία "Γ. Κυνηγετική Ομοσπονδία Πελοποννήσου και Ιονίων Νήσων", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ψ2, ατομικά και με την ιδιότητά του ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου του ως άνω Σωματείου, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Θεοδωράτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 680/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 788/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 43 § 2 του Συντάγματος "Ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά του. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει αφενός ότι η εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως εκδιδόμενη κανονιστική πράξη οργάνου της εκτελεστικής λειτουργίας στερείται οποιασδήποτε ισχύος και δεν μπορεί να εφαρμοστεί από τα δικαστήρια, ως προερχόμενη από όργανο που δεν έχει κατά το Σύνταγμα εξουσία για τη θέσπιση κανόνων δικαίου, αφετέρου δε ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση μπορεί να αναφέρεται μόνο σε "ειδικότερα θέματα" ή "θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό" και, συνεπώς, νομοθετική εξουσιοδότηση γενική και αόριστη δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτή και η κανονιστική πράξη του οργάνου της διοικήσεως που εκδίδεται με βάση τέτοια εξουσιοδότηση είναι ανίσχυρη και δεν εφαρμόζεται από τα δικαστήρια.
Εξάλλου, κατά την § 3 του άρθρου 267 του ν.δ. 86/1969, όπως τα εντός εισαγωγικών εδάφια προστέθηκαν με το άρθρο 4 § 13 του ν.3208/2003 "Κυνηγετικαί οργανώσεις ή ιδιοκτήται μη δημοσίων εκτάσεων, δύνανται δαπάναις των να προσλαμβάνουν ιδιωτικούς φύλακας θήρας. Ούτοι αναγνωρίζονται, μετά πρότασιν της αρμοδίας δασικής αρχής, υπό του Υπουργού Γεωργίας, ως φύλακες θήρας, εξομοιούμενοι εις ό,τι αφορά εις τα καθήκοντα και δικαιώματα με τους εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου τοιούτους, πλην της αντιμισθίας.
Η έδρα και η περιφέρεια φυλάξεως ορίζεται εν τη αποφάσει αναγνωρίσεως, μετά προηγουμένην σύμφωνον πρότασιν της κυνηγετικής οργανώσεως ή του ιδιοκτήτου. "Οι αναγνωριζόμενοι ως ιδιωτικοί φύλακες θήρας, θεωρούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπάλληλοι, κατά την έννοια του άρθρου 13 περίπτωση α' του Ποινικού Κώδικα, δυνάμενοι να προβαίνουν σε όλες τις προανακριτικές πράξεις για τις παραβάσεις των περί θήρας διατάξεων, όπως το άρθρο 289 του Δασικού Κώδικα ορίζει.
Στις σχετικές δίκες μπορούν να παρίστανται, χωρίς προδικασία και ανεξαρτήτως περιουσιακής ζημίας ως πολιτικώς ενάγουσες και οι Κυνηγετικές Οργανώσεις. Οι Κυνηγετικές Ομοσπονδίες καταρτίζουν προγράμματα κίνησης των θηροφυλάκων, τα οποία κοινοποιούν στις οικείες δασικές αρχές, υποχρεούνται δε να παρακολουθούν την υλοποίησή τους παρέχοντας κάθε αιτούμενη πληροφορία και αρωγή προς τις ανωτέρω δασικές αρχές.
Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, μετά από γνώμη της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος καθορίζονται τα καθήκοντα και οι περιορισμοί, τα προσόντα, η ηλικία και λοιπά θέματα που αφορούν την πρόσληψη και τη λειτουργία των φυλάκων θήρας των Κυνηγετικών Οργανώσεων". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο εφέσεως ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο που έκρινε έγκυρη και υποστατή την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από το εφεσίβλητο Σωματείο (εργοδότη του) και όχι από την εποπτεύουσα αυτό δασική αρχή, που είναι εν προκειμένω η Διεύθυνση Δασών Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή τόσο του άρθρου 267 παρ. 3 του Ν.Δ. 86/1969 ("Περί Δασικού Κώδικα"), όσο και του άρθρου 6 της Υ.Α. 60548/894/22.2.1995 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 267 παρ. 2 του ΝΔ 86/ 1969, αφού κατά το άρθρο 6 της ως άνω Υπουργικής απόφασης, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και του ιδιωτικού θηροφύλακα που προσλαμβάνεται από κυνηγετικές οργανώσεις, όπως εν προκειμένω, γίνεται με απόφαση της εποπτεύουσας δασικής αρχής ύστερα από σχετική εισήγηση του εργοδότη.
Ο εκκαλών, όπως συνομολογεί ο ίδιος, προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη κυνηγετική οργάνωση (σωματείο) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως ιδιωτικός φύλακας θήρας σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρθρου 267 § 3 του ΝΔ 86/1969. Με την διάταξη αυτή, η οποία αναφέρεται στην πρόσληψη και την κατάσταση των ιδιωτικών θηροφυλάκων που προσλαμβάνονται από κυνηγετικές οργανώσεις ή ιδιοκτήτες ιδιωτικών εκτάσεων, δεν παρέχεται καμία και σε κανένα όργανο του Κράτους (Υπουργό Γεωργίας ή άλλο) εξουσιοδότηση για ρύθμιση θεμάτων προσλήψεως και απολύσεως αυτών (ιδιωτικών θηροφυλάκων) και ως εκ τούτου η ως άνω Υπουργική απόφαση που ρυθμίζει αντίστοιχα θέματα είναι συνταγματικώς ανίσχυρη και δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως στηριζόμενη σε ανύπαρκτη νομοθετική εξουσιοδότηση, αφού τέτοια εξουσιοδότηση για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα (άρθρο 43 §§2 και 4) πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να παρέχεται με συγκεκριμένη διάταξη νόμου και για επακριβώς καθοριζόμενα θέματα.
Αντίθετα, νομοθετική εξουσιοδότηση για ρύθμιση τέτοιων θεμάτων με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας παρέχεται με την § 2 του άρθρου 267 του ΝΔ 86/1969 για τους θηροφύλακες που προσλαμβάνονται από το Κράτος και αμείβονται από το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας - Κτηνοτροφίας και Δασών, οι οποίοι είναι άσχετοι με τους ιδιωτικούς θηροφύλακες της § 3 του άρθρου τούτου που προσλαμβάνουν με δαπάνη τους οι κυνηγετικές οργανώσεις.
Τα παραπάνω δεν αναιρούν το γεγονός ότι κατά το νόμο (άρθρο 267 § 3 ΝΔ 86/ 1969) και οι ιδιωτικοί θηροφύλακες πριν από την πρόσληψή τους αναγνωρίζονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας μετά από πρόταση της αρμόδιας δασικής αρχής ως φύλακες θήρας για να εξομοιωθούν, πλην της αντιμισθίας, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις με τους δημόσιους θηροφύλακες της παραγράφου 1 του άρθρου 267, διότι η εξομοίωση αυτή, όπως προκύπτει από το σκοπό του νόμου και την γραμματική του διατύπωση, δεν καταλαμβάνει και τις διαφορετικές ρυθμίσεις που θέλει ο νόμος στις έννομες σχέσεις των ως άνω κατηγοριών θηροφυλάκων (ιδιωτικών, δημοσίων) με τους αντισυμβαλλόμενους αυτών τρίτους λ.χ.
εργοδότες τους. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε ως έγκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος ιδιωτικού θηροφύλακα από την εφεσίβλητη κυνηγετική οργάνωση που ήταν και ο εργοδότης του, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να θεωρήσει ανίσχυρη για έλλειψη νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και να μην εφαρμόσει την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 της Υ.Α. 60548/894/22-2-1995, με την οποία τροποποιήθηκε η αναφερόμενη στην αίτηση αναίρεσης αντίστοιχη διάταξη της με αριθμό 162527/3329/1981 (ΦΕΚ 476/Β/81) Υ.Α., υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη θεωρώντας ανίσχυρη την παραπάνω Υπουργική Απόφαση, υπό την ισχύ της οποίας έγινε η ένδικη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος, αφού αυτή δημοσιεύθηκε μεν στο ΦΕΚ 163/β/9-3-1995, όμως εκδόθηκε χωρίς εξουσιοδότηση της § 3 του άρθρου 267 του Ν.Δ. 89/1969 που αφορά του ιδιωτικούς θηροφύλακες (και όχι της § 2 αυτού που αφορά τους δημόσιους θηροφύλακες) και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη και κατά το άρθρο 6 αυτής που ορίζει ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης ιδιωτικών θηροφυλάκων λόγω πειθαρχικού παραπτώματος γίνεται με απόφαση της εποπτεύουσας δασικής αρχής ύστερα από σχετική εισήγηση του εργοδότη.
ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από την συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός των όσων αναφέρθηκαν, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση και τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από το πρώτο αναιρεσίβλητο σωματείο την 1-8-1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και με την ειδικότητα του ομοσπονδιακού ιδιωτικού θηροφύλακα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του φύλακα θήρας στην περιφέρεια φύλαξης του αναιρεσιβλήτου. Στις 24-8-2001 το αναιρεσίβλητο δια του νόμιμου εκπροσώπου του και αφού προηγήθηκε απόφαση του Δ.Σ.
κατάγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, επιδίδοντας σ' αυτόν στις 27-8-2001 μαζί με το έγγραφο της καταγγελίας και την από 24-8-2001 εξώδικη δήλωσή του με την οποία καλούσε τον αναιρεσείοντα να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης, την οποία θα προσέφερε σ' αυτόν δια χειρός της δικαστικής επιμελήτριας.
πριν από την απόλυσή του ο αναιρεσείων ήταν ιδρυτικό μέλος και μέλος της προσωρινής διοίκησης του υπό ίδρυση σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο θηροφυλάκων και υπαλλήλων κυνηγετικών οργανώσεων Πελοποννήσου και Ιονίων Νήσων", το οποίο αναγνωρίστηκε στις 4-10-2001 με την 331/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Ο εκπρόσωπος του πρώτου αναιρεσιβλήτου σωματείου έλαβε γνώση της ως άνω συνδικαλιστικής ιδιότητα του αναιρεσείοντος περί τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου 2001, δηλαδή μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, όπως τούτο βεβαιώνεται από τους αναφερόμενους μάρτυρες του αναιρεσιβλήτου, χωρίς οι καταθέσεις τους να αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 331/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με το να δεχθεί ότι με την απόφαση αυτή αναγνωρίστηκε στις 4-10-2001 το ως άνω σωματείο, οπότε το πρώτο αναιρεσίβλητο έλαβε γνώση της συνδικαλιστικής ιδιότητας του αναιρεσείοντος, και όχι στις 4-5-2001 που δημοσιεύτηκε η απόφαση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, το Εφετείο δεν σχημάτισε το παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα περί της γνώσης της συνδικαλιστικής ιδιότητας του αναιρεσείοντος από τη δημοσίευση της προαναφερόμενης απόφασης, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτήν, αλλά συνεκτίμησε αυτήν με τις λοιπές αποδείξεις.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 788/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ