35/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated35/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ αυτού η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 εδ. ε' του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 35 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου B. M. του D., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Νιγρίτας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, για αναίρεση της απόφασης 239/2022 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην αρ. πρωτ. 20/2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 668/23.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, με αριθμ. πρωτ. 20/2023 αίτηση του κατηγορουμένου B. (επων.) M. (ον.) του D. και της F., για αναίρεση της με αριθμ. 239/2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που τον καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης (κατοχή και αποθήκευση) ναρκωτικών ουσιών από υπότροπο, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000,00 ευρώ, σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή πενήντα (50.000,00) ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ενώπιον του γραμματέα του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, με αριθμ. πρωτ. ...2023, και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την, καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 7/6/2023 στο ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, 474 παρ. 1, και άρθρο 168 παρ.1 εδ. γ' και δ' του ίδιου Κώδικα) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι α) στην έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και β) την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, αντίστοιχα). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων της.
ΙΙ. [1] Με το Ν. 4139/20-3-2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. 74/20-3-2013, τεύχος πρώτο), με το άρθρο 100 του οποίου καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του (20- 3-2013) ο Ν. 3459/2006, εκτός από τα άρθρα 1 παρ. 1, 58 και 61 αυτού, ρυθμίζονται οι παραβάσεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα, το άρθρο 20 παρ. 1, 2 και 3 του ανωτέρω Ν. 4139/2013, ορίζει ότι: "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ", 2.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως, μεταξύ άλλων, η αποθήκευση, η κατοχή, ... 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης.
Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία". Με το ανωτέρω άρθρο τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, ενώ ως "κατοχή" ναρκωτικών, νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη βούλησή του να τα διαθέτει πραγματικά σε τρίτους (ΑΠ 1076/2023, ΑΠ 1243/2023, ΑΠ 1354/2022).
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση. Ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, δεν απαιτείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και, επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 1243/2023, ΑΠ 127/2022).
Το άρθρο 22 του Ν. 4139/2013 "Διακεκριμένες περιπτώσεις", στην παράγραφο 1 ορίζει ότι: "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος τελεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και 21 παράγραφος 1α: α) ...., β)...". 2. Με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος παράνομα:
α)..., β) ..., γ) είναι υπότροπος: υπότροπος θεωρείται όποιος, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος, έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία". Κατά το αναφερόμενο σε ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις άρθρο 23 του ίδιου ως άνω νόμου, στην παρ. 2 εδ.
α', ορίζεται ότι με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22 : α) όταν κατ` επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ` επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000,00) ευρώ.
Το ανωτέρω όφελος δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 4139/2013, αλλά διευκρίνιση προϋπόθεσης που προϋπήρχε σιωπηρά και στις περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών των άρθρων 23 και 23Α του ν.3459/2005, ενόψει του ότι ο σκοπός οφέλους αποτελεί, κατά το άρθρο 13 (εδ.
στ) και ήδη ε του ΠΚ βασικό στοιχείο της τέλεσης μιας πράξης κατ' επάγγελμα (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 422/2023, ΑΠ 78/2021). Η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου για το ότι το σωρευτικά απαιτούμενο από τη διάταξη αυτή ύψος του προσδοκώμενου οφέλους είναι ανώτερο του ποσού των 75.000 ευρώ, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, αλλά η σχετική αυτή κρίση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.
Δεν αρκεί δηλαδή να εκτιμάται από το δικαστήριο, ότι το προσδοκώμενο όφελος του δράστη από τη διακίνηση των ναρκωτικών υπερβαίνει απλώς το άνω ποσό των 75.000 ευρώ, αλλά για την εξεύρεση του ύψους του προσδοκώμενου οφέλους του διακινητή ναρκωτικών ουσιών, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά, με παράθεση πραγματικών περιστατικών, το προσδοκώμενο, ήτοι το επιδιωκόμενο και αναμενόμενο όφελος, κέρδος ή αμοιβή, που αντικειμενικά είναι πρόσφορο να προσποριστεί στο συγκεκριμένο δράστη από τη διακίνηση της συγκεκριμένης ποσότητας και είδους ναρκωτικών.
Όταν η διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών διαπράττεται από περισσότερους από έναν δράστες "από κοινού", το προσδοκώμενο όφελος, το ύψος του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, προσδιορίζεται μια φορά και αντιστοιχεί σε όλους μαζί τους δράστες, ανεξάρτητα από τη μορφή συμμετοχής εκάστου και ανεξάρτητα πόσοι εξ αυτών είναι γνωστής ταυτότητας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και πόσοι εξ αυτών έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, χωρίς το όφελος να επιμερίζεται μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 422/2023, ΑΠ 449/2022).
Δηλαδή πρέπει να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία δικαιολογείται η προσδοκία κέρδους (οφέλους, αμοιβής), ήτοι περιστατικά διακίνησης συγκεκριμένης ποσότητας και είδους ναρκωτικών, που αντικειμενικά είναι πρόσφορα να προσπορίσουν το προσδοκώμενο όφελος, που ανέρχεται πάνω από 75.000 ευρώ, στο οποίο ο εν λόγω δράστης ή οι δράστες αποβλέπουν, όπως τέτοιο περιστατικό είναι το αντίτιμο ανά γραμμάριο από την πώληση της διακινούμενης ποσότητας του συγκεκριμένου ναρκωτικού είδους στην παράνομη αγορά ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι απαραίτητο για τον προσδιορισμό του εν λόγω προσδοκώμενου οφέλους, να αφαιρεθεί από την αγοραία αυτή τιμή πώλησης το κόστος αγοράς, εισαγωγής ή μεταφοράς της συγκεκριμένης διακινούμενης ποσότητας ναρκωτικών, καθόσον πρόκειται για παράνομο όφελος από εγκληματική δραστηριότητα, η οποία μάλιστα τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και όχι για νόμιμο κέρδος από νόμιμη φορολογούμενη εμπορική δραστηριότητα, που προσδιορίζεται, αφού αφαιρεθούν από την τιμή πώλησης οι δαπάνες κτήσης του νόμιμου εμπορεύματος, όπως είναι το κόστος αγοράς, εισαγωγής και μεταφοράς του (ΑΠ 78/2021), το οποίο, άλλωστε, υπολογίζεται συνήθως βάσει των νομίμως εκδιδομένων σχετικών τιμολογίων.
Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε άτοπα αποτελέσματα και ο εφαρμοστής του δικαίου θα ήταν υποχρεωμένος να διεισδύει στις εσωτερικές συμφωνίες μεταξύ του δράστη παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και των αγνώστων, επίσης, παρανόμως δρώντων προμηθευτών ή μεταφορέων, οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, είναι άδηλες έναντι των τρίτων και δικαστικώς αναπόδεικτες (Ολ ΑΠ 1/2015, ΑΠ 422/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. ε του ΠΚ κατ` επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο υπαίτιος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του υπαιτίου για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατ` επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του.
Επίσης, κατ` επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 828/2023, ΑΠ 607/2023, ΑΠ 1495/2022).
Εξάλλου, με το νέο ΠΚ καταργήθηκαν οι διατάξεις που αναφέρονται στους υπότροπους εγκληματίες, για τους οποίους προβλεπόταν βαρύτερη μεταχείριση (άρθρα 88-90 προϊσχύσαντος ΠΚ). Παράλληλα, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ. 5 του νέου ΠΚ, ορίσθηκε ότι: "Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν".
Επομένως, η κατάργηση των ως άνω διατάξεων περί υπότροπου εγκληματία επεκτείνεται και στο Ν. 4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών (ΑΠ 1082/2023, ΑΠ 1243/2023, ΑΠ 998/2023). Η υποτροπή συνιστά απλώς επιβαρυντική περίσταση, που έχει ως συνέπεια την επαύξηση των ορίων της ποινής για τον υπότροπο δράστη και όχι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του οποιουδήποτε αδικήματος, όπως π.χ.
και εκείνου της τέλεσης της διακίνησης ναρκωτικών "από υπότροπο" του άρθρου 22 παρ. 2 εδ. γ του ν. 4139/2013, τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του οποίου καθορίζονται στο άρθρο 20 του άνω νόμου, όπου τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσης του (ΑΠ 1082/2023).
Περαιτέρω, με το άρθρο 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν ενδιαφέρει εάν από τον ειδικό ποινικό νόμο μαζί με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται και χρηματική ποινή αλλά εάν η μόνη προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή είναι αυτή της ισόβιας κάθειρξης και όχι διαζευκτικά και κάποια άλλη στερητική της ελευθερίας ποινή.
Η λέξη "μόνο" αναφέρεται στη στερητική της ελευθερίας ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ανεξάρτητα αν προβλέπεται μαζί με αυτήν και χρηματική ποινή. Με τη ρύθμιση αυτή του άρθρου 463 παρ. 4, επέρχεται εναρμονισμός των ποινών των ειδικών ποινικών νόμων, σε καθένα των οποίων δεν ήταν δυνατόν να γίνει συγκεκριμένη αναφορά, με αυτές του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 4855/12-11-2021.
Για το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικής ουσίας κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος του δράστη που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 α' του ως άνω Ν. 4139/2013 προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή από 50.000 έως 1.000.000 ευρώ.
Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη μετά την εφαρμογή του άρθρου 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, καθώς πλέον απειλείται για την πράξη αυτή διαζευκτικά, εκτός από την στερητική της ελευθερίας ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών έως δεκαπέντε (15) ετών (άρθρ. 52 παρ. 2 του νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τα άρθρα 6 και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024 ) (ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 1418/2023), ενώ από την 1-7-2019 που άρχισε να ισχύει ο νέος Π.Κ. (άρθρο δεύτερο του Ν. 4619/2019 και άρθρο 460 του νΠΚ), δεν υφίσταται η ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, της οποίας το προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ (άρθρο 23 παρ. 2α του Ν. 4139/2013), από δράστη υπότροπο αλλά η ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών του οποίου το προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, ήτοι η περίπτωση του άρθρου 20 του ν. 4139/2013 τελούμενη κατ' επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση που υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 ευρώ, που τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ μέχρι 1.000.000 ευρώ (ΑΠ 998/2023, ΑΠ 1040/2022). [2] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος ΚΠΔ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του, με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης.
Πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον κατ' επιλογήν (ΟλΑΠ 3/2012, Ολ ΑΠ 1/2005). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή (Ολ ΑΠ 3/2012, ΑΠ 1322/2023), για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί ο κατ' είδος ή κατά κατηγορίες προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους ούτε μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Επίσης, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 998/2023, ΑΠ 946/2022). [3] Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 382/2024).
I
ΙΙ. [1] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 239/2022 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος, (επ.) B. (ον.) M.
του D. και της F., ο οποίος γεννήθηκε στην Αλβανία κατά το έτος 1984, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με χρηματική ποινή και με στερητική της ελευθερίας ποινή. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στη Θεσσαλονίκη, στις 23-1-2020, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με πρόθεση, χωρίς να είναι εξαρτημένος από τις ναρκωτικές ουσίες χρήστης ναρκωτικών ουσιών, διακίνησε παράνομα, με τη μορφή της κατοχής και αποθήκευσης, ναρκωτικά, κατά την έννοια του νόμου, (ήτοι του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 4139/2013), δηλαδή ουσίες με διαφορετική χημική δομή και δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Β' και Β' περ. 3 του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3459/2006.
Συγκεκριμένα :1) Στον προαναφερόμενο χρόνο και στους ανωτέρω ειδικότερους τόπους, ενεργώντας με πρόθεση και έχοντας τη φυσική εξουσίαση, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούλησή του να διαθέτει πραγματικά, κατείχε :α) έμπροσθεν πολυκατοικίας, όπου κείται η οικία του, επί της οδού ..., μία (1) συσκευασία που περιείχε ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, βάρους (8,4) γραμμαρίων, που βρέθηκε επάνω του μετά από νομότυπη σωματική έρευνα, που διενήργησαν οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Σερρών, β) σε διαμέρισμα της ως άνω πολυκατοικίας:
ι) τριάντα οκτώ (38) δέματα ακατέργαστης κάνναβης, βάρους (1.140), (1.150), (1.090), (1.090) (1.120), (1.180), (1.130), (1.130), (1.145), (1.095), (1.180), (1.170), (1.135), (1.150), (1.140), (1.140), (1.145), (1.130), (1.145), (1.145), (1.180), (1.195), (1.155), (1.165), (1.120), (1.130), (695), (625), (635), (625), (600), (600), (590), (605), (635), (570), (600) και (560) γραμμαρίων, αντίστοιχα, και ιι) δύο (2) συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα κοκαΐνης βάρους (10) και (2) γραμμαρίων, αντίστοιχα, τα οποία (δέματα και συσκευασίες) βρέθηκαν μετά από νομότυπη κατ' οίκον έρευνα, που διενήργησαν οι αστυνομικοί της ως άνω αστυνομικής υπηρεσίας.
Τις προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού βάρους (37.043) γραμμαρίων, και κοκαΐνης, συνολικού βάρους (12) γραμμαρίων, κατείχε ο κατηγορούμενος με σκοπό την περαιτέρω καθ' οιονδήποτε τρόπο διακίνησή τους. 2) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο και δη στο ανωτέρω διαμέρισμα ο κατηγορούμενος ενεργώντας με πρόθεση, αποθήκευσε τις αναφερόμενες ανωτέρω ποσότητες ακατέργαστης κάνναβης και κοκαΐνης τις οποίες φύλασσε με όρους ασφαλείας καθιστώντας κατ' αυτόν τον τρόπο την πρόσβαση σε τρίτους εξαιρετικά δύσκολη και δυσχεραίνοντας έτσι τις έρευνες των αστυνομικών αρχών.
Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τις μορφές της κατοχής και αποθήκευσης κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών (των ως άνω αξιόποινων πράξεών του), (στην υποδομή αυτή περιλαμβάνεται επιτήδειος οργανωμένος και μεθοδικός τρόπος τέλεσης των πράξεων αυτών και όλος ο σχεδιασμός δράσης είναι μεθοδικός), προκύπτει σκοπός του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος και, μάλιστα, πολύ σημαντικού εισοδήματος, με βάση την αγοραία αξία των ναρκωτικών ουσιών που κατείχε.
Πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος ήταν μέλος κυκλώματος εμπόρων ναρκωτικών, στο οποίο δεν είχε ευκαιριακή ή βοηθητική θέση, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι κατείχε κυριαρχική θέση στην όλη δομή του κυκλώματος, διατηρώντας με τα λοιπά μέλη του κυκλώματος στενή επαφή, το ανωτέρω δε κύκλωμα δρούσε στην Αλβανία και διακινούσε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, όπως αυτό καταδεικνύεται από την επίδικη, μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης αλλά και από την ποσότητα κοκαΐνης που περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου, και ο ίδιος αποθήκευσε τις ποσότητες αυτές (οι οποίες κατασχέθηκαν), με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση και εμπορία τους (με πώληση) σε τρίτους, για τον πορισμό εισοδήματος καθόσον ο ίδιος είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών από πολλά έτη, είχε δε ανάγκη μεγάλων χρηματικών ποσών, για να αγοράζει ναρκωτικές ουσίες και είχε δημιουργήσει μεγάλα χρέη από την αιτία αυτή προς εμπόρους ναρκωτικών ουσιών, καθώς, επίσης δεν εργαζόταν μόνιμα, για να κερδίζει τα αναγκαία για το βιοπορισμό του χρήματα, αφού δεν αποδείχθηκε κατ' ουσία ο ισχυρισμός του περί σταθερής απασχόλησής του στις οικοδομικές εργασίες του αερολιμένα Θεσσαλονίκης και δεν είχε εισόδημα από άλλη πηγή.
Εξάλλου, ισχυρό στοιχείο της κατ' επάγγελμα τέλεσης των επίδικων αξιόποινων πράξεών του είναι και ο γενόμενος επιμερισμός της όλης (επίδικης) ποσότητας ινδικής κάνναβης σε 38 μικρότερες συσκευασίες και η επιμελημένη, όπως αποδείχθηκε, συσκευασία της κάνναβης με διάφανη μεμβράνη και με παρεμβολή αρωματικών ουσιών και ελαίων μεταξύ αυτής (της μεμβράνης) και των ναρκωτικών ουσιών, προκειμένου να καταστεί όσο το δυνατό δυσχερέστερη η ανίχνευση των ναρκωτικών ουσιών από τους ειδικά εκπαιδευμένους αστυνομικούς σκύλους, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να οσμίζονται τις ναρκωτικές ουσίες.
Επομένως, ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που διαπράττει το ως άνω αδίκημα υπό τις προαναφερθείσες ειδικότερες μορφές του, κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει για τη διακίνηση των μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του, (υλικά συσκευασίας, ήτοι γάντια μίας χρήσης και διάφανη μεμβράνη και αρωματικές ουσίες, με σκοπό των επιμερισμό των ναρκωτικών ουσιών σε περισσότερες συσκευασίες ώστε να διακινούνται ευχερώς χρήση κινητού τηλεφώνου για τις παράνομες συναλλαγές του, χρήση άλλου κινητού τηλεφώνου και μίας άλλης κάρτας SIM), προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από τη συνεχή διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, αφού οι σημαντικές ως άνω ποσότητες κάνναβης και κοκαΐνης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τις οποίες, καίτοι άεργος, προμηθεύτηκε αυτός με ιδιάζουσα ευχέρεια και υπό συνθήκες οργάνωσης, προπαρασκευής και ετοιμότητας, που αποδεικνύουν την εμπλοκή του σε ευρύτερο κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος προς βιοπορισμό από την εμπορία των ναρκωτικών ουσιών.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εξαναγκάστηκε να τελέσει την πράξη της συγκεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, όταν άτομα αλβανικής καταγωγής, στα οποία εντελώς αόριστα αναφέρθηκε στη διάρκεια της απολογίας του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ενώπιον του αντίστοιχου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να τα προσδιορίζει συγκεκριμένα, τα οποία του προμήθευαν ναρκωτικές ουσίες για δική του χρήση, άρχισαν να απειλούν τον ίδιο και τα άλλα μέλη της πατρικής οικογένειάς του, προκειμένου να εξοφλήσει το μεγάλο χρέος του προς αυτούς το οποίο είχε ανακύψει από την αγορά ναρκωτικών ουσιών προς ιδία χρήση, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν επιβεβαιώθηκε η βασιμότητά του από το σύνολο του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού.
Το προσδοκώμενο όφελος του κατηγορουμένου από την τέλεση της επίδικης αξιόποινης πράξης του υπερβαίνει, αναμφίβολα, το ποσό των 75.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 185.577 ευρώ, όπως ο μάρτυρας κατηγορητηρίου, Σ. Σ. αστυνομικός, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ακόμη και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι θα διέθετε τις προαναφερόμενες (επίδικες) ποσότητες ναρκωτικών ουσιών στην αγορά ανά κιλό (και όχι ανά γραμμάριο).
Παρά τα εκ μέρους του κατηγορουμένου υποστηριζόμενα, ο νόμος 4139/2013 δεν απαιτεί για τον προσδιορισμό της αξίας των ναρκωτικών ουσιών την αφαίρεση των εξόδων, επομένως και (την αφαίρεση) της τιμής αγοράς των ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες κατέχει ο δράστης (...). Επίσης αποδείχθηκε ότι την επίδικη αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής και αποθήκευσης τέλεσε ο κατηγορούμενος καθ' υποτροπή, καθόσον εντός της προηγούμενης δεκαετίας μέχρι την τέλεση της ως άνω (επίδικης) αξιόποινης πράξης του καταδικάσθηκε αμετάκλητα για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, και, συγκεκριμένα, δυνάμει της υπ' αριθμόν 46/4.2.2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας κρίθηκε ως ένοχος και καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της εισαγωγής κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Τέλος, σχετικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί εξάρτησης αυτού από τις ναρκωτικές ουσίες ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται από το Δικαστήριο τούτο ως αβάσιμος κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί, διότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η από 8-5-2020 "Εκθεση Ψυχιατρικής Πραγματογνωμοσύνης" του Ο.ΚΑ.ΝΑ., (ορθή επανακοινοποίηση 3-3- 2021), δεν προκύπτει ούτε το ακριβές είδος των ναρκωτικών ουσιών, των οποίων κάνει χρήση ο κατηγορούμενος ούτε ο χρόνος χρήσης αυτών ούτε η συχνότητα της χρήσης.
Αντίθετα, ο κατηγορούμενος δήλωσε κατά τη σύλληψή του από τους αστυνομικούς ότι είναι περιστασιακός χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Επίσης, το συμπέρασμα της ανωτέρω έκθεσης ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην αναφορά του εξετασθέντος (κατηγορουμένου) και όχι σε ευρήματα κλινικής ψυχιατρικής έρευνας και πολυήμερης ψυχιατρικής παρακολούθησης.
Επίσης, από την με ημερομηνία 2-4-2021 βεβαίωση του Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ελεώνα Θηβών προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μόλις στις 18-3-2021, (δηλαδή μετά τη διακοπή της αντίστοιχης πρωτοβάθμιας ποινικής δίκης που άρχισε στις 16-3-2021), άρχισε να παρακολουθεί την πρώτη φάση του προγράμματος απεξάρτησης (φάση προετοιμασίας - κινητοποίησης), έχοντας προφανώς ως σκοπό την ευμενή μεταχείρισή του από τα ποινικά δικαστήρια κατά την εκδίκαση της επίδικης υπόθεσής του.
Επομένως, στοιχειοθετείται υποκειμενικά και αντικειμενικά η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο (επίδικη) αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη μορφή της κατοχής και αποθήκευσης από υπότροπο, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ. Οι αντίθετοι προς την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης των επίδικων πράξεών του, δηλαδή η ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών του άρθρου 23 παρ. 2 εδ.
α' του ν. 4139/2013, αλλά συντρέχει η περίπτωση της απλής διακίνησης ναρκωτικών του άρθρου 20 του ίδιου νόμου, την οποία δήθεν τέλεσε ως εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, διότι δήθεν συντρέχει στο πρόσωπό του η περίπτωση του άρθρου 30 του ίδιου ως άνω νόμου, ότι δηλαδή αυτός (ο κατηγορούμενος) έχει αποκτήσει την έξη να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να αποβάλει αυτή την έξη του με τις δικές του δυνάμεις, και ότι, συνακόλουθα, πρέπει να τύχει της ποινικής μεταχείρισης της παρ. 4 του πιο πάνω άρθρου, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ειδικότερα, οι αντίθετοι προς την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ισχυρισμοί του κατηγορουμένου αξιολογούνται ως ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν για τους εξής λόγους: α) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης του έφερε την ιδιότητα του τοξικομανούς, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στη διάρκεια της δίκης αυτής δεν αποδείχθηκε, αναμφίβολα, εξάρτηση του κατηγορουμένου από τις ναρκωτικές ουσίες.
Αντίθετα, από την εξαιρετική εξωτερική εμφάνιση του κατηγορουμένου, (την οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο τούτο, παρατηρώντας τον κατηγορούμενο στη διάρκεια της δίκης αυτής), τεκμαίρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ένας εντελώς υγιής άνδρας, ο οποίος δεν παρουσιάζει κανένα από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των τοξικομανών, (ήτοι ισχνό και χλωμό πρόσωπο, ισχνό σώμα, διογκωμένες φλέβες των χεριών, κατεστραμμένες οδοντοστοιχίες και άλλα παρόμοια γνωρίσματα των τοξικομανών).
Επίσης, τεκμαίρεται ότι ο κατηγορούμενος δεν υπήρξε τοξικομανής ούτε κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή στις 23.01.2020.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά την τέλεση της επίδικης αξιόποινης πράξης του ήταν τοξικομανής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το γεγονός ότι, ενδεχομένως, ο κατηγορούμενος έκανε στο παρελθόν χρήση ορισμένων ναρκωτικών ουσιών, (και, προφανώς, σε πολύ μικρές δόσεις, οι οποίες δεν προκαλούν καταστρεπτικά αποτελέσματα στον οργανισμό του και στην εξωτερική εμφάνισή του), δεν επαρκεί, προκειμένου να χαρακτηριστεί αυτός ως τοξικομανής και να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο ως τοξικομανής.
Επίσης, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να παρακολουθήσει τα προγράμματα αποτοξίνωσης, τα οποία εφαρμόζουν οι κρατικοί φορείς αποτοξίνωσης των τοξικομανών, (λ.χ. ο Ο.ΚΑ.ΝΑ και το ΚΕ.Θ.Ε.Α), δεν μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα και ασφάλεια στο σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, αφού η παρακολούθηση αυτών των προγραμμάτων αποτοξίνωσης διενεργείται πολλές φορές από όσους κατηγορούνται για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών, προκειμένου να επιτύχουν την εκ μέρους των ποινικών δικαστηρίων αναγνώρισή τους ως τοξικομανών και να αποφύγουν την επιβολή αυστηρών ποινών σε βάρος τους, τις οποίες προβλέπει ο νόμος περί ναρκωτικών.
β) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στην επίδικη υπόθεση δεν πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 23§2-α Ν. 4139/2013, διότι δεν αποδείχθηκε κατ' επάγγελμα τέλεση της επίδικης αξιόποινης πράξης του, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι: 1) Αρχικά, στη διάρκεια της δίκης αυτής αποδείχθηκε, αναμφίβολα, η κατ' επάγγελμα ενασχόληση του κατηγορουμένου με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω εκτενώς. 2) Άλλωστε, στη διάρκεια της δίκης αυτής αποδείχθηκε, αναμφίβολα, ότι η αγοραία αξία των επίδικων ποσοτήτων κάνναβης ήταν αρκετά μεγαλύτερη από το χρηματικό ποσό των 75.000 ευρώ και τεκμαίρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε ως σκοπό να αποκομίσει το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, (το μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ), ως ατομικό κέρδος του από τη διακίνηση των επίδικων ποσοτήτων κάνναβης.
γ) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η κατηγορία, η οποία αποδίδεται σ' αυτόν, (ως παράβαση του άρθρου 23 Ν. 4139/2013), πρέπει να μεταβληθεί σε κατηγορία παράβασης της βασικής μορφής του αδικήματος (του άρθρου 20 Ν. 4139/2013), αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η αγοραία αξία των επίδικων ποσοτήτων κάνναβης ήταν μεγαλύτερη από το ποσό των 75.000 ευρώ, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω εκτενώς, και, συνεπώς, η επίδικη αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου δεν είχε ως αντικείμενο μια μικρή ποσότητα κάνναβης, η οποία θα απέφερε περιουσιακό όφελος, μικρότερο των 75.000 ευρώ, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια να εμπίπτει η αξιόποινη πράξη στη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Ν. 4139/2013, αλλά είχε ως αντικείμενο μια μεγάλη ποσότητα κάνναβης, η οποία θα απέφερε περιουσιακό όφελος, μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ, γεγονός που έχει ως συνέπεια να εμπίπτει η επίδικη αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου στη διάταξη του άρθρου 23 § 2-α του Ν. 4139/2013.
δ) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η κατηγορία, η οποία αποδίδεται σ' αυτόν, (ως παράβαση του άρθρου 23 Ν. 4139/2013), πρέπει να μεταβληθεί σε κατηγορία παράβασης της βασικής μορφής του αδικήματος (του άρθρου 20 Ν. 4139/2013), διότι καταργήθηκε η επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής, αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στη διάρκεια της δίκης αυτής αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι εντός της προηγούμενης δεκαετίας, (δηλαδή στη διάρκεια της δεκαετίας πριν την τέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης του), ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε αμετάκλητα για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό κακουργήματος, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, και, συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμόν 46/4.2.2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας ο κατηγορούμενος κρίθηκε ως ένοχος και καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της εισαγωγής, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Συνεπώς, στην επίδικη υπόθεση συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις που δικαιολογούν την εφαρμογή της παραγράφου 2 περ. γ' του άρθρου 22 του νόμου 4139/2013, με την οποία προβλέπεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ για όποιον είναι υπότροπος και καταδικάζεται (εκ νέου) για παράβαση του άρθρου 20 του Ν. 4139/2013.
Ως υπότροπος θεωρείται όποιος, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία, (βλ. ΑΠ 1804/2016, ΑΠ 1/2015, ΑΠ 39/2015 ΤΝΠληρ ΝΟΜΟΣ) Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ο συγκεκριμένος (υπό στοιχείο δ) ισχυρισμός του κατηγορουμένου αποβαίνει αλυσιτελής για την έκβαση τούτης της δίκης και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Δικαστήριο (τούτο) αποφάνθηκε ήδη ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε αξιόποινη πράξη, η οποία εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 23 του ως άνω νόμου (Ν. 4139/2013), όπου τυποποιούνται ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, και με την παράγραφο 2-α του άρθρου αυτού ορίζεται ότι ο δράστης τέτοιας αξιόποινης πράξης τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, (δηλαδή ο δράστης της αξιόποινης πράξης του άρθρου 23 § 2-α του Ν. 4139/2013 τιμωρείται με πολύ βαρύτερη ποινή από την ποινή, την οποία προβλέπει η διάταξη του άρθρου 22 § 1 του νόμου 4139/2013.
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι "στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις τέλεσε το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με χρηματική ποινή και με στερητική της ελευθερίας ποινή.
Ειδικότερα: Στη Θεσσαλονίκη, στους ειδικότερα κατωτέρω αναφερόμενους τόπους, στις 23-1-2020, ενεργώντας με πρόθεση, χωρίς να είναι εξαρτημένος χρήστης, διακίνησε παράνομα, με τη μορφή της κατοχής και αποθήκευσης, ναρκωτικά, κατά την έννοια του νόμου, (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 4139/2013), ήτοι ουσίες με διαφορετική χημική δομή και δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Β' και Β' περ.3 του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3459/2006.
Συγκεκριμένα: 1) Στον προαναφερόμενο χρόνο και στους κατωτέρω ειδικότερους τόπους ενεργώντας με πρόθεση, έχοντας τη φυσική εξουσίαση, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά την βούλησή του να διαθέτει πραγματικά, κατείχε: α) έμπροσθεν πολυκατοικίας, όπου κείται η οικία του, επί της οδού Μακεδονίας αρ. 6, μία (1) συσκευασία που περιείχε ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης βάρους (8,4) γραμμαρίων, το οποίο ανευρέθη επάνω του, κατόπιν νομότυπης σωματικής έρευνας που διενήργησαν οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Σερρών, β) σε διαμέρισμα της ως άνω πολυκατοικίας:
ι) σε τριάντα οκτώ (38) δέματα ακατέργαστης κάνναβης βάρους (1.140), (1.150),(1.090), (1.090) (1.120), (1.180), (1.130), (1.130), (1.145), (1.095), (1.180) (1.170), (1.135), (1.150), (1.140), (1.140), (1.145), (1.130), (1.145), (1.145), (1.180), (1.195), (1.155), (1.165), (1.120), (1.130), (695), (625), (635), (625), (600), (600), (590), (605), (635), (570), (600) και (560) γραμμαρίων αντίστοιχα και ii)σε δύο (2) συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα κοκαΐνης βάρους (10) και (2) γραμμαρίων, αντίστοιχα, τα οποία ανευρέθησαν, κατόπιν νομότυπης κατ' οίκον έρευνας που διενήργησαν οι αστυνομικοί της ως άνω υπηρεσίας.
Τις προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού βάρους (37.043) γραμμαρίων, και κοκαΐνης, συνολικού βάρους (12) γραμμαρίων, κατείχε με σκοπό την περαιτέρω καθ' οιονδήποτε τρόπο διακίνησή τους. 2) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο και δη στο ανωτέρω διαμέρισμα, ενεργώντας με πρόθεση, αποθήκευσε τις αναφερόμενες στην υπό στοιχ. 1 πράξη του κατηγορητηρίου, ποσότητες ακατέργαστης κάνναβης και κοκαΐνης, τις οποίες φύλασσε με όρους ασφαλείας, καθιστώντας κατ' αυτόν τον τρόπο την πρόσβαση σε τρίτους εξαιρετικά δύσκολη, καθότι το εν λόγω διαμέρισμα το χρησιμοποιούσε ως χώρο απόκρυψης ναρκωτικών ουσιών, δυσχεραίνοντας έτσι τις έρευνες των αστυνομικών αρχών.
Είναι δε πρόσωπο που διαπράττει το ως άνω αδίκημα υπό τις προαναφερθείσες ειδικότερες μορφές του, κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω πράξεων του αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει για τη διακίνηση των μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών που ανευρέθησαν, (υλικά συσκευασίας ήτοι γάντια μίας χρήσης και διάφανη μεμβράνη αλλά και τρίτες ουσίες, με σκοπό των επιμερισμό των ναρκωτικών ουσιών σε περισσότερες συσκευασίες και δυσχέρανση εντοπισμού των ναρκωτικών από σκύλους συνοδείας αστυνομικών, χρήση κινητού τηλεφώνου για τις παράνομες συναλλαγές, χρήση κινητού τηλεφώνου και μίας έτερης κάρτας SIM), προκύπτει σκοπός του για πόρισμά εισοδήματος από τη συνεχή διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, αφού οι σημαντικές ως άνω ποσότητες κάνναβης και κοκαΐνης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τις οποίες, καίτοι άεργος προμηθεύτηκε αλλεπάλληλα, με ιδιάζουσα ευχέρεια και υπό συνθήκες οργάνωσης προπαρασκευής και ετοιμότητας που μαρτυρούν την εμπλοκή του σε ευρύτερο κύκλωμα διακίνησης με μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος προς βιοπορισμό από την εμπορία ναρκωτικών.
Το προσδοκώμενο δε όφελός του υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ και δη ανέρχεται στο ποσό των 185.577 ευρώ, ενώ ο αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής και αποθήκευσης τέλεσε καθ' υποτροπήν, καθόσον εντός της προηγούμενης δεκαετίας μέχρι την τέλεση της ως άνω πράξης καταδικάσθηκε αμετάκλητα για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος και, συγκεκριμένα, δυνάμει της με αριθμό απόφασης 46/4.2.2014 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για την πράξη της εισαγωγής κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ".
Ακολούθως του επέβαλε για την άνω πράξη ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. [2] Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη μορφή της κατοχής και αποθήκευσης (ήτοι της βασικής μορφής), τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000,00 ευρώ, αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 12, 13 περ.
ε, 14, 16, 17, 18 εδ αβ, 26 εδα. 1, 27 του ΠΚ 1 παρ.1 και 2, πίνακας Α' αριθ.6 του Ν.3459/2006, καθώς και των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 20 παρ.1, 2, 3, 23 παρ. 2 εδ. α' του ν. 4139/2013 Π.Κ.. Ειδικότερα, αναφέρεται ο τρόπος τέλεσης της πιο πάνω πράξης της κατοχής και αποθήκευσης, της ναρκωτικής ουσίας ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης κατά τόπο, χρόνο, τρόπο φυσικής εξουσίασης, καθόσον τις ναρκωτικές ουσίες, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, με πρόθεση, κατείχε ο αναιρεσείων, α) σε ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, βάρους 8,4 γραμμαρίων, που βρέθηκαν επάνω του, μετά από νομότυπη σωματική έρευνα επάνω του, έμπροσθεν της πολυκατοικίας, όπου κείται η οικία του, επί της οδού ..., β) σε διαμέρισμα της ως άνω πολυκατοικίας:
ι) σε τριάντα οκτώ (38) δέματα ακατέργαστης κάνναβης, βάρους (1.140), (1.150), (1.090), (1.090) (1.120), (1.180), (1.130), (1.130), (1.145), (1.095), (1.180), (1.170), (1.135), (1.150), (1.140), (1.140), (1.145), (1.130), (1.145), (1.145), (1.180), (1.195), (1.155), (1.165), (1.120), (1.130), (695), (625), (635), (625), (600), (600), (590), (605), (635), (570), (600) και (560) γραμμαρίων, αντίστοιχα, και ιι) σε δύο (2) συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα κοκαΐνης βάρους (10) και (2) γραμμαρίων, αντίστοιχα, τα οποία (δέματα και συσκευασίες) βρέθηκαν μετά από νομότυπη κατ' οίκον έρευνα, που διενήργησαν οι αστυνομικοί της ως άνω αστυνομικής υπηρεσίας.
Ειδικότερα την ακατέργαστη κάνναβη, συνολικού βάρους (37.043) γραμμαρίων, και την κοκαΐνη, συνολικού βάρους (12) γραμμαρίων, κατείχε ο κατηγορούμενος με σκοπό την περαιτέρω καθ' οιονδήποτε τρόπο διακίνησή τους, τις οποίες φύλασσε με όρους ασφαλείας καθιστώντας κατ' αυτόν τον τρόπο την πρόσβαση σε τρίτους εξαιρετικά δύσκολη και δυσχεραίνοντας έτσι τις έρευνες των αστυνομικών αρχών.
Το ως άνω αδίκημα υπό τις ειδικότερες μορφές του σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης διαπράττει κατ' επάγγελμα, καθόσον, εκτός του ότι έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα, για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, σε βαθμό κακουργήματος, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος με τη με αριθμό 46/04-02-2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας για την πράξη της εισαγωγής κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης [με επιτήδειο οργανωμένο και μεθοδικό και επαγγελματικό τρόπο τέλεση της διακίνησης των ένδικων ναρκωτικών ουσιών, επιμερισμό της όλης μεγάλης (επίδικης) ποσότητας ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε 38 δέματα, ήτοι περισσότερες συσκευασίες, με κατοχή από τον κατηγορούμενο υλικών συσκευασίας (γάντια μίας χρήσης, διάφανη μεμβράνη και αρωματικές ουσίες), ώστε να διακινούνται ευχερώς (με χρήση κινητού τηλεφώνου για τις παράνομες συναλλαγές του, με χρήση άλλου κινητού τηλεφώνου και μίας άλλης κάρτας SIM, επιμελημένη συσκευασία της κάνναβης με διάφανη μεμβράνη και με παρεμβολή αρωματικών ουσιών και ελαίων μεταξύ αυτής (της μεμβράνης) και των ναρκωτικών ουσιών, προκειμένου να καταστεί όσο το δυνατό δυσχερέστερη η ανίχνευση των ναρκωτικών ουσιών από τους ειδικά εκπαιδευμένους αστυνομικούς σκύλους), ως μέλος κυκλώματος εμπόρων ναρκωτικών, που δρούσε στην Αλβανία και διακινούσε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, στο οποίο (κύκλωμα) δεν είχε ευκαιριακή ή βοηθητική θέση αλλά κυριαρχική θέση στην όλη δομή του κυκλώματος, διατηρώντας με τα λοιπά μέλη του κυκλώματος στενή επαφή, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση και εμπορία τους (με πώληση) σε τρίτους, με μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος, από την εμπορία αυτή], προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, από το οποίο, αποκλειστικά βιοπορίζονταν.
Τέλος, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία δικαιολογείται η προσδοκία κέρδους (οφέλους, αμοιβής), ήτοι περιστατικά διακίνησης συγκεκριμένης ποσότητας και είδους ναρκωτικών, που αντικειμενικά είναι πρόσφορα να προσπορίσουν στον συγκεκριμένο δράστη και το κύκλωμα με το οποίο συνεργαζόταν το προσδοκώμενο όφελος, που ανέρχεται πάνω από 75.000 ευρώ, στο οποίο ο εν λόγω δράστης, από κοινού με τους λοιπούς απέβλεψε και συμμετείχε.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται το αντίτιμο από την πώληση της διακινούμενης ποσότητας του συγκεκριμένου ναρκωτικού είδους ακατέργαστης κάνναβης στην παράνομη αγορά ναρκωτικών ουσιών, που ανέρχεται στο ποσό 185.577 ευρώ, χωρίς να είναι απαραίτητο όπως προαναφέρθηκε για τον προσδιορισμό του εν λόγω προσδοκώμενου οφέλους, να αφαιρεθεί από την αγοραία αυτή τιμή πώλησης το κόστος αγοράς, εισαγωγής ή μεταφοράς, καθόσον πρόκειται για παράνομο όφελος από εγκληματική δραστηριότητα και όχι για νόμιμο κέρδος από νόμιμη φορολογούμενη εμπορική δραστηριότητα, ενώ το όφελος προσδιορίζεται μια φορά για την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, ανεξάρτητα από τον αποδέκτη του οφέλους, τη μορφή συμμετοχής και άλλων προσώπων με τους οποίου συνεργάζονταν και ανεξάρτητα πόσοι εξ αυτών είναι γνωστής ταυτότητας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και πόσοι εξ αυτών έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, όπως ο αναιρεσείων, χωρίς το όφελος να επιμερίζεται μεταξύ τους.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τους οποίους ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το προσδοκώμενο όφελος και την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης διακίνησης των ανωτέρω ναρκωτικών ουσιών είναι αβάσιμοι.
Οι επιμέρους αιτιάσεις του πρώτου και δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τις οποίες ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος, ότι εσφαλμένα εκτίμησε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού είναι αβάσιμες διότι δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση της κατάθεσης του μάρτυρος αστυνομικού, υπό την επίφαση δε της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 607/2023, ΑΠ 812/2023). [3] Όμως, δεχθέν το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε μετά την 1-7-2019, της τέλεσης της ανωτέρω διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα με την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 463 παρ. 5 ΠΚ και 22 παρ. 2γ του ν. 4139/2013.
Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ είναι βάσιμος. [4] Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τα άρθρα 171 §2 και 333 §2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 181/2024, ΑΠ 1040/2022).
Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ΚΠοινΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ` του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, ούτε πολύ περισσότερο έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι` αυτόν (ΑΠ 826/2024, ΑΠ 181/2024).
Ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών ότι είναι εξαρτημένος χρήστης από ναρκωτικές ουσίες (τοξικομανής). Ειδικότερα, με το άρθρο 30 του ν. 4139/2013 γίνεται επιεικής ειδική μεταχείριση εξαρτημένων χρηστών από ναρκωτικές ουσίες και ορίζεται ότι: "Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του άρθρου αυτού και των άρθρων 31-35 (παρ. 1) Δράστης, στο πρόσωπο του οποίου κατά το χρόνο της πράξης συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, αν είναι υπαίτιος τέλεσης:
α) των πράξεων του άρθρου 29 παρ. 1 και 2 παραμένει ατιμώρητος, β) των πράξεων του άρθρου 20 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, γ) των πράξεων του άρθρου 21 παρ. 1 β και 2 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους και δ) των πράξεων του άρθρου 22 τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών (παρ.4)", ενώ σε αντίθεση με το άρθρο 30 παρ. 4 β' και γ του ν. 3459/2006, που τέθηκε με το άρθρο 18 Ν. 3727/2008 (ΦΕΚ Α 257/18.12.2008), που προέβλεπε ειδική μεταχείριση εξαρτημένων χρηστών και όταν συνέτρεχε η επιβαρυντική περίσταση του άνω άρθρου 23, όπως κατ' επάγγελμα τέλεσης, δεν προβλέπεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο (23-01-2020), πλέον με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 30 του νέου ν. 4139/2013, δυνατότητα ευνοϊκής μεταχείρισης εξαρτημένου από τα ναρκωτικά προσώπου, αν κατηγορείται και καταδικάζεται για ιδιαίτερα διακεκριμένη πράξη διακίνησης ναρκωτικών ουσιών του άρθρου 23, δηλαδή, όταν κατ' επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή όταν κατ' επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις περιπτώσεις αυτές υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ (ΑΠ 998/2023, ΑΠ 1040/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, επικαλούμενος ότι δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τον νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για τοξικομανία, επικαλούμενος ότι άγει σε ειδική μεταχείριση του εξαρτημένου, κατ' άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4139/2013, εκθέτοντας, ειδικότερα, ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση :
α) γιατί απέρριψε το πόρισμα των δύο εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης το οποίο κρίνει ως τοξικομανή τον αναιρεσείοντα, ενώ παράλληλα θεώρησε προσχηματική τη συμμετοχή του σε προγράμματα απεξάρτησης λόγω του χρονικού διαστήματος, στο οποίο εισήχθη, ενόψει ότι απαραίτητο στοιχείο για την εισαγωγή στο πρόγραμμα είναι η κρίση από τους ειδικούς του προγράμματος ως εξαρτημένου χρήστη και β) ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, ο οποίος στην κατάθεσή του αναφέρθηκε στα σημάδια στερητικού συνδρόμου κατά τη διάρκεια της σύλληψής του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως μη νόμιμος, είναι αβάσιμος, καθόσον, η τοξικομανία, κατά τον ένδικο κρίσιμο χρόνο (23-01-2020), δεν επιφέρει ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη που είναι υπαίτιος της πράξης του άρθρου 23 παρ. 2α του ν. 4139/2013, της κατ' επάγγελμα ανωτέρω διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000,00 ευρώ, για την οποία κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού η ως άνω πράξη δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των πράξεων του άρθρου 30 παρ. 4 του ως άνω νόμου (ΑΠ 998/2023, ΑΠ 1040/2022).
Επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στον προαναφερθέντα μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αν και απάντησε με την προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνοντας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι δεν ήταν τοξικομανής, με την έννοια ότι δεν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορούσε να αποβάλλει με δικές του δυνάμεις. [5] Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και ο περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.
Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Μεταξύ των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων είναι και οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του νέου ΠΚ, με στοιχ. δ' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος ...
δ) επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' ΠΚ, ήτοι για το ότι ο υπαίτιος "επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του", πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 322/2023, ΑΠ 227/2023, ΑΠ 145/2023), η μετά τη σύλληψη του υπαιτίου ομολογία της πράξης του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών διά μόνης της ομολογίας του (ΑΠ 880/2024, ΑΠ 145/2023, ΑΠ 722/2022).
Περαιτέρω, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, η συμπεριφορά του υπαιτίου πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ ε' του ισχύοντος ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαίτιου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτηση του.
Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη, είτε κρατουμένου, είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά πρέπει να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, από τα οποία να προκύπτει αλλαγή τρόπου ζωής και σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του με την εμφανή αποκήρυξη του παραβατικού παρελθόντος, περιστατικά δηλαδή που καθιστούν διακριτή την παρουσία του υπαιτίου στην κοινωνία ή στη φυλακή εφόσον είναι κρατούμενος (ΑΠ 1415/2023, ΑΠ 693/2023, ΑΠ 1569/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
δ' και ε' του ΠΚ, τους οποίους κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά, επικαλούμενος κατά πιστή μεταφορά ότι: " Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προκύπτει αβίαστα ότι μετά την σύλληψή μου υπέδειξα υποδειγματική συμπεριφορά, εκδήλωσα με κάθε πρόσφορο μέσο, έμπρακτα την μεταμέλειά μου και ευθύς ομολόγησα την αλήθεια, υποδεικνύοντας το πρόσωπο του ατόμου που με εξανάγκασε να προβώ στην πράξη μου, καθώς επίσης και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του ατόμου που μου παρέδωσε τις ναρκωτικές ουσίες.
Συνεπώς, συμμετείχα με θετικές ενέργειες στην διελεύκανση της επίδικης υπόθεσης. Ακόμη, κατόπιν της προσωρινής μου κράτησης, η διαγωγή μου εντός του καταστήματος κράτησης υπήρξε άψογη και υποδειγματική. Υπήρξα εξαρχής φιλειρηνικός, φιλήσυχος, διατηρώντας διάθεση συνεργασίας με τους συγκρατουμένους και τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, υπομένοντας στωικά τις συνέπειες της εξάρτησής μου και προσπαθώντας υπεράνθρωπα να την ελέγξω.
Τα ανωτέρω δεν μπορεί παρά να κριθούν ανάλογα από το Δικαστήριό Σας και να οδηγήσουν στην αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης της πράξης καλής συμπεριφοράς και της ειλικρινούς μεταμέλειας ως λόγων για τη μείωση της ποινής". Στη συνέχεια, και μετά την απόφαση του Δικαστηρίου που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ο τελευταίος προέβαλε (επανάλαβε προφορικώς), διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' και ε' του Π.Κ..
Ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός, είναι κατά δύο μέρη αυτού, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ Π.Κ., δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η μετά τη σύλληψη του υπαιτίου ομολογία της πράξης του, καθώς δεν αναφέρεται στον ισχυρισμό του το πρόσωπο που φέρεται ότι υπέδειξε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων ότι ενέπλεξε αυτόν στην υπόθεση διακίνησης των επίδικων ναρκωτικών ουσιών ούτε ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου μη κατονομαζόμενου ατόμου που φέρεται από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ότι του παρέδωσε τις ναρκωτικές ουσίες.
Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. παρ. 2 ε Π.Κ. δεν επικαλείται ακριβή πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής διαβίωσής του με τους συγκρατουμένους του, κατά τη διάρκεια της κράτησής του, από τα οποία να προκύπτει αλλαγή τρόπου ζωής και σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του με την εμφανή αποκήρυξη του παραβατικού παρελθόντος, περιστατικά δηλαδή που καθιστούν διακριτή την παρουσία του υπαιτίου στη φυλακή.
Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς και πολύ περισσότερο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Παρόλα αυτά, ορθά και με την προσήκουσα και επαρκή αιτιολογία απέρριψε αυτούς ως ουσία αβάσιμους ως εξής : "ο αυτοτελής ισχυρισμός που πρότεινε ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ.
δ' του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι στη διάρκεια της δίκης αυτής δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την πιο πάνω ελαφρυντική περίσταση. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται με βεβαιότητα η ειλικρινής μεταμέλεια του κατηγορουμένου για την τέλεση της επίδικης αξιόποινης πράξης του και, κυρίως, να συνάγεται με βεβαιότητα ότι αυτός μετήλθε ενέργειες με τις οποίες επιδίωξε ειλικρινά να άρει ή να μειώσει τις δυσμενείς συνέπειες της επίδικης αξιόποινης πράξης του" και " δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά, εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του.
Άλλωστε, το χρονικό διάστημα, το οποίο παρήλθε από την επίδικη ημερομηνία (23.01.2020), οπότε ο κατηγορούμενος τέλεσε την επίδικη αξιόποινη πράξη, έως σήμερα, (06.04.2022), ανέρχεται σε δύο έτη και δύο μήνες περίπου, και το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο τούτο ως σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ αυτού η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 εδ. ε' του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και έκτος λόγος αναίρεσης, για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος. IV.
Κατόπιν τούτων, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση 239/2022 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, α) ως προς τις διατάξεις της τέλεσης της ως άνω πράξης καθ' υποτροπή, τις οποίες πρέπει να απαλείψει ο 'Αρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, και αναγκαίως β) ως προς την διάταξή της περί ποινής αφού η τελευταία πρέπει να επιμετρηθεί πλέον εκ νέου χωρίς την επιβάρυντική περίσταση της υποτροπής.
Επειδή αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τη διάταξη περί ποινής, παρέλκει πλέον η έρευνα του έβδομου λόγου αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την επιμέτρηση της ποινής (άρθρ. 79 ΠΚ, άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ), διότι μετά την αναίρεση της εν λόγω απόφασης ως προς τη περί ποινής διάταξη της, καθίσταται άσκοπή η έρευνα της ως άνω αιτίασης.
Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, (άρθρα 519, 522 ΚΠοινΔ) εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την με αριθμό 239/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, α) ως προς τις διατάξεις της περί καθ' υποτροπή τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της αναφερόμενης στο σκεπτικό της πράξης της παράνομης διακίνησης, με τη μορφή της κατοχής και αποθήκευσης ναρκωτικών ουσιών τελεσθείσα κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000,00 ευρώ, β) ως προς την περί ποινής διάταξή της. Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σκεπτικό και διατακτικό) την αναφορά της καθ' υποτροπή τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της ως άνω πράξης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 27-06-2023 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ