Legislator Case Law & Legislation
35/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appellant failed to propose a legal ground for annulment under Article 562.2 of the Civil Procedure Code.

Case Number 35/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for annulment of the Third Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that interest calculations were erroneous and that a new debt obligation should have been considered, but the court found no legal basis for these claims. Consequently, the court held that since the appellant did not propose a valid ground for annulment under Article 562.2 of the Civil Procedure Code, the appeal was rejected and costs were assigned to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 562.2, 495.3, 176, 183 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the appellant fails to propose a legal ground for annulment as required by law.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal annulment grounds Article 562.2 civil procedure code interest calculation legal ground costs assignment

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Civil Procedure Code
Article 562 paragraph 2 of the Civil Procedure Code
Article 495 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Articles 176 and 183 of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 35 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Η., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Νοχού - Γρίβα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ζ., 2) Θ. Ζ. συζύγου Ι. και 3) Θ. Α. του Ε., κατοίκων Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Ασπασίδη.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δε συναίνεσε.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθ. 4139/2006, 43686/2006, 6599/2007 και 40933/2007 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15564/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1079/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-9-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα:

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν και συνεκδικάστηκαν τέσσερις αγωγές, ήτοι:

1) η από 26-01-2006 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ι. Ζ.) κατά του αναιρεσείοντος (Π. Π.),

2) η από 04-10-2006 ανταγωγή - αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των τριών αναιρεσιβλήτων,

3) η από 08-02-2007 αγωγή του τρίτου αναιρεσιβλήτου (Θ. Α.) κατά του αναιρεσείοντος και

4) η από 12-09-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του ως άνω τρίτου αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα, με την πρώτη από 26-01-2006 αγωγή, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ο πρώτος αναιρεσίβλητος ισχυριζόμενος: α) ότι στις 21-07-1999 και στις 15-02-2001 συνήψε με τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) δύο συμβάσεις έντοκου δανείου, δυνάμει των οποίων μεταβίβασε σ' αυτόν κατά κυριότητα το ποσό των 4.500.000 δραχμών και το ποσό των 6.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, χωρίς να ορισθεί χρόνος απόδοσης των δανείων, β) ότι στις 29-07-2002 προέβησαν σε εκκαθάριση του λογαριασμού των δύο δανείων, υπογράφοντας σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συνομολόγησαν ότι η οφειλή του εναγομένου ανερχόταν, κατά την ως άνω ημερομηνία, σε 10.143.000 δραχμές ή 29.766,69 ευρώ, ποσό που ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει ο εναγόμενος, με τόκο 300 ευρώ μηνιαίως και γ) ότι την 01-11-2005 κατήγγειλε τις συμβάσεις δανείου, με το σύνολο της οφειλής του εναγομένου να ανέρχεται τότε σε 32.466,69 ευρώ, έναντι του οποίου ο τελευταίος του κατέβαλε ποσό 11.932 ευρώ, αρνούμενος να αποδώσει το υπόλοιπο, ζήτησε, όπως περιόρισε το αίτημά του, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 15.564/2009 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την από 26-01-2006 (πρώτη) αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 10.000 ευρώ (ως αιτηθέν υπόλοιπο των δύο δανείων), δέχθηκε εν μέρει την από 8-02-2007 (τρίτη) αγωγή του τρίτου αναιρεσιβλήτου, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ απέρριψε τόσο την από 04-10-2006 (δεύτερη) αγωγή - ανταγωγή του αναιρεσείοντος, εν μέρει ως αόριστη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη όσον αφορά το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης, όσο και την από 12-09-2007 (τέταρτη) αγωγή αυτού ως μη νόμιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε έφεση και προσθέτους λόγους, παραπονούμενος τόσο για την παραδοχή της (πρώτης) αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της (τρίτης) αγωγής του τρίτου αναιρεσιβλήτου σε βάρος του, όσο και για την απόρριψη των δύο δικών του (δεύτερης και τέταρτης) αγωγών.

Το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και με βάση τις επικαλούμενες αιτιάσεις είναι δυνατή η αναίρεσή της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 409/2020, ΑΠ 465/2019, ΑΠ 731/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με το μοναδικό λόγο αυτής πλήττεται, όπως εκτίθεται παρακάτω, η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον καθ’ό μέρος έγινε δεκτή η από 26-01-2006 (πρώτη) αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, που θεμελιώνεται στις δύο συμβάσεις δανείου, ενώ δεν πλήττεται η άνω απόφαση ως προς τις λοιπές διατάξεις της που αφορούν τις άλλες τρεις αγωγές, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω αδικοπραξίας και επί πλέον, η δεύτερη από αυτές, αξίωση από δικηγορική αμοιβή. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, εφόσον η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης δεν αφορά και αυτούς (και τις πιο πάνω τρεις αγωγές), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).

Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).

To γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Αλλά και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1620/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησής του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη διάταξη του άρθρου 436 ΑΚ, την οποία εσφαλμένως δεν εφάρμοσε κατά την έρευνα της από 26-01-2006 (πρώτης) αγωγής του αναιρεσιβλήτου, καθόσον, «ενώ αναγνωρίζει την συμφωνημένη ρητά ανανέωση χρέους και απόσβεση της παλαιάς οφειλής και των παρεπομένων δικαιωμάτων της κατ' επέκταση, αναφέροντας ρητά το συμφωνημένο νέο υπόλοιπο των δύο μερών με την συμφωνία των μερών και την ανανέωση του χρέους, και αντί να υπολογίσει η αναιρεσιβαλλομένη την τοκοφορία του κεφαλαίου των 29.766,69 ευρώ από 30-07-2002 και να καταλογίσει τις ομολογημένες από τον ενάγοντα καταβολές του για το χρέος αυτό, δέχθηκε ότι αναβιώνει το παλαιό χρέος, υπολογίζοντας τόσο το κεφάλαιο όσο και την τοκοφορία για τα δύο αρχικά δάνεια», με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, δεχόμενο την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ έπρεπε αυτή, κατά τον αναιρεσείοντα «να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, γενομένης δεκτής και της ένστασης εξόφλησης, την οποία νομίμως προέβαλα πρωτοδίκως».

Έτσι όπως είναι διατυπωμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον, ενόψει του ότι κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, δεν αναφέρεται σε αυτό ότι ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, είχε προταθεί από αυτόν νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο, ούτε και γίνεται επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ. Ανεξαρτήτως αυτού, όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του περιεχομένου της ανωτέρω αγωγής και της πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει ότι ούτε ο πρώτος αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε με την αγωγή του, αλλά ούτε και η ως άνω πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε, ότι με την κατάρτιση του από 29-07-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού υπήρξε σαφής βούληση των συμβαλλομένων για απόσβεση της ενοχής από τις αρχικές συμβάσεις δανείου και των παρεπομένων από αυτή δικαιωμάτων (τόκων) και για αντικατάστασή της παλαιάς αυτής ενοχής με νέα, κατά το άρθρο 436 ΑΚ.

Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την υπ' αριθμ. 15564/2009 απόφασή του, αφού έκρινε την πιο πάνω αγωγή νόμιμη ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 806 επ, 346 και 361 ΑΚ, δέχθηκε στη συνέχεια ότι ο συμφωνηθείς με τις δύο συμβάσεις δανείου τόκος (25% και 15% αντίστοιχα), όπως αυτός προέκυπτε από το υπογραφέν από τους διαδίκους από 29-07-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, υπερέβαινε το ανώτατο θεμιτό όριο και γι' αυτό προέβη στον εκ νέου υπολογισμό της οφειλής του αναιρεσείοντος, κατά το χρόνο της καταγγελίας των δύο δανείων, με βάση το κεφάλαιο των δύο δανείων, τα ποσοστά του νόμιμου δικαιοπρακτικού τόκου και τις γενόμενες από τον αναιρεσείοντα καταβολές, δεχόμενο τελικώς ότι αυτή ανέρχεται στο ποσό των 12.469,47 ευρώ.

Συγκεκριμένα, υπολόγισε την τοκοφορία με κεφάλαιο το άθροισμα των δύο δανείων, ήτοι 10.500.000 δρχ ή 30.814 ευρώ, και με χρόνο έναρξης την 22-07-1999 (χρόνο κατάρτισης του πρώτου δανείου). Κατόπιν αυτών, κρίνοντας ότι το ανωτέρω υπόλοιπο κεφαλαίου και νομίμων τόκων είναι μεγαλύτερο του ποσού των 10.000 ευρώ, στο οποίο περιόρισε το αίτημα της αγωγής του ο πρώτος αναιρεσίβλητος, επεδίκασε σε αυτόν το αιτηθέν ως άνω ποσό.

Στη συνέχεια, με την έφεση και τους προσθέτους λόγους που άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης ο αναιρεσείων, παραπονέθηκε, μεταξύ των άλλων, και για την παραδοχή της πιο πάνω από 26-01-2006 (πρώτης) αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προβάλλοντας, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό των οφειλόμενων νομίμων δικαιοπρακτικών τόκων, εσφαλμένως έλαβε ως αφετηρία της τοκοφορίας και για τα δύο δάνεια, την 21-07-1999, μολονότι κατά την ημερομηνία αυτή συνήφθη μόνο το πρώτο δάνειο ποσού 4.500.000 δραχμών, ενώ το δεύτερο δάνειο, ποσού 6.000.000 δραχμών, το έλαβε στις 15-02-2001, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί για το δεύτερο αυτό δάνειο με επί πλέον δικαιοπρακτικούς τόκους ύψους 600.000 δραχμών, ήτοι 1.760,82 ευρώ, και με το δεύτερο λόγο της έφεσης και τους προσθέτους λόγους, ότι εσφαλμένως δεν υπολόγισε τους οφειλόμενους τόκους με βάση το επιτόκιο του ταχυδρομικού ταμιευτηρίου, που ανερχόταν σε ποσοστό μικρότερο του δικαιοπρακτικού, άλλως με υπολογισμό για το διάστημα από 21-07-1999 έως 29-07-2002 (που έλαβε χώρα η υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού) με τον τόκο του ταχυδρομικού ταμιευτηρίου και έκτοτε με το δικαιοπρακτικό τόκο.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να διαλάβει οποιαδήποτε παραδοχή για συμφωνία ανανέωσης του χρέους, απέρριψε και τους δύο ως άνω λόγους έφεσης, τον μεν πρώτο ως αλυσιτελή, διότι και μετά την αφαίρεση του εσφαλμένως υπολογισθέντος ποσού των τόκων ύψους 1.760,82 ευρώ, η συνολική οφειλή του αναιρεσείοντος (από κεφάλαια και δικαιοπρακτικούς τόκους) διαμορφωνόταν σε ποσό μεγαλύτερο του αιτηθέντος, και πρωτοδίκως επιδικασθέντος, ποσού των 10.000 ευρώ, τον δε δεύτερο ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει τα δύο δάνεια με βάση τον τόκο του ταχυδρομικού ταμιευτηρίου.

Κατά συνέπεια, από την παραδεκτή αυτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε προτείνει νομίμως, αν και μπορούσε, τον προαναφερόμενο ισχυρισμό που στηρίζει τον αναιρετικό λόγο, ότι δηλαδή με το από 29-07-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό καταργήθηκε η ενοχή από τις αρχικές συμβάσεις δανείου και οι παρεπόμενοι αυτής τόκοι, αντικασταθείσα αυτή με νέα ενοχή και ότι, για το λόγο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να υπολογίσει την τοκοφορία του κεφαλαίου (νέου υπολοίπου) των 29.766,69 ευρώ από 30-07-2002, οπότε μετ' αφαίρεση των γενομένων καταβολών έπρεπε να δεχθεί ότι είχε εξοφλήσει το σύνολο της οφειλής του. Κατά συνέπεια, και εφόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ο μοναδικός αυτός λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-09-2018 αίτηση του Π. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1079/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ