Legislator Case Law & Legislation
35/2019 AI generated

35/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 35/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

35/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συμφωνία διαιτησίας είναι γραπτή και μπορεί να περιέχεται σε έγγραφο που έχει υπογραφεί από τα μέρη ή σε ανταλλαγή επιστολών, τηλετυπημάτων, τηλεγραφημάτων ή άλλων μέσων τηλεπικοινωνίας που καταγράφουν τη συμφωνία. Συμφωνία γραπτή επίσης θεωρείται ότι υπάρχει όταν το ένα μέρος επικαλείται την ύπαρξη συμφωνίας διαιτησίας σε δικόγραφο και το άλλο δεν αντιλέγει. 4.

Keywords

AI generated
lack of signature lack of standing of association non-implementation of the offending agreements defect of consent unauthorized representation registration of construction lien
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 35 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 35/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Κ. Π. και 2) Α. Μ.. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Σ. Μ. και 2) Β. Π..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 3722/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2018 αίτησή της και τους από 5-9-2018 προσθέτους αυτής λόγους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 2 περ. α (αα) ν. 2735/1999 περί διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, διαιτητική απόφαση εκδοθείσα επί διεθνούς εμπορικής διαιτησίας μπορεί να ακυρωθεί από το δικαστήριο του άρθρου 6 παρ. 2 (Εφετείο), στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε, πλην άλλων και αν η συμφωνία διαιτησίας δεν είναι έγκυρη σύμφωνα με το δίκαιο στο οποίο τα μέρη την υπήγαγαν ή κατά το ελληνικό δίκαιο αν δεν ορίστηκε εφαρμοστέο δίκαιο.

Κατά δε το άρθρο 7 του ίδιου νόμου: "1. Συμφωνία διαιτησίας είναι η συμφωνία με την οποία τα μέρη υπάγουν σε διαιτησία όλες τις διαφορές ή ορισμένες διαφορές που έχουν προκύψει ή ενδέχεται να προκύψουν μεταξύ τους από μια έννομη σχέση, συμβατική ή μη συμβατική. 2. Η συμφωνία διαιτησίας μπορεί να έχει τη μορφή διαιτητικής ρήτρας σε ορισμένη σύμβαση ή τη μορφή χωριστής συμφωνίας. 3.

Η συμφωνία διαιτησίας είναι γραπτή και μπορεί να περιέχεται σε έγγραφο που έχει υπογραφεί από τα μέρη ή σε ανταλλαγή επιστολών, τηλετυπημάτων, τηλεγραφημάτων ή άλλων μέσων τηλεπικοινωνίας που καταγράφουν τη συμφωνία. Συμφωνία γραπτή επίσης θεωρείται ότι υπάρχει όταν το ένα μέρος επικαλείται την ύπαρξη συμφωνίας διαιτησίας σε δικόγραφο και το άλλο δεν αντιλέγει. 4.

Ο τύπος θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί εφόσον προφορική συμφωνία διαιτησίας καταγράφεται σε έγγραφο, το οποίο διαβιβάστηκε από το ένα μέρος στο άλλο ή από τρίτον σε όλα τα μέρη, το δε περιεχόμενο του εγγράφου, για το οποίο δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις σε εύλογο χρονικό διάστημα, μπορεί, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, να θεωρηθεί ως περιεχόμενο της σύμβασης. 5.

Ρήτρα διαιτησίας καταρτίζεται επίσης όταν σε γραπτή σύμβαση γίνεται αναφορά σε έγγραφο που περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας, υπό τον όρο ότι η αναφορά αυτή καθιστά τη ρήτρα μέρος της σύμβασης. 6. Η έκδοση φορτωτικής, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά σε ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση μεταφοράς, συνιστά συμφωνία διαιτησίας. 7.

Η έλλειψη τύπου θεραπεύεται αν τα μέρη μετάσχουν ανεπιφύλακτα στη διαιτητική διαδικασία." Εξάλλου, κατά το άρθρο 159 παρ.1 ΑΚ, "δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η συμφωνία περί διαιτησίας, η οποία είναι αυτοτελής υπό την έννοια ότι το κύρος της κρίνεται ανεξάρτητα από το κύρος της κύριας σύμβασης, στην οποία αναφέρεται, είτε έχει, είτε δεν έχει ενσωματωθεί σ' αυτή (ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 102/2012), καταρτίζεται εγγράφως, τύπος ο οποίος μάλιστα είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός.

Ο προβλεπόμενος, όμως, ως άνω έγγραφος τύπος δεν περιορίζεται αυστηρά στον διαγραφόμενο -για τις συμβάσεις- στο άρθρο 160 παρ. 2 ΑΚ τρόπο υπογραφής, δηλαδή να τίθεται η ιδιόχειρη υπογραφή όλων των συμβαλλομένων επί του αυτού εγγράφου. Αντίθετα, προβλέπονται και εναλλακτικοί τρόποι ολοκληρώσεως μίας διεθνούς διαιτητικής συμφωνίας, αφού μία τέτοια ρήτρα μπορεί διαζευκτικά να περιέχεται:

α) σε ανταλλαγή επιστολών, τηλετυπημάτων, τηλεγραφημάτων ή άλλων μέσων τηλεπικοινωνίας που καταγράφουν τη συμφωνία, β) σε προφορική συμφωνία διαιτησίας που καταγράφεται σε έγγραφο, το οποίο διαβιβάστηκε από το ένα μέρος στο άλλο ή από τρίτον σε όλα τα μέρη, το δε περιεχόμενο του εγγράφου, για το οποίο δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις σε εύλογο χρονικό διάστημα, μπορεί, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, να θεωρηθεί ως περιεχόμενο της σύμβασης, γ) σε γραπτή σύμβαση όταν γίνεται αναφορά σε έγγραφο, που περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας, υπό τον όρο ότι η αναφορά αυτή καθιστά τη ρήτρα μέρος της σύμβασης, και δ) σε φορτωτική, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά σε ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση μεταφοράς.

Επίσης, κατ' εξαίρεση μπορεί να συνομολογείται και χωρίς γραπτή συμφωνία, με καθιέρωση νομίμου τεκμηρίου, όταν το ένα μέρος επικαλείται την ύπαρξη συμφωνίας διαιτησίας σε δικόγραφο και το άλλο δεν αντιλέγει. Σε κάθε δε περίπτωση, η έλλειψη τύπου θεραπεύεται αν τα μέρη μετάσχουν ανεπιφύλακτα στη διαιτητική διαδικασία.

Αν τα μέρη καταρτίσουν τη σύμβαση (διεθνούς εν προκειμένω) διαιτησίας κατά το διαγραφόμενο στη διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 ΑΚ τρόπο, δηλαδή με τη θέση της υπογραφής όλων των συμβαλλομένων επί ενός εγγράφου, για να είναι έγκυρη μία τέτοια σύμβαση, είτε η συμφωνία της διαιτησίας συνάπτεται αυτοτελώς, είτε ενσωματώνεται ως ρήτρα στην κύρια σύμβαση, στην οποία αναφέρεται, πρέπει κατ' αρχάς να τίθεται η ιδιόχειρη υπογραφή όλων των συμβαλλομένων επί του αυτού εγγράφου και συγκεκριμένα στο τέλος του.

Ειδικότερα, επί πολύφυλλων εγγράφων αρκεί να εξασφαλίζεται η ενότητα του νοήματος και η συνέχεια του περιεχομένου αυτών, δηλαδή να μην υπάρχουν διαγραφές και να μην είναι τεμαχισμένα, ώστε να μπορούν να διαβαστούν ως ενιαίο όλον, και να καλύπτεται το περιεχόμενό τους από την υπογραφή του εκδότη επί μονομερούς δικαιοπραξίας ή των εκδοτών του επί συμβάσεως, που τίθεται στο τέλος του εγγράφου, όπως ορίζουν τα άρθρα 432 και 443 ΚΠολΔ, χωρίς να είναι αναγκαία (για το κύρος της δικαιοπραξίας και την αποδεικτική δύναμη του εγγράφου) επί πλέον και η υπογραφή όλων των φύλλων τους ξεχωριστά (ΑΠ 680/2003 - βλ.

και ΑΠ 750/2000 για την περίπτωση πολύφυλλης ιδιόγραφης διαθήκης). Στον ισχύοντα ΚΠολΔ δεν επαναλήφθηκε η διάταξη του άρθρου 385 αριθ. 2 της καταργηθείσης ΠολΔ, που όριζε ότι "τα έγγραφα τότε μόνον έχουν δύναμιν προς απόδειξιν, όταν εκείνα τα οποία δίδουν κύρος εις αυτά, ιδίως δε η υπογραφή, η σφραγίς κ.τλ., είναι επιτεθειμένα εις κάθε φύλλον ή όλα τα φύλλα είναι ηνωμένα δια κλωστής...".

Σημειώνεται ότι, όπου ο νόμος κρίνει ότι δικαιοπραξίες με περισσότερα φύλλα πρέπει να υπογράφονται στο τέλος κάθε φύλλου, όπως στην περίπτωση του άρθρου 1733 παρ. 2 ΑΚ, το ορίζει ρητά. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νομίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559".

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κρίνοντας επί της ουσίας την από 21.7.2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, με αίτημα την ακύρωση της από 27.4.2015 με αριθμό ...03 ΜΗΜ οριστικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Επιμελητηρίου (ΙCC) των Παρισίων που εκδόθηκε στην Αθήνα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 περ.

ζ' του Ν 428/05, η ενάγουσα εταιρεία υπό την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", υποκαταστάθηκε σε όλα εν γένει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις και τις εν γένει έννομες σχέσεις, που αφορούν τον εισφερθέντα σε αυτήν από την εταιρεία "ΔΕΠΑ Α.Ε." κλάδο του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ("ΕΣΦΑ"), και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώθηκε με καθολική διαδοχή και έτσι η ενάγουσα υπεισήλθε στην επίδικη υπ' αριθ. 1449/2005 σύμβαση, ως διάδοχος της "ΔΕΠΑ Α.Ε.".

Η εναγόμενη, με την από 28.12.2012 αίτησή της, που κατέθεσε ενώπιον του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ΔΕΕ) των Παρισίων, υπέβαλε σε διαιτησία την ανακύψασα μεταξύ της ενάγουσας και αυτής διαφορά, σχετικά με αίτημα αποζημιώσεως της από την υπ' αριθ. 1449/2005 σύμβαση για τον "Λεπτομερή σχέδιασμό, προμήθεια υλικών και κατασκευή του αγωγού υψηλής πίεσης στην περιοχή της Κορίνθου" η οποία καταρτίστηκε στις 5-5-2006 μεταξύ αυτής και της "ΔΕΠΑ Α.Ε."...

Το ένδικο έργο ανατέθηκε στην εναγόμενη ... με βάση την προσφορά που υπέβαλε η εναγόμενη στον δημόσιο διεθνή διαγωνισμό, που προκηρύχθηκε για τον σκοπό αυτό από την ΔΕΠΑ Α.Ε.... Το άνω έργο, όντως εκτελέστηκε από την εναγομένη, όμως περατώθηκε τελικώς, λόγω καθυστερήσεων, στις 4-5- 2007. Το άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, με την από 27-4- 2015 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της εναγόμενης και επεδίκασε σε αυτήν ποσό τριών εκατομμυρίων οκτακοσίων μίας χιλιάδων, τριακοσίων οκτώ ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (3.801.308,87) νομιμοτόκως από 18 Δεκεμβρίου 2008 έως 27 Απριλίου 2015.

Ο σχετικός πρώτος λόγος, ότι δεν συμφωνήθηκε εγκύρως η διαιτητική ρήτρα μεταξύ των διαδίκων μερών, διότι δεν καταρτίσθηκε εγγράφως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πληττομένης αποφάσεως, είχε προβληθεί και ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, υπό μορφή αντιλογίας της ήδη ενάγουσας ως προς την δικαιοδοσία των διαιτητών, ισχυρισμός τον οποίο το διαιτητικό δικαστήριο απέρριψε και προχώρησε στην έκδοση αποφάσεως και, συνεπώς, λόγω της προβολής αυτής, δεν συντρέχει κατ' ουσίαν περίπτωση η ήδη ενάγουσα να έλαβε ανεπιφύλακτα μέρος στη διαιτητική διαδικασία.

Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται, τα μέρη συμφώνησαν (άρθρο 5, 2 των Γενικών Όρων και Προϋποθέσεων της Σύμβασης 1449/2005), ότι η Σύμβαση "θα διέπεται από και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με τα ελληνικό δίκαιο". Στην υπό κρίση περίπτωση, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν συμφωνήθηκε εγκύρως η διαιτητική ρήτρα, διότι δεν τέθηκε η υπογραφή αμφοτέρων των συμβαλλόμενων στις σελίδες 66-68 του συντεταγμένου σε ξένη γλώσσα εγγράφου, όπου φέρεται ότι διατυπώθηκε η διαιτητική ρήτρα.

Από την επισκόπηση του προσκομιζομένου μετ' επικλήσεως έγγραφου τούτου προκύπτει ότι πράγματι στις σελίδες 66-68 του συντεταγμένου σε ξένη γλώσσα εγγράφου αυτού, (της ως κατωτέρω υπ' αρ. 1449/05 συμβάσεως) στις οποίες... περιλαμβάνεται η επίμαχη διαιτητική ρήτρα, δεν έχουν παρατεθεί οι υπογραφές και των δυο μερών.

Σημειώνεται ότι εν προκειμένω τα μέρη δεν ισχυρίζονται ότι η σύμβαση συνετάγη σε δύο πρωτότυπα, ώστε να αρκεί η θέση υπογραφής στο πρωτότυπο που παραδίδεται στο έτερο μέρος, αλλά ούτε και προσκομίζονται δύο συμβάσεις που να φέρουν στις επίμαχες σελίδες τέτοιες υπογραφές των δύο συμβαλλομένων μερών. Προσκομίζεται μετ' επικλήσεως η επίμαχη υπ' αρ. 1449/05 σύμβαση συντεταγμένη στην αγγλική γλώσσα, η οποία σε όλες ανεξαιρέτως τις σελίδες φέρει σφραγίδα της ...

και την υπογραφή της Φ. Ε. Βοργία διευθύντριας τεκμηρίωσης και τεχνικού ελέγχου έργων. Η σύμβαση 1449/05 αποτελείται από ένα "βασικό" έγγραφο, επιγραφόμενο "σύμβαση", το οποίο φέρει εν τέλει τις υπογραφές των συμβαλλομένων, και στο οποίο δεν περιλαμβάνεται διαιτητική ρήτρα και από ξεχωριστά πολυσέλιδα έγγραφα, υπογραφόμενα μόνον κατά σελίδα.

Στο εξ αυτών επιγραφόμενο, κατά την μετάφραση στην ελληνική, "Γενικοί όροι και προϋποθέσεις", στο από 81 σελίδες αποτελούμενο κείμενο αυτού, σε όλες τις σελίδες, εκτός των ως κατωτέρω κρίσιμων σελίδων 66, 67 και 68, έχουν τεθεί στο κάτω αριστερό μέρος κάθε σελίδος και κάτω από την άνω σφραγίδα της ... και την υπογραφή της Φ.

Ε. Βοργία τρεις δυσανάγνωστες υπογραφές και στο κάτω δεξιό μέρος κάθε σελίδος μία δυσανάγνωστη υπογραφή. Στις σελίδες όμως 66, 67 και 68 του εξ 81 σελίδων ως άνω εγγράφου έχει τεθεί μόνον η σφραγίδα της ... και η υπογραφή της Φ.Ε. Βοργία και καμία από τις λοιπές τέσσερες ως άνω υπογραφές. Στις άνω ανυπόγραφες, κατά τα προδιαληφθέντα, σελίδες 66, 67 και 68 και υπό την αρίθμηση παραγράφων 60.1, 60.1.1, 60.1.2, 60.1.3, 60.1.4, 60.1.5, 60.1.6, 60.1.7 και 60.1.8, όπως αποδεικνύεται από την νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, περιλαμβάνεται η επίμαχη διαιτητική ρήτρα, δυνάμει της οποίας το άνω διαιτητικό Δικαστήριο επελήφθη και εξέδωσε την πληττομένη απόφαση.

Στο ανωτέρω πολυσέλιδο έγγραφο που περιέχει περισσότερες επί μέρους συμφωνίες, η μη θέση υπογραφών των διαδίκων μερών στο τέλος των συγκεκριμένων αυτών σελίδων 66, 67 και 68, που περιέχουν την διαιτητική ρήτρα, σημαίνει ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θέλησαν την ισχύ της διαιτητικής ρήτρας που ήταν προδιατυπωμένη στο έγγραφο και προς τούτο απλώς αρκέσθηκαν στην μη υπογραφή της.

Η έλλειψη αυτή της υπογραφής αρκεί για να αποδείξει την μη κατάρτιση του εγγράφου τύπου εγκύρου διαιτητικής ρήτρας, μη απαιτουμένου άλλου τρόπου διατυπώσεως της βουλήσεώς τους, δηλαδή διαγραφής των ανωτέρω παραγράφων 60.1, 60.1.1, 60.1.2, 60.1.3, 60.1.4, 60.1.5, 60.1.6, 60.1.7 και 60.1.8, όπου περιλαμβάνεται η ανυπόγραφη διαιτητική ρήτρα.

Το γεγονός ότι οι επόμενες σελίδες, πέραν της άνω υπογραφής της Φ. Ε. Βοργία, συνεχίζουν να φέρουν και τις άνω υπόλοιπες τέσσερες υπογραφές, (όπως συμβαίνει και με τις προηγούμενες σελίδες), δεν καλύπτει, κατά τα προεκτεθέντα, την έλλειψη υπογραφής της διαιτητικής ρήτρας, λόγω της ex lege αυτοτέλειας της τελευταίας (κατ' άρθρ. 16 Ν 2735/ 1999) αλλά ούτε και οι διάδικοι ισχυρίζονται, (ούτε και αποδεικνύεται, αφού προσκομίζεται αποσπασματική μόνον μετάφραση του άνω εγγράφου η οποία δεν περιλαμβάνει την 81η σελίδα) ότι στο τέλος του πολυσέλιδου, από 81 σελίδες, εγγράφου της συμβάσεως υπάρχει κείμενο που να δηλώνει ότι οι δεσμευτικές υπογραφές είναι αυτές που τίθενται στο τέλος του όλου εγγράφου, με διατύπωση που να υποδηλώνει ότι οι δικαιοπρακτικώς δεσμευτικές υπογραφές τέθηκαν στο τέλος του πολυσέλιδου εγγράφου και, ότι, κατά συνέπεια, οι υπογραφές, στις ενδιάμεσες σελίδες του πολυσέλιδου εγγράφου τέθηκαν προληπτικώς για την αποφυγή νοθεύσεως του εγγράφου με αλλαγή σελίδων.

Επομένως, το Διαιτητικό Δικαστήριο, δικάζοντας για αντικείμενο που δεν υποβλήθηκε σ' αυτό με έγκυρη συμφωνία διαιτησίας, αφού η συμφωνία περί διαιτησίας δεν είναι έγκυρη σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, στο οποίο τα μέρη υπήγαγαν την διαφορά, υπερέβη την εξουσία του και παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 34 παρ. 2 αα του Ν 2735/1999 (και του άρθρ. 869 ΚΠολΔ), όπως νόμιμα και βάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αγωγής ακυρώσεως." Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο υποστήριζε ότι η ένδικη συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη για έλλειψη του αναγκαίου έγγραφου τύπου, και ακύρωσε την προσβληθείσα διαιτητική απόφαση.

Με αυτά όμως που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159 παρ. 1, 160 παρ. 2 ΑΚ, 7 παρ. 3, 34 παρ. 2 περ. α (αα) ν, 2735/1999, αφού, για να θεωρήσει έγκυρη την (εμπεριεχομένη στην πολύφυλλη, 81 σελίδων, με τίτλο "Γενικοί Όροι και προϋποθέσεις" έγγραφη σύμβαση καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων) ένδικη διαιτητική ρήτρα, η οποία ωστόσο είχε υπογραφεί ιδιοχείρως στο τέλος του κειμένου της από τους νομίμους εκπροσώπους των συμβαλλομένων, γεγονός που ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους έκρινε ότι έπρεπε επιπρόσθετα να έχουν υπογραφεί και τα ενδιάμεσα φύλλα, και ειδικότερα οι σελίδες 66, 67, 68 όπου αναπτυσσόταν νοηματικά η ως άνω διαιτητική ρήτρα.

Δηλαδή, ενώ για το κύρος της ως άνω γραπτής συμβάσεως αρκούσε ότι εξασφαλίζεται στο πολύφυλλο κείμενο η ενότητα του νοήματος και η συνέχεια του περιεχομένου αυτών (αφού το Εφετείο δεν έχει παραδοχές ότι το πολύφυλλο αυτό κείμενο ήταν τεμαχισμένο ή ότι υπήρχαν διαγραφές, - ούτε άλλωστε προτάθηκαν) και στο τέλος του εγγράφου δεν αμφισβητήθηκε ότι καλύπτεται το περιεχόμενό του από την υπογραφή των συμβαλλομένων, η προσβαλλόμενη απόφαση απαίτησε για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 160 παρ. 2 ΑΚ περισσότερα στοιχεία απ' όσα ο νόμος απαιτεί, και συγκεκριμένα ότι πρέπει να έχουν υπογραφεί και τα ενδιάμεσα φύλλα.

Εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις αυτές, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που εξετάζει αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, δεδομένου ότι πρόκειται για σφάλμα συναγόμενο από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2β ΚΠολΔ), σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, διάταξη η οποία εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, διότι δεν είναι ορθό να μένει άθικτη εσφαλμένη νομικά απόφαση εξ αιτίας του ότι δεν προτάθηκε ο προσήκων λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1447/2002).

Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των προβαλλόμενων από την αναιρεσείουσα λόγων αναίρεσης γιατί καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3722/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ