35/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 35 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2018
Legislator headnote
AI generated35/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 35 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2018
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 35 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Θ. Ο. του Γ., ως κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας Ν. συζ. Γ. Ο., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., 2.Σ. συζ. Α. Ζ. το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., 3.Ν. Π. του Δ., κατοίκου ..., 4.Β. συζ. Σ. Ρ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Αλέξιο Αναγνωστάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 22/2016 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 20-1-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 ''Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ'', ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσης, που έχουν σχηματιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, σε περίπτωση δε που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη. Έτσι, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν οι πιο πάνω δύο προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, επέρχεται μετάθεση της κυριότητας υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, αδιαφόρως αν το ακίνητο είχε τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη, αλλ' αντιθέτως ο δικαιολογητικός λόγος που οδήγησε το νομοθέτη να εισαγάγει αυτήν τη ρύθμιση συντρέχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις. Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη από 22-6-2010 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της προταθείσας από το αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του, ως εναγόμενο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, την οποία επανέφερε με λόγο έφεσης ως εκκαλούν σ' αυτό (Εφετείο), στερώντας κατ' αυτόν τον τρόπο απ' αυτήν (απόφαση) την αναγκαία νομική βάση. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο μ' αυτήν δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. …/8-5-1936 συμβολαιογραφικού εγγράφου του Συμβολαιογράφου … Χ. Α. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου …, στο τόμο … και με αύξοντα αριθμό … η Α. ή Κ. σύζυγος Δ. Π., μητέρα των εναγόντων, απέκτησε κατά αποκλειστική κυριότητα, λόγω αγοράς από τον Ι. Γ. Ο., ένα γεωτεμάχιο μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, που βρίσκεται στη θέση "… ή …" του Δήμου …, το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης του, ανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Κ., δυτικά με την οδό …, βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Κ. και νότια με ιδιοκτησία Α. Μ., πλην μιας λωρίδας εκτάσεως 138, 60 τμ, καταλαμβανόμενης από δρόμο χαραγμένο, όχι όμως ακόμη διανοιχθέντα, η οποία έτεμνε το ως άνω γεωτεμάχιο και την οποία παρακράτησε στην κυριότητά του ο ως άνω πωλητής. Με αυτό τον τρόπο προέκυψαν δυο επιμέρους αγροτεμάχια και μάλιστα : α) το κείμενο επί της συμβολής των οδών … και …, εκτάσεως 210, 75 τμ με το επί αυτού ισόγειο κτίσμα, επιφανείας 44, 59 τμ, που εμφαίνεται με τα περιμετρικά κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα … και τον χαρακτηρισμό (…), στο από Ιανουαρίου 2010, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Χ. Λ., που συνορεύει γύρωθεν, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Α. Α., νοτιοανατολικά, με ιδιοκτησία Κ. Δ. και δυτικά με ανώνυμη οδό, ήδη μετέπειτα ονομασθείσα … και με την οδό … και β) το συνεχόμενο στο προαναφερόμενο και διαχωριζόμενο από αυτό από την εδαφική λωρίδα, που περιγράφεται ανωτέρω, εκτάσεως 210, 04 τμ, που εμφαίνεται με τα περιμετρικά κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα … και τον χαρακτηρισμό (…) στο ίδιο ως άνω προαναφερόμενο διάγραμμα, συνορευόμενο γύρωθεν νοτιοανατολικά με ανώνυμη οδό, ήδη μετέπειτα μετονομασθείσα …, νοτιοδυτικά με ανώνυμη οδό, ήδη μετέπειτα ονομασθείσα …, δυτικά, βορειοδυτικά και βορειοανατολικά με την οδό …. Στις 18-3-1988 απεβίωσε η μητέρα των εναγόντων, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε με βάση τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχής, στα ως άνω δυο περιγραφόμενα ακίνητά της από το σύζυγό της, Δ. Π. του Ν. και της Ν., σε ποσοστό 25% ή άλλως 12/48 εξ αδιαιρέτου από καθέναν από αυτούς. Στη συνέχεια στις 2-11-1989 απεβίωσε ο πατέρας τους, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες στο ως άνω μερίδιο του, ήτοι σε ποσοστό 3/48 από καθέναν από αυτούς, οι οποίοι αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομιά του, διότι δεν αποποιήθηκαν. Δυνάμει δε της υπ' αριθμ. …/28-4-2010 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου …, Σ. Κ., οι ενάγοντες αποδέχθηκαν ρητώς την κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος πατρός τους και της αποβιωσάσης μητρός τους, την δε τελευταία τόσο ο καθένας ατομικά για τον εαυτό του, όσο και για λογαριασμό του μεταποβιώσαντος πατέρα τους. Όμως το (…) ακίνητο, όπως συνομολογεί και ο ενάγων στην αγωγή του, αποδείχθηκε ότι είναι γραμμένο αριθμό κτηματολογίου ..., στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο το είχε συμπεριλάβει ήδη από το έτος 1993 στην κυριότητά του και από τότε είχε μετατραπεί σε κοινόχρηστο, δεδομένου ότι από τότε είχε λάβει χώρα αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καλαμάτας, που δημοσιεύθηκε με τα ΦΕΚ 248 Δ / 27-4-1989 και 448 Δ' /15-5-1992, με ενέργειες του Δήμου Καλαμάτας, στις οποίες οι ενάγοντες συγκατατέθηκαν σιωπηρά σε όλο το προηγούμενο διάστημα πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, χωρίς να ασκήσουν ποτέ οποιοδήποτε δικαίωμα νομής ή κυριότητας, με άσκηση ασφαλιστικών μέτρων ή την έγερση εμπράγματης αγωγής εναντίον του (Δήμου). Στη συνέχεια δε το έτος 2001 ο Δήμος διαμόρφωσε το επίδικο ακίνητο εν μέρει σε νησίδα και εν μέρει σε δρόμο. Ο μάρτυρας απόδειξης που εξετάστηκε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Κ. Χ., ανέφερε μεταξύ άλλων για το (…) ακίνητο ότι σύμφωνα και με το σχεδιάγραμμα σήμερα είναι δρόμος και ότι τότε το έτος 1993 ο δρόμος αυτός είχε σταματήσει σε κάποιο σημείο, επειδή ο Δήμος δεν είχε χρήματα να τους αποζημιώσει. Ο δρόμος είχε σταματήσει, σύμφωνα πάντοτε με την κατάθεση του ιδίου μάρτυρα, κάτω από το τότε ακίνητο των εναγόντων και μετά προχώρησε. Το (…) είχε ένα συρματόπλεγμα όλη τη φάτσα μπροστά στο δρόμο και το πίσω μέρος ήταν στο ανάχωμα του ποταμού (φυσικό όριο). Έτσι το ένδικο ακίνητο διαμορφώθηκε, στα πλαίσια εκτέλεσης του αναθεωρημένου σχεδίου της πόλης Καλαμάτας, ήδη από τα 2001, όπως προαναφέρθηκε σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο και νησίδα που μέχρι σήμερα εξυπηρετεί ως κοινόχρηστος χώρος τις ανάγκες των κατοίκων της Καλαμάτας, χωρίς ουσιαστικά να αντιδράσουν οι ενάγοντες ή έστω να ασκήσουν σχετική αγωγή για την καταβολή προς αυτούς της αποζημίωσης που εδικαιούντο.
Συνεπώς, με την ανοχή ή την αδιαφορία των εναγόντων έχει παγιωθεί πλέον μια κατάσταση, η οποία πλέον δεν μπορεί να αλλάξει, ενώ ακόμη και το σχετικό δικαίωμά τους για να ζητήσουν αποζημίωση έχει υποπέσει σε παραγραφή, σύμφωνα με τα όσα ελέχθησαν αναλυτικά πιο πάνω". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατόπιν παραδοχής ως βάσιμων των σχετικών λόγων της από 7-1-2013 έφεσης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και του από 28-11-2013 πρόσθετου αυτής λόγου, με τους οποίους αυτό παραπονείτο για εσφαλμένη απόρριψη με την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 74/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας) ουσιωδών ισχυρισμών του, δέχτηκε κατ' ουσία την πιο πάνω έφεσή του και τον πρόσθετο αυτής λόγο, εξαφάνισε την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, αναφορικά με το υπό στοιχ. … επίδικο ακίνητο, που είχε κρίνει αντίθετα, και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων με δύο επάλληλες αιτιολογίες. Με την πρώτη δέχθηκε ότι το επίδικο, αν και αρχικά ανήκε στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, έγινε κοινόχρηστο με τη θέληση των ιδιοκτητών του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 και συνεπώς με την παραδοχή αυτή οι τελευταίοι δεν είναι συγκύριοι αυτού. Με τη δεύτερη αιτιολογία δέχθηκε ότι η άσκηση της αγωγής είναι καταχρηστική. Οι παραδοχές που αναφέρονται προς θεμελίωση της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, μετά την παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο είναι κοινόχρηστο, είναι πλεοναστικές και συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος, που πλήσσει μόνο τη δεύτερη επικουρική αιτιολογία, με την αιτίαση της παραβάσεως της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., όχι δε και την πρώτη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν αντιφάσκει προς εκείνη που αναφέρεται στη βάση της ένδικης ένστασης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής. Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος αυτού, στον οποίο διαλαμβάνονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 2/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα τη με αριθμ. πρωτ. …/1399 από 27-5-2005 έγγραφη απάντηση των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Καλαμάτας προς αυτούς, το από Ιανουαρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Ν. Λ., το από Ιουνίου 2010 σκαρίφημα γεωμετρικών μεταβολών του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ: ... του ως άνω τοπογράφου μηχανικού και την υπ' αριθμ. …/28-4-2010 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιών της συμβολαιογράφου … Σ. Κ., τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί συγκατάθεσης, μη αντίδρασης, ανοχής ή αδιαφορίας εκ μέρους τους στη ρυμοτόμηση του υπό στοιχ. … επίδικου ακινήτου, ο οποίος (ισχυρισμός) συναρτάται και με την ένσταση του τελευταίου περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Εξάλλου, η αιτίαση, που εμπεριέχεται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και ειδικότερα της από το Εφετείο μη απόρριψης ως απαράδεκτης, λόγω προβολής της το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη και σε κάθε περίπτωση μη ορισμένα, της ένστασης του εκκαλούντος - εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, παρά το ότι αφενός δεν παρέθεσε καμία δικαιολογία για τη μη προβολή της στον πρώτο βαθμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ., και αφετέρου προβλήθηκε αορίστως. Όμως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η εν λόγω αιτίαση προβλήθηκε και με ποιο τρόπο από τους αναιρεσείοντες ως εφεσίβλητους ενώπιον του Εφετείου. Πέραν τούτου, σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως εφεσίβλητοι, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας (Ολ. Α.Π. 11/1996). Επομένως, ''πράγμα" νοείται, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος έφεσης, εφόσον σ' αυτόν περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.Α.Π.25/2003, Ολ. Α.Π. 2/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ., για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν, προσκομίζονται δε απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο και οι προτάσεις που τους περιέχουν. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αναφορά στις προτάσεις των προηγούμενων συζητήσεων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει από αυτή ο εκ νέου επικαλούμενος ισχυρισμός, τον οποίο ο διάδικος είχε προβάλλει σε προηγούμενη συζήτηση και επαναλαμβάνεται για νέα εξέταση (Ολ.Α.Π.559/1974). Τέλος, όπως προκύπτει από άρθρα 520, 525 και 527 του ΚΠολΔ., οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει κάποιος λόγος από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος συγχωρεί την βραδεία προβολή τους, πρέπει για να είναι παραδεκτοί στην έκκλητη δίκη, ως λόγοι αποσκοπούντες στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προτείνονται με το εφετήριο ή με πρόσθετο λόγο έφεσης, που ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο σε όποιες διαδικασίες το τελευταίο απαιτείται κατά νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που το αναιρεσίβλητο πρόβαλε ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, παρά το γεγονός ότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις του άρθρου 240 ΚΠολΔ., αφού η ένσταση αυτή δεν είχε επαναφερθεί νόμιμα με τις από 4-11-2015 έγγραφες προτάσεις του τελευταίου ως εκκαλούντος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αναφέρεται ότι ο ως άνω ισχυρισμός για τη μη σύννομη λήψη αυτού, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., προτάθηκε στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο ισχυρισμός αυτός περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο, που είχε προταθεί νόμιμα από το εναγόμενο, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου των από 9-3-2012 προτάσεών του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, εκθέτοντας σ' αυτές ότι ''το υπό στοιχεία … επίδικο γεωτεμάχιο είναι καθολικά ρυμοτομούμενο και έχει διαμορφωθεί σε δρόμο και νησίδα με την αναθεώρηση του σχεδίου πόλης της Καλαμάτας (ΦΕΚ 248 Δ'27-4-1989 και ότι έχει δοθεί από αμνημόνευτων ετών στην κοινή χρήση, κατάσταση η οποία διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα με ανοχή των εναγόντων, οι οποίοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν μέχρι σήμερα και ότι σε κάθε περίπτωση, η αγωγή ασκείται καταχρηστικά, διότι οι ενάγοντες ζητούν την απόδοση ακινήτου που έχει διαμορφωθεί σε δρόμο και νησίδα στο κέντρο της Καλαμάτας και δόθηκε στην κοινή χρήση με την ανοχή τους και ότι εκ του λόγου αυτού ευλόγως δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικηθεί αυτούσιο, λόγω και της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, ενώ τυχόν ανατροπή της ως άνω διαμορφωθείσας πραγματικής κατάστασης, θα επιφέρει δυσβάσταχτες συνέπειες'', και επανήλθε νομοτύπως από το εκκαλούν ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο δικόγραφο της από 7-1-2013 έφεσής του, ο οποίος (λόγος έφεσης) λήφθηκε υπόψη και έγινε κατ' ουσία δεκτός από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή της ένστασης αυτής του άρθρου 281 ΑΚ. - Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, ήτοι εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης (Ολ.Α.Π.25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι ''το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε πως το σχετικό δικαίωμά τους για να ζητήσουν αποζημίωση ένεκα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης έχει υποπέσει σε παραγραφή, αν και δεν ζητήθηκε παρά της αγωγής η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος, ούτε τέτοια παραγραφή προτάθηκε παρά του αντιδίκου κατ' ένσταση''. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αντικείμενο της ένδικης αγωγής ήταν η αναγνώριση της συγκυριότητας των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) στο επίδικο ακίνητο έναντι του εναγόμενου (ήδη αναιρεσίβλητου) Ελληνικού Δημοσίου και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σε σχέση μ' αυτό στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του τελευταίου περί καταχρηστικής άσκησης αυτής, και δεν υπάρχει διάταξη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που να επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν. ΚΠολΔ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2017 αίτηση των Θ. Ο. του Γ. και λοιπών ομοδίκων του για αναίρεση της υπ' αριθμ. 22/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ