Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

35/201635/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Summary AI generated

Απόφαση 35 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35 /2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτ...

Απόφαση 35 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35 /2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων-καλούντων:1)Ε. συζ. Κ. Π. το γένος Ε. Β. ή Π. κατοίκου ... 2)Ε. συζ. Μ. Μ. το γένος Ε.Β. ή Π. κατοίκου ... 3)Ι. συζ. Ε. Κ. το γένος Ε.Β. ή Π. κατοίκου ..., 4)Δ. Β. του Ε. κατοίκου ..., 5.Γ. συζ. Γ. Μ. το γένος Ε.Β. κατοίκου ..., οι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ποντικάκη.

Των εφεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση :1)Μ. συζ. Ι. Α. το γένος Ε. Β. ή Π. κατοίκου ..., 2)Ε. Β. του Ε. κατοίκου ..., 3)Γ. Β. του Ε. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Χαρίκλεια Απαλαγάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Κοινοποιούμενης της κλήσης στην Ι. συζ. Κ. Ρ., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-1995 αγωγή των ήδη καλούντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 463/1995 και μετ' ανακοπή 220/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 599/2004 του Εφετείου Κρήτης, 187/2010 του Αρείου Πάγου Α1 Τμήματος, με την οποία αναιρέθηκε η τελευταία και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε στη συνέχεια η 167/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη καθ' ων η κλήση, με την από 12-10-2012 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1906/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 167/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κράτησε την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά την επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 20-4-2015 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-4-2015 κλήση των εναγομένων-εκκαλούντων και αναιρεσιβλήτων νομίμως φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίσιν έφεση μετά την έκδοση της 1906/2014 δεύτερης αναιρετικής απόφασης του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 167/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και διακρατήθηκε η υπόθεση στο ίδιο τμήμα προς περαιτέρω ουσιαστική εκδίκαση. Παρέπεται ότι η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρα 19, 495 επ. 511 επ Κ.Πολ.Δ.) όπως ήδη έχει κριθεί και είναι γιαυτό τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και με τους οποίους επιδιώκεται να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή, η ανακοπή ερημοδικίας να ακυρωθεί η ανακοπτομένη απόφαση και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων ασκήθηκε από τους εφεσιβλήτους η από 9-8-1995 αγωγή κατά του πατέρα τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο, δικαίωμα; το οποίο απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, μετά την άτυπη δωρεά τούτου από τον τελευταίο, ο οποίος είχε καταστεί κύριος του ίδιου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, και αμφισβητούσε το δικαίωμά τους αυτό. Επί της αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου, η 463/1995 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που δέχθηκε κατ' ουσίαν αυτήν, λόγω της τεκμαιρόμενης ομολογίας των πραγματικών περιστατικών της από την ερημοδικία του τελευταίου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ερήμην δικασθείς εναγόμενος άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου την από 24-1-2001 ανακοπή ερημοδικίας, επικαλούμενος προς θεμελίωσή της αφ' ενός την έλλειψη κλήτευσής του για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αγωγής, προσβάλλοντας ως πλαστογραφημένη, την προσκομισθείσα στο παραπάνω δικαστήριο από τους ενάγοντες έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή προς απόδειξη της κλήτευσής του κατά τη συζήτηση αυτής, και αφ' ετέρου την έλλειψη επίδοσης της εκδοθείσας ερήμην του απόφασης, προς δικαιολόγηση της εμπρόθεσμης άσκησης αυτής, αρνούμενος περαιτέρω την επικαλούμενη από τους τελευταίους στην αγωγή τους άτυπη δωρεά από τον ίδιο προς αυτούς του επιδίκου ακινήτου, καθώς και τη συνδρομή των προϋποθέσεων στο πρόσωπό τους της έκτακτης χρησικτησίας. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 220/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή είχε ασκηθεί εκπροθέσμως. Σημειωτέον ότι στη δίκη εκείνη λόγω του θανάτου του ανακόπτοντος, πριν από τη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας και τη βιαία διακοπή της υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του και συνέχισαν νομίμως αυτήν οι εκκαλούντες, τέκνα του κατά ποσοστό 1/9 ο καθένας, με βάση ειδικότερα των .../2000 δημόσια διαθήκη αυτού, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Χανίων Γρ. Μαλεφάκη και δημοσιεύθηκε νομοτύπως, μεταξύ των οποίων και η θυγατέρα του Ι. Ρ. Οι τελευταίοι άσκησαν έφεση κατά της παραπάνω αποφάσεως ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 599/2004 απόφαση αυτού. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησαν αναίρεση οι εκκαλούντες, η οποία έγινε δεκτή με την 178/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου που στήριζε πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Ακολούθως παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας την έφεση, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε την ανακοπή, την οποία έκρινε ως εμπρόθεσμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και ακολούθως εξαφάνισε την ανακοπτόμενη απόφαση και δικάζοντας πλέον την αγωγή, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν με την 167/2012 απόφασή του. Και η εφετειακή αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 1906/2014 απόφαση του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση που άσκησαν κατ' αυτής οι εφεσίβλητοι-καθ' ών η ανακοπή ερημοδικίας, κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου, που στήριζε πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και διακρατήθηκε η υπόθεση στο ίδιο τμήμα για ουσιαστική εκδίκαση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν.4045/2012. Ήδη η παραπάνω εκκαλούσα Ι. Ρ. με ίδια δικόγραφα που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο και επιδόθηκαν στους εφεσίβλητους νομοτύπως την 6-10-2015, δηλώνει ότι παραιτείται από τα δικόγραφα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς ως προς αυτήν, που συνδέεται με τους λοιπούς εκκαλούντες με το δεσμό της απλής ομοδικίας θεωρείται ως μη ασκηθείσα η ανακοπή ερημοδικίας και η έφεση και καταργείται ως προς αυτήν η δίκη ( άρθρα 294,295 παρ. 1, 297, 299 ΚΠολΔ).

Επειδή στο άρθρο 270 παρ. 2 εδγ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στην διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. Έτσι με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφ' όσον για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και έχουν τηρηθεί οι οριζόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβε υπόψη του, που είναι κατ' ανώτατο όριο τρεις για το καθένα τούτων, αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Σε περίπτωση προσκόμισης περισσοτέρων ενόρκων βεβαιώσεων θα ληφθούν υπόψη μόνον τρεις, προσφορότερο δε κριτήριο για την επιλογή αυτών, που θα ληφθούν υπόψη είναι η σειρά της επίκλησής τους. Εξάλλου οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ' αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ.γ Κ.Πολ.Δ., ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό, ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο νομίμως λαμβάνει υπόψη και έγγραφα που προσκομίζουν σ' αυτό οι διάδικοι για πρώτη φορά, εκτός αν κρίνει ότι συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση απαραδέκτου, που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ. Έτσι επιτρέπεται μεν να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όχι όμως και ενόρκων βεβαιώσεων περισσοτέρων των τριών στην τακτική διαδικασία για κάθε διάδικο μέρος, δηλαδή δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη επιπλέον των τριών ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των κρισίμων ζητημάτων ή αναλόγως προς αντίκρουση ισάριθμών ενόρκων βεβαιώσεων εφόσον στη δίκη στον πρώτο βαθμό λήφθηκαν ήδη υπόψη τρεις τέτοιες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος, οι οποίες με επίκληση προσκομίζονται στο Εφετείο. Για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ., προσθέτων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. Για να είναι σαφής και ορισμένη η επίκληση προσθέτων ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου οι οποίες προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή ενώπιον του Εφετείου στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ., για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων, πρέπει στην προσθήκη των προτάσεων του διαδίκου, που τις προσκόμισε, να αναφέρεται εκτός των άλλων ότι αυτές προσκομίζονται για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων του αντιδίκου, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αυτές παραδεκτές και ακολούθως να ελέγξει αν πράγματι προσκομίσθηκαν για το σκοπό αυτό. Οι εφεσίβλητοι καθ' ών η ανακοπή ερημοδικίας με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρίσθηκαν προς απόκρουση της ανακοπής ερημοδικίας ότι ο πατέρας τους (ανακόπτων) ήταν πλήρως ανίκανος προς δικαιοπραξία διότι δεν είχε συνείδηση των πραττομένων συνεπεία βαρύτατης ασθένειας από την οποία έπασχε και διότι εστερείτο της χρήσης του λογικού του ένεκα πνευματικής αναπηρίας και συνεπώς ήταν ανίκανος προς παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο που άσκησε την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο. Ήδη με τις προτάσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου της παραπομπής επαναφέρουν τον ισχυρισμό αυτό, με τον οποίο δεν ασχολήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που αφορά δικονομική ακυρότητα της προδικασίας, με την οποία αμφισβητείται η συνδρομή διαδικαστικής προϋπόθεσης δηλαδή έλλειψης δικαστικής πληρεξουσιότητας προς άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, από την οποία και εξαρτάται η εγκυρότητα της δίκης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό από τη χωρίς όρκο εξέταση της πρώτης των ανακοπτόντων και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των καθ' ών στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που περιέχονται στο 220/2003 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τις ακόλουθες ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στην παρούσα δίκη και ειδικότερα την 230/28-2-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Χανίων Ιωαν. Μετζιδάκη, που λήφθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την οποία προσκόμισαν οι καθ' ών η ανακοπή με επίκληση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ήδη προσκομίζουν και επικαλούνται στο δικαστήριο τούτο, τις 66 και 67/22-9-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Παρ. Σταματίου, που λήφθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και οι οποίες προσκομίζονται από τους τελευταίους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου για πρώτη φορά, την 1882/2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Δ. Πρίνου, που λήφθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, την οποία οι ανακόπτοντες με επίκληση προσκόμισαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ήδη προσκομίζουν και επικαλούνται στο δικαστήριο τούτο, τις 2722 και 2923/2015 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χανίων μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και για πρώτη φορά προσκομίζουν και επικαλούνται στο Δικαστήριο τούτο οι ανακόπτοντες, την 68/2015 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Χανίων Π. Σταματίου, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι καθ' ών η ανακοπή προς αντίκρουση των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων που για πρώτη φορά στο δικαστήριο τούτο προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι ανακόπτοντες, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων αι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομίμως στα πλαίσια προϋφισταμένων δικών μεταξύ των διαδίκων και οι οποίες εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ανακόπτων έπασχε από το 1999 από καρκίνο του πνεύμονα και αναπνευστική ανεπάρκεια. Η κατάσταση της υγείας του επιβαρύνθηκε το 2000, καθ' όσον προέκυψε μετάσταση του καρκίνου στον εγκέφαλο, συνεπεία της οποίας εγκατέστησε προς το τέλος του 2000 ημιπληγία αριστερά, γεγονός που καθιστούσε δυσχερή έως αδύνατη τη μετακίνησή του. Κατά το χρονικό διάστημα από 23-12-2000 μέχρι την 3-1-2001 νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Χανίων λόγω έντονης δύσπνοιας και την 1-2-2001 απεβίωσε σε ηλικία 76 ετών. Από τις παραπάνω όμως ασθένειες, οι οποίες τον κατέλαβαν σωματικά δεν επηρεάσθηκαν οι πνευματικές του λειτουργίες και διέθετε μέχρι το θάνατό του ικανοποιητική νοημοσύνη και ικανότητα προς δικαιοπραξία. Το γεγονός αυτό της ικανότητας του ανακόπτοντος προς δικαιοπραξία βεβαιώνουν και οι νευρολόγοι-ψυχίατροι Α. Α. και Δ. Κ., οι οποίοι τον επισκέφθηκαν στην οικία του και τον εξέτασαν την 30-11-2000, όπως προκύπτει από το σχετικό με την ίδια ημερομηνία πιστοποιητικό που συνέταξαν και το οποίο είναι το μοναδικό ιατρικό πιστοποιητικό, που αφορά διάγνωση για την κατάσταση της ψυχικής υγείας και της πνευματικής ικανότητας του ανακόπτοντος και το οποίο προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατ' εντολή του τελευταίου συντάχθηκε το .../17-11-2000 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χανίων Α. Φαλαγγάρη-Ποιμενάκη την οποία επισκέφθηκε στο γραφείο της, με το οποίο καθιστούσε αντίκλητο και αντιπρόσωπο τη θυγατέρα του Ελ. Π. ενώπιον των δικαστηρίων και άλλων αρχών. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων άφησε δημόσια διαθήκη οποία συντάχθηκε την 1-12-2000 ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Γρ. Μαλεφάκη-Α., η οποία δημοσιεύθηκε νομοτύπως και δεν προκύπτει ότι έχει προβληθεί το κύρος της από τους εφεσίβλητους, καθώς επίσης συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Χανίων Ι. Μπάλαγκα-Ντουρουντάκη στην οικία του ανακόπτοντος κατ' εντολή του το 1153/21-12-2000 έγγραφο με το οποίο διόρισε ως δικαστικό πληρεξούσιο το δικηγόρο Χανίων, Δημ. Ποντικάκη, με την ειδική εντολή μεταξύ άλλων να ασκήσει την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας, να προσβάλλει ως πλαστογραφημένες τις εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ε. Π., τις οποίες φέρεται ότι έχει υπογράψει ως λαβών την ένδικη αγωγή και την ερήμην αυτού εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς επίσης να κατονομάσει ως πλαστογράφο τον προαναφερόμενο δικαστική επιμελητή και ως ηθικούς αυτουργούς στην πράξη της πλαστογραφίας τους καθ' ών η ανακοπή ερημοδικίας-εφεσιβλήτους και να υποβάλλει μήνυση για την ίδια πράξη κατά του δικαστικού επιμελητή και οποιουδήποτε συνεργού του. Δηλαδή τρεις συμβολαιογράφοι σε διαφορετικούς χρόνους δεν αρνήθηκαν τη σύνταξη των προαναφερομένων δημοσίων εγγράφων προφανώς επειδή διαπίστωσαν την πνευματική ικανότητα του εντολέως-ανακόπτοντος. Από τα περιστατικά αυτά, που επιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εκκαλούντων, αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων κατά τον κρίσιμο χρόνο της παροχής της δικαστικής πληρεξουσιότητας στον προαναφερόμενο δικηγόρο, που άσκησε την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας είχε δικαιοπρακτική ικανότητα και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εφεσίβλητοι είναι αβάσιμα. Οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των τελευταίων δεν κρίνονται πειστικές ενόψει του ότι δεν ενισχύονται ούτε από μία ιατρική βεβαίωση για την κατάσταση της ψυχικής υγείας του ανακόπτοντος ή από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσον. Το γεγονός της δικαιοπρακτικής ικανότητας του τελευταίου κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο δεν αναιρείται από το ότι την προτεραία του θανάτου του, όπως βεβαιώνει ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Χανίων Ε. Φ. στην .../30-1-2001 έκθεση επίδοσης, που τον συνάντησε στην οικία του προκειμένου να του επιδώσει μια εξώδικη δήλωση-πρόσκληση "δεν ήταν σε κατάσταση να καταλάβει τι του έλεγα, ούτε ήταν σε θέση, να υπογράψει", αφού η αδυναμία αντίληψης των πραγμάτων εκείνη τη χρονική στιγμή της επίδοσης δεν αποκλείει την πνευματική του διαύγεια και εντεύθεν δικαιοπρακτική ικανότητα σε προγενέστερο χρόνο έστω και ολίγων ημερών, όπως άλλωστε αποδείχθηκε.

Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Περαιτέρω οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, της παραπομπής ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αναρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, και έπρεπε η ένδικη ανακοπή ερημοδικίας να ασκηθεί ενώπιον του καθ' ύλην αρμοδίου Εφετείου, επειδή κατά το χρόνο άσκησης αυτής (ανακοπής ερημοδικίας) η προσβαλλομένη με αυτήν απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκδοθείσα ερήμην του εναγομένου, είχε καταστεί ανέκκλητη, λόγω παρέλευσης της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας κατ' άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προς άσκηση αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον η ερήμην πρωτόδικη απόφαση, που δεν επιδόθηκε και έχει καταστεί ανέκκλητη με τη συμπλήρωση της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εξακολουθεί να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την ανακοπτόμενη απόφαση (άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ.), αφού η προθεσμία αυτής δεν κινείται χωρίς επίδοση της ερήμην απόφασης. Μια τέτοια απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, καθ' όσον το άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι τελεσιδικία δεν παράγεται όσον εξακολουθεί να είναι επιτρεπτή η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Άλλωστε η ευδοκίμηση μιας όψιμης έστω ανακοπής θα συμπαρασύρει και το ανέκκλητο, αφού θα επαναφέρει κατά το άρθρο 509 Κ.Πολ.Δ. την υπόθεση στο στάδιο της συζήτησης που ακυρώθηκε δηλαδή πριν από την οριστική πρωτόδικη απόφαση, δημιουργώντας έτσι τη δυνατότητα προσβολής με έφεση της απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί. Περαιτέρω από την εκτίμηση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν σε σχέση με την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι αγρός, επιφάνειας 60.086 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ¨..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Σούδας Κυδωνίας και συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο, νότια με ακίνητο Θ. Κ., ανατολικά με ακίνητο Ναύσταθμου και δυτικά με δρόμο Σούδας Ακρωτηρίου. Το ακίνητο αυτό κατέλαβε αυθαιρέτως το 1953 ο εναγόμενος Ε. Β. ή Π., πατέρας των διαδίκων και έκτοτε μέχρι το θάνατό του που συνέβη, όπως ήδη έχει αναφερθεί την 1-2-2001, κατείχε τούτο και το εξουσίαζε με τη θέλησή να είναι κύριος αυτού, το επισκεπτόταν, το επέβλεπε, το προστάτευε από τις διεκδικήσεις τρίτων, φρόντιζε τα δένδρα που υπήρχαν σ' αυτό και συνέλεγε τους καρπούς τους, το εκμίσθωνε σε κτηνοτρόφους, τμήματα δε αυτού χρησιμοποιούσε ως ασβεστοκάμινα. Έτσι με την άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας που συνεχίσθηκε μέχρι το θάνατό του, με τις παραπάνω υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ως αγροτικού ακινήτου δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής του να το εξουσιάζει ως κύριος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Οι ενάγοντες, που είναι τρία από τα δέκα τέκνα του εναγομένου-ανακόπτοντος, ισχυρίζονται προς θεμελίωση της αγωγικής αξίωσης ότι ο τελευταίος το 1974 παρέδωσε σ' αυτούς στα πλαίσια άτυπης δωρεάς τη νομή του επιδίκου ακινήτου και ότι αυτοί νεμηθέντες έκτοτε τούτο με τις ίδιες διακατοχικές πράξεις πλέον τη εικοσαετίας μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής κατέστησαν συγκύριοι τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες προς όφελός τους και εναντίον των συμφερόντων του πατέρα και των λοιπών αδελφών τους, μεθόδευσαν χωρίς ο πατέρας τους να γνωρίζει, προκειμένου να αποκτήσουν τίτλο για την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και να καταστούν αυτοί συγκύριοι τούτου, ενόψει του ότι και άλλου αυθαιρέτως ενεργούντες διεκδικούσαν τμήματα του επιδίκου να ασκήσουν εναντίον του αναγνωριστική αγωγή, η οποία θα δικαζόταν ερήμην του, ώστε να γίνει δεκτή λόγω της τεκμαιρόμενης ομολογίας από την απουσία του, την οποία και άσκησαν και έτσι εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ερήμην του, με την οποία η αγωγή έγινε κατ' ουσίαν δεκτή και αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι του επιδίκου. Πλην όμως οι φερόμενες, ως τεθείσες από τον εναγόμενο υπογραφές, τόσον στην .../1995 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων Ε. Π., που αφορά την επίδοση στον εναγόμενο της ένδικης αγωγής όσον και στην .../5-1-1996 έκθεση επίδοσης του ίδιου επιμελητή, που αφορά την επίδοση σ' αυτόν της ερήμην εκδοθείσας απόφασης, κρίθηκε αμετάκλητα με την 167/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης ότι δεν είναι γνήσιες υπογραφές αυτού, αλλά έχουν τεθεί από τρίτο πρόσωπο. Γι’ αυτό όταν προς το τέλος του 2000 ο εναγόμενος πληροφορήθηκε την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, άσκησε την ανακοπή ερημοδικίας. Διαφορετικά αν πράγματι είχε παραχωρήσει τη νομή του επιδίκου στους ενάγοντες και υπό την εκδοχή ότι γνώριζε, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, ότι η αγωγή ασκείται προς απόκτηση τίτλου κυριότητας, δεν εξηγείται για ποιο λόγο να ασκήσει την ανακοπή ερημοδικίας και να δώσει την εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του να τους κατονομάσει ως ηθικούς αυτουργούς στην πλαστογραφία των παραπάνω δημοσίων εγγράφων, στα πλαίσια προβολής σχετικού ισχυρισμού περί πλαστότητας στη δίκη επί της ανακοπής. Υπέρ της άποψης αυτής ότι δηλαδή το 1974 δεν παραδόθηκε η νομή του επιδίκου στους ενάγοντες, συνηγορεί και το γεγονός ότι κατά τον παραπάνω χρόνο ο εναγόμενος ήταν ηλικίας 49 ετών και έξη από τα δέκα παιδιά του ήταν ανήλικα, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων Ε. Β. ηλικίας τότε 14 χρόνων, το επίδικο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διέθετε κατά τον ίδιο χρόνο και δεν προέκυψε αν είχε μεταβιβάσει στα λοιπά τέκνα του άλλα περιουσιακά του στοιχεία ή αν αυτά είχαν οποιαδήποτε ατομική περιουσία και μόνον οι τρεις ενάγοντες εστερούντο περιουσίας, οπότε προς οικονομική εξασφάλισή τους μεταβίβασε ατύπως το επίδικο. Επίσης συνηγορεί και το γεγονός ότι δυο μήνες πριν από το θάνατός του συνέταξε την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη του, με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμους του στο επίδικο ακίνητο τα εννέα τέκνα του κατ' ισομοιρίαν. Περαιτέρω προέκυψε ότι η μητέρα των διαδίκων κατέθεσε ενόρκως την 29-10-2001, δηλαδή μετά το θάνατο του εναγομένου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Μ. Παϊζη με επιμέλεια των εναγόντων ότι ο εναγόμενος-σύζυγός της "είχε δώσει το επίδικο ακίνητο το 1974 στους τελευταίους και ότι κανένας άλλος δεν είχε δικαίωμα σ' αυτό". Όμως μεταγενέστερα την 25-4-2003 η ίδια προσήλθε στη συμβολαιογράφο Χανίων Β. Ορφανουδάκη και κατέθεσε ενόρκως, συνταχθείσας προς τούτο σχετικής βεβαίωσης, μεταξύ άλλων ότι σε οποιαδήποτε συμβολαιογραφική πράξη προέβη κατά το χρονικό διάστημα από 24-10-2001 μέχρι 14-4-2002 αυτή έλαβε χώρα υπό καθεστώς απειλών και εκβιασμών από τον γυιό της Ε. και τον Ι. Α., σύζυγο της πρώτης των εναγόντων, οι οποίο παρά τη θέλησή της την κρατούσαν στα σπίτια τους. Ακολούθως μετά την υποβολή εγκλήσεως ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του παραπάνω Ι. Α. για τις πράξεις της εξύβρισης και της απειλής σε βάρος της προαναφερόμενης και κατά της συζύγου του γιού της για παράνομη κατακράτηση αυτής. Και τα περιστατικά αυτά συνηγορούν υπέρ της παραδοχής ότι δεν μεταβιβάσθηκε η νομή του επιδίκου στους ενάγοντες, αλλά αυτοί με κάθε τρόπο προσπάθησαν να αποκτήσουν την κυριότητα αυτού, αποσπώντας παρανόμως ευνοϊκή γι’αυτούς μαρτυρία της μητέρας τους, την οποία όμως αυτή ακολούθως ανακάλεσε καθ'όσον δόθηκε υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες. Οι ενάγοντες προσάγουν και επικαλούνται την από 19-11-1996 αίτηση αναστολής εκτελέσεως της 322/1996 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, που δίκασε αίτηση του Ελ. Κ. κατά του παραπάνω Ι. Α., συζύγου της πρώτης των εναγόντων και του ενάγοντος-πατέρα τους, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής του σε ακίνητο, που ήταν τμήμα του επιδίκου, η οποία (αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί νομής) είχε γίνει κατ' ουσίαν δεκτή. Ισχυρίζονται δε ότι στην αίτηση της αναστολής εκτέλεσης ήταν ενσωματωμένη και η έφεση που οι παραπάνω αιτούντες είχαν ασκήσει κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, στην οποία περιλαμβάνεται ομολογία (εξώδικη για την παρούσα δίκη) του εναγομένου ότι είχε με άτυπη δωρεά από το 1974 μεταβιβάσει την κυριότητα του ακινήτου στους ήδη ενάγοντες. Πλην όμως από την 226/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε επί της παραπάνω εφέσεως, προκύπτει ότι αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς τον εκκαλούντα πατέρα των διαδίκων, επειδή μετά τον υποβληθέντα ισχυρισμό από τον εφεσίβλητο περί ελλείψεως δικαστικής πληρεξουσιότητας του παραστάντος για λογαριασμό του δικηγόρου, παρήλθε άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία για την προσκόμιση του σχετικού εγγράφου χορήγησης πληρεξουσιότητας, το οποίο δεν προσκομίσθηκε, κηρύχθηκαν δε άκυρες όλες οι διαδικαστικές πράξεις που είχαν γίνει στο όνομά του, ενώ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς τον έτερο των τότε εκκαλούντων, σύζυγο της πρώτης των ήδη εναγόντων, οποίος άσκησε προφανώς εν αγνοία του ήδη εναγομένου την αίτηση αναστολής και την έφεση και επειδή γνώριζε την έκδοση της ερήμην του εναγομένου εκδοθείσας και εκκαλουμένης ήδη πρωτοβάθμιας απόφασης, (ως σύζυγος της ήδη ενάγουσας) προς υποστήριξη του προβληθέντος ισχυρισμού του για την απόρριψη της αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού και του πατέρα των διαδίκων για τη θεμελίωση του οποίου εξέθετε ότι το επίδικο δεν ανήκε σ' αυτούς αλλά στους ήδη ενάγοντες επικαλέσθηκε την απόφαση αυτή. Έτσι δεν προκύπτει εξώδικη ομολογία του πατέρα των διαδίκων περί της παράδοσης της νομής στους ενάγοντες το 1974. Πράξεις διακατοχικές εμφανείς άσκησαν πράγματι στο επίδικο ακίνητο οι τελευταίοι πλην όμως όχι με διάνοια κυρίου αλλά για λογαριασμό του πατέρα τους και ως αντιπρόσωποί του στη νομή, την οποία μόνον αυτός μέχρι το θάνατό του ασκούσε.

Συνεπώς η αγωγή είναι αβάσιμη. Με βάση τα δεδομένα αυτά η ανακοπή ερημοδικίας έπρεπε να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή και συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε αυτήν έσφαλε και πρέπει κατά παραδοχή της έφεσης να γίνει αυτή δεκτή κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο για ουσιαστική εκδίκαση (άρθρο 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), να γίνει δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας, να εξαφανισθεί η ερήμην εκδοθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως δικάζοντας το δικαστήριο τούτο την αγωγή, να απορριφθεί αυτή κατ' ουσίαν και να επιστραφεί το παράβολο στις εκκαλούσες. Τα δικαστικά έξοδα των εκκαλουσών και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εφεσιβλήτων, ως ηττηθέντων διαδίκων (άρθρων 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της ανακοπής ερημοδικίας κατά της 463/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων καθώς και την έφεση που ασκήθηκε κατά της 220/2003 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, ως προς την Ι. Ρ..

Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την 220/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Κρατεί και δικάζει την από 24-1-2001 ανακοπή ερημοδικίας.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την ανακοπή ερημοδικίας, κατά το προσβαλλόμενο ποσοστό των συγκληρονόμων του ανακόπτοντος που συνεχίζουν τη δίκη για εκείνον.

Εξαφανίζει την 463/1995 ανακοπτομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους υπεισελθόντες στη δικονομική θέση του καταθέσαντος ανακόπτοντος.

Δικάζει την από 9-8-1995 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή.

Καταδικάζει τους εφεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των εκκαλουσών και των δύο, βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ