35/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 35 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2015
Legislator headnote
AI generated35/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 35 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2015
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 35 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ ΛΑΙΤ ΦΛΕΞ ΦΟΡΜ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ιωαννίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SFERA JOVEN SA" (ΣΦΑΙΡΑ ΓΙΟΒΕΝ ΕΣ ΕΙ), που εδρεύει στη … και διατηρεί στην Ελλάδα υποκατάστημα με την επωνυμία "SFERA JOVEN SA ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Καραμαριά και Νικόλαο Χριστοφορίδη, που δήλωσαν στο ακροατήριο ότι ανακαλούν την από 18-9-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίστανται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου (καθώς και διά των προτάσεων) ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1960/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6282/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2014 αίτησή της και τον από 20-3-2014 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 2-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 182/2014 και 34/2014 αίτησης και πρόσθετου σ' αυτήν λόγου αναίρεσης της 6282/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ. 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334. Η απαρίθμηση όμως αυτή δεν είναι περιοριστική αφού ο νομοθέτης δεν χρησιμοποιεί το στερητικό μόριο "μόνο" και συνεπώς στην αναιρετική δίκη εφαρμόζονται και άλλες διατάξεις που δεν καλύπτονται από τις ειδικές ρυθμίσεις του περί αναιρέσεως ειδικού κεφαλαίου του ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια αυτές δεν προσήκουν μόνο στη διαδικασία των δικαστηρίων της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε κυρία παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή τον διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει, ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του. Από τη διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγομένου, (του καθ' ου η κυρία παρέμβαση ή του καθ' ου ασκήθηκε το ένδικο μέσο), για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας, ενώπιον του οικείου δικαστηρίου, και εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη αφού δεν γίνεται σ' αυτή διάκριση μεταξύ τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων, δεν προσήκει δε μόνον στην διαγνωστική δίκη, προκύπτει ότι: α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του απαιτείται να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου (άρθρ. 263 περ. γ' ΚΠολΔ), β) κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσεως της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει, λόγου χάρη, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος στερείται εμφανούς περιουσίας, είναι άγνωστης διαμονής, αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του διαδίκου και ήδη αιτούντος και εν γένει αφερέγγυος, γ) για να διαταχθεί η ανωτέρω εγγυοδοσία, πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπ' όψιν του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για τη μη εκτέλεση της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση ενδεχόμενης καταδίκης σ' αυτά του υπόχρεου διαδίκου στην εγγυοδοσία, δ) το δικαστήριο, που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση για εγγυοδοσία, καθορίζει όχι μόνο το μέγεθος αυτής, αλλά και την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει, ενώ, αν αυτή παρέλθει άπρακτη το δικαστήριο με αίτηση εκείνου που ζήτησε την εγγυοδοσία ανακαλεί την αγωγή, κύρια παρέμβαση ή το ένδικο μέσο. Η ανάκληση, μάλιστα, αυτή θεωρείται ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κυρίας παρέμβασης ή του ένδικου μέσου (άρθρ. 171, 172 και 162 ΚΠολΔ). Το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων της εν λόγω αναβλητικής ενστάσεως (που εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα) φέρει ο εναγόμενος, ο καθ' ου η κύρια παρέμβαση ή εκείνος κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ αυτή (ένσταση) είναι βάσιμη αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατατεθείσες εμπρόθεσμα, έγγραφες προτάσεις της ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία, λόγω υπάρξεως προφανούς κινδύνου αδυναμίας εισπράξεως των τυχόν επιδικασθησομένων δικαστικών εξόδων σε περίπτωση ήττας της, αφού έχει μεταβιβάσει καταδολιευτικώς όπως υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της στο "ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ Α.Ε" εκκρεμούσης της έκδοσης αγωγής διαρρήξεως της άνω μεταβίβασης ενώ η ίδια στερείται οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα υπάρχοντα στον φάκελο της δικογραφίας στοιχεία δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη οικονομική αδυναμία της αναιρεσείουσας, μη αρκούντος προς τούτο μόνου του γεγονότος της μεταβίβασης των ακινήτων στην άνω επιχείρηση, ενώ όσα αναφέρονται σχετικά στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης αφορούν την καταδολιευτική πρόθεση της αναιρεσείουσας και σχετίζονται με την μεταξύ των εκκρεμούσα δίκη διάρρηξης της άνω δικαιοπραξίας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 εδ. α' Α.Κ. αν εξαιτίας κάποιου δικαιώματος τρίτου αφαιρεθεί από το μισθωτή ολικά ή μερικά η συμφωνημένη χρήση του μισθίου, (νομικό ελάττωμα), εφαρμόζονται, αναλόγως, οι διατάξεις των άρθρων 576 έως 579 και 582. Ενόψει δε του ότι, κατ' άρθρο 574 Α.Κ., ο εκμισθωτής είναι υποχρεωμένος μόνο, να παραχωρήσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος δεν αρκεί απλώς η ύπαρξη πάνω στο μίσθιο κάποιου δικαιώματος τρίτου, το οποίο είναι αδιάφορο αν γεννήθηκε πριν ή μετά την παραχώρηση της χρήσης, αλλά, απαιτείται, εξαιτίας ακριβώς αυτού του δικαιώματος, είτε, να μη παραχωρήθηκε, είτε, να αφαιρέθηκε, ολικά ή μερικά, από το μισθωτή η συμφωνημένη χρήση. Με την υλική αφαίρεση της χρήσεως εξομοιώνεται και η παρεμπόδισή της όταν αναιρείται ουσιαστικά το δικαίωμα του μισθωτή. Με τα άρθρα 577 και 578 ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 583 Α.Κ., που εφαρμόζονται και στην εμπορική μίσθωση κατ' άρθρο 29 ν. 813/1978, (άρθρο 44 π.δ. 34/1995), παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, σε περίπτωση υπάρξεως νομικού ελαττώματος, να απαιτήσει από τον εκμισθωτή αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως, αν, κατά τη συνομολόγησή της υπήρχε νομικό ελάττωμα, το οποίο ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ή αν, από υπαιτιότητά του, εμφανίσθηκε μετά τη συνομολόγηση της συμβάσεως. Επιπλέον, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση σύμφωνα με την γενική διατύπωση του άρθ. 584 ΑΚ. Η καταγγελία, κατά το γράμμα της ΑΚ 587, αίρει για το μέλλον την μισθωτική σχέση και δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα. Αφού δε με την λήξη η μισθωτική σχέση μετατρέπεται σε εκκαθαριστική, ο εκμισθωτής αποδίδει τα προκαταβαλλόμενα κατά τις γενικές διατάξεις (άρθ. 297, 298 και 335 ΑΚ) και ο μισθωτής αναζητεί τις γενόμενες προκαταβολές μισθωμάτων απευθείας από το νόμο ή την σύμβαση. Εξάλλου, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθ. 597 και 583 εδ. α' ΑΚ ο εκμισθωτής απαλλάσσεται από την ευθύνη αν ο μισθωτής κατά την συνομολόγηση της συμβάσεως γνώριζε το νομικό ελάττωμα του μισθίου. Αν, όμως, από βαρειά του αμέλεια αγνοούσε το ελάττωμα δεν απαλλάσσεται, ο εκμισθωτής και δεν στερείται των δικαιωμάτων των άρθ. 576 - 578 ΑΚ, ακόμη και αν εν γνώσει του ελαττώματος παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο και τούτο γιατί το άρθ. 583 ΑΚ δεν παραπέμπει στις διατάξεις των άρθ. 580 και 581 ΑΚ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αίτηση αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, εκ του ότι εφήρμοσε εσφαλμένα την διάταξη του άρθ. 583 ΑΚ και εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ, εκ του ότι οι αιτιολογίες της είναι αντιφατικές, ελλιπείς και ακατάληπτες, με αποτέλεσμα να μη είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εφαρμογή των διατάξεων 579 και 583 εδ. α' του ΑΚ. Το Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση δέχθηκε τα εξής: "...Δυνάμει του από 13-3-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως η εναγομένη - αντενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. Ανώνυμη Εταιρεία Γυναικείων Ενδυμάτων και Εσωρούχων Λαϊτ Φλεξ Φορμ" εκμίσθωσε στην ενάγουσα - αντεναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "SFERA JOVEN S.A." που εδρεύει στην … και διατηρεί στην Ελλάδα υποκατάστημα με την επωνυμία SFERA JOVEN S.A. ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ" δύο πολυώροφες, όμορες οικοδομές, που βρίσκονται στην Αθήνα επί της οδού Ερμού αρ. 48 η πρώτη και 50 η δεύτερη, για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, προκειμένου η ενάγουσα - αντεναγομένη να τις χρησιμοποιήσει για την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας και συγκεκριμένα για την πώληση ειδών ενδύσεως, υποδήσεως και συναφών ειδών, έναντι μηνιαίου μισθώματος 70.000 ευρώ και για τα δύο ακίνητα για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο περαιτέρω κατ' έτος. Για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μισθώσεως, η μισθώτρια κατέβαλε την ημέρα της υπογραφής του ως άνω μισθωτηρίου ως εγγύηση το ποσό των 140.000 ευρώ, ήτοι δύο μηνιαία μισθώματα (9ος όρος), το οποίο συμφωνήθηκε να παραμείνει στα χέρια της εκμισθώτριας, μέχρι της καθοιονδήποτε τρόπο αποχωρήσεως της μισθώτριας και να αποδοθεί στην τελευταία άτοκα, μετά την λήξη της μισθώσεως και μετά την εξόφληση κάθε οφειλής της μισθώτριας από την ένδικη σύμβαση. Ακόμη, συμφωνήθηκε να καταβάλει η μισθώτρια στην εκμισθώτρια για την άυλη, εμπορική αξία, (αέρα), του μισθίου, το ποσόν των 3.400.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. ποσού 646.000 ευρώ, εκ των οποίων κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως καταβλήθηκε το ποσό των 1.020.000 ευρώ, καθώς και ολόκληρο το ποσόν του Φ.Π.Α. Ως προς το υπόλοιπο ποσόν των 2.380.000 ευρώ της άυλης εμπορικής αξίας, συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην εκμισθώτρια κατά τον χρόνο της υπογραφής του πρακτικού παραδόσεως και παραλαβής του μισθίου, δεδομένου ότι σύμφωνα με τον 1ο όρο του μισθωτηρίου θα παρεδίδετο αυτό στην μισθώτρια το αργότερο μέχρι τις 30-9-2008. Η μίσθωση δε θεωρείται συναφθείσα μόλις επέλθει συμφωνία των συμβαλλομένων για το πράγμα και το μίσθωμα, όπως εν προκειμένω, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση (βλ. Ι. Κατρά "Πανδέκτης Μισθώσεων και Οροφοκτησιών, εκδ. 2009 σελ. 71) απορριπτόμενου του ισχυρισμού περί μη ολοκληρώσεως της συμβάσεως μισθώσεως. Τα δύο πολυώροφα ακίνητα που μίσθωσε η ενάγουσα - αντεναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, είχε σκοπό να τα ενώσει και να δημιουργήσει ένα κατάστημα ενιαίο, στο οποίο μετά την κατάλληλη διαμόρφωσή του θα ασκούσε την εμπορία της, για τον λόγο δε αυτό, οι δύο αυτές πολυώροφες και όμορες οικοδομές αναφέρονται ως ένα μίσθιο, η μίσθωση θεωρήθηκε ενιαία και αδιαίρετη, το δε μηνιαίο μίσθωμα με την άυλη εμπορική αξία αφορούσε το ενιαίο αυτό μίσθιο. Για την επίτευξη του σκοπού της μισθώσεως με τον όρο 8 του ενδίκου μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια θα έχει το δικαίωμα να προβεί, χωρίς την άδεια της εκμισθώτριας, σε εκτεταμένες επισκευές και μετασκευές των κτιρίων, με σκοπό να συνενώσει τους χώρους αυτών. Τέτοιες εργασίες μπορεί να συμπεριλαμβάνουν ενδεικτικά, καθαιρέσεις τοίχων, παταριών, οικοδόμηση τοίχων, κλιμακοστασίων, δημιουργία νέων επικοινωνιών μεταξύ ορόφων, όπως π.χ. ανελκυστήρων, φρεατίων αυτών, εγκατάσταση νέου ηλεκτρολογικού και υδραυλικού συστήματος ή βελτίωση των υπαρχόντων, να προβεί σε διακοσμητικές παρεμβάσεις, τόσο του εσωτερικού, όσο και των εξωτερικών όψεων των κτιρίων. Δηλαδή, συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα - αντεναγομένη θα είχε το δικαίωμα, στα πλαίσια της διαμορφώσεως του μισθίου, ανάλογα με το σκοπό της χρήσεώς του, να επεμβαίνει στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους των οικοδομών, ακόμη και να καταργήσει αυτούς κατά την βούλησή της και πάντα μετά από την λήψη της απαιτούμενης αδείας από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Ενόψει αυτών, απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάρτιση της ενδίκου συμβάσεως μισθώσεως ήταν, να έχει την δυνατότητα η ενάγουσα - αντεναγομένη, να μετασκευάσει, πλήρως, τα δύο κτίρια με επέμβαση και επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών αυτών. Για την επίτευξη της εν λόγω επεμβάσεως στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη των κτιρίων, και επειδή η εναγομένη - αντενάγουσά της είχε δηλώσει ότι το κτίριο με τον αριθμό 50 δεν της ανήκε κατά πλήρη κυριότητα, αλλά μόνο σε ποσοστό 65% εξ' αδιαιρέτου, το δε υπόλοιπο ποσοστό του 35% εξ' αδιαιρέτου ανήκε στο ίδρυμα με την επωνυμία "Σταυροπούλειο Πνευματικόν Κέντρον Βραχνέικων", η ενάγουσα - αντενάγουσα μισθώτρια προκειμένου να προβεί στην κατάρτιση της εν λόγω μισθώσεως και στη συνέχεια να πραγματοποιήσει τις επιθυμητές εργασίες ανακατασκευής που προαναφέρθηκαν, ζήτησε και έλαβε, πριν από την κατάρτιση της μισθώσεως, έγγραφη δήλωση συναίνεσης για τις εργασίες αυτές στο εν λόγω κτίριο (αριθ. 50), αλλά και για εκείνες που θα απαιτούνταν για την συνένωσή του με το όμορο με αριθ. 48, από τον Πρόεδρο του ιδρύματος Δ. Π., ο οποίος και της χορήγησε εγγράφως την άδεια να πραγματοποιήσει τις εργασίες που περιγράφονται ενδεικτικά στον όρο 8 του μισθωτηρίου. Στο ίδιο, από 13-3-2008, μισθωτήριο η εναγομένη - αντενάγουσα εκμισθώτρια δήλωσε ότι έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της δύο όμορα ακίνητα, ήτοι: α) μία πολυώροφη οικοδομή επί της οδού Ερμού αρ. 48 που αποτελείται από υπόγειο, επιφάνειας 102,14 τ.μ., ισόγειο επιφάνειας 113,48 τ.μ., πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ορόφους επιφανείας 150,49 τ.μ. εκάστου και έκτο όροφο επιφανείας 122,39 τ.μ., η οποία της ανήκει κατά πλήρη κυριότητα ποσοστού 100% και β) μία πολυώροφη οικοδομή επί της οδού Ερμού αρ. 50, η οποία της ανήκει κατά κυριότητα σε ποσοστό 65% και κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 35% ανήκει κατά κυριότητα στο παραπάνω ίδρυμα. Ακόμη αναγράφεται στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό μισθώσεως ότι, η εκμισθώτρια, ως αποκλειστική κυρία του άνω ακινήτου επί του αριθμού 48 και έχουσα την συγκυριότητα του δευτέρου ακινήτου επί του αριθμού 50 και ως εκ τούτου την πλειοψηφία των μερίδων, τα εκμισθώνει αμφότερα στην ενάγουσα - αντεναγομένη μισθώτρια ως ενιαίο ακίνητο και δη ως ενιαία και αδιαίρετη μίσθωση. Στον 4ο όρο του ίδιου ως άνω μισθωτηρίου αναφέρεται ότι η ενάγουσα - αντεναγομένη μισθώτρια επισκέφθηκε το μίσθιο ακίνητο, το οποίο βρήκε της απολύτου αρεσκείας της και κατάλληλο για την χρήση που το προορίζει, συμφωνήθηκε δε ότι σε περίπτωση νομικού ή κρυμμένου, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, πραγματικού ελαττώματος, που θα εμποδίζει την συμφωνημένη χρήση του μισθίου, η μισθώτρια θα δικαιούται να καταγγείλει άμεσα την μίσθωση. Τον Ιούνιο του 2008 και ενώ η μισθώτρια εταιρεία, διά των προστηθέντων αυτής προσώπων, επισκεπτόταν το μίσθιο προκειμένου να μελετήσει την διαμόρφωση των χώρων του, διαπίστωσε ότι το ευρισκόμενο, μεταξύ των δύο άλλων καταστημάτων, στον ισόγειο όροφο του κτιρίου επί του αριθμού 48, εμπορικό κατάστημα με τον διακριτικά τίτλο "GELATO", επιφανείας 35 τ.μ. περίπου με υπόγειο επιφάνειας 55 τ.μ., αποτελούσε αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, η οποία δεν ανήκε κατά κυριότητα στην εκμισθώτρια εταιρεία, αλλά σε τρίτους, τους Α. και Κ. - Κ. Τ.. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε σημαντικό κώλυμα στην εξακολούθηση της μισθώσεως και υλοποίηση του σχετικού όρου αυτής, δυνάμει του οποίου η μισθώτρια είχε το δικαίωμα να επέμβει σε κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους για την διαμόρφωση του μισθίου και ανακαίνιση αυτού και δη σε εξωτερικούς τοίχους, οριζόντιες πλάκες ορόφων για την δημιουργία νέων επικοινωνιών μεταξύ των ορόφων, κατασκευή νέων κλιμακοστασίων, φρεατίων, ανελκυστήρων κ.λπ. Τούτο διότι, για την επέμβαση αυτή θα έπρεπε να λάβει την συναίνεση και των άνω συνιδιοκτητών, αφού θα επεκτεινόταν, όπως προαναφέρθηκε, και σε κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, προκειμένου να διαμορφώσει τα δύο κτίρια, έτσι όπως τα είχε σχεδιάσει, ώστε να καταστούν κατάλληλα για την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας. Αμέσως μετά την εν λόγω διαπίστωση η ενάγουσα - αντεναγομένη ήρθε σε επαφή με τους ιδιοκτήτες του καταστήματος GELATO προκειμένου να λάβει την σύμφωνη γνώμη τους για την εκτέλεση εργασιών σε κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, πλην όμως αυτοί δεν συναίνεσαν. Μάλιστα, με εξώδικη δήλωσή τους που κοινοποίησαν στις 22-7-2008 στα διάδικα μέρη διαμαρτυρήθηκαν για την συμφωνία τους να τροποποιηθούν κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής και δήλωσαν ρητά την άρνησή τους να συναινέσουν σε αλλαγή αυτών, καλώντας τους παράλληλα να απέχουν από κάθε ενέργεια επεμβάσεως σ' αυτούς. Μετά τις δηλώσεις αυτές η συνένωση των δύο κτιρίων προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ενιαίο κτίριο, στην οποία επέβλεπε η μισθώτρια ενάγουσα - αντεναγομένη, ώστε να το χρησιμοποιήσει, κατάλληλα διαμορφωμένο, για την σκοπούμενη χρήση του, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί και η τελευταία, με την από 25-9-2008 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στην εναγομένη - αντενάγουσα εκμισθώτρια στις 26-9-2008 (βλ. την υπ' αριθμ. 5692/Β/26-9-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Θ. Χ.), κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση, σύμφωνα και με τον σχετικό 4ο όρο του μισθωτηρίου, διότι, όπως δήλωσε με την καταγγελία, η ως άνω αυτοτελής ιδιοκτησία, αποτελούσε νομικό ελάττωμα του μισθίου, που αναιρούσε, παντελώς, την δυνατότητα χρήσεώς του με την συνένωση των δύο κτιρίων, αφού το κατάστημα αυτό, (GELATO), είχε δικαίωμα συνιδιοκτησίας στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους του. Πρέπει να λεχθεί ότι το ελάττωμα αυτό είναι νομικό, διότι υφίσταται δικαίωμα τρίτου στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, εξαιτίας του οποίου αφαιρείται ουσιαστικά το δικαίωμα χρήσεως της μισθώτριας, λόγω της υπάρξεως κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών του κτιρίου και της αδυναμίας επεμβάσεως σ' αυτούς εξ' αιτίας της συνιδιοκτησίας, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της εναγομένης περί πραγματικού ελαττώματος. Η τελευταία, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα - αντεναγομένη, τόσο κατά τον χρόνο καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως μισθώσεως όσο και προγενέστερα, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, για την κατάρτιση της, γνώριζε την ύπαρξη της αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας του ισογείου καταστήματος στο κτίριο επί του αριθμού 48, πράγμα το οποίο είχε πληροφορηθεί και από τον μεσίτη κ. Β. με δύο ηλεκτρονικές επιστολές που είχε αποστείλει προς τον Ισπανό εκπρόσωπο της μισθώτριας και ως εκ τούτου η καταγγελία της μισθώσεως είναι άκυρη. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί νόμιμη ένσταση (άρθρο 579 Α.Κ.) δεν αποδεικνύεται και βάσιμος κατ' ουσίαν για τους ακόλουθους λόγους: Πράγματι, κατά το χρονικό διάστημα των έξι περίπου μηνών που προηγήθηκε της υπογραφής του ενδίκου μισθωτηρίου ο άνω μεσίτης που διαμεσολάβησε για την υπόδειξη του μισθίου και την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως απέστειλε με ηλεκτρονικές επιστολές πληροφορίες στον εκπρόσωπο της ενάγουσας - αντεναγομενης Ι. P. σχετικές με τα δύο κτίρια, ενημερώνοντας ότι έχουν τον ίδιο ιδιοκτήτη πλην ενός καταστήματος που φέρει τον διακριτικό τίτλο "GELATO" στο ισόγειο, συντάχθηκαν δε και κατόψεις των κτιρίων, όπου εμφανίζεται και η ιδιοκτησία αυτή, μετά από επισκέψεις υπαλλήλων της ενάγουσας, προκειμένου να εκτιμήσουν την δυνατότητα ενοποίησης των δύο κτιρίων και την εσωτερική και εξωτερική τους διαμόρφωση. Όμως, επειδή ακριβώς επρόκειτο για μίσθωση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πολυδάπανης από την άποψη της διαμορφώσεως των κτιρίων σε ένα ενιαίο, η ενάγουσα - αντεναγομένη, δεν αρκέσθηκε στην ενημέρωση του μεσίτη, η οποία σημειωτέον δεν ήταν πλήρης σε κάθε περίπτωση όσον αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, αφού δεν αναφερόταν και στο ότι το κτίριο επί του αριθμού 50 δεν ανήκε στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της εναγομένης - αντενάγουσας, αλλά μόνο κατά ποσοστό 65% εξ' αδιαιρέτου, γι' αυτό ανέθεσε την υπόθεση σε δικηγόρο. Ο τελευταίος, όταν πληροφορήθηκε από την εναγομένη - αντενάγουσα, ότι το κτίριο επί του αριθμού 50 της ανήκε μόνο κατά το ως άνω ποσοστό ζήτησε και έλαβε την έγγραφη συναίνεση συνιδιοκτήτη για την κατάργηση ή μετατροπή των κοινοχρήστων χώρων. Τέτοια ρητή ενημέρωση από την εναγομένη -αντενάγουσα δεν είχε και για την ιδιοκτησία του "GELATO" ώστε να λάβει και από εκείνους τους συνιδιοκτήτες σχετική έγγραφη συναίνεση. Σχετική επισήμανση δεν έγινε από την εναγομένη, ούτε και κατά την ανταλλαγή των σχεδίων μισθωτηρίων μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων που κατ' επανάληψη έλαβε χώρα μέχρι την κατάρτιση, μετά από κοινή έγκριση, του τελικού σχεδίου, το οποίο και υπογράφηκε. Όμως, και κατά την ημέρα υπογραφής του ενδίκου μισθωτηρίου από τους νομίμους εκπροσώπους των διαδίκων - συμβαλλομένων μερών πάλι δεν επισημάνθηκε από την εναγομένη - αντενάγουσα ότι το κτίριο επί της οδού Ερμού 48 δεν της ανήκε ολόκληρο κατά πλήρη κυριότητα ποσοστού 100%, αλλά αντίθετα, χωρίς καμία διευκρίνιση, αναγράφηκε κατ' επανάληψη στο από 13-3-2008 ένδικο μισθωτήριο, καθώς και στα σχέδια που προηγήθηκαν ότι η πολυώροφη οικοδομή επί της οδού Ερμού 48 της ανήκει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή κατά ποσοστό 100%. Το ότι ο δικηγόρος της ενάγουσας - αντεναγομένης παρέλαβε προς έλεγχο τους τίτλους ιδιοκτησίας του μισθίου ακινήτου δεν μπορεί να οδηγήσει στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα περί θετικής γνώσεως του νομικού ελαττώματος από αυτήν. Η επικαλούμενη δε επικουρικά βαρειά αμέλεια της ενάγουσας - αντεναγομένης ως προς την άγνοια του νομικού ελαττώματος δεν ασκεί έννομη επιρροή, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, διότι η διάταξη του άρθρου 583 Α.Κ. δεν παραπέμπει στην διάταξη του άρθρου 580 Α.Κ. που ρυθμίζει την περίπτωση αυτή ευθύνης του μισθωτή από βαρειά αμέλεια. Εξάλλου, την πεποίθηση της ενάγουσας - αντεναγομενης, περί πλήρους κυριότητας της εναγομένης - αντενάγουσας επί του κτιρίου του αριθμού 48, ενίσχυσε και το ότι με τον 8ο όρο του μισθωτηρίου, η τελευταία παρείχε στην πρώτη το δικαίωμα να πραγματοποιήσει επεμβάσεις και στα δύο κτίρια και μάλιστα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με καθαιρέσεις τοίχων οικοδόμηση νέων, δημιουργία νέων επικοινωνιών μεταξύ των ορόφων, επανακατασκευή των όψεων του μισθίου κ.λπ., παρότι το ισόγειο κατάστημα του "GELATO" ήταν ανεξάρτητη και αυτοτελής ιδιοκτησία με συμμετοχή συνιδιοκτησίας στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους. Ανεξάρτητα, όμως, της γνώσεως από την ενάγουσα μισθώτρια της υπάρξεως του ελαττώματος, λόγω ακριβώς της σοβαρότητας της ενδίκου συμβάσεως μισθώσεως, από τον χρόνο ακόμη της συνάψεώς της με τον τέταρτο όρο του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού επιφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως για την περίπτωση που θα εμφανίζονταν πραγματικά ή νομικά ελαττώματα, χωρίς να θέσουν ως προϋπόθεση της ευθύνης της την ύπαρξη πταίσματος, όρος για τον οποίο δεν διαφώνησε η εναγομένη. Ενόψει δε όλων όσων παραπάνω αποδείχθηκαν, η ενάγουσα - αντεναγομένη, κάνοντας χρήση και του παραπάνω αναφερθέντος σχετικού όρου της συμβάσεως μισθώσεως, εγκύρως κατήγγειλε την μίσθωση, και έτσι επήλθε λύση αυτής για το μέλλον. Κατόπιν αυτού, η έγγραφη καταγγελία από την εκμισθώτρια εναγομένη - αντενάγουσα της ίδιας συβάσεως μισθώσεως που έλαβε χώρα μεταγενέστερα, ήτοι τις 12-12-2008, είναι άνευ αντικειμένου, αφού ήδη είχε λυθεί η μίσθωση με την προγενέστερη καταγγελία της ενάγουσας - αντεναγομένης απορριπτόμενης της ανταγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης. Ως αβάσιμος δε πρέπει να απορριφθεί και ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι η ενάγουσα - αντεναγομένη εξ οικείου πταίσματος, και δη της βαρειάς της αμέλειας που επέδειξε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως ως προς την γνώση του ελαττώματος, συνετέλεσε στην επέλευση της ζημίας της (άρθρο 300 Α.Κ.), αφού τέτοια προϋπόθεση δεν τίθεται από τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 583 σε συνδυασμό με 580 Α.Κ.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή, αν και με διαφορετική νομική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση, δοθέντος ότι έκρινε ότι η αγωγή έχει έρεισμα τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το πραγματικό των οποίων δεν επικαλείται άλλωστε στην αγωγή, παρελκούσης επομένως της έρευνας του πρόσθετου λόγου της εφέσεως περί εφαρμογής του άρθρου 909 Α.Κ. ως προς το κονδύλιο του Φ.Π.Α., και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 1.806.000 ευρώ νομιμοτόκως από 26-9-2008, στο οποίο (ποσό) συμπεριλαμβάνονται η καταβληθείσα εγγύηση από 140.000 ευρώ, η άυλη εμπορική αξία από 1.020.000 ευρώ και 646.000 ευρώ για Φ.Π.Α. επ' αυτής και τα οποία η εναγομένη οφείλει να επιστρέψει, το μεν πρώτο κατά τον προαναφερθέντα σχετικό 9ο συμβατικό όρο (άρθρο 361 Α.Κ.) τα δε λοιπά ως αποζημίωση λόγω μη εκτελέσεως της συμβάσεως (άρθρα 577, 578, 583, 584, 297, 298, 335 Α.Κ.), ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατά το μέρος, όμως, που απέρριψε την ανταγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί κατά τούτο η εκκαλούμενη απόφαση, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, και αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί η ανταγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...". Υπό τις άνω παραδοχές και την επί των ως άνω ζητημάτων κρίση του, το δικαστήριο ορθά εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 583, 584 ΑΚ δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήταν ανέφικτη η χρήση του μισθίου και συγκεκριμένα των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών του, εξαιτίας νομικού ελαττώματος που απέρρεε από την ύπαρξη αυτοτελούς ιδιοκτησίας, η οποία δεν ανήκε στην αναιρεσείουσα - εκμισθώτρια και της οποίας και οι ιδιοκτήτες αρνούνταν να συναινέσουν στην συμφωνηθείσα, μεταξύ των διαδίκων χρήση, η ύπαρξη δε του νομικού ελαττώματος παρεμπόδιζε την παράδοση αυτού στην μισθώτρια. Επομένως, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ως άνω διατάξεων πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Απορριπτέος είναι και ο δεύτερος, εκ του αριθμού 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, αφού, το δικαστήριο περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, ως προς την δυνατότητα της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει την σύμβαση μισθώσεως, εξαιτίας ύπαρξης νομικού ελαττώματος αλλά και της εκ μέρους της χρήσης του σχετικού συμβατικού όρου που της παρείχε αντίστοιχο δικαίωμα, χωρίς χρονικό περιορισμό ή υπαιτιότητα των συμβαλλομένων, αρκούντος μόνο του νομικού ελαττώματος που εμπόδιζε την χρήση του μισθίου. Δεν προκαλείται δε οποιαδήποτε αντίφαση στις αιτιολογίες, ως προς την απόρριψη της εκ του άρθ. 579 ΑΚ προβληθείσας ενστάσεως, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, από την παραδοχή ότι "...πριν την κατάρτιση της συμβάσεως η αναιρεσίβλητη είχε ενημερωθεί από τον μεσίτη για την ύπαρξη του συγκεκριμένου νομικού ελαττώματος..." και ότι "...τελικά μόλις τον Ιούνιο του 2008 έλαβε γνώση διά των προστηθέντων της ότι υπήρχε το συγκεκριμένο νομικό ελάττωμα...", δεδομένου ότι, από το σύνολο των παραδοχών όπως παρατέθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δεκτό ότι μετά την πρώτη, μη πλήρη, ενημέρωση εκ μέρους του μεσίτη, ανατέθηκε η υπόθεση σε δικηγόρο για περαιτέρω διευκρίνιση των θεμάτων ιδιοκτησίας των ενδίκων ακινήτων, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της απόφασης, να διευκρινίζεται, αν ο δικηγόρος της προέβη σε έρευνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των μισθίων και ειδικότερα για την αυτοτελή ιδιοκτησία που στέγαζε το κατάστημα με τον τίτλο GELATO και την ενημέρωσε σχετικά. Και τούτο διότι, μετά την παράθεση όλων των ενεργειών που έγιναν, προς το σκοπό διαπίστωσης νομικών ελαττωμάτων, πριν την κατάρτιση της σύμβασης στο μίσθιο, γίνεται δεκτό, ότι η εκ μέρους του δικηγόρου παραλαβή των τίτλων ιδιοκτησίας προς έλεγχο δεν οδηγεί αδιαμφισβήτητα στην εκ μέρους της αναιρεσίβλητης γνώση του νομικού ελαττώματος. Λόγος αναιρέσεως που πλήττει αιτιολογία της απόφασης η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της ή η οποία στηρίζει μεν το διατακτικό, τούτο όμως (διατακτικό) στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλη, επάλληλη αιτιολογία, που δεν πλήττεται, με βάσιμο λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης.
Μετά την απόρριψη του άνω λόγου αναιρέσεως ο σχετικός εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία για αντιφατικότητα και ασάφεια είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου οι οποίοι είναι απαραίτητο να παρατίθενται για το ορισμένο του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης καθώς ο Άρειος Πάγος δεν προβαίνει αυτεπάγγελτα σε θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη, ενώ, σε κάθε περίπτωση μετά την απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης επί της κύριας αιτιολογίας της απόφασης, η οποία (αιτιολογία) αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό, αλυσιτελώς προτείνεται και τυγχάνει και ως εκ τούτου απορριπτέος αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης. Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη η αίτηση αναίρεσης της πληττομένης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ο πρόσθετος σ' αυτήν λόγος, διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 182/2014 και 34/2014 αίτηση και πρόσθετο σ' αυτήν λόγο αναίρεσης της 6282/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Διατάσσει την εισαγωγή των με αριθμούς 1298801, 2853716 σειρά Α παραβόλων του δημοσίου και των 073981, 074273 και 074274 σειρά Α του ΤΑΧΔΙΚ στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ