35/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:253/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2011 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated35/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μάλιστα, ενώ από την ΚΠολΔ 72, ή από άλλη διάταξη του ΚΠολΔ δεν αποκλείεται η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, υπάρχει δυνατότητα πλαγιαστικής άσκησης της αξίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με ξεχωριστό δικόγραφο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 35 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Αρνέλλο, αφού ανακάλεσε την δήλωση του κατ' άρθρο 242 παρ.2 και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. χας Γ.Κ., 2. Δ. Κ., 3. Ν. Κ., 4. Μ. συζ. Δ. Π., 5. Ν. Α. και 6. Α. συζ. Ν., Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευθύμιο Καραϊσκο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:253/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 13-7-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Εξάλλου ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό τροχαίο ατύχημα, όταν η ευθεία αξίωση του κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ν. 489/1976), που είχε συνάψει ο υπόχρεος σε αποζημίωση, έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ίδιου νόμου), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον η αξίωση αυτή υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (άρθρα 195 ΕμπΝ και 10 νόμου 2496/1997 από 17-11-1997).
Μάλιστα, ενώ από την ΚΠολΔ 72, ή από άλλη διάταξη του ΚΠολΔ δεν αποκλείεται η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, υπάρχει δυνατότητα πλαγιαστικής άσκησης της αξίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με ξεχωριστό δικόγραφο.
Και τούτο διότι πρόκειται για διαφορετική αξίωση που έχει ως βάση τη σύμβαση ασφαλίσεως, πηγή της όμως είναι η αδικοπραξία του ασφαλισμένου. Επειδή όμως με την πλαγιαστική αγωγή ο παθών σε ατύχημα ασκεί τα δικαιώματα του οφειλέτη του (δανειστή σε σχέση με τον ασφαλιστή) εναντίον του υπόχρεου σε αποζημίωση, για να γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή προς παροχή από τη σύμβαση ασφαλίσεως θα πρέπει να έχει επιδώσει στον ασφαλισμένο τη σχετική περί αποζημιώσεως αγωγή, διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση και γεννάται η αξίωση του ασφαλισμένου, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για πλαγιαστική άσκηση της (βλ.
ΑΠ 134/2009, 277/1999 και 728/1985). Ο ενάγων (παθών τρίτος) δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος. Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου (ασφαλιστή) να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος και δανειστή του εναγομένου).
Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματος του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 239/2008, 433/2008, 398/2007).
Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του στοιχ.α της παρ.1 του άρθρου 221 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεσή της έχει ως συνέπεια: α)εκκρεμοδικία ... κατά δε την παρ.1 του άρθρου 222 του ιδίου Κώδικα "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η διεξαγωγή νέας δίκης, όταν αυτή έχει ως αντικείμενο διαφορά που ταυτίζεται με προγενέστερη, που δημιουργήθηκε από αγωγή που ασκήθηκε προγενέστερα και έχει εκτός των άλλων την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Σε περίπτωση που η διαφορά για την οποία γίνεται η νέα δίκη, δεν θεμελιώνεται στους ίδιους κανόνες δικαίου, έχει δηλαδή άλλη νομική αιτία, δεν έχει εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 222 παρ.1 ΚΠολΔ και δεν υπάρχει, κατά συνέπεια απαράδεκτο της εκδικάσεως της (ΑΠ 221/1988).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.14 περ. τελ. ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Τέτοιο απαράδεκτο δημιουργεί και η άσκηση νέας αγωγής για διαφορά που ταυτίζεται με εκείνη προγενέστερης αγωγής η οποία έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία για όσο χρόνο διαρκεί η εκκρεμοδικία της.
Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, αλλά για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για το δεδικασμένο με λόγο έφεσης ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης, δηλαδή να έχει προβληθεί ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου έγινε κατά παράβαση νόμου.
Ο σχετικός ισχυρισμός για το δεδικασμένο δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και τούτο, διότι το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημόσιας τάξης, αφού οι διατάξεις που το καθιέρωσαν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού.
Το Εφετείο, εφόσον δεν εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση, δεν μπορεί να εξετάσει ένσταση δεδικασμένου που προβάλλεται με τις προτάσεις και όχι με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1520/2010).
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.
Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση τέμνει τη διαφορά όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΟλΑΠ 959/1985,ΑΠ 47/2006).
Εξάλλου, από τα άρθρα 321, 322 παρ.1, 525 παρ.1 και 559 αριθ.9 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν το δικαστήριο παρέλειψε να δικάσει σε κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής και δεν διέλαβε κάτι γι' αυτό στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασής του, το αίτημα αυτό θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά μετά δε την τελεσιδικία της απόφασης δημιουργείται δεδικασμένο που εμποδίζει να καταστεί το αίτημα αυτό αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 850/2009 και 13/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση όλων των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το Εφετείο Λαμίας δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Εξ αφορμής τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χωράν την 16-8-2002 επί της ΠΕΟ Λαμίας-Βόλου κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο συγγενής τους Γ.
Κ., οι αναιρεσίβλητοι και ο Δ. Π., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας την από 5-4-2005 αγωγή (1144/Εγα 153/2005) κατά των Γ. Α. και της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι τελευταίοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τα έναντι ενός εκάστου - ενάγοντος (και ήδη αναιρεσιβλήτου) αναφερόμενα ποσά, ενώ για την περίπτωση ευδοκιμήσεως της τυχόν προβληθησομένης ενστάσεως της διετούς παραγραφής από την δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, ασκώντας πλαγιαστικώς τις αξιώσεις του πρώτου εναγομένου από την ασφαλιστική σύμβαση ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον πρώτο τα ανωτέρω χρηματικά ποσά ή οποιαδήποτε επιδικαστούν.
Η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε με την από 20-12-2005 (4840/Εγα 553/2005) παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης εναγομένης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του παρεμπιπτόντως εναγομένου (πρώτου εναγομένου) να της καταβάλει ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες, για το λόγο ότι ο πρώτος των εναγομένων οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο υπό την επήρεια αλκοόλης και μετέφερε μεγαλύτερο αριθμό επιβατών από τον προβλεπόμενο στην άδεια κυκλοφορίας, με συνέπεια να εξαιρείται της ασφαλιστικής καλύψεως.
Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 48/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας με την οποία: 1) απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον Δ. Π. και 2) αναγνωρίσθηκε: Α) ότι ο πρώτος των εναγομένων υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα έναντι ενός εκάστου αναφερόμενα ποσά (15.392,94 ευρώ, 18.000 ευρώ, 18.000 ευρώ, 18.000 ευρώ, 15.000 ευρώ, 3.000 ευρώ και 3.000 ευρώ αντιστοίχως), και Β) ότι η δεύτερη εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο τα ανωτέρω επιδικασθέντα χρηματικά ποσά.
Η απόφαση εφεσιβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας από τους ενάγοντες (βλ. 156/07 έφεση), από τον πρώτο εναγόμενο (βλ. 130/07 έφεση) και από την δεύτερη εναγόμενη (βλ. 121/0 7 έφεση).Το Εφετείο Λαμίας με την υπ' αριθμ. 7/2009 αμετάκλητη ήδη απόφαση του: α)απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση των εναγόντων κατά της δεύτερης εναγομένης, β) απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση των εναγόντων ως προς τον έκτο των εκκαλούντων Δ.
Π. γ) απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του πρώτου εναγομένου ως προς τον έκτο εφεσίβλητο Δ. Π., δ) απέρριψε την έφεση της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας από ουσιαστική άποψη, ε) απέρριψε την έφεση του πρώτου εναγομένου από ουσιαστική άποψη και στ) δέχθηκε την έφεση των εναγόντων (πλην του Δ. Πανταζή) ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην κατά του πρώτου εναγομένου ευθεία αγωγή και αναγνώρισε ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να πληρώσει στην πρώτη ενάγουσα (Χ.
Κ.) 32.655 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα (Δ. Κ.) 33.000 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα (Ν. Κ.) 33.000 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα (Δ. Κ.) 25.000 ευρώ στην πέμπτη ενάγουσα (Μ. Π.) 20.000 ευρώ, στον έκτο ενάγοντα (Ν. Α.) 10.000 ευρώ και στην έβδομη ενάγουσα (Α. Α.) 10.000 ευρώ, και καταδίκασε τον πρώτο εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα (8.000 ευρώ) για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου: α) η συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Γ. Α. του Δ. (50%) στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και τα ποσά που αυτός υποχρεούται να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, β) η υποχρέωση της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας για την κάλυψη της αστικής ευθύνης και των ζημιών που προκάλεσε στους ενάγοντες ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου (...
ΙΧΦ) Γ. Α., ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος είχε ασφαλισμένο το ως άνω όχημα με ισχυρή σύμβαση ασφαλίσεως στην ως άνω εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ο μη αποκλεισμός από την ευθύνη λόγω μέθης του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (ασφαλισμένου της) και επιβιβάσεως περισσοτέρων από τον επιτρεπόμενο αριθμό επιβατών στο όχημα".
Ως προς την εναγόμενη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα η υπ' αρ. 7/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας δεν διέλαβε διάταξη σχετικά με την τύχη της από 5-4-2005 σωρευομένης με την κυρία αγωγή πλαγιαστικής αναγνωριστικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, ενώ από το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι ως προς την πλαγιαστική αγωγή το Εφετείο επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση (υπ' αριθμ. 48/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας) ως προς την οποία αγωγή ειδικότερα η αναιρεσείουσα δεν άσκησε έφεση.
Με αυτήν την εξέλιξη της υπόθεσης προέκυψε ο μεν αρχικώς εναγόμενος Γ. Α. να έχει αναγνωριστεί, ότι είναι υποχρεωμένος να πληρώσει σε καθένα των αρχικά εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων το χρηματικό ποσό που όρισε η υπ' αρ. 7/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και είναι μεγαλύτερο εκείνου που είχε ορίσει η υπ' αρ. 48/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, για δε την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία να μη υπάρχει σχετική διάταξη που να ορίζει ποία χρηματικά ποσά οφείλει να καταβάλει στον ασφαλισμένο της Γ.
Α., χωρίς να υπάρχει δεδικασμένο επί του τελευταίου αυτού ζητήματος, δηλαδή του χρηματικού προσδιορισμού της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας προς τον ασφαλισμένο της Γ. Α., λόγω της κάλυψης του από την υφισταμένη σχετική μεταξύ αυτών ασφαλιστική σύμβαση για τις ζημίες που προκάλεσε ο τελευταίος κατά το επίδικο τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα.
Ειδικότερα, ο Γ. Α., σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη από 3-3-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, "υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά που επιδικάστηκαν με την υπ' αριθμ. 7/09 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και αυτά τα ποσά δικαιούται ο ίδιος να αξιώσει από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Γ. Α., αν και προσκλήθηκε από τους ενάγοντες με την από 1-6-09 πρόσκληση που του επιδόθηκε την 2-6-09 (βλ. 8745/2-6-09 έκθεση επιδόσεως δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Λαμίας ...) να ασκήσει τα δικαιώματα του από την ασφαλιστική σύμβαση, αδράνησε να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, ήτοι να αξιώσει να του καταβάλει η ασφαλιστική εταιρία τα παραπάνω ποσά που αναγνωρίσθηκε τελεσιδίκως, ότι οφείλει σε κάθε ενάγοντα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα (8.000 ευρώ) που επιδικάστηκαν με την υπ' αριθμ. 7/09 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Η αιτίαση της εναγομένης-εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας) ότι η παραίτηση των εναγόντων από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο είχε ως άμεσο επακόλουθο την κατάργηση της δίκης και της κατ' αυτής ασκηθείσας πλαγιαστικής αγωγής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού οι ενάγοντες είχαν επιδώσει στον ασφαλισμένο την σχετική περί αποζημιώσεως αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7/09 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, και είχε γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή προς παροχή από την σύμβαση ασφαλίσεως, την οποία άσκησαν πλαγιαστικώς οι ενάγοντες, κατ' άρθρο 72 ΚΠολΔ, με την κρινόμενη αγωγή.
Οι ενστάσεις της εναγομένης-εφεσίβλητης που προέβαλλε πρωτοδίκως και επαναφέρει παραδεκτώς κατ' άρθρο 527 παρ.1 ΚΠολΔ α) περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των εκκαλούντων στην άσκηση της κατ' αυτής πλαγιαστικής αγωγής λόγω διετούς παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως και β) περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γ.Α.
λόγω μέθης κλπ. είναι απορριπτέες, η μεν πρώτη ως μη νόμιμη, αφού κατά το άρθρο 10 του ν.2496/97 οι αξιώσεις που πηγάζουν από ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν [η από 5-4-2005 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ.7/09 απόφαση του Εφετείου Λαμίας επιδόθηκε στον ασφαλισμένο την 20-4-2005 (βλ.699 Β/20-4-05 αποδεικτικό επιδόσεως δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Λαμίας ...).
η δε κρινόμενη πλαγιαστική αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη την 4-8-2009 (βλ.7449 Β/4-8-09 αποδεικτικό επιδόσεως δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...), ήτοι προ της παρελεύσεως τεσσάρων ετών από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή των εναγόντων], η δε δεύτερη ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου (330 ΚΠολΔ).
Βάσει των προεκτεθέντων η κρινόμενη από 3-3-09 αγωγή των εναγόντων με την οποία ζητούν να αναγνωρισθεί ότι η πλαγιαστικώς εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ασφαλισμένο της Γ. Α. τα ποσά που αυτός αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες δυνάμει της υπ'αριθμ.7/09 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν".
Στη συνέχεια το Εφετείο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές ως προς τη μη ύπαρξη δεδικασμένου κρίνοντας ότι με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή εισήχθηκε στο δικαστήριο άλλη διαφοράς εκείνης που είχε κριθεί με την υπ'αριθμ.7/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, λόγω του ότι στηριζόταν σε διαφορετική ιστορική αιτία και είχε διαφορετικό αντικείμενο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα και περαιτέρω δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη από 3-3-2009 πλαγιαστική αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, αναγνώρισε δε ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει στον ασφαλισμένο της Γ.
Α. τα χρηματικά ποσά που έχει αναγνωριστεί να καταβάλει αυτός στους αρχικούς ενάγοντες-αναιρεσίβλητους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας την ως άνω ένδικη πλαγιαστική αγωγή και δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο λόγω της μη συνδρομής όλων των νομίμων προϋποθέσεων για τη συνδρομή τους (άρθρα 222, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα επισημαίνεται ότι με την ένδικη από 3-3-2009 αναγνωριστική πλαγιαστική αγωγή ζητήθηκε από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητης να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη της πλαγιαστικής αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να καταβάλει στον ασφαλισμένο της Γ. Α. τα ποσά που είχε δεχθεί το Εφετείο Λαμίας με την υπ' αρ. 7/2009 απόφασή του ότι υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτούς, αίτημα που δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προγενέστερης από 5-4-2005 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, της οποίας άλλωστε η εκκρεμοδικία έπαυσε στις 13-1-2009 με την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης (7/2009) του Εφετείου Λαμίας.
Επομένως αμφότεροι οι από το άρθρο 559 αρ.14 περ. τελευτ. και 16 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2011 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 111/2011 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ